Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Η πρώτη Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους πριν 800 χρόνια




Γράφει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός

          ΑΝη 29η Μαΐου είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό, διότι φέρνει στη μνήμη μας την Άλωση της Πόλης από τούς Οθωμανούς το 1453, άλλο τόσο αποφράς είναι για το Γένος μας και η 13η Απριλίου, διότι κατ' αυτήν έπεσε η Πόλη το 1204 στους Φράγκους. Το δεύτερο γεγονός δεν υστερεί καθόλου σε σημασία και συνέπειες έναντι τού πρώτου. Αυτή είναι σήμερα η κοινή διαπίστωση της ιστορικής έρευνας. Από το 1204, η Πόλη, και σύνολη η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη της δύναμη. Το φραγκικό χτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, πού έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν«μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί»(Ελ. Αρβελέρ).
Αξίζει, συνεπώς, μια θεώρηση τού γεγονότος αυτού, έστω και στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου.

ΣΤΙΣ 13 Απριλίου 1204, έπειτα από μια πεισματική και μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οι Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας/Βυζαντίου έσβηνε κάτω από το θανάσιμο πλήγμα της φραγκικής Δύσεως. Το γεγονός αυτό ήταν σημαντικότατο σε δύο κατευθύνσεις

α)εσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικά την περαιτέρω πορεία της Αυτοκρατορίας και
β)εξωτερικά, διότι καθόρισε επίσης τελεσίδικα τις σχέσεις με τη Δύση, αλλά και με την ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών.

Η τραγική ιστορική επιλογή τού Ρωμαίικου, πού εκφράζεται με τον γνωστό εκείνο λόγο«κρειττότερον (..) φακιόλιον (..) Τούρκων ή καλύπτρα λατινική», υποστασιώνεται στα 1204, όταν πλέοναποκαλύπτονται αδιάστατα οι διαθέσεις της Φραγκιάςέναντι της Ρωμαίικης Ανατολής.

Από το1095αρχίζουν οι Σταυροφορίες, εκστρατείες δηλαδή τού χριστιανικού κόσμου της Ευρώπης, με σκοπό, κατά τις επιφανειακές διακηρύξεις, την απελευθέρωση και υπεράσπιση των Αγίων Τόπων.

Στις επιχειρήσεις αυτές, πού κράτησαν ως το ΙΕʹ αιώνα, πρωτοστατούσαν οι εκάστοτε Πάπες, διότι ήσαν «ιεροί πόλεμοι» κατά των απίστων. Βέβαια, η έρευνα έχει επισημάνει στις εκστρατείες αυτές και ταπεινά ελατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμού κ.ά. Είναι όμως σήμερα πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι οι Σταυροφορίες κύριο σκοπό είχαν τη φραγκική κυριαρχία στην Ορθόδοξη Ανατολή και, τελικά, τη διάλυση της Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, πού ήταν το εμπόδιο στον επεκτατισμό και τα μονοκρατορικά σχέδια της μετακαρλο-μάγνειας Φραγκοσύνης. Το 1204, η Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους, η διάλυση της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και η επακολουθήσασα Φραγκοκρατία επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτήν.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑτου 1204 συνδέονται με την Δʹ Σταυροφορία. Η σχετική βούληση γι' αυτήν, εκφράσθηκε το 1199 με την ευλογία τού πάπαΙννοκεντίου Γʹ(1198-1216),«πνευματικού πατέρα» των δύο βασικών επεκτατικών μέσων της φραγκοπαπικής εξουσίας, της «Ιεράς Εξετάσεως» και της Ουνίας (ως ιδέας).
Συνεργάτης αυτόκλητος παρουσιάσθηκε ο δόγης (δούκας) της ΒενετίαςΔάνδολος, με το στόλο του.
Σπουδαίο ιστορικό πρόβλημα είναι η εκτροπή της Δʹ Σταυροφορίας από τούς Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινούπολη.Ήταν σκοπός ανομολόγητος, ή τραγική σύμπτωση;
Η πλειονότητα των ιστορικών, και μάλιστα των αδέσμευτων, δέχεται το πρώτο. Επρόκειτο για καλά οργανωμένο σχέδιο, πού αποσκοπούσε στο να δοθεί ισχυρό κτύπημα στη Ορθόδοξη Αυτοκρατορία, πού περνούσε περίοδο κάμψεως, λόγω της εντάσεως τού τουρκικού κινδύνου.
Κατά τα δυτικά Χρονικά, μάλιστα, κάποιοι Λατίνοι άρχοντες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όταν έμαθαν την αλλαγή τού σκοπού της Σταυροφορίας. Οι περισσότεροι, όμως, συμβιβάσθηκαν από οικονομική ανάγκη. Έμειναν κυρίως οι «μηυμένοι» στη συνωμοσία κατά της Νέας Ρώμης, κάτω από την «πνευματική» ηγεσία τού Πάπα και τη στρατιωτική τού Δόγη, πού μετέβαλε την Βενετία σε θαλασσοκράτειρα δύναμη, με την εκμηδένιση τού «Βυζαντίου». Ο Βενετικός στόλος μετέφερε στην Προποντίδα άγριες μάζες Φλαμανδών, Φράγκων, Γερμανών, εγκληματίες, καιροσκόπους. Η αμοιβή τού Δόγη: η μισή λεία από τη λεηλασία της πλουσιότερης πρωτεύουσας τού τότε κόσμου.

ΒΕΒΑΙΑ, τα φραγκοπαπικά σχέδια διευκολύνθηκαν από την εσωτερική αρρυθμία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.
Από τον ΙΑʹ αιώνα άρχισε προοδευτικά η παρακμή της. Το 1071, στοΜατζικέρτ, ο «βυζαντινός» στρατός δέχθηκε μεγάλη ήττα από τούς Σελτζούκους Τούρκους, με συνέπεια την απώλεια μεγάλου τμήματος της Μ. Ασίας.
Παράλληλα (1071) χάθηκε το τελευταίο έρεισμα της Κωνσταντινουπόλεως στην Ιταλία, ηΒάρις, πέφτοντας στα χέρια των Νορμανδο-φράγκων.
Οι ανορθωτικές προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν σημαντικά αποτελέσματα και το κράτος υποχωρεί σταδιακά στην οικονομική ισχύ των ιταλικών πόλεων. Η Αυτοκρατορία παραχωρεί σημαντικά προνόμια στη Βενετία, Πίζα και Γένουα, με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν να δημιουργηθούν ακμαίες δυτικές παροικίες στην Ανατολή, μεταβάλλοντας το έδαφος της Αυτοκρατορίας σε δικό τους εμπορικό χώρο. Οι Ιταλο-φράγκοι εδραιώθηκαν στην Ανατολή και ενίσχυσαν τη βουλιμία της ευρύτερης φραγκικής οικογένειας.
Αλλά και το κοινωνικό κλίμα της Κωνσταντινουπόλεως ήταν την εποχή αυτή αρκετά αντίξοο.
Η Πόλη έχει πια απομονωθεί και αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις, λόγω της δυσαρέσκειας των επαρχιών. Διοίκηση και πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σε διαφθορά.
Οι φορολογίες είναι δυσβάστακτες και βαρύνουν τούς πολίτες των επαρχιών. Η κεντρική εξουσία αμφισβητείται και σημειώνονται επαναστατικά κινήματα.
Η φήμη για τη μυθώδη πολυτέλεια της Πόλης και των κατοίκων της είχε διαδοθεί και στη Δύση, με εύλογες συνέπειες. Τα αμύθητα πλούτη της Κωνσταντινουπόλεως έτρεφαν τη φαντασία των πολλών και διευκόλυναν τα επεκτατικά σχέδια των λίγων, της φραγκικής ηγεσίας. Βέβαια, οι ανύποπτοι επαρχιώτες της Αυτοκρατορίας είδαν στην αρχή ως θεία τιμωρία την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ο δε όχλος της έλαβε μέρος στη λεηλασία. Αργότερα, όμως, θα συνειδητοποιηθούν οι σκοποί των Φράγκων και θα εκτιμηθούν σωστά τα γεγονότα.

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ της Σταυροφορίας άρχισε το 1201.Σημαντικοί Φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουΐνος, ο κόμης της Καμπανίας Τιμπώ, ο ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουΐνος και ο μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός.

Η συγκέντρωση τού στρατού έγινε στον Ιούνιο τού 1202, στη Βενετία. Το Νοέμβριο τού 1202, καταλήφθηκε για λογαριασμό των Βενετών, η δαλματική πόλη Ζάρα, πού είχε αποστατήσει και υπαχθεί στο βασίλειο της Ουγγαρίας. Οι δυναστικές έριδες στην Κωνσταντινούπολη («Άγγελοι») διευκόλυναν -ως συνήθως- τα δυτικά σχέδια.
Οι Σταυροφόροι, στις24.5.1203ξεκίνησαν από τη Ζάρα και μέσω Κερκύρας κατευθύνθηκαν για την Κωνσταντινούπολη.
Η θέα της πόλεως τούς άφησε κατάπληκτους.«Δεν μπορούσαν να φαντασθούν πως υπήρχε στον κόσμο τόσο ισχυρή πόλη»σημειώνει ο Γ. Βιλλεαρδουΐνος στην «Ιστορία» του.
Στις 6 Ιουλίου άρχισε η πρώτη πολιορκία, με λεηλασίες στα προάστια και τις ακτές της Προποντίδας. Προσπάθεια των πολιορκουμένων τη νύκτα της Πρωτοχρονιάς τού 1204, να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, απέτυχε.Επικράτησε τότε αναρχία.

Στις 25 Ιανουαρίου, ο λαός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Νικόλαο Καναβό, ενώ ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δʹ συνελήφθη και εκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αυτοκράτορας εκλέχθηκε ο Αλέξιος Εʹ ο Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα και να περιορίσει τις λεηλασίες.
Οι Σταυροφόροι, ήδη τον Μάρτιο τού 1204 είχαν υπογράψει συνθήκη για την τύχη της Αυτοκρατορίας μετά την πτώση της πρωτεύουσας.
Βασικές αποφάσεις: θα εκλεγόταν Λατίνος Αυτοκράτορας και Λατίνος Πατριάρχης. Έτσι, φάνηκαν και οι αληθινοί σκοποί της εκστρατείας. Επίσης, καθορίστηκε ο τρόπος διανομής της λείας και των εδαφών της Αυτοκρατορίας.
Η μεγάλη επίθεση κατά τού θαλασσίου τείχους έγινε στις 9 Απριλίου. Η τελική όμως επίθεση έλαβε χώρα στις 12, και ξημερώνοντας 13, έπεσε η Πόλη.
Η ηγεσία είχε ήδη διαλυθεί. Αυτοκράτωρ και ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη και μόνο οι κληρικοί έμειναν, για να προϋπαντήσουν τούς Σταυροφόρους και να τούς δηλώσουν την υποταγή της Βασιλεύουσας.Ο λαός πίστευε στα χριστιανικά αισθήματα των νικητών, αλλά διαψεύστηκε οικτρά.

ΟΙ ΟΚΤΩ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1096-1099)Εμπνευστής της ο πάπας Ουρβανός Β' στη Σύνοδο τού Κλερμόν.
Με επικεφαλής τον Πέτρο τον Ερημίτη και τον Γκωτιέ τον Ακτήμονα, η «σταυροφορία τού λαού κατατροπώθηκε από τους Τούρκους. Στη συνέχεια, η «σταυροφορία των αρχόντων» κατακτά την Αντιόχεια, την Έδεσσα και έπειτα την Ιερουσαλήμ (1099) Καταλήγει στη δημιουργία των λατινικών κρατών της Ανατολής: της Ηγεμονίας της Αντιόχειας, της Κομητείας της Έδεσσας, τού Βασιλείου της Ιερουσαλήμ (το οποίο περιήλθε στον Γοδεφρείδο υον Βουιλώνιο) και της Κομητείας της Τρίπολης.
Β΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1147-1149)Κήρυκας της ο Βερνάρδος τού Κλαιρβώ για λογαριασμό τού πάπα Ευγένιου Γ. Με επικεφαλής τον Κορράδο των Χόχενσταουφεν και τον Λουδοβίκο Ζ', πολιορκεί μάταια τη Δαμασκό και δεν κατορθώνει να απελευθερώσει την Έδεσσα, που έχει περιέλθει στους Τούρκους.
Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189-1192) Με επικεφαλής τον Φρειδερίκο Α' Βαρβαρόσα, τον Φίλιππο Αύγουστο και τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, αποσκοπεί στην απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ, την οποία ανέκτησε ο Σαλαδίνος το 1187, και καταλήγει στην κατάληψη της Κύπρου και τού Αγίου Ιωάννη της Άκρας.
Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1202-1204)Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Γ'. Με επικεφαλής τον Βονιφάτιο Α' τον Μομφερρατικό και τον Βαλδουίνο Θ' της Φλάνδρας. εκτρέπεται με παρέμβαση των Βενετών από τον αρχικό της στόχο, που ήταν η κατάληψη της Αιγύπτου, και κατευθύνεται προς την Κωνσταντίνου πόλη, η οποία κατα-λαμβάνεται και λεηλατείται το 1204. Ιδρύεται η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και οι Βενετοί αποκτούν τεράστια εμπορικά και εδαφικά προνόμια.
Ε΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1217-1219)
Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Γ'.
Η σταυροφορία κηρύσσεται το 1215 από τη Δ' Σύνοδο τού Λατερανού. Με επικεφαλής τον Ανδρέα Β', βασιλιά της Ουγγαρίας, και στη συνέχεια τον Ιωάννη της Βρυέννης. βασιλιά της Ιερουσαλήμ, δεν κατορθώνει να αποσπάσει από τους μουσουλμάνους το Όρος Θαβώρ και καταλαμβάνει προσωρινά τη Δαμιέτη στην Αίγυπτο (1219-1221).


ΣΤ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1228-1229)Εμπνευστής της ο πάπας Ονώριος Γ'. Διευθύνεται από τον Φρειδερίκο Β' των Χόχενσταουφεν. που διαπραγματεύεται με τους μουσουλμάνους την παράδοση της Ιερουσαλήμ, της Βηθλεέμ και της Ναζαρέτ.

Ζ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1248-1254)Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Δ'.
Υπό την καθοδήγηση τού Λουδοβίκου Θ' (τού Αγίου Λουδοβίκου), αποπειράται να καταλάβει την Αίγυπτο, η οποία ελέγχει τους Αγίους Τόπους. Οι Σταυροφόροι κυριεύουν τη Δαμιέτη, και στη συνέχεια κατατροπώνονται στη Μαναούρα και εγκαταλείπουν την Αίγυπτο.

Η' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1270)Οργανωμένη από τον Λουδοβίκο Θ' και τον Κάρολο Α' τον Ανδεγαυικό, κατευθύνεται προς την Τύνιδα, όπου ο βασιλιάς της Γαλλίας βρίσκει τον θάνατο.

Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ των Σταυροφόρων αποκάλυψε στους Ανατολικούς τη φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το εκκλησιαστικό σχίσμα.
Έγιναν από τούς Φράγκους ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας.Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά.Λεηλατούν και διαρπάζουν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων τού κόσμου».Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά συμφωνία, και ο Πάπας.
Το χειρότερο:πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανδραπόδισαν ένα τμήμα τού πληθυσμού της. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι βιασμοί των γυναικών και τα άλλα κακουργήματα.Μόνο την πρώτη μέρα, φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι της Πόλης.
Ιδιαιτέρως δε, στόχος της θηριωδίας ήταν ο Κλήρος.Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης μόλις μπόρεσε, ξυπόλυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή.
Η Κωνσταντινούπολη απογυμνώθηκε από τούς θησαυρούς της. Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, μάλιστα μέσα σε σκηνές φρίκης.Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός Κλήρος.
Κανείς δεν φανταζόταν ότι η Πόλη θα έκρυβε τόσο ανεκτίμητους θησαυρούς.
Επί πολλά χρόνια, τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς της στη Δ. Ευρώπη, όπου και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές (π.χ. Άγιος Μάρκος, Βενετία). Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τούς «βυζαντινούς» θησαυρούς τού Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.
ΒΑΘΥΤΕΡΑ ίχνη από την ίδια την καταστροφή «της Πόλης των πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων.
Για τούς Ρωμηούς, ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο ότι η Δʹ Σταυροφορία είχε απ' αρχής στόχο την άλωση της Πόλης και τη διάλυση της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας.
Και είναι γεγονός, ότι οι δυτικές πηγές βλέπουν την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως ως τιμωρία των «αιρετικών» (Γραικών), πού ήσαν «ασεβείς και χειρότεροι από τούς Εβραίους».Την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, τη βλέπουν ως «νίκη της Χριστιανοσύνης».Το χάσμα, συνεπώς, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, πού είχε ανοίξει με το Σχίσμα (1054), γίνεται τώρα αγεφύρωτο. Οι «Βυζαντινοί» είχαν την ευκαιρία, άλλωστε, να ζήσουν το μίσος των Φράγκων εναντίον τους.
Κατά τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αυτόπτη μάρτυρα της Αλώσεως, η αρπακτικότητα και βαρβαρότητα των Σταυροφόρων δεν συγκρίνεται με την ηπιότητα των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, μόλις κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα, αρκέστηκαν απλώς στην επιβολή μικρού φόρου, αποφεύγοντας κάθε βιαιότητα.
Οι «Βυζαντινοί» συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204, οι Λατίνοι-Φράγκοι ήσαν ο ουσιαστικός εχθρός τους, γιατί μόνο από αυτούς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη και η Παράδοση τού Γένους.
Έτσι, διαμορφώθηκε η στάση των Ανθενωτικών, που προέκριναν την πρόσκαιρη συνεργασία με τούς Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας μεταξύ δύο κακών. Μια στάση πού θα εκφρασθεί θεολογικά από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό το ΙΗʹ αιώνα.
Η Άλωση τού 1204, όμως, είχε και ευεργετικές συνέπειες σε μια άλλη διάσταση.

Ο μέσος Ρωμιός θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διαλύσεως της Αυτοκρατορίας. Όσο μάλιστα θα παρατείνεται η Φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητος των επιμέρους εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας, με εμφάνιση της εθνικής συνειδήσεως. Ο τραυματισμός δε τού εθνικού γοήτρου, θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο επανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως και ανασυστάσεως της Αυτοκρατορίας.
ΈΝΑ ΑΠΟ ΤΑ σημαντικότερα βιβλία πού έχουν γραφεί για την Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους είναι τού ERNLE BRADFORD, THE GREAT BETRAYAL (Η μεγάλη προδοσία), Λονδίνο 1966. Γερμανική μετάφραση (der verrat von 1204) το 1978 (σσ. 322). Το βιβλίο διαιρείται σε 18 κεφάλαια και περιέχει και σειρά πινάκων τού ζωγράφου PALMA IL GIOVANE (ΙΣΤʹ αι).. Ο συγγραφέας, αποτιμώντας αντικειμενικά τα πράγματα, χαρακτηρίζει την άλωση και λεηλάτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ως μια«από τις φοβερότερες πράξεις της Ιστορίας». Ονομάζει, μάλιστα, την Πόλη «προμαχώνα της Δύσεως». «Ο χωρισμός και απομόνωση της ανατολικής από τη δυτική Ευρώπη ανάγεται σε τελευταία ανάλυση σε αυτό το γεγονός».
Οι συνέπειές του είναι αισθητές ως σήμερα. Στη διάσπαση της Αυτοκρατορίας ο συγγραφέας αποδίδει το μεταγενέστερο «βαλκανικό πρόβλημα», ως και τη διαίρεση της Ευρώπης σε Ανατολική και Δυτική.
Ως κύριο αίτιο της εκτροπής της Δʹ Σταυροφορίας θεωρεί το μίσος των Φράγκων κατά της Ορθοδόξου Ανατολής. Καταδικάζει τη στάση τού Πάπα και των δυτικών Χριστιανών για την «καταστροφή ενός χριστιανικού πολιτισμού» και αποκαλεί τούς καταστροφείς Σταυροφόρους «βαρβάρους».
Σημαντικότατη είναι η διαπίστωσή του, ότι «η συμπεριφορά των χριστιανών κατακτητών στα 1204, ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη των Τούρκων το 1453. Οι δυτικοί κατακτητές μισούσαν περισσότερο τούς εν πίστει αδελφούς τους από όσο οι Μουσουλμάνοι δύο αιώνες μετά».
Δέχεται δε και αυτός, ότι μία από τις σοβαρότερες συνέπειες τού 1204 ήταν το άνοιγμα τού δρόμου των Τούρκων προς την Ευρώπη.
Χρειάστηκε, πραγματικά, πολλή τόλμη και ευσυνειδησία για να γραφεί αυτό το βιβλίο, ένα από τα λίγα πού έχουν γραφεί για την«προδοσία τού 1204», διότι η δυτική ιστοριογραφία φροντίζει επιμελώς να ρίχνει το φώς της έρευνας μονομερώς στο 1453...

Τρίτη 12 Απριλίου 2016


 

Όταν μπήκαν λοιπόν οι σταυροφόροι στην Πόλη, έσερναν μαζί τους και μισθοφόρους από άγριες γερμανικές φυλές. Αυτοί δεν είχαν δει ποτέ γυναίκες να ασχολούνται με μαθηματικά ή με την φιλοσοφία. Μπήκαν λοιπόν σε ένα οίκημα πού κάποιες γυναίκες έγραφαν γεωμετρικά σχέδια και τύπους. Αυτοί οι άγριοι εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ , πού έφαγαν τις γυναίκες για να κοινωνήσουν την σοφία τους.Ποιός έζησε τον μεσαίωνα είπαμε;
Μαρτυρείται το γεγονός πώς όταν μια κόρη του αυτοκράτορα παντρεύτηκε έναν γερμανό πρίγκηπα, έβγαλε πάνω στο τραπέζι μαχαιροπήρουνα , γιατί το μαχαιροπήρουνο βυζαντινή εφεύρεση ήτανε.Οι γερμανοί πού έτρωγαν με τα χέρια ακόμα, νόμιζαν πώς επρόκειτο για επίθεση δολοφονίας και της επιτέθηκαν...όταν λέμε για βελανιδοφάγους, δεν εθνικίζουμε. Κυριολεκτούμε!
Όταν ευρωπαίοι έμποροι πέρασαν από την Πόλη για να πουλήσουν τα δέρματα τους, οι εκεί δασμολόγοι τους παρακράτησαν κάποια δέρματα για φόρο. Εκείνοι πού δεν ήξεραν τί σημαίνει κρατικός φόρος και εμπορικές συναλλαγές, μετά πήγαν στην πατρίδα τους και μιλούσαν για κλοπή. Ε , μετά εξελίχτηκαν και αυτοί στα "φοροτεχνικα" και μας άλλαξαν τα φώτα. Εμείς μάλλον πήγαμε πολύ πίσω.
Ένα τελευταίο. Οι βυζαντινοί βασιλείς μας ήταν φαντασμένοι ωσπου δεν παίρνει, αν και μπορούσε και ένας αγωγιάτης ακόμα να γίνει βασιλιάς και να μην λαμβάνεται υπ όψι η καταγωγή του.Δεν μπορούσες άμεσα να δεις τον βασιλιά, δεν πα να ήσουν πρέσβης ή πρόξενος. Όταν τελοσπαντων τον έβλεπες, έμπαινες γονατιστός σε μια άδεια αίθουσα. Ξαφνικά όταν σηκωνόσουν έβλεπες τον αυτοκράτορα να στέκεται σε θρόνο υψηλό από το πουθενά και δύο μηχανικά λεοντάρια να βγάζουν φωτιές, έτσι για το σόου. Απλώς ένας μηχανισμός μετέφερε τον θρόνο από τον πίσω τοίχο, για τον εντυπωσιασμό και για να φανεί πώς ο καθήμενος εν δόξη ήρθε από τον ουρανό. Απόδειξη ότι και η γκλαμ ρόκ είναι βυζαντινή

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ ΣΤΗΝ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ


Σικελικός Εσπερινός (30 Μαρτίου 1282)


Η πρώτη ουσιαστικά αντίσταση των ελληνικών πληθυσμών του Νότου ενάντια στους Φράγκους εισβολείς μετά την καταστροφή της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204
Σικελικός Εσπερινός ή Σικελικοί Εσπερινοί (ιταλ. Vespri Siciliani) ήταν η ονομασία της επανάστασης των Σικελών το 1282 ενάντια στο καθεστώς του Καρόλου του Ανδεγαυού, Φράγκου ευγενούς βασιλέα ο οποίος με παπική συναίνεση είχε καταλάβει το Βασίλειο της Σικελίας 1268 και εμφανιζόταν ως ο επίδοξος κατακτητής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος σε συνεργασία με τον Πέτρο Γ΄ της Αραγονίας πιστεύεται ότι αναμείχθηκαν στην λαϊκή εξέγερση και τελικά η Σικελία πέρασε στον έλεγχο της Αραγονίας, ενώ σημαντική ήταν και η προδιάθεση των Σικελών να εκδιώξουν τους κυβερνήτες τους.

Η εξέγερση ονομάστηκε έτσι επειδή ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Εσπερινού της Μεγάλης Δευτέρας, στις 30 Μαρτίου 1282. Ήταν η απαρχή του Πολέμου του Εσπερινού που κράτησε για 20 χρόνια, μέχρι δηλαδή το 1302.

Η εξέγερση

Η ανταρσία, όπως προαναφέρθηκε, ξεκίνησε τη Δευτέρα του Πάσχα του έτους 1282 από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, που τότε βρισκόταν λίγο έξω από το Παλέρμο, και διαδόθηκε στο νησί. Επί έξι εβδομάδες σφαγιάζονταν Γάλλοι στρατιώτες και κάτοικοι.
Τα περιστατικά που οδήγησαν, ως αφορμές και όχι ως αίτια, στην ένοπλη εξέγερση κατά των Ανδεγαυών δεν εξακριβώνονται πλήρως. Οι σχετικές βέβαια εισηγήσεις παρουσιάζουν κάποιες ομοιότητες. Μονάχα ένα χωριό με το όνομα Σπερλίγκα προστάτεψε Γάλλους στρατιώτες στο τοπικό κάστρο από ψαμμίτη.

Σύμφωνα με τον επιφανή βυζαντινολόγο Στήβεν Ράνσιμαν, οι ντόπιοι Σικελοί στο ναό της Αγίας Τριάδας γιόρταζαν την εορτή, όταν Γάλλοι αξιωματούχοι πέρασαν από εκεί για να λάβουν μέρος και άρχισαν να πίνουν. Ένας λοχίας, ονόματι Ντρουέ, έσυρε μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα από το πλήθος, την οποία παρενόχλησε. Αμέσως ο σύζυγός της επιτέθηκε στον Ντρουέ, πληγώνοντάς τον θανάσιμα με ένα μαχαίρι. Μόλις οι υπόλοιποι Γάλλοι επιχείρησαν να εκδικηθούν το σύντροφό τους, το σικελικό πλήθος κινήθηκε εναντίον τους, σκοτώνοντάς τους όλους. Εκείνη τη στιγμή στην πόλη άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες, σημαίνοντας τον Εσπερινό της Μ. Δευτέρας. Ας αφήσουμε τον Ράνσιμαν να αποδώσει την ατμόσφαιρα του βραδιού εκείνου.


Το Ξεκίνημα του Σικελικού Εσπερινού. Πίνακας του Giulio Piatti (1816-1872)

Στον ήχο της καμπάνας αγγελιοφόροι διέτρεξαν την πόλη καλώντας τους άντρες του Παλέρμου να ξεσηκωθούν ενάντια στον καταπιεστή. Ευθύς οι δρόμοι γέμισαν με οργισμένους κατοίκους, που κραύγαζαν«Moranu li Francisi» (που στα σικελικά σημαίνει «Θάνατος στους Φράγκους»). Κάθε παρευρισκόμενος Γάλλος χτυπήθηκε. Ξεχύθηκαν στα πανδοχεία όπου σύχναζαν Γάλλοι και στα σπίτια όπου κατοικούσαν, χωρίς να ξεχωρίζουν άντρες, γυναίκες ή παιδιά. Σικελές κοπέλες που είχαν νυμφευθεί Γάλλους πέθαναν μαζί με τους συζύγους τους. Οι διαδηλωτές διέρρηξαν τα μοναστήρια των Δομινικανών και των Φραγκισκανών· και όλες οι ξένες μοναχές σύρθηκαν έξω και τις διέταξαν να προφέρουν τη λέξη «ciciri», φθόγγους που οι Γαλλόφωνοι αδυνατούν να προφέρουν. Όσες αποτύγχαναν σε αυτό το τεστ, σκοτώνονταν... Μέχρι το επόμενο πρωί σχεδόν δύο χιλιάδες Γάλλοι -άνδρες και γυναίκες- κείτονταν νεκροί· και οι στασιαστές είχαν τον απόλυτο έλεγχο της πόλης.

Άμεσα επακόλουθα
Αφού εξελέγησαν ηγέτες της επανάστασης, εστάλησαν αγγελιοφόροι κατά μήκος και πλάτος της νήσου για να καλέσουν τους στασιαστές σε άμεση δράση, προτού ο καταπιεστής οργανώσει επαρκή αντίσταση. Πήρε σχεδόν ένα δεκαπενθήμερο οι επαναστάτες να αποκτήσουν τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της Σικελίας, ενώ συνολικά χρειάστηκαν έξι εβδομάδες ώστε να ελέγχεται πλήρως το νησί. Αξιομνημόνευτη η εξαίρεση της Μεσσήνης, δεδομένης της καλής της οχύρωσης και του ότι η δεσπόζουσα οικογένεια, οι Ρίζο, παρέμεινε πιστή στον Κάρολο. Όμως στις 28 Απριλίου κι αυτή είχε υποκύψει σε ανοιχτή εξέγερση, την ώρα που η πρώτη ενέργεια των νησιωτών ήταν να κάψουν το στόλο του Καρόλου που βρισκόταν στο λιμάνι.

Σε συνάρτηση με την ακεραιότητα του Βυζαντίου
Η επανάσταση αυτή ήταν αποφασιστικής σημασίας για το Βυζάντιο, που διήνυε κρίσιμη περίοδο μετά την πρόσφατη ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261). Πλέον ο θανάσιμος δυτικός κίνδυνος από τους Ανδεγαυούς του Καρόλου εξανεμίστηκε.

Ο Κάρολος σχεδίαζε την εκ νέου κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης με θρησκευτικές προφάσεις, διότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η συνομολογημένη ένωση των Εκκλησιών από τη σύνοδο της Λυόν (1274), διαπραγμάτευση του Μιχαήλ που συνάντησε σφοδρότατες αντιδράσεις στον ορθόδοξο πληθυσμό. Με τη Σικελική όμως επανάσταση το βασίλειο του Καρόλου αποδυναμώθηκε, μετά μάλιστα και το θάνατο του τελευταίου (1284).

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Το αληθινό Βυζάντιο – Η αρχοντική και βασιλική Πολιτεία


Φώτη Κόντογλου
Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Πα-ραμυθένιος κόσμος![…]
Στὰ χρόνια τῶν Βυζαντινῶν «ἡ βασιλεύουσα πόλις» θὰ εἶχε μία ἐξωτικὴ καὶ ἀλλόκοτη μεγαλοπρέπεια. Χίλιοι κουμπέδες (τροῦλλοι) καταχρυσοὶ λαμποκοπούσανε μέσα στὴ βλογημένη αὐτὴ ἀφεντοπολιτεία. Στὴ μέση στεκότανε, σὰν ἥλιος, ἡ Ἁγιὰ Σοφιά, καὶ γύρω της ἤτανε σκορπισμένες οἱ ἄλλες ἐκκλησιὲς μὲ τοὺς χρυσοὺς κουμπέδες, σφαῖρες οὐράνιες, ποὺ λὲς καὶ γυρίζανε γύρω στὸν ἥλιο[…]. Τὸ Σαββα-τόβραδο, κατὰ τὸ δειλινό, ἡ ἀτμόσφαιρα γέμιζε ἀπὸ τὴ γλυκειὰ βουὴ ποὺ κάνανε χιλιάδες καμπάνες καὶ ποὺ ἀνέβαινε σὰν ψαλμωδία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πολιτεία, ἀπὸ τὴ Νέα Σιὼν, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Πανηγυρικὴ μεγαλοπρέπεια! Μόνο τὸ Βυζάντιο κατέβασε στὴ γῆ τὴν οὐράνια ἁρμονία.
Γιὰ τοὺς Βυζαντινούς, ἡ πατρίδα τους ἤτανε ἡ Κιβωτὸς τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, καὶ εἴχανε πόθο νὰ τραβήξουνε μέσα σ’ αὐτὴ ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς, καὶ νὰ τὰ σώσουνε φωτισμένα ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Εὐαγγελίου[…]. Στὸ Βυζάντιο ἡ θρησκεία βασίλευε ἀπάνω σὲ ὅλα. Μὲ ὅλη τὴ ζωηρὴ δραστηριότητα ποὺ εἴχανε οἱ Βυζαντινοὶ στὰ ἐγκόσμια, ἡ σκέψη τους καὶ ἡ καρδιά τους ἤτανε πάντα γυρισμέ-νη στὴν ἄλλη ζωή, στὴν αἰώνια ζωή[…].
Ἀπάνω στὸ Βυζάντιο ἤτανε γραμμένος ὁ λόγος τοῦ Παύλου: «ὁ καυχώμενος, ἐν Κυρίῳ καυχάσθω». Ὅλες οἱ καρδιές, ἀπὸ τὸν βασιλιὰ ὣς τὸν πιὸ φτωχὸ καντηλα-νάφτη ἢ βαρκάρη, ἢ στρατιώτη ἢ ξωχάρη, αὐτὰ τὰ λόγια εἴχανε μέσα. Ἡ προσευχὴ ἤτανε ἡ ζωή τους. Καὶ ἡ τυπικὴ ἀκόμα εὐσέβεια σὲ κάποιους αὐτοκράτορες ἢ ἄρχοντες, δείχνει πὼς ὑποταζόντανε στὸν πνευματικὸ νόμο τῆς θρησκείας κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἤτανε σὲ θέση νὰ τὸν νοιώσουνε καὶ νὰ εὐφρανθοῦνε ἀπὸ τὴ γλυκύτητα «τοῦ ζῶντος ὕδατος τοῦ ἀλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν μπορούσανε νὰ νικήσουνε τὴ φυσικὴ κακία τους, ἤτανε εὐλαβεῖς, ἕνα πρᾶγμα παράδοξο.
Ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἔκανε κάθε μέρα τὴν προσευχή του, καὶ στὸν πόλε-μο φοροῦσε ἀπὸ μέσα, κάτω ἀπὸ τὸν θώ-ρακά του ἕνα παλιοράσο τοῦ θείου του ἀσκητῆ Γεωργίου τοῦ ἐν τῷ Μαλεῷ ποὺ εἶχε ἁγιάσει, γιὰ νὰ τὸν φυλάγει. Ὁ Ἀλέξιος Κομνηνὸς ὅποτε ἤτανε νὰ πάγει σὲ καμμιὰ ἐκστρατεία, ἔβαζε τὰ πολεμικὰ σχέδιά του κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, κι ὅλη τὴ νύχτα προσευχότανε γονα-τιστὸς ἀπάνω στὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱε-ροῦ, καὶ τὸ πρωὶ ἔπαιρνε τὸ σχέδιο ποὺ ἔβγαινε κάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα τῆς ἁγί-ας Τράπεζας, γιατί πίστευε πὼς τοῦ τὸ ἔδινε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Ὁ Ἰωάννης Τσιμισκὴς γονάτιζε σὰν παιδὶ μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγίας Σοφίας παρακαλῶντας μὲ δάκρυα νὰ τοῦ δώσει ὁ Θεὸς ἕναν ἄγγελο φύλακα ποὺ νὰ τὸν φωτίζει κατὰ τὸν πόλεμο.
BYZANTIO
Ὅσο σφίγγεται τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κι ὅσο ἡ ψυχὴ ὑποφέρνει καὶ πονᾶ, τόσο γυρίζει τὰ μάτια του κατὰ τὸν οὐρανό. Ὁ βασιλιᾶς Θεόδωρος Δοῦκας ὁ Λάσκαρις συνέθεσε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸ Κανόνα στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ συντριβή, ταπεί-νωση καὶ πίστη. Ὁ Λέων ὁ Σοφὸς ἐποίησε τὰ ἐξαίσια Ἑωθινὰ ποὺ τὰ ψέλνουνε στὸν ὄρθρο κάθε Κυριακὴ καὶ ὁ γιός του Κωνσταντῖνος φιλοτέχνησε τὰ Ἐξαποστειλάρια. Κι ἄλλοι πολλοὶ βασιλιάδες ψέλνανε ἢ ὑμνογραφούσανε. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὁμιλίες ποὺ κάνανε στοὺς στρατιῶτες καὶ στὸν λαό, εἴχανε κι ἐκεῖνες ὕφος θρησκευτικὸ κι ἤτανε γεμάτες εὐλάβεια καὶ πίστη. Ὁ πικραμένος λόγος ποὺ ἔβγαλε ὁ τελευταῖος βασιλιᾶς τοῦ Βυζαντίου, Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ἤτανε σὰν νεκρώσιμο τροπάρι.
Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ προεικόνιση ἀπά-νω στὴ γῆ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅσο ἤτανε δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια μέσα στὸν κόσμο τῆς φθορᾶς.
Μυστικὰ Ἄνθη, Ἐκδόσεις Ἀδερφῶν Παπαδημητρίου, σ.93-98
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ε.ΡΩ. ΤΕΥΧΟΣ 14

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Αναζητώντας τη Βασιλεύουσα: Η ιστορία της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως


agia-sofia-Kwnpolh 

της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη*
 
Το ιερό τέμενος της  χριστιανοσύνης,  η  ιστορία και ο βίος του οποίου είχε πεπρωμένο να συνδεθεί με την ιστορία και το βίο ολόκληρου του Ελληνικού έθνους, αλλά και ένα εκ των σημαντικότερων μνημείων της χριστιανικής τέχνης βρίσκεται επί της Νοτιοδυτικής κλιτύος του πρώτου λόφου της Κωνσταντινουπόλεως και μαζί με το Ιερό Παλάτιο και τον Ιππόδρομο αποτελούσε ενιαίο κεντρικό οικοδομικό συγκρότημα της Πόλης.
Σύμφωνα προς την παράδοση, την οποία διασώζουν οι Βυζαντινοί χρονογράφοι, ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας κτίσθηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού εγκατέστησε την πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους, το 331 μ.Χ., στο Βυζάντιο, την κόσμησε με πολλά ιδρύματα όμοια προς αυτά της Ρώμης. Από αυτά τα σημαντικότερα ήταν το  Ιερό Παλάτιο και ο Ιππόδρομος. Εκτός όμως του Ιερού Παλατίου και του Ιπποδρόμου, ο Κωνσταντίνος ανήγειρε και δεκατέσσερις εκκλησίες, μεταξύ των οποίων την πρώτιστη και καλλίστη αφιέρωσε στην Υπέρτατη του Θεού Σοφία. Ο διάδοχος και γιός του Κωνσταντίνου Κωνστάντιος την ανοικοδόμησε  και την κατέστησε πιο ευρύχωρη και πιο μεγαλοπρεπή, αφιερώνοντας σε αυτό το ναό πολλά αναθήματα, κειμήλια χρυσά και αργυρά. Ο ναός αυτός κατά τους αρχαιολόγους ήταν σχήματος βασιλικής ξυλόστεγης και τα εγκαίνιά του έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου του 360.
Ο ναός αυτός ονομαζόταν και Μεγάλη Εκκλησία, αλλά χρησιμοποιούνταν και το όνομα Σοφία, το οποίο και επικράτησε αργότερα. Την ονομασία Αγία Σοφία θα πρέπει να την αναζητήσουμε στο γεγονός ότι όσο χρόνο ετίθετο ο θεμέλιος λίθος, η στη Νίκαια της Βιθυνίας συνελθούσα Α΄ Οικουμενική Σύνοδος είχε ήδη αποκηρύξει τον αρχηγό αίρεσης Άρειο (325) και είχε ανακηρύξει τον Χριστό ως τον αληθινό Λόγο και την Σοφία του Θεού. Και ο ναός τιμήθηκε ως ναός της του Θεού Σοφίας, αλλά παράλληλα διατηρήθηκε και το όνομα Μεγάλη Εκκλησία. Το όνομα όμως αυτό δεν χαρακτήριζε μόνο το μέγεθος του ναού. Επί αιώνες, η Μεγάλη Εκκλησία σήμαινε το κέντρο της Ορθοδοξίας, αλλά και αυτήν ακόμη την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο πρώτος αυτός ναός της του Θεού Σοφίας διατηρήθηκε μέχρι τον Αυτοκράτορα Αρκάδιο (383-408).
Από της ιδρύσεως του ο ναός της Αγίας Σοφίας διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο σε όλα τα εκκλησιαστικά και πολιτικά γεγονότα, κατά τον υπερχιλιετή βίο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στον ναό της Αγίας Σοφίας θριάμβευσε ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, κατά της αίρεσης των αρειανών. Εκεί διαβάστηκαν τα πρακτικά της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το 381 μ.Χ.  Και  σε αυτή την πρώτη εκκλησία της  Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε η ορθόδοξη πίστη. Στην Αγία Σοφία αντήχησε η φωνή του Χρυσοστόμου, εκεί κατέφυγε υπό την Αγία Τράπεζα ο Ευτρόπιος, αφού σώθηκε από την ευγλωττία του μεγάλου αυτού εκκλησιαστικού ρήτορα και οικουμενικού διδασκάλου.
Ο Χρυσόστομος διακρίθηκε για τη δύναμη του λόγου του και για την προς αυτόν αγάπη του λαού. Ήταν αυστηρός και ασκητικός, ήλεγχε την επικρατούσα κοινωνική ανισότητα, τις αδικίες που γίνονταν από άρχοντες και αρχιερείς, προπάντων όμως μαστίγωνε την τρυφή της Αυλής και την διαφθορά των πλουσίων. Στον αγώνα αυτό κατά της εκκλησιαστικής και πολιτικής αρχής, η κυβέρνηση αντέταξε τον φιλόδοξο και χωρίς αρχές πάπα Αλεξανδρείας Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος παίρνοντας ως συμμάχους και άλλους αρχιερείς, κατόρθωσε με πολλές μηχανορραφίες να καθαιρεθεί ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομος. Αυτομάτως όμως  εκδηλώθηκε  η αγανάκτηση του λαού για την ενέργεια αυτή και η κυβέρνηση αναγκάστηκε τον μεν Θεόφιλο να αποστείλει πάλι στην Αλεξάνδρεια, να επαναφέρει δε στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τον Χρυσόστομο. Επανερχόμενος ο Χρυσόστομος, χρησιμοποίησε αυστηρότερη γλώσσα, επιτιμώντας φανερά και σφοδρά την πολυτέλεια αυτής της ίδιας της αυτοκράτειρας Ευδοξίας. Τότε έγινε (404) Σύνοδος στο Δρυ, προάστιο της Κωνσταντινούπολης, η οποία επισφράγισε και κατέστησε αμετάκλητη την καθαίρεση του Χρυσοστόμου. Μολονότι δε και η κυβέρνηση του Δυτικού κράτους και ο πάπας Ιννοκέντιος Α΄ δραστήρια επενέβησαν υπέρ αυτού, ο Χρυσόστομος εξορίσθηκε στην Κουκουσό, κοντά στις πηγές του Πυράμου. Μετά την εξορία του Χρυσόστομου, ο λαός της Κωνσταντινούπολης εξεγέρθηκε εναντίον του αυτοκράτορα Αρκαδίου, γιατί κυριολεκτικά λάτρευε τον πατριάρχη του, και στις 20 Ιουνίου του 404 πυρπόλησε τον ναό της Αγίας Σοφίας.
Επί αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β΄ (401-450), ο ναός ξανακτίστηκε και στις 8 Οκτωβρίου του 475 έγιναν τα εγκαίνιά του. Και ο ναός αυτός ήταν σχήματος βασιλικής, αλλά πεντάκλιτης. Στο ναό αυτό διεξήχθη η πολύκροτη συζήτηση κατά της αίρεσης του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου απ’ τη Συρία, ο οποίος διαχώριζε την ανθρώπινη από τη θεία φύση του Χριστού και καταπολεμούσε την ειδωλολατρική, γι’ αυτόν, έκφραση  «Θεοτόκος», εφόσον δεν δεχόταν ότι ο Χριστός ήταν ομοούσιος προς τον πατέρα. Απ’ τον άμβωνα του ναού της Αγίας Σοφίας προκηρύχθηκε από τον πατριάρχη Ακάκιο το «Ενωτικόν», έγγραφο που επικυρώθηκε το 482 από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, το οποίο αποκατέστησε επί δύο γενιές την εκκλησιαστική ειρήνη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο δημιουργός της εκκλησιαστικής ειρήνης Ακάκιος αναγνωρίσθηκε ως ο ανώτατος Ιεράρχης της συνενωμένης Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Κωνσταντινουπόλεως, παίρνοντας πρώτα τον τίτλο του οικουμενικού πατριάρχη. Εξαιτίας όμως του Ενωτικού επήλθε διάσταση μεταξύ Ρώμης και Ανατολικής Εκκλησίας, του πάπα που αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη από τον επίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως και βέβαια του Πατριάρχη.
Η αγία Σοφία του Ιουστινιανού: Βρισκόμαστε στο πέμπτο έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού, το 532. Τότε εξερράγη η τρομερή Στάση του Νίκα και στις 13 Ιανουαρίου του 532 ο ναός της αγίας Σοφίας πυρπολήθηκε μαζί με μεγάλο μέρος της Κωνσταντινούπολης. Αμέσως μετά την αιματηρή καταστολή της Στάσης ο Ιουστινιανός αρχίζει την ανοικοδόμηση του ναού επί εντελώς νέου σχεδίου. Η ανοικοδόμηση ανατέθηκε σε δύο κορυφαίους αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις της Λυδίας και τον Ισίδωρο από την Μίλητο. Επειδή δε βάσει των σχεδίων η ανοικοδόμηση του νέου ναού θα απαιτούσε χώρο περισσότερο από εκείνο τον οποίο κατελάμβανε ο προηγούμενος ναός, ο Ιουστινιανός αγωνίσθηκε για την εξασφάλιση αυτού του χώρου. Οι  βυζαντινοί χρονογράφοι αναφερόμενοι σε παραδόσεις, διασώζουν πλήθος σχετικών επεισοδίων μεταξύ των οποίων τα εξής: ο αυτοκράτωρ έφτασε στο σημείο να προσφύγει σε κάποια χήρα, ονόματι  Άννα, η οποία δεν δεχόταν να παραχωρήσει το οίκημά της, εκτός αν της κατέβαλαν 500 λίτρες  χρυσού, μολονότι ολόκληρη η περιουσία της είχε εκτιμηθεί σε 85 λίτρες  χρυσού: «Η δε θεασαμένη τον βασιλέα -αναφέρει ο χρονογράφος- προσέπεσε στα πόδια αυτού, δεομένη και λέγουσα, ότι τιμή μεν ουκ οφείλω λαβείν εις τα οικήματα, τον δε ναόν, αν βούλει κτίσαι, αιτούμαί σε ίνα έχω καγώ εν ημέρα κρίσεως μισθόν και τάφω εις τα οικήματά μου πλησίον». Ένας οστιάριος (θυρωρός) ήταν μανιώδης «ιπποδρομιάκιας», όπως χαρακτηρίζει σήμερα ο λαός τους μανιώδεις «φιλίππους». Ο βυζαντινός χρονογράφος τον χαρακτηρίζει «σφόδρα φιλιππόδρομον». Αυτός, λοιπόν, δυστροπούσε και αρνούνταν  να παραχωρήσει την οικία του αντί 38 λίτρων χρυσού. Για να εξαναγκασθεί να την παραχωρήσει τον έκλεισαν στην φυλακή τις παραμονές των ιπποδρομιών. Το πάθος του όμως ήταν τόσο, ώστε για να απελευθερωθεί και να του επιτραπεί να προσέλθει στον Ιππόδρομο, παραχώρησε πρόθυμα την οικία του αντί της προτεινόμενης τιμής. Ενός άλλου, πωλητή χηνών στο επάγγελμα, αγοράσθηκε η οικία, ενώ ένας βασιλισκάριος (πιθανώς ράφτης ηγεμονικών ενδυμάτων), ονόματι Ξενοφώντας, δέχτηκε να κατεδαφίσουν το εργαστήριό του για χάρη του ναού υπό τον όρο όμως να τον προσκυνήσουν οι ηνίοχοι του Ιπποδρόμου! Πάρα πολλοί άλλοι, ιδιοκτήτες των πλησίον του παλιού ναού εργαστηρίων ή οικημάτων, τα παραχώρησαν, είτε με τη θέληση τους είτε χωρίς τη θέλησή τους και έτσι βρέθηκε ο ευρύς χώρος, στον οποίο ανεγέρθη το μεγαλοπρεπέστατο οικοδόμημα της χριστιανοσύνης. Πράγματι, η αγία Σοφία είναι κτισμένη επί 7.570 τ. μέτρων.
Ο θεμέλιος λίθος του νέου ναού τέθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 532. Μόλις είχαν παρέλθει σαράντα ημέρες από την καταστροφή του ναού. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Ήταν το χρονικό αυτό διάστημα ικανό για να εκπονήσουν οι δύο αρχιτέκτονες τα σχέδιά τους; Μάλλον ο Ιουστινιανός, έχοντας την πρόθεση να ανοικοδομήσει ναό μεγαλοπρεπέστερο του ήδη υπάρχοντος, είχε αναθέσει από πολύ παλιότερα την εκπόνηση των σχεδίων στους δύο αρχιτέκτονες. Η καταστροφή  του ναού από την στάση του Νίκα επιτάχυνε απλώς την ανέγερση. Όταν ανοίχθηκαν το θεμέλια του ναού, ο τότε πατριάρχης Ευτύχιος επικαλέσθηκε τις ευλογίες του Θεού για το έργο το οποίο έμελλε να συντελεστεί. Ο δε αυτοκράτορας με το μυστρί στα χέρια έριξε το πρώτο «κουρασάνι» στα θεμέλια. Το «κουρασάνι»  ήταν κατασκευασμένο από θερμό νερό, στο οποίο είχε βράσει άφθονο κριθάρι μέχρι χυλώσεως, ασβέστη, σκόνη οστράκων και φλοιοί πτελέας, το οποίο είχε την ιδιότητα να συμπυκνώνεται και να αποκτά την στερεότητα του σιδήρου. Το ίδιο μείγμα μεταχειρίζονταν και στα τείχη. Επί βάσεως δε επτά περίπου μέτρων από αυτό το μείγμα ανεγέρθηκαν τα πρώτα θεμέλια. Δέκα χιλιάδες εργάτες και τεχνίτες, μεταφερόμενοι από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας, απασχολήθηκαν στην ανέγερση του ναού. Τους επόπτευαν εκατό πρωτομάστορες. Δαπανήθηκαν, όπως αναφέρει ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, «κατά τους λιγότερο απίθανους υπολογισμούς, 3.000 κεντηνάρια χρυσού, ή 324.000.000 δραχμών». Σε σημερινό νόμισμα, η δαπάνη υπολογίζεται στις 3.600.000 λίρες στερλίνες. Ζητήθηκε και χρησιμοποιήθηκαν από όλο το κράτος τα λαμπρότερα των μαρμάρων. Μεταξύ  αυτών χρησιμοποιήθηκαν και πολλά έργα τέχνης εκ των σωζομένων στα διάφορα ιερά της αρχαιότητας. Μάλιστα, διακρίνει κανείς ακόμη και σήμερα στους κίονες γύρω από τον μεγάλο θόλο τα λείψανα του ναού της Ηλιουπόλεως, του ναού της Αρτέμιδος της Εφέσου και πολλών άλλων ιερών της κλασσικής αρχαιότητας. Όλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να κοσμήσουν τον Μέγα Ναό της νέας θρησκείας.
Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537. Είχαν περάσει πέντε χρόνια, έντεκα μήνες και 14 ημέρες από την ημέρα της πυρπολήσεως του ναού της του Θεού Σοφίας. Μετά απ’ αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα, ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως παρίστατο στα εγκαίνια του μεγαλοπρεπέστερου ναού που είδε ποτέ η χριστιανοσύνη. Ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ξεκίνησε απ’ τα ανάκτορα, επιβαίνοντας σε τέθριππο άμαξα. Τον συνόδευε ο πατριάρχης Ευτύχιος. Πλήθος λαού ήταν μαζεμένο εκατέρωθεν των δρόμων. Ο πατριάρχης με τον αυτοκράτορα πορεύονταν στο ναό της Αγίας Αναστασίας. Από εκεί, αφού ψάλθηκε η λιτή (λιτανεία), ο Ιουστινιανός πεζός και ο πατριάρχης σε άρμα και πλήθος άπειρο, ξεκίνησαν και έφθασαν στην κεντρική πλατεία της Κωνσταντινουπόλεως, το Αυγουσταίο. Ο πατριάρχης κατεβαίνει από το άρμα. Ο Ιουστινιανός στέκεται δίπλα του και με τον σταυρό επικεφαλής προχωρούν προς το ναό. Τότε για πρώτη φορά ανοίχθηκαν οι πύλες, απαστράπτουσες από τη λαμπρότητα. Ο Ιουστινιανός προχώρησε μόνος μέχρι τον άμβωνα και, καταθαμπωμένος από την αίγλη και τη λαμπρότητα  η οποία τον περιέβαλε, καταλήφθηκε από ενθουσιασμό και φώναξε:
«Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι! Νενικηκά σε, Σολομών». Μετά τα εγκαίνια ο Μάγιστρος Στρατηγός διασκόρπισε στο έδαφος τρία κεντηνάρια χρυσού, τα οποία ο λαός έσπευσε να συνάξει. Εντωμεταξύ είχε προηγηθεί στον Ιππόδρομο σφαγή 1.000 βοδιών, 10.000 προβάτων, 600 ελαφιών, 1.000 χοίρων και 10.000 ορνίθων. Όλα αυτά μαζί με 30.000 μέτρα σίτου μοιράστηκαν στον λαό. Η πανήγυρη των εγκαινίων είχε διάρκεια 14 ημέρες.
Είκοσι χρόνια μετά τα εγκαίνια της Αγίας Σοφίας και συγκεκριμένα την 7η Μαΐου 558, φοβερός σεισμός επέφερε βλάβες στον ναό. Ο κεντρικός τρούλος και το ανατολικό ημιθόλιο υπέστησαν ρήγματα και έπεσαν. Από την πτώση συντρίφτηκαν το Κιβώριο (μικρό κιβώτιο με  άγια λείψανα), η Αγία Τράπεζα και ο Άμβωνας. Ευθύς αμέσως ο Ιουστινιανός ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ισίδωρο τον νεώτερο την επισκευή των ζημιών.  Μετά την επισκευή του ναού τελέστηκαν και δεύτερα εγκαίνια, την 24η Δεκεμβρίου του 563. Παρίστατο ο Ιουστινιανός, ο τότε πατριάρχης Μηνάς (κατ’ άλλους ο ίδιος ο πατριάρχης των πρώτων εγκαινίων Ευτύχιος) και πλήθος λαού, ψάλλοντας το «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης…».
Κατά καιρούς έγιναν κι άλλες επισκευές και μετασκευές του ναού. Ο ναός της  Αγίας Σοφίας, από της ιδρύσεώς του από τον Ιουστινιανό μέχρι σήμερα (2015) αριθμεί ηλικία 1478 ετών. Από τότε επισκευάσθηκε εξαιτίας καταστροφών από σεισμούς, ως επί το πλείστον, ή μετασκευάσθηκε αναλόγως των κυριάρχων του (Λατίνων, Μωαμεθανών) δώδεκα φορές περίπου. Το 558 υπό του Ισιδώρου του νεώτερου, το 867, το 975, το 987, το 1204 (μετασκευασθείς τότε σε καθολικό ναό από τους Λατίνους), το 1347 οπότε σεισμός επέφερε στο κτίριο νέες καταστροφές. Οι καταστροφές αυτές επισκευάσθηκαν επί Ιωάννη Καντακουζηνού και Ιωάννη Παλαιολόγου, και την επισκευή επέβλεψαν οι αρχιτέκτονες Αστράς, Φακιολάτος, και Κιπεράλτα. Το 1371, οπότε κατέπεσε από την κορυφή του θόλου ο σταυρός, το 1453 (μετασκευασθείς σε μωαμεθανικό τζαμί) και το 1545. Επί της βασιλείας του σουλτάνου Σελήμ Β΄ (1566-1574) επισκευάσθηκε ολόκληρος. Είχε προηγηθεί η ναυμαχία της Ναυπάκτου (7 Οκτωβρίου 1571) μεταξύ αφ’ ενός των ενωμένων στόλων της Ισπανίας, της Βενετίας, της Γένουας, της Νεαπόλεως και Σικελίας και αφ’ ετέρου της Τουρκίας. Ο τουρκικός στόλος νικήθηκε και αυτό στοίχισε πολλά στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος Σελήμ Β΄, κυριευθείς τότε από ευλάβεια, επισκεύασε, κατά τον χρονογράφο Καντεμίρ, προς παρηγοριά της θλίψης του, τον ναό της Αγίας Σοφίας. Τότε κτίσθηκε και δεύτερος μιναρές δίπλα στον μιναρέ τον οποίο είχε αναγείρει ο Μωάμεθ.
Κατά τις επισκευές της εποχής αυτής φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν από τον ναό οι τέσσερις μαρμάρινες πλάκες, που περιείχαν την «προκήρυξη». Η προκήρυξη  είχε δοθεί στην Εκκλησία από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό (1122-1180). Με αυτή επικύρωνε τα πεπραγμένα της Συνόδου, η οποία είχε συγκροτηθεί από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη, για να λύσει το πολυθρύλητο ζήτημα του «Ο Πατήρ μείζων μου εστί». Τις πλάκες αυτές τις είχαν στήσει στο αριστερό και ενδότατο μέρος του ναού, πλαισιωμένες με λεπτούς πορφυρούς κίονες. Όπως αναφέρεται: «Ήσαν δε εκάστη το μέν μήκος οργυιαί τρείς, το δε πλάτος οργυιαί ελάσσονες, απετελείτο δε εκ των 4 τετράγωνον ίσον ισάκις». Άξια μνημονεύσεως είναι η επιγραφή της προκηρύξεως αυτής, όταν θυμηθεί κανείς σε ποια εποχή ο αυτοκράτωρ αυτός τιτλοφορούνταν: «Μανουήλ εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς, Πορφυρογέννητος, Ρωμαίων Αυτοκράτωρ, ευσεβέστατος, αεισέβαστος, Ισαυρικός, Κιλικικός, Αρμενικός, Δαλματικός, Ουγγρικός, Βοσνικός, Χωρβατικός, Λαζικός, Ιβηρικός, Σερβικός, Ζηκχικός, Χατζαρικός, Βουλγαρικός, Γοτθικός, θεοκυβέρνητος, Κληρονόμος Στέμματος του Μ. Κωνσταντίνου και ψυχή νεμόμενος πάντα τα τούτου δίκαια». Ο σουλτάνος απαίτησε από τον πατριάρχη να σταλούν σοφοί, για να του ερμηνεύσουν στα τουρκικά την επιγραφή. Πράγματι του την ερμήνευσαν και τότε, κατά προτροπή του μουφτή, διέταξε να αποξέσουν τα γράμματα και να συντριβούν οι τρεις πλάκες. Την τέταρτη, με τους τίτλους, τοποθέτησε στον τάφο του πατέρα του.
Ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄, γιός του προαναφερθέντος σουλτάνου, αποτελείωσε την επισκευή του ναού, ο οποίος είχε ραγίσει από τον σεισμό. Επιπλέον διακόσμησε τον ναό εξωτερικά και εσωτερικά και τον επαύξησε με νέες οικοδομές. Αλλά  με την πάροδο των ετών ο ναός της Αγίας Σοφίας είχε υποστεί πολλές φθορές και αν δεν λαμβάνονταν πρόνοια γενικής επισκευής του, υπήρχε η πιθανότητα να καταπέσει ίσως ολόκληρο το κτίριο. Τότε επενέβη ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ και πρόλαβε την καταστροφή. Επί δύο έτη ο ναός επισκευάζονταν και ξοδεύτηκαν υπέρογκα ποσά. Την 1η Ιουλίου 1849, ημέρα Παρασκευή, ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ προσήλθε, για να προσευχηθεί στην Αγία Σοφία. Τότε τελέσθηκαν κατά κάποιο τρόπο, τα εγκαίνια του επισκευασθέντος ναού. Μετά την προσευχή ο σουλτάνος φιλοδώρησε μεγαλοπρεπώς τους Ελβετούς αρχιτέκτονες αδελφούς Φοσσάτι, οι οποίοι επέβλεψαν την γενική επισκευή του ναού. Δώρα επίσης μεγάλα δόθηκαν από τον σουλτάνο στους ζωγράφους και λοιπούς τεχνίτες και εργάτες, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην επισκευή. Τότε επίσης κόπηκε νόμισμα, για να θυμίζει την γενική επισκευή της Αγίας Σοφίας. Το νόμισμα αυτό έφερε επί της μίας πλευράς την εικόνα του ναού και επί της άλλης το μονόγραμμα του σουλτάνου  Αβδούλ Μετζήτ. Το 1852, οι αδελφοί Φοσσάτι δημοσίευσαν συμπεράσματα από την εργασία τους, καθώς και πλήθος σχεδίων του ναού της Αγίας Σοφίας.
Από το 1934, η Αγία Σοφία έχει μετατραπεί σε Μουσείο από την τουρκική δημοκρατία του Κεμάλ Ατατούρκ. Βέβαια, ήδη το 1930, το Βυζαντινό Ινστιτούτο της Αμερικής Dumbarton Oaks ανέλαβε εργασία για την αποκατάσταση του μνημείου και ιδίως της διακοσμήσεως και των θαυμάσιων  ψηφιδωτών του. Χάρη σε αυτές τις εργασίες αποκαλύφθηκε σημαντικό αριθμός ψηφιδωτών παραστάσεων.
 
Δακτυλογράφηση κειμένου: Βάσω Κ. Ηλιάδη
* Η Αμαλία Κ. Ηλιάδη είναι φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

«Αιρετικός» (πλην «επίκαιρος») φωτισμός του Διαφωτισμού

 
diafotismos 

Α’
Φυσικά και δεν υπάρχει αμφιβολία: Ανάμεσα σε όλους τους πολιτισμούς που παρήγαγε η ανθρώπινη ιστορία, ο ευρωπαϊκός (της μεταρωμαϊκής φραγκοτευτονικής Ευρώπης εννοείται) υπήρξε και μοναδικός κατά το ότι είχε εντυπωσιακά ραγδαία ανέλιξη. Τα βαρβαρικά φύλα που σε αλλεπάλληλα κύματα είχαν εισβάλει στη δυτική Ευρώπη, και εκχριστιανιζόμενα έκαναν τα πρώτα αδέξια βήματά-τους στον πολιτισμό, έμελλε να εκπλήξουν την ιστορία: Με μια «ραγδαία» διαδικασία γένεσης και ακμής, μόλις τεσσάρων στην ουσία αιώνων, ανέπτυξαν, ό,τι σήμερα είναι γνωστός ως (νεωτερικός) υπέρλαμπρος ευρωπαϊκός πολιτισμός. Ραγδαία μεν διαδικασία, που όμως ερμηνεύει και τα τραγικά αδιέξοδα στα οποία οδηγήθηκε, για πρώτη δε φορά οδήγησε μαζί-του και ολόκληρη την οικουμένη.
Όλα άρχισαν με τον Καρλομάγνο. Η εκπληκτική πολιτική ιδιοφυΐα του οποίου διέβλεψε, ότι για να μπορέσει να δημιουργήσει στη Δύση μιαν άλλη Αυτοκρατορία, ως αντίποδα της Κωνσταντινούπολης, όφειλε να φτιάξει και μιαν άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού, ως αντίποδα της ελληνικής Ορθοδοξίας. Και βρήκε άριστη διέξοδο σε ένα Λατίνο θεολόγο του 4ου αιώνα, τον Ιερό Αυγουστίνο. Ο οποίος όμως, μη γνωρίζοντας καθόλου ελληνικά, (γλώσσα δηλ. των Ευαγγελίων) αυτοσχεδιάζοντας προσάρμοσε τη χριστιανική διδασκαλία, στα απλουστευτικά σχήματα της ξηρής νομικής-του σκέψης, δημιουργώντας όμως ένα απόμακρο, ιδίως δικαιοκρίτη Θεό, υποταγμένο κι αυτόν στις απαιτήσεις της αμείλικτης «θειας δικαιοσύνης-του». Έτσι άρχιζε το ευρωπαϊκό δράμα.
Πρώτη πράξη-του ήταν το οριακό έτος 1000, όπου οι ανώριμοι, πρώην βάρβαροι, τώρα Χριστιανοί της Δύσης, τρέκλιζαν συντετριμμένοι, αναμένοντας άπραγοι το επικρεμαμένο «τέλος του κόσμου», που τους ετοίμαζε ο απρόσιτος Θεός-τους γι’ αυτό ειδικά το έτος! Ήταν όμως τέτοια η δύναμη για δημιουργία που γέννησε μέσα-τους η επόμενη του έτους 1000, (που, αφού δεν ήλθε το τέλος, στην ουσία ήταν σαν να τους χαρίστηκε ξανά η ζωή) ώστε εκείνη πάμφτωχη εξουθενωμένη αγροτική Ευρώπη, εξέπληξε γεννώντας τον ιδιοφυή, αριστοτεχνικά εκτοξευόμενο στα ύψη, θαυμαστό γοτθικό ναό. Αλλά το ευρωπαϊκό δράμα δεν παρήλθε, παρά επιπλέον έγινε τώρα και όντως τραγικό. Αφού, και παρότι (το, και εκπληκτικό, πλήθος) οι γοτθικοί ναοί-της βίαια εκτοξεύονταν στα ύψη, πουθενά εκεί δεν συναντούσαν τον Θεό! Εκείνον εννοείται που τους κληροδότησε η θεολογία του Αυγουστίνου.
Ως «αντίδραση» ήλθε η θεολογία του Θωμά του Ακινάτη (13ος αιώνας). Αυτός «ανακάλυψε» ξαφνικά, από αραβικές μεταφράσεις όμως, τον Αριστοτέλη! Φυσικά λοιπόν, όχι μόνο ουδέν από τον Σταγειρίτη φιλόσοφο κατανόησε, αλλά με τα νοησιαρχικά-του μηχανεύματα, ανέστρεψε όλο νόημα της φιλοσοφίας-του. Με την καλούμενη δε «τεχνολογία της αλήθειας» που εισήγαγε αυτός και η «σχολή-του», θεμελίωσε όχι μόνο ως θεωρία και πρακτική τον ολοκληρωτισμό, αλλά και ποδηγέτησε την Ευρώπη στην άκρατη χρησιμοθηρία (πλήρης δηλ. αναστροφή του αριστοτελικού, «ου χρήσεως ένεκα» της γνώσης!), η οποία και δημιούργησε μεν την εκρηκτική-της πολιτισμική ανάπτυξη, αλλά συνάμα και την οικουμενική οδύνη που η χρησιμοθηρία-της προκάλεσε! Έτσι όμως, ο απρόσιτος Θεός του Αυγουστίνου, έγινε τώρα και ολοκληρωτισμός με την Ιερά Εξέταση, το «υπέρλαμπρο» δηλ. προϊόν-της. Το τραγικό στο ευρωπαϊκό δράμα συνεχιζόταν: Η Ευρώπη ήδη πάλευε με τον εαυτό-της κατά στάδια, με κάθε όμως στάδιο να «αναθεματίζει» το προηγηθέν!
Πρώτο στάδιο υπήρξε η Αναγέννηση: Όταν μετά την Άλωση, εκδιωγμένοι οι Έλληνες λόγιοι έφεραν μαζί-τους στην Ευρώπη, και για πρώτη φορά, τον Αριστοτέλη, αλλά και όλη την αρχαία γραμματεία, στα ελληνικά. (Ναι φίλε αναγνώστη: Εκείνοι, οι «θρησκόληπτοι» και «σκοταδιστές» κατά τον μετέπειτα διαλάμψαντα Διαφωτισμό!) Και τότε η Ευρώπη διαπίστωσε την πλάνη που την έτρεφε, και συγχυσμένη επεχείρησε να την εγκαταλείψει, μεταστρεφόμενη προ τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Αλλά επειδή και πάλι όλα έγιναν με εντυπωσιακή ταχύτητα, βία θα έλεγα, χωρίς «εσωτερική» διάσταση, χωρίς δηλ. να της δοθεί αναγκαίος χρόνος ωρίμανσής-της στα «νέα» πολιτισμικά δεδομένα, και πάλι της διέφυγε ό,τι ελληνότροπο έτρεφε, όχι μόνο τον αρχαίο, αλλά και τον μέσο (βυζαντινό) ελληνικό πολιτισμό. Έτσι έμεινε στον τύπο, (με τον ναό του Αγίου Πέτρου της Ρώμης κλασικό παράδειγμα) μακρυά δηλαδή από το πνεύμα που δημιούργησε και αναδημιούργησε το ελληνικό φαινόμενο πολιτισμού. Γι’ αυτό και πρώτο έργο-της, ήταν να καταδικάσει «εις θάνατο» το (ως αισθητική τουλάχιστον έκφραση) μεγάλο γοτθικό παρελθόν-της, από τον οποίο «θάνατο» επανήλθε εκείνη στη ζωή, δηλ. αναγεννήθηκε! Και «Αναγέννηση» ονόμασε το γεγονός… Το τραγικό όμως συνέχισε να ταλανίζει την, ήδη εφορμούσα στη ραγδαία ανάπτυξη, Ευρώπη.
Τραγικό βέβαια που το συνέχισε και το επαύξησε, ό,τι ακολούθησε την Αναγέννηση, που θεωρώντας-την τώρα εκείνη «σκοτάδι», αυτοονομάστηκε «Διαφωτισμός»!
Β’
Πριν απ’ αυτόν όμως, και προτού προλάβει να συμπληρωθεί το πείραμα της Αναγέννησης, νέα τραγική φάση στο ευρωπαϊκό δράμα ενέσκηψε τον 16ο αιώνα: Το κίνημα τώρα της «Μεταρρύθμισης» πρώτα, και της «Αντιμεταρρύθμισης» που την ακολούθησε μετά. Φάση που στην ευρωπαϊκή ιστορία αποκαλείται εποχή των «θρησκευτικών πολέμων», έκφραση όμως που, ως ερμηνεία του φαινομένου εκείνου, δεν είναι ακριβής.
Στην πραγματικότητα η σύγκρουση των δυο αυτών κινημάτων, ήτανε απλώς συνέχεια της δραματικής αγωνίας, να κατανοήσει η Ευρώπη τη φύση εκείνου του Θεού, που της κληροδότησε η θεολογία του Αυγουστίνου. Διότι το απλουστευτικό μυαλό των φραγκοτευτονικών φύλων που τη συγκρότησαν, το οποίο αναζητούσε τον Θεό σε «έννοιες» ή «ουσίες», ήταν αδύνατο να κατανοήσει αυτό που η ελληνική φιλοσοφία, ως (Ορθόδοξη) Πατερική Θεολογία, το είχε διαγνώσει δεκατρείς σχεδόν αιώνες πριν στην Καππαδοκία, εκείνο δηλ. που κόμισε στον κόσμο ο Χριστός ως ευαγγέλιο: Πως αιτιώδης Αρχή, δεν είναι μια αφοριστικά προκαθορισμένη Ουσία, ή Έννοια, αλλά είναι ένα ελεύθερο από οποιαδήποτε αναγκαιότητα φύσης η ουσίας Πρόσωπο: Ο Θεός! (Άλλωστε το εξηγήσαμε ήδη: Ο Χριστιανισμός που εισήγαγε στην μεταρωμαϊκή Ευρώπη-του ο Καρλομάγνος, στηριζόταν στους νομικούς αυτοσχεδιασμούς του Αυγουστίνου, που θεολογούσε μεν, χωρίς όμως να γνωρίζει την – ελληνική – γλώσσα όπου ήταν γραμμένος ο ευαγγελικός λόγος του Χριστού…) Γι’ αυτό, το μόνο που κατόρθωσαν τα δυο αλληλοκτόνα εκείνα κινήματα (Μεταρρύθμισης και Αντιμεταρρύθμισης) ήταν να γεννήσουν ως ιδεολογίες-τους, τον Προτεσταντικό ηθικισμό το πρώτο1* και τον Καθολικό νομικισμό το δεύτερο.
Αντίδραση σ’ αυτή την αγωνία, βίαιη μάλιστα, ήλθε στον 18ο αιώνα. Και βέβαια εν μέρει δικαίως. Διότι όπως είπε ο Χρήστος Γιανναράς «στον Θεό τής νοησιαρχίας (εννοεί τού Άνσελμου2* και τού Ακινάτη) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, ούτε να τον λατρέψει». Αλλά ο αιώνας εκείνος αντί τη λύση στο ευρωπαϊκό δράμα να την αναζητήσει στο όντως «πρόσωπο» του Θεού, προτίμησε αντίθετα, να αποφασίσει την ολοκληρωτική κατάργησή-του, θεωρώντας-τον προϊόν πλάνης εκείνου του «σκότους» που προηγήθηκε! Γι’ αυτό και (τι άλλο;) «Διαφωτισμό» βάφτισε τον εαυτό-του… Διδασκαλία-του δε, ήταν πως η μεταφυσική υπόσταση του ανθρώπου αλλά και της πραγματικότητας, και ό,τι αυτά συνεπάγονταν, δεν ήσανήσα σοβαρά πράγματα, παρά απλώς προϊόντα (σκοτεινών βέβαια) δεισιδαιμονιών. Κυρίαρχη συνεπώς όφειλε πια να είναι η «καθαρή» διάνοια και απόλυτη γνώση, η οποία ταυτιζόταν με την επιστήμη, ιδιαίτερα τη θετική εκδοχή-της. (Ήδη, τον προηγούμενο αιώνα, ο Νεύτων το είχε θεμελιώσει αυτό με τη γνωστή θεωρία-του. Γεγονός που και θεωρήθηκε τότε κοσμογονικό3*). «Sapere Aude» (τόλμησε να χρησιμοποιήσεις τη διάνοιά-σου) είχε σύνθημά-του ο Διαφωτισμός.
Η «τόλμη» βέβαια εκείνη οδήγησε τελικά στην, που ακολούθησε, εκρηκτική τεχνολογική ανάπτυξη της Ευρώπης, μοναδική μάλιστα στην ιστορία. Πλην όμως, το αβυσσαλέο κενό (μεταφυσικού βιώματος) που το κίνημα του Διαφωτισμού δημιούργησε, υπήρξε δραματικότερο. Το (μοναδικό επίσης στην ιστορία) πλήθος οι ιδεολογίες που, γι’ αυτό ακριβώς, παρήγαγε ο επόμενος, ο 19ος, αιώνας, δεν ήταν παρά προσπάθεια απεγνωσμένη, να υποκατασταθεί εκείνο που κατάργησε ο Διαφωτισμός. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο, που σταδιοδρόμησαν όλες αυτές οι ιδεολογίες, δοκιμάστηκαν, αλλά ναυάγησαν όλες, αποδεικνύοντας τελικά την ανεπάρκειά-τους! Τις τραγικές επιπτώσεις των οποίων όμως τις υπέστη όλες ο επόμενος ο 20ος αιώνας. (Και όχι μόνο των δύο παγκοσμίων πόλεμων…)
Γεγονός που είχε «προφητέψει» πάντως, το μεγαλύτερο (και τραγικότερο) πνεύμα με το οποίο έκλεισε τον κύκλο-του ο 19ος αιώνας, ο Φρειδερίκος Νίτσε. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι ο Νίτσε ουδέποτε είπε πως «Θεός δεν υπήρξε», όπως το διατυμπάνιζε ο Διαφωτισμός. Είπε, αντίθετα, ότι «ο Θεός απέθανε…»! Και ήταν σ’ αυτό αληθής: Διότι ο Θεός εκείνος της Ευρώπης, Θεός της νοησιαρχίας, φυσικά και δεν ήταν δυνατό να επιζήσει! Και γι’ αυτό ο Νίτσε εξάγγειλε τον θάνατό-του…
Η εξαγγελία όμως του Νίτσε, ότι «ο Θεός απέθανε», είχε και δεύτερο μέρος: Ότι τον θανόντα Θεό θα τον αντικαταστήσει ο «Υπεράνθρωπος». Αυτό όμως, μόνο αλληγορικά υπήρξε αληθές. Το γέννημα του Διαφωτισμού δεν ήταν βέβαια κανένας «υπερ-άνθρωπος», αλλά ήταν το φάσμα της τεχνικής,4* που η αλαζονεία-του γέννησε, για να διαπιστώσει αμέσως μετά έντρομος, ότι στην ουσία, με την τεχνική,  απελευθέρωσε μιαν υπέρ-κόσμια δύναμη, την οποία όμως, ούτε γνώριζε εσωτερικά, ούτε συνεπώς μπορούσε τελικά να ελέγξει! Πράγμα που πανηγυρικά αποδείχθηκε, όταν περιδεής μπροστά στον «βρυχηθμό» του πυρηνικού αντιδραστήρα της Φουκουσίμα, θλιβερός, ως άλλος «άνθρωπος του Νεάντερταλ», ευτελιζόταν, μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνει, παρά με κάνουλες ανά χείρας, αμήχανος τον κατάβρεχε, τάχα να τον «εξορκίσει»!
Γ’
Αυτού του Ευρωπαϊκού «αμαρτήματος» παράξενο θύμα (κατά τη ρήση του Ελύτη: «Όμορφη και παράξενη πατρίδα» που, κατά πώς το λέει ο ποιητής, «Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι – πιάνει ωκεανούς, Ξεσηκωμούς γυρεύει – θέλει τύραννους»…) υπήρξε η Ελλάδα. Διότι δεν πρόλαβε να αρχίσει την επανάστασή-του ο λαός το 1821, όταν ως «τσιμπούρια» εμφανίστηκαν «εκ της Εσπερίας» οι Έλληνες «διαφωτιστές», για να «διδάξουν», ότι δεν ξέρει τι του γίνεται ο Μακρυγιάννης όταν λέει πως «για τούτη την Πατρίδα, και για τούτη την θρησκεία» αγωνίστηκε με τα παλληκάρια-του, αλλά και «αγράμματος» ελέγχεται ο Κολοκοτρώνης, υποστηρίζοντας πως ούτε «αγγλόφιλος» ούτε «γαλλόφιλος» ήτανε ο ίδιος (όπως απαιτούσε ο τότε «διαφωτιστικός» συρμός), αλλά είναι μόνο «Θεόφιλος», «γιατί σαν το Θεό κανείς δεν αγαπάει την Ελλάδα»!
Οι εκπρόσωποι όμως εκείνοι του «Ελληνικού Διαφωτισμού» κάθισαν, σαν «πολιτικοί ηγέτες», στο σβέρκο των Αγωνιστών, και, ως γραμματιζούμενοι, έσπευσαν αυτοί στην Αγγλία να εξασφαλίσουν, για το αγωνιζόμενο έθνος, δάνειο 2.000.000.000 λιρών! Το οποίο όμως μέχρι να φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα (λόγω «διαφωτισμένων» προπληρωμένων τόκων, τοκοχρεωλυσίων, εξασφαλίσεων κλπ.) κατέληξε στο εκπληκτικό ποσό των 236.558 («διαφωτισμένων») λιρών! Είναι οι ίδιοι που έψεγαν επίσης τον Κολοκοτρώνη, εξαιτίας της απάντησής-του στον Hamilton, που «συμβούλευε» να συνθηκολογήσουν με τον Ιμπραήμ, για να μην καταστραφεί ολόκληρος ο Μοριάς: «Εμάς, καπετάν Άμιλτον, ο βασιλιάς-μας εσκοτώθη στην Πόλη, δεν έκανε καμιά συνθήκη με τους Τούρκους. Και η φρουρά-του, έχει παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους». Πώς μου ζητάς τώρα εμένα να συνθηκολογήσω μαζί-τους;
Αλλά ο μεγάλος εκείνος στρατηγός δεν γνώριζε ό,τι ο «Διαφωτισμός» (διά στόματος Νικολάου Σαριπόλου του νομοδιδασκάλου) διδάσκει: «Ημείς οι νέοι Έλληνες είμεθα κατευθείαν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και αποστρέφομεν τους οφθαλμούς από του αναμέσου χάσματος»! Και βεβαίως «ανάμεσο χάσμα» ήταν το Βυζάντιο… Το οποίο ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, άλλος διαφωτισμένος λόγιος, αποκαλεί «άθλιον γένος»! Φυσικά περιλαμβανομένου και του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου! (Που ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε «βασιλιά-του»…) Ενός δηλ. «εκ των Γραικορωμαίων αυτοκρατόρων, υπό τον ζυγόν των οποίων ανεστέναζεν ο Ελληνικός λαός» κατά τον Κοραή, τον αρχηγέτη των «διαφωτιστών». Με αυτά τα «θεοπάλαβα»5* του Ελληνικού Διαφωτισμού, άρχισε τον πολιτικό-του βίο ο νέος Ελληνισμός. Γι’ αυτό και οδηγήθηκε να δολοφονήσει τον Καποδίστρια («Επτανησοβενετική ψώρα», κατά τον Κοραή βεβαίως), και, κατά πώς το είπε πιο πάνω ο Ελύτης, «θέλοντας τύραννους», έτρεξε στον «διαφωτισμένο» βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο, και του ζήτησε τον δευτερότοκο γιο-του Otto Wittelsbach, ώστε ως βασιλιάς Όθων, να υποκαταστήσει τον δολοφονημένο Κυβερνήτη…
Και έτσι άρχισε το (διαφωτισμένο) δράμα του νέου Ελληνισμού! Διότι ο Όθων και οι «διαφωτισμένοι» Βαυαροί-του, διαλύοντας κάθε-τι που θύμιζε ζωντανή βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση του λαού, προσπάθησαν να κατασκευάσουν μεν ένα νεωτερικό κράτος «ευρωπαϊκών προδιαγραφών», πλην όμως κράτος εντελώς ξένο και προς τη φύση αυτού του λαού, και ξένο προς την ιστορία-του και τον ελληνικό-του τρόπο βίου. (Ακριβέστερα, τρόπο κοινωνικής συμβίωσης). Ένα κράτος που τα διδάγματα εκείνου του Διαφωτισμού δεν το έκαμαν βέβαια (κατά τη ρήση του Νίτσε) «υπέρ-άνθρωπο» αλλά «απ-άνθρωπο», για την (ανθρώπινη) φύση βεβαίως του Έλληνα. Καθόλου λοιπόν παράδοξο, που, καθώς δεν το νοιώθει «δικό-του» τέτοιο κράτος, ούτε το αγαπά, ούτε και το σέβεται. Εξ ου και δεν διστάζει και να το κλέβει! (Είτε ως υδραυλικός, είτε ως μηχανικός η γιατρός ή δικηγόρος…) Μέχρι που πτωχεύοντάς-το, έγινε τώρα και περίγελος εκείνων των «διαφωτισμένων» της Ευρώπης! Έσχατο όριο παρακμής…
Τραγική εκδήλωση της οποίας, υπήρξε το πρόσφατο «δράμα» στην Ακαδημία Αθηνών: Ένας πρώην καταληψίας, πρωθυπουργός πια, εμφανίζεται εκεί, ενώπιων των Ακαδημαϊκών του τόπου, να εκφωνεί πανηγυρικό για την εθνική επέτειο, και (ανασύροντας εκ των νεκρών της παλαιοντολογικής ιδεοληψίας, τον Γιάν(ν)η Κορδάτο) ασύστολα τους εκτοξεύει ότι «η Ελληνική Επανάσταση δεν είναι έργο του Κολοκοτρώνη ή του Μακρυγιάννη, αλλά του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού»! Όντως έσχατη παρακμή… Όταν μάλιστα ο ίδιος φέρελπις, ως άλλος αμήχανος της Φουκουσίμα, (χωρίς βέβαια ανά χείρας κάνουλες αλλά δισκάκι επαιτείας) μπροστά στον «βρυχηθμό» χρησιμοθηρίας της τεχνολογικής Ευρώπης, άπελπις εκλιπαρεί για λίγη ρευστότητα στις τράπεζες…

Χ ά ρ η ς   Φ ε ρ α ί ο ς,   (Διδάκτωρ του ΕΜΠ)                                 «Φιλελεύθερος» 2, 9, 16/5/15
_______________________________________________________________________________
1*. Είτε θρησκευτικό, είτε κοινωνικό, είτε ακόμα και οικονομικό. Ο οποίος, ως γερμανική νοοτροπία, κυριαρχεί στη σημερινή Ευρώπη! Κι ας στην πολιτική ανεπάρκεια της παρ’ ημίν κυβερνώσας τον τόπο πολιτικής μετριότητας, προσλαμβάνεται ως «εκβιασμός τοκογλύφων»…
2*. Βενεδικτίνος θεολόγος, προηγηθείς του Ακινάτη στον σχολαστικισμό. Διέπρεψε μάλιστα στην «οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού»!
3*. Η ματαιότητα αυτής της δοξασίας, περί «καθαρής» διάνοιας, έμελλε μεγαλοπρεπώς να αποδειχθεί μόλις δυο αιώνες αργότερα: Όταν ο Αϊνστάιν, με τη «θεωρία της Σχετικότητας», στην ουσία καταργούσε, περίπου ως «παιδαριώδη», τα (μεγαλοφυή πάντως) ευρήματα του Νεύτωνα…
4*. Κατά πώς συγκλονιστικά το περιέγραψε ήδη το 1964 ο Σπύρος Κυριαζόπουλος. (Στο βιβλίο-του «Η σημερινή γλώσσα – Γλωσσολογία της τεχνικής»)
5*. Ζητώ (καθότι και αρχιτέκτων) τη συμπάθεια του αναγνώστη, για το αντιαισθητικό τουλάχιστο αυτής της έκφρασης. Αλλά δεν βρίσκω, που να ταιριάζει, καταλληλότερη. Όταν μάλιστα σκέφτομαι πως το μέγιστο έγκλημα του Ελληνικού Διαφωτισμού είναι ότι επεχείρησε να οδηγήσει το Νέο Ελληνισμό, όπως ήταν ο Ευρωπαίος σε μόνιμη δραματική σύγκρουση με τον απόξενο Θεό (του Αυγουστίνου και της Θωμικής νοησιαρχίας), έτσι κι αυτός να συγκρουστεί με τον δικό-του προσωπικό Θεό, με τον οποίο, σε προσωπική σχέση ζούσε για 15 ως τότε αιώνες. Θεό, που υπό τον «κίνδυνο» η Ελλάδα «να δουλωθεί εις Χριστιανούς τουρκίζοντας», (ρήση και αυτή του Κοραή) θέλησαν να τον υποκαταστήσουν με εκείνον της ευρωπαϊκής νοησιαρχίας και του ηθικισμού. Και φοβούμαι ότι έστω και μερικώς αυτό το πέτυχαν, μετατρέποντας, μετά από 15 αιώνες, το ζωντανό εκκλησιαστικό γεγονός, σε αποστεωμένο ηθικό κώδικα…
Και θα μου επιτρέψει ακόμα ο αναγνώστης να του θυμίσω, ότι για σωτηρία από τον Θεό εκείνο της νοησιαρχίας, έδωσε τον 14ο αιώνα τον «υπέρ πάντων» αγώνα ο Γρηγόριος Παλαμάς, όταν κινδύνεψε, (ως καινή νοοτροπία!)  ο Ακινάτης και τα μηχανεύματά-του να εισχωρήσουν στον βυζαντινό κόσμο, ελέω βεβαίως των φιλοθωμιστών… Αγώνας, ειρήσθω, που έσωσε όχι μόνο την  Ορθοδοξία τότε, αλλά και το ίδιο το γένος αργότερα. Κατά το ότι «συντροφευόμενο» από τον προσωπικό Θεό-του και μόνο, στους σχεδόν τέσσερις αιώνες σκότους της Οσμανικής λαίλαπας, μπόρεσε να επιζήσει ως ελληνικό. Όντως επίτευγμα που, ας σημειωθεί, δεν το κατόρθωσε ο άλλος ελληνισμός, όσος εγκλωβίστηκε στην Ευρωπαϊκή Δύση. (Πχ της Κάτω Ιταλίας). Γεγονός που νομίζω ότι δεν στερείται σημειολογίας.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

29 Μαϊου 1453: Η αποφράδα ημέρα μέσα από τη μοναδική ιστορική αφήγηση του Γ. Φραντζή


Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα [Κωνσταντίνου Παλαιολόγου] έσφιξαν την καρδιά τους, αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παιδιά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθελαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης.
Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγνώμη από όλους.
Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρήνους και τους οδυρμούς που ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.
Ύστερα ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση στα τείχη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρατούσαν άγρυπνοι τις θέσεις τους. Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους, ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κανένας.
Όταν φτάσαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια, ξεπεζέψαμε και ανεβήκαμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κοντά στην τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθεση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που είχαν κατασκευάσει.
Οι Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επίθεση τη στιγμή που λαλούσαν τα κοκόρια για δεύτερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα, όπως είχαν χάνει και τις προηγούμενες φορές. Ο σουλτάνος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι λιγότερο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ριχτούν εναντίον μας οι πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη. Έτσι λοιπόν ο πόλεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκονταν με πείσμα, χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη, καταστρέφοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκητικές τους μηχανές.
Οι νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό στρατόπεδο. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.
Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλπιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ' αυτές και έριχναν αδιάκοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παραθαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα.
Οι πολεμικές μηχανές, που έριχναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα. Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας έκαιγαν τις εχθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα.
Όπου έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή αντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κάνουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυλής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην υποχωρήσουν.
Ποιος μπορεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Μερικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους εχθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νικήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους.
Οι σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρεψαν τους αγαρηνούς σε φυγή, τους γκρέμισαν κάτω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί έφιππος τους ενεθάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος, λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρατάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στεφάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».
Τη στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από βέλος στο πάνω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του, έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμάτησε να αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιωπηλός, χωρίς να σκέφτεται την ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν είπε όμως τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία.
Οι στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλησίασε και του είπε: «Γιατί το έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πόλη στηρίζεται σε σένα για να σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθανε ντροπιασμένος από λύπη για την περιφρόνηση των άλλων.
Οι Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος (που λεγόταν Χασάν και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου) έβαλε με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υποχωρούν οι δικοί μας και ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρκοι που θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους, γκρεμίζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς.
Μετά την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον ακολουθήσουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας δεν κατάφεραν να τους εμποδίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χασάν χτυπήθηκε από πέτρα και έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώθηκε στα γόνατα και συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από βέλη και έπεσε παράλυτο.
Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον άλλο. Καθώς συνέβαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν σημαίες και λάβαρα».
Οι φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με αλαλαγμούς χαράς.
Όταν ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δεσπότης μου είδε αυτό το θέαμα, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα βοήθειας ή συμπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτασε στο σημείο από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν. Μουγκρίζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.
Ο Φραγκίσκος Τολέντο, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα. Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος. Βλέποντας τον αυτοκράτορα να αγωνίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώναξε κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους βρέθηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν. Όσοι βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των εξαιρετικών εκείνων ανδρών.
Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν άλλους κάτω από τα τείχη. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν προξενήσει τεράστιες απώλειες στους εχθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκείνη εγώ δε βρισκόμουν κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διαταγή του.
Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους.
Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη.
Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».
Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν.
Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα.
Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν. Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου!
Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί.
Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.
Την τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διάφορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι. Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πατριάρχη σύμφωνα με τα έθιμα τους. αφού ο προηγούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει. Οι αρχιερείς και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό το Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χειροτόνησαν πατριάρχη και τον ονόμασαν Γεννάδιο.
Σημείωση: Ο πρωτοβεστιάριος, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος, Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής (1401-1480) ήταν ο μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός αυτόπτης μάρτυρας της κοσμοϊστορικής κατάληψης Πόλης από τους Τούρκους.