Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Τα ξύλα του παπά (Μία συγκλονιστική πραγματική διήγηση με κρυπτοχριστιανούς)



Πέμπτη του Πάσχα κι ο πάπα – Λευτέρης πρωί-πρωί φόρτωνε το ζώο του κι ετοιμαζόταν να κατεβεί στην Τραπεζούντα.
Την ίδια ώρα ακούστηκαν οι πρώτοι χτύποι της καμπάνας. Ο συνεφημέριός του ο πάπα – Γαβριήλ φαίνεται πως είχε αϋπνίες. Χθες ήταν η σειρά του να λειτουργήσει.

Μετά πήρε τα βουνά και τα λαγκάδια να μαζέψει ξύλα. Καί σήμερα νάτον ξημερώματα, έτοιμος να κάνει τον πραματευτή. Κανονικά όφειλε να πάει στην εκκλησιά. Τέτοια μέρα, ακόμη Πασχαλιά, που ξανακούστηκε να λείπει απ’ τη Λειτουργία! Ας όψονται, όμως, τα τόσα στόματα που περιμένουν στο σπίτι. Κάποιος έπρεπε να νοιαστεί για το καθημερινό τους…Οκτώ του έδωσε ο Θεός κι άλλα τρία ο Αναστάσης ο κουμπάρος του: Τη γυναίκα του, την πεθερά του, την «κυρά – ντουλάπα», και τον κουνιάδο του, που δεν φτουρά σε δουλειά…
Έκανε το σταυρό του και ξεκίνησε…
Είχε μπροστά του πολύ δρόμο. Υπολόγιζε πριν το μεσημέρι να φτάσει στην πόλη κι αν όλα παν καλά, αργά το βράδυ να είναι πάλι πίσω. «Βαστάτε ποδαράκιά μου» αναστέναξε καθώς αναλογίστηκε το δρόμο που ‘χε να κάνει. Κατά πως το είχε συνήθειο άρχισε το ψάλσιμο, να σπάει κι η μονοτονία. Να κάνει όμως και το κέφι του.Μέσα στην ερημιά ποιός τον ακούει; Μόνο ο Θεός. Αποφεύγει και τα κοροιδευτικά χαμόγελα του πάπα – Γαβριήλ ή τις ειρωνίες του Ιορδάνη, του ψάλτη: «Εξαιρετικά τα λες παπά. Σαν μανάβης!» Το ξέρει. Η φωνή του ακούγεται άσχημα. Μα ότι λέει, το ψέλνει με την καρδιά του κι αυτό θέλει ο Θεός. Όπως τότε που ήταν μικρός. Καί φλεγότανε απ’ το μεράκι των ύμνων…

Ακόμη κι ο δεσπότης τη μοναδική φορά που λειτούργησε μαζί του του είπε: «Σούς μπρε. Δεν το λέγεις καλά». Ήταν ένα όριο που του έβαλε ο Θεός και δεν μπορούσε να το ξεπεράσει. Τι κι αν πάλαιψε; Τι κι αν προσευχήθηκε; Τι κι αν έκλαψε; Το μόνο που κατόρθωσε είναι, όσα λέει, να τα λέει μέσα απ’ την καρδιά του. Κι αυτό είναι που θέλει ο Θεός. Την καρδιά, όχι το λαρύγγι! Η παρηγοριά του για τη σιωπή που έχει επιβάλλει στον εαυτό του. Σιωπή για να μην ενοχλεί, όπως ενοχλούσε τότες που μικρός στεκόταν παράμερα στο ψαλτήρι. Όπως ενοχλούσε αργότερα τους φίλους του που προχώρησαν στην ψαλτική κι ας πίστευε πως θα τον θέλουν κοντά τους. Όπως ενοχλούσε το φίλο του τον Αποστόλη, που έγινε δεξιός ψάλτης στο διπλανό χωριό. Σταμάτησε, έτσι, να ψέλνει μπροστά στον κόσμο και προτιμούσε τις ερημιές. Με τα τροπάρια μετρούσε τις αποστάσεις. Ξεκίναγε με τον όρθρο, έλεγε και λίγα απ’ τον εσπερινό κι αν είχε κι άλλο δρόμο πρόσθετε και μερικά σκόρπια τροπάρια. Αυτό θα έκανε και τώρα, μέρες της Πασχαλιάς. «Μπρός, λοιπόν, παπά δώσε του να καταλάβει» μονολόγησε. Έκανε το σταυρό του κι άρχισε: «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί…».
Αφού έψαλε όλον τον κανόνα, προχώρησε και στους αίνους κι εκεί κατά το δοξαστικό έμπαινε πιά στα πρώτα σπίτια της Τραπεζούντας. Με το ψάλσιμο κάπου είχε αφαιρεθεί. Όταν κατάλαβε πως ήταν στον τουρκομαχαλά σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί κι ύστερα πήρε ένα σοκάκι εκεί στ΄ αριστερά. Περίμενε να τον βγάλει έξω από το Κάστρο, μ΄ αυτό φιδογύριζε ανάμεσα στα τουρκόσπιτα. Σε κάποια στροφή φάνηκε ένας καφενές κι απόξω δύο τρεις τούρκοι αραχτοί, απολάμβαναν το ναργιλέ τους. Καθώς περνούσε μπροστά του ο ένας του φώναξε:
«Πόσο τα ξύλα παπά;»
«Πέντε γρόσια εφέντη μ’».
«Πολλά δεν είναι βρε καραμπάς (μαυροκέφαλε;)»
«Όχι εφέντη μ’, όχι. Έρχουμαι από μακριά», ο πάπα – Λευτέρης ήξερε ν’ αντιστέκεται στα παζάρια των τούρκων. «Κι υστέρα τι παίρνεις με πέντε γρόσια;»
«Άντε να σού δώσω τρία να τα φέρεις και στο σπίτι».
«Να χαρείς τα νειάτα σου εφέντη μ’. Κάμε τα τουλάχιστο τέσσερα. Είμαι φτωχός κι έχω τόσα στόματα να θρέψω».
«Καλά. Ας είναι. Θα σού δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε απ’ το σκαμνί του, τεντώθηκε και πλησίασε τον παπά. Χαίδεψε λίγο το ζώο και μετά στράφηκε άγριος στο παπά.
«Δεν λυπάσαι το ζώο βρε Γκιαούρ; Πως το φόρτωσες το καημένο; Κοντεύει να ψοφήσει! Δεν φοβάσαι το Θεό βρε καραμπάς;»
«Αντέχει εφέντη μ’» τόλμησε ν’ απαντήσει ο πάπα – Λευτέρης.
«Σούς μπρε» έβαλε τις φωνές ο τούρκος και σήκωσε το χέρι του απειλητικά. «Πάμε σπίτι να το ταίσεις λίγο και να το ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!»

Γιόμισε ο μαχαλάς απ’ τις φωνές του. Ο παπάς, τον ακολούθησε φοβισμένος. «Τρελός θάναι» σκέφτηκε κι από μέσα του έλεγε όσες ευχές του ερχόντουσαν στο μυαλό. Μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού φώναξε ένα όνομα. Ύστερα και με μία κλωτσιά την άνοιξε διάπλατα.
«Μπες μέσα μπρε γκιαούρ. Δεν φοβάσαι το Θεό είσαι και παπάς».
Με τον ίδιο τρόπο έκλεισε την πόρτα κι αμέσως δύο νεαροί ξεφόρτωσαν το ζώο. Ο τούρκος, με φωνές, τράβηξε σχεδόν τον παπά Λευτέρη μέσα στο σπίτι, που απ’ το φόβο του έχασε κάθε δύναμη ν’ αντισταθεί. Μόνο έτσι σαν αστραπή του πέρασε η σκέψη: «Είδες τι έπαθες για να μην πας στη Λειτουργία;»

Μέχρι την πόρτα του σπιτιού χαλούσε τον κόσμο με τις φωνές του. Μόλις πέρασαν το κατώφλι την έκλεισε με τόση δύναμη λες κι ήθελε να την γκρεμίσει. Καί τότε έγινε η μεταμόρφωση. Ο άγριος τούρκος, αυτός που χωρίς αιτία ήταν έτοιμος να κακοπαιδέψει το φτωχό παπά, έπεσε στα γόνατα και φίλησε το χέρι του με σεβασμό. Η φωνή του μόλις ακουγόταν.
«Σχώραμε παπούλη μου, σχώραμε» του είπε ελληνικά. «Δεν είχα κακό σκοπό. Γι΄ αυτά τα σκυλιά φώναζα, που μας έβλεπαν. Μην καταλάβουν τίποτα και χαθούμε. Χριστιανοί είμαστε κι εμείς κι ας φαινόμαστε τούρκοι».
Κατάλαβε. Είχε μπροστά του έναν απ’ αυτούς που οι ρωμιοί ονόμαζαν κλωστούς. Έναν απ’ αυτούς που αντιστάθηκαν τόσα χρόνια στην υποδούλωση της ψυχής. Στη φαντασία του ο ηρωισμός κι η πίστη τους έπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Πάνε μερικά χρόνια που άκουσε γι΄ αυτούς. Τότε θυμάται θέλησε να τους συναντήσει, να έρθει σ’ επαφή μαζί τους. Τον συγκράτησαν οι πιο φρόνιμοι. Θάρθει η στιγμή του είπαν, καλύτερα να μη βιάζεσαι. Πέρασαν τα χρόνια κι η στιγμή δεν ήρθε. Στην αρχή μάθαινε πως κάποιος παπάς βρέθηκε στη δίνη της ιστορίας τους, μα κι αυτό σταμάτησε με τα χρόνια. Έτσι, κάπου μέσα του, άρχισε να μην πολυπιστεύει στην ύπαρξή τους. Άρχισε να αμφιβάλλει για πολλά, ή να τα δέχεται σαν μία χαριτωμένη υπερβολή. Καί να τώρα που είχε μπροστά του ένα δικό τους. Τον επίασε από τα χέρια και τον σήκωσε. Εκείνη τη στιγμή φάνηκαν δύο γυναίκες, η μία νέα η άλλη ηλικιωμένη, και τον περιτριγύρισαν ένα τσούρμο παιδιά!
«Η φαμιλιά μου παπούλη μου» του είπε ο κρυφός χριστιανός.
 
Σε λίγο καθισμένοι στο σαλόνι αντάλασσαν τις ιστορίες τους. Αισθάνονταν γνωστοί από χρόνια. Ήταν κι αυτοί όπως όλοι οι δικοί τους. Χρόνια τώρα, από πατέρα σε παιδί, κράταγαν μυστική την πίστη τους και συνέχιζαν φανερά να κάνουν τη ζωή του μουσουλμάνου. Πρώτα κοντά τους έμενε ένας χότζας που ήταν κρυφός παπάς. Αυτός τους βάφτισε, αυτός τους πάντρεψε, αυτός κήδευε τους πατεράδες τους. Όλα στα κρυφά. Νύχτα πάνω στη νύχτα. Τη μέρα τους πάντρευε τούρκικα. Τη νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ένα παιδί; Τη μέρα έκανε σουνέτι. Τη νύχτα βαφτίσια. Στο θάνατο ο πρώτος που έμπαινε στο σπίτι ήταν αυτός. Μόνος με την οικογένεια του νεκρού διάβαζε τρισάγιο. Τη νύχτα έκανε την κηδεία και το πρωί όλα τα έθιμα των μουσουλμάνων. Διπλή ζωή, διπλό ξόδι. Από τότε όμως που πέθανε, έμειναν ορφανοί. Αλειτούργητοι. Αβάφτιστοι. Δύο χρόνια έχουν να κάνουν Ανάσταση. Τη νύχτα το Μεγάλο Σάββατο άκουσαν τις καμπάνες απ’ το χριστιανικό μαχαλά. Άναψαν κερί και έψαλαν σιγανά τρεις φορές το «Χριστός Ανέστη».
«Να κάνουμε τώρα την Ανάσταση», η ιδέα άστραψε στο μυαλό του πάπα – Λευτέρη. «Τι πειράζει; Πασχαλιά είναι ακόμη. Ετοιμαστείτε κι εδώ είμ΄ εγώ».
Απ’ τη στιγμή εκείνη ένας ολάκερος μηχανισμός μπήκε σε λειτουργία. Μέχρι το βράδυ βρέθηκαν άμφια, σκεύη, πρόσφορα ενώ ένα νιό παληκάρι, με γρήγορο άλογο, έτρεξε στο χωριό να καθησυχάσει την παπαδιά, που δεν θα γύριζε ο παπάς εκείνο το βράδυ.
Γύρω στα μεσάνυχτα γιόμισε το σπίτι από κρυφοχριστιανούς. Άντρες, γυναίκες, παιδιά πέρασαν το κατώγι μ’ αγιοκέρια που είχαν μόνοι τους ετοιμάσει. Στην ανατολική πλευρά μία κασέλα είχε γίνει Αγία Τράπεζα. Ο πάπα – Λευτέρης άρχισε το ψάλσιμο μ΄ ένα γέροντα.
«Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον».
Τούτους ΄δω δεν ενοχλούσε η φωνή του. Γι’ αυτό δεν άκουσε εκείνο το «σούς μπρε», που του μαύριζε την ψυχή. Τούς έφτανε που άκουγαν τα λόγια. Κι αν έκρινε από τα βλέμματα, ίσως και να φχαριστιόντουσαν απ’ το ψάλσιμό του. Στο τέλος άναψε το κερί του απ’ το καντήλι που τρεμόπαιζε και κάλεσε τους μυστικούς χριστιανούς του:
«Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών».
Μετά, εκεί στη μέση, έψαλε «την Ανάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ», διάβασε το Ευαγγέλιο κι ενώ η πόλη ησύχαζε, ψάλανε όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Γύρω του τα δακρυσμένα μάτια του σκλάβωναν την καρδιά. Ήταν μία απ’ τις στιγμές που θα τον συνόδευαν σ’ όλη του τη ζωή.
Ήταν έτοιμη να ξεπροβάλει η νέα μέρα, όταν ξεκίναγε να γυρίσει στο χωριό. Πίσω του άφηνε το σπίτι, που έγινε η κολυμπήθρα για ν’ αναβαπτιστεί στην πίστη του κι ένα κομμάτι της καρδιάς του. Θαρχόταν να το συναντήσει πάλι σε λίγες μέρες. Τον περίμεναν οι νέοι του χριστιανοί. Μαζί τους και τα μικρά παιδιά, που είχαν μείνει αβάπτιστα.
Τώρα ήξερε. Κάθε φορά που ξεκίναγε με ξύλα για την Τραπεζούντα θα έφερνε κι ένα φόρτωμα στον τουρκομαχαλά. Κάθε φορά και σε διαφορετικό σπίτι. Τη νύχτα το σπίτι αυτό θα γινόταν η εκκλησιά κι εκεί θα συνάζονταν οι κλωστοί. Απ΄ τα πιο απίθανα μέρη ξεφύτρωναν οι μαύρες σκιές που αδιαφορούσαν για την προχωρημένη ώρα. Τις πιο πολλές φορές ερχόταν στο σπίτι του πεθαμένου κρυφού παπά όπου υπήρχε ολάκερη εκκλησιά κρυμμένη απ’ τα μάτια του κόσμου. Μυστικές πόρτες έφερναν τους πιστούς από τους σκοτεινούς δρόμους. Έξω οι νέοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη. Τόσα χρόνια στη ζωή αυτή έμαθαν να φροντίζουν την ασφάλειά τους. Μαζί τους άρχισε κι αυτός να ζεί τους φόβους και τις αγωνίες τους κι όταν γνωρίστηκαν καλά η έγνοιά του σκλαβώθηκε στο μαχαλά τους.
«Τα παιδιά έχουν σήμερα μπαϊράμι» έλεγε στην παπαδιά «κι όλη μέρα θα είναι νηστικά»…
Γιώργη Θ Πρίντζιπα 
πηγή«Το συναξάρι των κρυφών ονείρων»

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Ο Γιάννης Καλπούζος αφηγείται τη Γενοκτονία των Ποντίων – «Σέρρα, Η ψυχή του Πόντου» το νέο του μυθιστόρημα


Ο Γιάννης Καλπούζος αφηγείται τη Γενοκτονία των Ποντίων – «Σέρρα, Η ψυχή του Πόντου» το νέο του μυθιστόρημαΟ Γιάννης Καλπούζος παρουσιάζει το νέο του ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Σέρρα, Η ψυχή του Πόντου» Έχοντας ήδη στο… βιογραφικό του πολλά επιτυχημένα ιστορικά μυθιστορήματα, ο Γιάννης Καλπούζος επιστρέφει για να αφηγηθεί τη Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού μέσα από μια μυθοπλαστική ιστορία έρωτα και προδοσίας, με σκηνικό την Ιστορία και αυτούς που ξεσηκώθηκαν τολμώντας να «χορέψουν» καταμεσής της αρχαίας γης τον πυρρίχιο (σέρρα) κόντρα στη θέληση των ισχυρών της εποχής.
Σέρρα, Η ψυχή του Πόντου είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του γνωστού πεζογράφου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Η επίσημη παρουσίασή του θα γίνει την Πέμπτη στο βιβλιοπωλείο Ιανός, στην Αθήνα.
Ο Γιάννης Καλπούζος, με το καθηλωτικό ύφος γραφής του, αναμετράται με μια τεράστια βιβλιογραφία, και με επίκεντρο τον ήρωά του Γαληνό Φιλονίδη –φιλόλογο, πολύγλωσσο, θρήσκο, αλλά ανάμεσα σε δύο γυναίκες–, μεταφέρει τον Πόντο της λεβεντιάς, της αγριότητας , του πόνου και του μίσους. Του μίσους που εξαπολύεται με επικάλυμμα τη θρησκεία και τον εθνικισμό.
Το νήμα της ιστορίας πιάνεται από τον Δεκέμβριο του 1917 στη μικτή κωμόπολη Έρμπαα. Εκεί όπου καταλήγουν, διωγμένες από τους Νεότουρκους, οικογένειες Ελλήνων της Τραπεζούντας.
Ατέλειωτο περπάτημα μέσα στις λάσπες, με τους άνδρες να κρύβονται για να μην επιστρατευτούν στα τάγματα εργασίας και θανάτου. Γυναικόπαιδα από ευκατάστατες οικογένειες να βγαίνουν στους δρόμους για ζητιανιά. Ύπνος σε πρόχειρες καλύβες. Μεταδοτικές αρρώστιες. Και η πολιτισμένη Ευρώπη, στη δίνη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, να αδιαφορεί για τα μαρτύρια των… αιτούντων άσυλο Ελληνοποντίων, που, καταδιωκόμενοι από τον Κεμάλ έπεσαν μετά στα χέρια του Στάλιν, ο οποίος τους… προώθησε στο μακρινό Καζακστάν!
Διαβάστε ΕΔΩ ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Σέρρα, Η ψυχή του Πόντου, που παρουσίασε αποκλειστικά από το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι(Αντόν Τσέχωφ) Απόσπασμα από γράμμα του Αντόν Τσέχωφ προς τον αδερφό του Νικολάι.


http://perierga.gr/wp-content/uploads/2014/07/ftoxos8.jpg

«Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι' αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.
 Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. 
Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. 
Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. 
Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι. Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν την φωτιά.
 Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. 
 Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στον δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερού τους. 
 Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. 
Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. 
Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια. 
Δεν λένε ''εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει'' ούτε “πουλήθηκα για πέντε δεκάρες”, γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. 
Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.
 Οταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο. 
Αν έχουν ταλέντο το σέβονται. Θυσιάζουν γι' αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους.
 Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά. Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στον τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές.
 Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν.
 Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται "γερό μυαλό σε γερό κορμί"».


Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ (29 Ιανουαρίου 1860-15 Ιουλίου 1904) ήταν Ρώσος συγγραφέας και γιατρός. Θεωρείται από τους κορυφαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μεγάλωσε δύσκολα, όμως παρ' όλα τα οικονομικά προβλήματα κατάφερε να σπουδάσει Ιατρική στη Μόσχα. Παράλληλα δημοσίευε κείμενά του σε περιοδικά και εφημερίδες. Ένα χρόνο πριν από την απόκτηση του πτυχίου του, εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Παραμύθια της Μελπομένης. Ο Τσέχωφ ήταν ανθρωπιστής. Ως γιατρός βοηθούσε τους ανήμπορους σε κάθε ευκαιρία, πα' ρόλα τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο ίδιος εξαιτίας της φυματίωσης. Το 1898 ανέβηκε από το Θέατρο Τέχνης το έργο του Ο Γλάρος. Η τεράστια επιτυχία του έφερε την αναγνώριση στον συγγραφέα. Μερικά από τα πιο γνωστά του έργα είναι Ο θείος Βάνιας, Οι Τρεις Αδερφές, Ο Βυσσινόκηπος, Στο σούρουπο, Η στέπα, Η κυρία με το σκυλάκι κ.ά.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

“Θεοφάνεια σε ένα νησάκι”


Από το βιβλίο Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, του Oργανισμού Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, (1975), επιλέξαμε ένα διήγημα του Πέτρου Γλέζου, που έχει ως θέμα, όπως είναι και ο τίτλος του, τα Θεοφάνεια σ’ ένα νησάκι. Διαβάζεται ευχάριστα και σήμερα. Σε κάποιους, θα θυμίσει το αγαπημένο Ανθολόγιο. Σ’ άλλους, θα ξυπνήσει αναμνήσεις από την παιδική τους ζωή σε κάποιο χωριό. Οι μικρότεροι, θα μάθουν πως γιορτάζονταν τα Θεοφάνεια στην πατρίδα μας παλιά. Τότε που οι κοινότητες ήταν ζωντανές, οι άνθρωποι ένιωθαν κοντά ο ένας στον άλλο. Τότε που όλα ήταν απλά, σεμνά, ζεστά, ευλογημένα και καλόκαρδα!
Κατερίνα Χουζούρη
Theofania sti Moni Vatopediou. Apo ti fotothiki tis Pemptousias
Θεοφάνεια στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου. Από τη Φωτοθήκη της Πεμπτουσίας
Θεοφάνεια σε ένα νησάκι
Δυο μέρες πριν από τα Φώτα, ο ξάδελφός μας ο Αντώνης μάς έκανε ξαφνικά την πρόταση:
– Ξαδέλφια, τι λέτε; Έρχεστε να πάμε στο Νησί, που θα βαφτίσω ένα παιδί;
– Και δεν πάμε, ξάδελφε, συμφωνήσαμε πρόθυμα και λίγο απερίσκεπτα η σύζυγός μου κι εγώ.
Το Νησί είναι ένα μικρό μακρόστενο νησάκι, που γειτονεύει με το δικό μας. Ένα πολύ μικρό νησάκι -άλλο ένα δίπλα του είναι ακατοίκητο που ολόκληρο το σώμα του το πιάνει το μάτι σου, μόλις ανεβείς σε κάποια κορφή των Φαναριών, να αναδύεται μέσα από τη θάλασσα, σαν ένα κήτος ή σαν ένα καράβι χωρίς κατάρτια. Ίσως γι’ αυτό, επειδή είναι έτσι μικρό μπροστά στο δικό μας το νησί, που είναι μεγάλο και με βουνά ψηλά, το λένε «Νησί».
Το Νησί θα ‘ναι δε θα ‘ναι δυο τρία μίλια μακριά από τις ανατολικές μας ακτές, τις όμορφες, τις γεμάτες μικρούς χαριτωμένους κόλπους, θαλασσινές σπηλιές και χαμηλές βουνοπλαγιές κατάφορτες από λιόδεντρα και σκίνους και φίδες. Όλοι όλοι οι κάτοικοι του Νησιού λογαριάζονται καμιά διακοσαριά ψυχές, τριάντα σαράντα οικογένειες. Και φυσικά είναι όλοι τους ψαράδες. Όταν είναι μπονάτσες, ανοίγονται οι βαρκούλες τους γύρω γύρω στο πέλαγος, σαν μέλισσες, για να τρυγήσουν τον ανθό της θάλασσας. Όταν είναι βαρυχειμωνιές, οι άνθρωποι ξεμοναχιάζονται στο Νησί, αποκλεισμένοι από τον άλλον κόσμο· μπορεί να κάμουν και δέκα και δεκαπέντε μέρες να ξεμυτίσουν οι βαρκούλες τους. Τότες οι ψαράδες κάθονται στο χαμηλό ακροθαλάσσι, αγναντεύουν την αγριεμένη θάλασσα, πάνε κι έρχονται βαριεστημένοι στις δυο τρεις ταβερνούλες του νησιού και πίνουν ρακή και καπνίζουν. Και οι γυναίκες φροντίζουν τότε ακόμη πιο πολύ τα λίγα κατσικάκια τους και τις κοτούλες τους, τα μόνα ζωντανά του Θεού που ζουν και τρέφονται πάνω στο γυμνό νησάκι, και ζουν και τρέφουν με το γαλατάκι τους και με τ’ αυγά τους τα παιδιά του τόπου. Πάλι μπορεί να κάνω και λάθος, μπορεί εκτός από τα κατσίκια και τις κότες να κυλάει άπραγος τις μέρες του πάνω στο Νησί και κανένας γαϊδουράκος.
Σ’ αυτό λοιπόν το μικρό γειτονικό νησί, περάσαμε τη χρονιά εκείνη τη μεγάλη, τη φωτεινή γιορτή της Χριστιανοσύνης, τη γιορτή των Θεοφανίων.
Ώσπου να φτάσουμε από το χωριό μας στο Βόλακα, στο ακροθαλάσσι απ’ όπου «θα ρίχναμε πέρα στο Νησί», χρειάστηκε να οδοιπορήσουμε τρεις τέσσερεις ώρες. Οι γυναίκες πήγαιναν μπροστά, καβάλα σε δυο γαϊδουράκια, ο ξάδελφός μου κι εγώ ακολουθούσαμε πεζοπορώντας και κουβεντιάζοντας. Το πόσους ωραίους τόπους είδαμε, το πόσον ωραία βουνολάγκαδα περάσαμε, θα χρειαζόνταν πολλή ώρα να το διηγηθώ. Τώρα ξαναζώ και θυμούμαι μόνο την ώρα λίγο πριν από το δειλινό που, φτάνοντας στο ακρογιάλι, βρήκαμε τη βάρκα του μελλούμενου κουμπάρου από το Νησί να μας περιμένει στον ήσυχο κολπίσκο του Βόλακα. Πήδησε στη στεριά και μας υποδέχτηκε με πολλή ευγένεια, αλλά και με κάποια αδιόρατη σχεδόν στενοχώρια και δε δέχτηκε ούτε να ξαποστάσουμε λίγο στο πετροκάλυβό μας -είχαμε εκεί κάτω ένα χτήμα- ούτε να πιει μια ρακή.
– Πρέπει να περάσουμε στο Νησί πριν μας πάρει η νύχτα… μας είπε με σοβαρό ύφος.
Μπήκαμε λοιπόν στη βαρκούλα του, κι ο κουμπάρος κι ο βοηθός του τράβηξαν κουπί να βγούμε λίγο στ’ ανοιχτά, με την ελπίδα πως ύστερα θ’ ανοίξουμε πανάκι. Όμως ο λίγος αεράκος που φυσούσε ήταν ενάντιος, ο κουμπάρος λοιπόν, ύστερα από λίγη σιγανοκουβέντα με το βοηθό του, έβαλε γερά μπροστά να τραβά κουπί. Το ίδιο κι ο βοηθός. Λίγο λίγο ο ιδρώτας άρχισε ν’ αυλακώνει τα ηλιοψημένα πρόσωπά τους. Τώρα το ενάντιο αεράκι όλο και δυνάμωνε. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο κουμπάρος έπρεπε ν’ αδειάζει συνεχώς, μ’ ένα μεγάλο σαρδελοκούτι, και νερό από τον πάτο της βαρκούλας του.
Τότες, όπως η νύχτα πλησίαζε κι η βάρκα όλο και περισσότερο κλυδωνιζόταν, η ξαδέλφη μου, που ήταν ολωσδιόλου στεριανή, άρχισε να φοβάται. Στην αρχή μάς κοίταζε σιωπηλά, κι εμείς της δίναμε κουράγιο. Ύστερα, έτρεμε πια να κουνηθεί από τη θέση της. Ο κουμπάρος, που καταλάβαινε το φόβο της, την παρηγορούσε:
– Μη φοβάσαι, καλέ, και φτάσαμε!…
Κι αληθινά. Είχαμε πια φτάσει στα χαμηλά πλάγια του Νησιού, εδώ κι εκεί περνούσαμε μέσα σε μικρές ξέρες, προσέχοντας μη χτυπήσει απάνω τους η βαρκούλα μας. Το λίγο κύμα σπούσε πάνω τους και τις καβάλαγε με χαμηλό, ήρεμο παφλασμό· ήταν σα να μιλούσε και μας βεβαίωνε πως δεν είχαμε πια κανένα κίνδυνο.
Τέλος, όταν το σούρουπο είχε προχωρήσει για καλά, η βαρκούλα μας έπεσε πλάι στην πρωτόγονη έρημη αποβαθρούλα του Νησιού. Ο κουμπάρος κι ο βοηθός του έβγαλαν στη στεριά τις γυναίκες σχεδόν σηκωτές στην αγκαλιά, κι ο ξάδελφός μου κι εγώ πηδήσαμε στη στεριά, όχι βέβαια με τόση λαχτάρα όσην οι γυναίκες, μα, όσο να ‘ναι, με αρκετή ανακούφιση. Τότε μόνον ο κουμπάρος ο Νησιώτης μάς είπε, με τη χαριτωμένη συρτή, τραγουδιστή μιλιά του Νησιού, το μεγάλο μυστικό:
– Κουμπάροι, το βαρκάκι είναι μόνο για τέσσερεις νοματέους… Γι’ αυτό βιαστήκαμε μη φρεσκάρει…
Άλλο τίποτα δεν είπε. Αλλά καλά καταλάβαμε την αποσιωπημένη συνέχεια, όταν τώρα ξέραμε πως τόσην ώρα είμαστε έξι αντί τέσσερα πρόσωπα μέσα στη βαρκούλα.
Φαντάζεστε βέβαια την ευχαρίστησή μας όταν βρεθήκαμε στο ήσυχο, ολοκάθαρο και… ακίνητο σπιτάκι του κουμπάρου. Οι γυναίκες μάς δέχτηκαν με χίλιες χαρές, τα παιδιά κρεμάστηκαν γύρω μας και μας κοίταζαν με θαυμασμό, μασουλώντας κιόλας τα ξερά σύκα που τους είχαμε φέρει. Κι αυτά ακόμη τα αβάφτιστα -ήταν δυο δίδυμα- ανασήκωναν από τις κρεμαστές κούνιες τους τα παχουλά προσωπάκια τους κι ανταποκρίνονταν πρόθυμα στα γέλια και στα κανακέματα που τους κάναμε.
Το βράδυ, ο κουμπάρος ήταν στενοχωρημένος, γιατί, λέει, το φαΐ «ήταν πολύ άνοστο και δεν τράβαγε κρασί». Και όμως. Ήταν εκλεκτό ψάρι με ολόλευκη τρεμάμενη κρούστα, σαν αέρινο γλύκισμα, που το εκάλυπτε -αυτό είναι ένα ειδικό μαγείρευμα, για να κρατάει το ψάρι πολλές μέρες- ένα ψάρι από τα πιο νόστιμα φαγητά που μου έτυχαν ποτέ.
Τη νύχτα ο αγέρας δυνάμωσε για καλά. Τον ακούγαμε να ξυρίζει τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού. Κι η αναπόληση του ταξιδιού μας του δειλινού, έκανε την ευτυχία της τωρινής μας ασφάλειας ακόμη μεγαλύτερη.
– Αλήθεια, αν καμιά φορά φυσήξει κανένας πολύ δυνατός σίφουνας, δεν μπορεί τάχα να το πάρει το Νησί; άκουσα την ξαδέλφη μου να ρωτάει τον άντρα της με χαριτωμένη αφέλεια, στο ανοιχτό διπλανό δωμάτιο, που αυτοί είχαν πάει να κοιμηθούν.
Όμως η ερώτηση έδινε θαυμάσια την εικόνα του παραμυθιού που ζούσαμε. Το Νησί ήταν αληθινά σαν ένα μικρό ξεκάταρτο καράβι ανάμεσα πελάγου. Έτσι το είδαμε την άλλη μέρα το πρωί, όταν βγήκαμε στο ξάγναντο της εκκλησιάς, διασχίζοντας μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά το μόνο δρομάκο του Νησιού, που χώριζε στη μέση τις δυο μόνες σειρές των σπιτιών του.
Φαίνεται πως όλη τη λαχτάρα τους για ομορφιά και αρχοντιά εδώ στο χαμηλό ταπεινό νησάκι οι αγαθοί νησιώτες την είχαν διοχετεύσει στην εκκλησία του. Έλαμπε ολόκληρη μέσα και έξω. Πρόβαλλε πάνω από τα χαμηλά σπιτάκια, πάνω ακόμη κι από όλη τη χαμηλή γη του νησιού σαν αληθινά μεγάλος Οίκος του Θεού. Ήταν βαμμένη ολόλευκη, με τον τρούλο μόνο γαλάζιο, ένα καθαρό γαλάζιο σαν τη θάλασσα και τον ουρανό. Η μικρή της αυλή ήταν κεντημένη με λευκό χαλίκι, και τα δεντράκια της -δυο τρία χαμηλά δεντράκια- ίσκιωναν με το λίγο πράσινό τους την ασπράδα της. Μέσα η εκκλησία άστραφτε ολοκάθαρη.
Όταν μπήκαμε στην εκκλησιά, η μικρή σύναξη -όλο το χωριό- παρ’ όλη την κατάνυξη με την οποία παρακολουθούσε την ωραία ακολουθία των Θεοφανίων, βρήκε τρόπο να περιεργαστεί τους «ξένους». Κι αυτός ακόμη ο ιερέας -ένας συμπαθητικός ώριμος άντρας- επέμεινε να μας λιβανίσει λίγο περισσότερο, όταν πέρασε δίπλα μας, για να μας τιμήσει βέβαια, αλλά και για να βρει καιρό να μας καλοδεί.
Ύστερα το γλυκύ μέλος του ύμνου του Κυρίου μάς έφερε όλους προς αυτόν:
Επεφάνης σήμερον
τη οικουμένη
και το φως Σου, Κύριε,
εσημειώθη εφ’ ημάς
εν επιγνώσει υμνούντας Σε.
Ήλθες, εφάνης,
το Φως το απρόσιτον.
Όταν «αγιάστηκαν» τα νερά, το εκκλησίασμα πέρασε ήσυχα ήσυχα από την Ωραία Πύλη και πήρε αγιασμό, φιλώντας το χέρι του ιερέως. Κι ύστερα, με τον ιερέα και τον ψάλτη, με την «Αρχή του τόπου» -έναν και μόνον χωροφύλακα- και με τον υποδιδάσκαλο μπροστά, ακολουθήσαμε κι εμείς στις επισκέψεις στα σπίτια που γιόρταζαν.
Τα βαφτίσια γίνηκαν το απόγευμα. Ο ξάδελφός μου κι εγώ είχαμε αποφασίσει να βαφτίσουμε τα δίδυμα, και ο κουμπάρος το δέχτηκε εγκάρδια. Εν τω μεταξύ ένας ακόμη γονιός, που είχε αβάφτιστο παιδί, ήρθε και μου ζήτησε να το βαφτίσω. Δέχτηκα την τιμή με προθυμία.
Φυσικά, στα βαφτίσια συνάχτηκε όλο το χωριό. Δεν έμεινε ψυχή σε άλλο σπίτι, εκτός από δυο παράλυτες γριούλες. Γύρω γύρω στην κολυμβήθρα σπρώχνονταν τα παιδιά, πιο πίσω οι μεγάλοι, έως έξω στις αυλές, όπου αποτραβιόνταν οι άντρες για να κάμουν τόπο. Κι ο καημένος ο ιερέας κουράστηκε αρκετά για να τελειώσει με τάξη και ευπρέπεια και τις τρεις βαφτίσεις.
Ύστερα μοιράσαμε τα «μαρτυριάτικα» σε όλο το χωριό, που μας εύχονταν να τα «χιλιάσουμε», και το βράδυ χρειάστηκε να φάμε δυο φορές για να «τιμήσουμε το τραπέζι» και στα δυο σπίτια των κουμπάρων, ένα τραπέζι πλούσιο, ευλογημένο και καλόκαρδο.
Όταν την άλλη μέρα το μεσημέρι, αφού ευχηθήκαμε σε όλους τους Γιάννηδες, κατεβήκαμε στο λιμανάκι του Νησιού για να «μπαρκάρουμε» για το δικό μας, όλο το χωριό πρόβαλε στις πόρτες των σπιτιών να μας ευχηθεί, να μας προπέμψει:
– Στο καλό να πάτε! Στο καλό να πάτε!…
Τώρα οι καλοί μας κουμπάροι είχαν πάρει τα μέτρα τους. Στο λιμανάκι μάς περίμενε το καινούργιο καϊκάκι του καπετάν Νικήτα, για να μας μεταφέρει στον τόπο μας. Είχαν στρώσει ακόμη και χράμια απάνω στο καλοπλυμένο κατάστρωμα του καϊκιού, για να ξαπλώσουν άνετα οι γυναίκες.
Με φρέσκο πρίμο αγέρι το καϊκάκι, σαν πουλί που πετούσε ξυστά πάνω στη θάλασσα, μας έφερε σε είκοσι λεπτά της ώρας στο νησί μας. Βγήκαν μαζί μας στη στεριά ο καπετάνιος κι οι κουμπάροι μας «να φάνε μαζί μας μια ελιά», «να πιουν ένα κρασί», κι ύστερα σάλπαραν πάλι για το Νησί. Τώρα για να «βρούνε τον καιρό» χρειάστηκε «να κόψουν» ένα σωρό βόλτες. Τους παρακολουθούσαμε όπως λίγο λίγο ξεμάκραιναν. Το λευκό πανί πότε φούσκωνε με τον άνεμο, πότε σούρωνε στην άπνοια. Ύστερα, σιγά σιγά το καϊκάκι καβατζάρισε* τη μικρή γλώσσα της γης του Νησιού και χάθηκε πίσω της.
Τότε νοιώσαμε την πίκρα του χωρισμού από τους καλούς ήσυχους Νησιώτες, που ζουν εκεί στο μικρό νησί τους άγνωστοι και αγνοημένοι, και που σ’ εμάς έτυχε η καλή τύχη να τους γνωρίσουμε και να τους αγαπήσουμε. Κι ας ζήσαμε μαζί τους μόνον τρεις ημέρες. Έφτασαν αυτές για να τους βάλουν στην καρδιά μας. Βέβαια, γι’ αυτό βοήθησε κι ο φωτισμός και η θέρμη με την οποία ζέστανε τη χριστιανική ψυχή μας η ευκαιρία να χαρούμε τη μεγάλη γιορτή των Φώτων στο ήσυχο νησάκι τους.
Αληθινά. Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνα τα γαλήνια, τα σεμνά, τα ζεστά χριστιανικά Φώτα του γλυκύτατου εκείνου Γενάρη του έτους 194…, τα Φώτα που ο καλός Θεός μάς αξίωσε να γιορτάσουμε στο Νησί.
* καβατζάρω: περνώ έναν κάβο (ακρωτήρι)

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Άνθος του Γιαλού

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjM1Zxu3Vf8LR25VbRSqwezauPGfgySrGftJJxAo_g3YXNqEmx19vu6g5roUb4LHlsPE3zCC0xDVBy-GPRRASNgOjlysNSJGE9QbQ5R5pF0Ieql5m9iaJ1CagEJWem61lT6wQLI7mci5vM/s400/anthos+gialoy.jpg

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911). Δημοσιεύτηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1906 στην εφημερίδα Εστία.
 
    Eπὶ πολλὰς νύκτας κατά συνέχειαν έβλεπεν ο Μάνος του Κορωνιού, εκεί όπου έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρώνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα εις δυο υψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλαιόν ερημόσπιτον κατηρειπωμένον, - εκεῖ έστρωνε συνήθως την κάπαν επάνω στην πλώρην της βάρκας, κι᾿ εκοιμάτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ύπνον, τρεις σπιθαμές υψηλότερ᾿ από το κύμα, θεωρών τα άστρα, και μελετών την Πούλιαν καὶ όλα τα μυστήρια του ουρανού - έβλεπε, λέγω, ανοικτὰ εις το πέλαγος, έξω από τα δυο ανθισμένα νησάκια, τα φυλάττοντα ως σκοποί το στόμιον του λιμένος, εν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ή άστρον πεσμένον - να τρεμοφέγγῃ, εκεί μακράν, εις το βάθος της μελανωμένης εικόνος, επιπολής εις το κύμα, και να στέκη επί ώρας, φαινόμενον ως να έπλεε, και μένον ακίνητον.
    Ο Μάνος του Κορωνιοῦ, λεμβούχος ψαράς, ήτον αδύνατος στα μυαλὰ όπως και πας θνητός. Αρκετὸν ήτο ήδη οπού έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα εις τους δυο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτον εκείνο, τ᾿ ολόρθον άψυχον φάντασμα, το οποίον είχε την φήμην, ότι ήτο στοιχειωμένον. Εκαλεῖτο κοινώς «της Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δεν ήξευρεν. Ή, αν υπήρχον ολίγα γραίδια «λαδικά», ή και δυο τρεις γέροι, γνωρίζοντες τας παλαιάς ιστορίας του τόπου, ο Μάνος δεν έτυχεν ευκαιρίας να τους ερωτήση.
    Έβλεπε, βραδιές τώρα, το παράδοξον εκεῖνο μεμακρυσμένον φως να τρέμη και να φέγγη εκεί εις το πέλαγος, ενώ ήξευρεν, ότι δεν ήτο εκεί κανεὶς φάρος. Η Κυβέρνησις δεν είχε φροντίσει δι᾿ αυτὰ τα πράγματα εις τα μικρά μέρη, τα μη έχοντα ισχυρούς βουλευτάς.
    Τι, λοιπόν, ήτο το φως εκείνο; Ησθάνετο επιθυμίαν, επειδὴ σχεδὸν καθημερινώς επέρνα με την βάρκα του από εκείνο το πέραμα, ανάμεσα εις τα δυο χλοερὰ νησάκια, και δεν έβλεπε κανὲν ίχνος εκεί την ημέραν, το οποίον να εξηγή την παρουσίαν του φωτὸς την νύκτα, να πλεύση τα μεσάνυχτα, διακόπτων τον μακάριον ύπνον του, και τους ρεμβασμούς του προς τ᾿ άστρα και την Πούλιαν, να φθάση έως εκεῖ, να ιδή τι είναι, και, εν ανάγκῃ, να το κυνηγήση το μυστηριώδες εκείνο φέγγος. Όθεν ο Μάνος, επειδή ήτο ασθενής άνθρωπος, καθὼς είπομεν, νέος εἰκοσαετής, εκάλεσεν επίκουρον και τον Γιαλήν τῆς Φαφάνας, δέκα έτη μεγαλύτερον του, αφού του διηγήθη τὸ νυκτερινὸν όραμά του, δια να του κάμη συντροφιὰν εις την ασυνήθη εκδρομήν.
Αλλαγή κεφαλαίου μία λευκή σειρά
    Eπήγαν μίαν νύκτα, όταν η σελήνη ήτο εννέα ημερών, κι᾿ έμελλε να δύση περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Το φως εφαίνετο εκεί, ακίνητον ως καρφωμένον, ενώ ο πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ήρεμα προς δυσμάς κι᾿ έμελλε να κρυφθή οπίσω του βουνού. ΄Οσον έπλεαν αυτοί με την βάρκαν, τόσον τούς έφευγε, χωρίς να κινήται οφθαλμοφανώς, ο μυστηριώδης πυρσός. Έβαλαν δύναμιν εις τα κουπιά, «εξεπλατίσθηκαν». Το φως εμακρύνετο, εφαίνετο απώτερον ολονέν. Ήτο άφθαστον. Τέλος έγινεν άφαντον από τους οφθαλμούς των.
    Ο Μάνος, μαζί με τον Φαφάναν, έκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Αντήλλαξαν ολίγας λέξεις:
    - Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καίκι, όχι.
    - Και τι είναι;
    - Είναι...
    Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξευρε τι να είπῃ.
    Την νύκτα της τρίτης ημέρας, και πάλιν δυο ή τρεις ημέρας μετ᾿ αυτήν, οι δυο ναυτίλοι επεχείρησαν εκ νέου την εκδρομήν. Πάντοτε έβλεπαν την μυστηριώδη λάμψιν να χορεύη εις τα κύματα. Είτα, όσον επλησίαζαν αυτοί, τόσον το όραμα έφευγε. Και τέλος εγίνετο άφαντον. Τι άρα ήτο;
    Εiς μόνον γείτων είχε παρατηρήσει τας επανειλημμένας νυκτερινὰς εκδρομὰς των δυο φίλων με την βάρκαν. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα ολίγα κολλυβογράμματα που ήξευρε, και είχεν ομιλήσει με πολλάς γραίας σοφάς, αίτινες υπῆρξαν το πάλαι. Εκάθητο όλην την νύκτα, αγρυπνών, σιμὰ εις το παράθυρόν του, βλέπων προς την θάλασσαν, και πότε εδιάβαζε τα βιβλία του, πότε ερρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβη του, όπου έρημος και μόνος εκατοικούσεν, έκειτο ολίγους βράχους παραπέρα απὸ το σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε την βάρκαν του ο Μάνος, ανάμεσα εις το σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας.
    Μίαν νύκτα, ο Κορωνιὸς και ο εγγονὸς της Φαφάνας ητοιμάζοντο να λύσουν την βάρκαν, και να κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, δια να κυνηγήσουν το ασύλληπτον θήραμά των.
    Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδεν, εξήλθεν απὸ την καλύβην του, φορών άσπρον σκούφον και ράσον μακρύ, όπως εσυνήθιζε κατ᾿ οίκον, επήδησε δυο τρεις βράχους προς τα εκεί, κι᾿ έφθασε παραπάνω απὸ το μέρος, όπου ευρίσκοντο οι δυο φίλοι.
    - Για που, αν θέλη ο Θεός, παιδιά; τους εφώναξεν. Είναι βραδιὲς τώρα που τρέχετε έξω απὸ το λιμάνι, χωρὶς να γιαλεύετε, χωρὶς να πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως σας ωνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, για να βρήτε τίποτα θησαυρό;
    Ο Μάνος παρεκάλεσε τον Κόκοϊαν να κατεβή παρακάτω και να ομιλή σιγανώτερα. Είτα δεν εδίστασε να του διηγηθη το όραμά του.
    Ο Λίμπος ήκουσε μετά προσοχῆς. Είτα εγέλασε:
    - Αμ᾿ που να τα ξέρετε αυτὰ εσεῖς, οι νέοι, είπε, σείων σφοδρώς την κεφαλήν. Τον παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σαν αυτὸ που είδες, Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγὼ δε βλέπω τίποτα!.. Το ίδιο κι ο Γιαλὴς βλέπει αυτὸ που λες πως βλέπεις;
    Ο Γιαλὴς ηναγκάσθη με συστολὴν κατωτέραν της ηλικίας του να ομολογήση, ότι δεν έβλεπε το φως, περὶ ου ο λόγος, αλλ᾿ επείθετο εις την διαβεβαίωσιν του Μάνου, όστις έλεγεν ότι το βλέπει.
    Ο Κόκοϊας, ήρχισε τότε να διηγήται:
    «- Ακοῦστε να σας πω, παιδιά. Εγὼ που με βλέπετε, έφθασα τη γριά-Κοεράνω του Ραγιά, τὴν μαννοὺ αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα της Γκαβαλογίνας, ακόμα κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθή πολλὰ πρωτινά, παλαιϊκὰ πράματα, καθὼς κι αυτὸ που θα σας πω τώρα:
    »Βλέπετε αυτὸ το χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδῶ τον παλαιὸν καιρὸ εκατοικούσε μιὰ κόρη, η Λουλούδω, οπού την είχαν ονοματίσει για την εμορφιά της, - έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτὴ - μαζὶ με τον πατέρα της τον γερό-Θεριὰ (ελληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), όπου εκυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά, με την ασημένια σαγίτα καὶ με φαρμακωμένα βέλη.Ένα Βασιλόπουλο απὸ τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωκε το δαχτυλίδι του, κ᾿ εκίνησε να πάη στο σεφέρι και της έταξε με όρκον ότι, άμα νικήση τους βαρβάρους, την ημέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, θα έρθη να την στεφανωθή.
    »Επῆγε το Βασιλόπουλο. Έμεινεν η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυά της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχὴ στα ουράνια, να βγή νικητὴς το Βασιλόπουλο, να έρθη η μέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, να γυρίση ο σαστικός της, νὰ τὴν στεφανωθῆ.
    »Έφθασε η μέρα που ο Χριστὸς γεννᾶται. Η Παναγία με αστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε το Βρέφος μες στη Σπηλιά, το εσήκωσε, το εσπαργάνωσε με χαρά, και το ῾βαλε στο παχνί, για να το κοιμίση. Ένα βοϊδάκι κ᾿ ένα γαϊδουράκι εσίμωσαν τα χνώτα τους στο παχνὶ κ᾿ εφυσούσαν μαλακὰ να ζεστάνουν το θεῖο Βρέφος. Να, τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Ήρθαν οι βοσκοί, δυο γέροι με μακριὰ ασπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ έπεσαν κ᾿ επροσκύνησαν το θεῖο Βρέφος. Είχαν ιδεί τον Άγγελον αστραπόμορφον, με χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, είχαν ακούσει τ᾿ αγγελούδια που έψαλλαν: Δόξα εν υφίστοις Θεώ! Έμειναν γονατιστοί, μ᾿ εκστατικὰ μάτια, κάτω απὸ το παχνί, πολλὴν ώρα, κ᾿ ελάτρευαν αχόρταγα το θάμα το ουράνιο. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη την Λουλούδω!
    »Έφτασαν κι᾿ οι τρεις Μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσὲς μίτρες στο κεφάλι, κι᾿ εφορούσαν μακριὲς γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και τ᾿ αστεράκι, ένα λαμπρὸ χρυσὸ αστέρι, εχαμήλωσε κι᾿ εκάθισε στη σκεπὴ της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκὸ ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρεις βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν απ᾿ τις καμήλες τους, εμπήκαν στο Σπήλαιο, κι᾿ έπεσαν κι᾿ επροσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκια τους, κι᾿ επρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρη την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το Βασιλόπουλο. Το φουσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλάμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμὸ τα κάστρα των βαρβάρων. Το Βασιλόπουλο είχε χυμήξει με ακράτητην ορμή, απάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!
    »Τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ᾿ αρμυρό, οι αναστεναγμοί της εδιαλύθηκαν στον αέρα, κι᾿ η προσευχή της έπεσε πίσω στη γῆ, χωρὶς να φθάση στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυὸ αυτοὺς βράχους, οπού το λεν Ανθὸς του Γιαλού, αλλὰ μάτι δεν το βλέπει. Και το Βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, επαρακάλεσε να γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ του πελάγους, για να φτάση εγκαίρως, ως την ημέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξη τον όρκο του, που είχε δώσει στη Λουλούδω.
    »Μερικοὶ λένε, πως το Άνθος του Γιαλοῦ έγινε ανθός, αφρὸς τοῦ κύματος. Κι᾿ η Σπίθα εκείνη, η φωτιὰ του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχὴ του Βασιλόπουλου, που έλιωνε, σβήσθηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανεὶς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Ἀνδρέας Καρκαβίτσας: Θεῖον Ὅραμα


Ἀνδρέας Καρκαβίτσας
Τὸ διήγημα περιέχεται στὴ συλλογὴ 
Λόγια τῆς Πλώρης (1899)
Δὲ λέτε, ρὲ παιδιά, τίποτα νὰ ζεσταθοῦμε;
Καὶ μὲ τὸ λόγο φάνηκε μαῦρο κορμὶ στὴν ἀνοιχτὴ θυρίδα, κύλησε ἀπὸ τὴ σκάλα κάτω ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, βαρυτυλιγμένος στὴν πατατούκα του. Ἔκανε κρύο δυνατό. Βοριὰς ἐξύριζε τὰ πέλαγα, πάγωνε τ᾿ ἀκρογιάλια, κρουστάλλιαζε τὰ στοιβαγμένα χιόνια στὰ βουνά. Καὶ τὸ πλήρωμα, ναῦτες καὶ θερμαστές, συναγμένοι ὁλόγυρα στὴ θερμάστρα, φρόντιζαν νὰ ζεσταθοῦν μὲ τὴ φασκομηλιὰ καὶ τὸ ψωμοτύρι.
Ὁ λύχνος, καρφωμένος στὴ μέση ἑνὸς στύλου, φώτιζε καὶ κάπνιζε μαζὶ τὰ περίγυρα σωθέματα. Διπλὰ-τριπλὰ τὰ κρεβάτια κολλημένα στὰ πλευρά, μὲ τὰ μαῦρα τους στρωσίδια, θύμιζαν νεκροθῆκες στ᾿ ἀνήλιαστα βάθη τῆς γῆς ταιριασμένες. Κοντὰ ἡ καμαρούλα τοῦ ναύκληρου, ἀνοιχτόπορτη, ἔδειχνε ἄλλο κρεβάτι στρωμένο, δυό-τρεῖς φωτογραφίες παλιές, μιὰ χρωμολιθογραφία χανούμισσας, χρυσοφορεμένης καὶ ξαπλωμένης σὲ πουπουλένια προσκέφαλα. Καὶ ὁλοῦθε κρεμασμένα τὰ ροῦχα, στὸ λάδι καὶ στὸ κάρβουνο βουτημένα. Οἱ μουσαμάδες ξεσχισμένοι καὶ μυριομπαλωμένοι. Τὰ χοντρὰ ποδήματα καὶ τὰ κασκέτα καὶ οἱ χρωματιστοὶ σκοῦφοι ἔδειχναν τὸ χώρισμα καλογερικὸ κελλί. Ἀλλὰ τὸ φλίφλισμα τοῦ νεροῦ ποὺ ἀκουόταν στὰ πλευρά, ἡ μυρωδιὰ τοῦ κατραμιοῦ καὶ τὰ ψημένα πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων ἔδειχναν πὼς ἡ ζωὴ ἐδῶ ἀγωνίζεται τὸν τελευταῖο ἀγώνα της. Γιὰ τοῦτο καὶ κανένας δὲν πρόσεξε...
τώρα στὸ ἀστεῖο κατρακύλημα τοῦ θερμαστῆ.
– Δὲ λέτε, ρὲ παιδιά, καὶ τίποτα νὰ ζεσταθοῦμε; ξαναδευτέρωσε ἐκεῖνος, ἀγκαλιάζοντας τὴ θερμάστρα σὰν ἐρωμένη.
– Τί νὰ εἰποῦμε; ρώτησε μελαγχολικὸς ὁ Κώστας ὁ Ἀξιώτης.

Νυχτιὰ σὰν τὴν ἀποψινὴ δὲ θέλει παραμύθια. Ὄχι, δὲ θέλει παραμύθια! Ἐδῶ στὸν ἄγριο κόρφο ποὺ εἴμαστε κλεισμένοι, τριγυρισμένοι ἀπὸ τὸ μούγκρισμα τῆς Μαύρης Θάλασσας, σαβανωμένοι ἀπὸ τὸν πουπουλένιο θυμὸ τ᾿ οὐρανοῦ, ἂς ποῦμε κατιτὶ θεϊκὸ καὶ παρήγορο. Στὰ παλιὰ χρόνια οἱ γέροντές μας δὲν εἶχαν τὴν καταδίκη ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς τώρα. Περνοῦσαν τὶς ἅγιες ἡμέρες κάτω ἀπὸ τὴ στέγη τους, κοντὰ στὴ φωτιά, ἀνάμεσα στὴ φαμίλια τους. Ὅπως ὁ ἀμπελοφυτευτὴς τ᾿ ἀμπέλι του, τρυγούσανε καὶ κεῖνοι τὸ καλοκαίρι τὴ θάλασσα καὶ χαίρονταν τὸ χειμώνα τὰ καλὰ τῆς ἄφοβα. Ἤξεραν τὴ γιορτὴ καὶ τὴν καματερή τους. Εἶχαν καιρὸ γιὰ τὴ χαρὰ καὶ γιὰ τὴ θλίψη τους. Ἐμεῖς τίποτ᾿ ἀπ᾿ αὐτά! Χειμώνα-καλοκαίρι τ᾿ ὀργώνουμε τὸ κύμα. Βόδια καματερὰ στὴ βουκέντρα τῆς Ἀνάγκης, ὑποταχτικὰ θ᾿ αὐλακώνουμε τ᾿ ἁρμυρὸ χωράφι, μονάχα τὴ φάκνα μας ἔχοντας γιὰ πληρωμή. Γιὰ τοῦτο καλὰ ποὺ ἔτυχε ἡ κακοκαιρία ν᾿ ἀφήσουμε λίγο τὸν κάματο. Δὲ λέω πὼς θὰ μείνουμε τώρα ἥσυχοι. Ὁ ἀφέντης θέλει δουλειὰ ἀπὸ τὸ δουλευτή, γιατί φοβᾶται μὴν ὀκνέψη μὲ τὴν ἀκαμωσιά. Φαντάσου ὅμως, ἂν ἦταν καλωσύνη, τί δρόμο θὰ παίρναμε τώρα. Ἔτσι τουλάχιστο ἔχω ἐλεύθερο τὸ νοῦ νὰ συλλογιστῶ τὸ σπίτι μου.

Ἄχ, τὸ σπίτι μου! Ἄρχισα τὸ παραπόνο καὶ κοντεύω νὰ δακρύσω σὰν ἄπραγο παιδί. Μὰ δὲ φταίω γώ. Φταίει αὐτὴ ἡ νύχτα. Φταίει τὸ ἀποψινὸ ἀποσπέρισμα, τ᾿ ἀστέρι τὸ λαμπρὸ ποὺ ἔτρεμε βασιλεύοντας πίσω ἀπὸ τὰ χιονισμένα βουνὰ καὶ τάραξε τὸ εἶναι μου. Ὅπως τοὺς Μάγους ὡδήγησε καὶ μένα πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ τὰ πέλαγα στὴ Νάξο, στὸ Γρίτι μου τὸ πρασινοντυμένο, τὸ ταπεινὸ μὰ ὁλόχαρο σπιτάκι μου. Καὶ ὄχι ὡς ἐδῶ. Παραμπρός, παραμπρὸς ἀκόμη. Μ᾿ ἔφερε στὰ παιδιάτικα χρόνια μου, πρὶν ἀφήσω τὴ στεριὰ καὶ πρὶν ταξιδέψω στὴ θάλασσα.
Καθόμαστε ὅλοι στὸ παραγώνι, διπλοπόδι στὰ μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι μὲ τὰ ζεστὰ φορεματάκια μας, ποὺ τὰ ἔρραψε τῆς μάννας μας ἡ φροντίδα καὶ τῆς ἀδερφῆς μας, τῆς ὀμορφούλας τὰ πιδέξια χέρια. Ὁ πατέρας μου, θεριακωμένος καὶ νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στὶς προσκεφαλάδες ψηλὰ καὶ ρουφοῦσε ἀπολαυστικὰ τὸ τσιμπούκι του.

Ὅταν μας ἔβλεπε ἔτσι συναγμένους, τοῦ ἄρεσε νὰ διηγέται παραμύθια καὶ ἱστορίες τῆς ζωῆς του. Τῆς θάλασσας οἱ κίνδυνοι, τῆς στεριᾶς οἱ χαρές, ὁ τρόμος τῶν κουρσάρων, τὰ ναυτικὰ κατορθώματα τῆς Ἐπανάστασης διάβαιναν ζωντανὰ καὶ ὁλοφώτιστα μπροστά μας. Μὰ κείνη τὴ νύχτα δὲ θέλησε νὰ μιλήση οὔτε γιὰ παραμύθια, οὔτε γιὰ ταξίδια του. Μόλις βάλαμε τὸ λύχνο στὸ λυχνοστάτη καὶ φάγαμε τὴ λειψόπητα, μᾶς ἄρχισε θρησκευτικὲς κουβέντες. Ἦταν θρῆσκος ὁ ἁγιοχώματος καὶ τὰ ἱερὰ βιβλία δὲν τ᾿ ἄφηνε ἀπὸ κοντά του. Ἀλήθεια, στὰ ταξίδια του εἶχε πρόχειρα τὰ τροπάρια καὶ τὶς βλαστήμιες. Μὰ τώρα ποὺ ἔπαψε τὸν ἀγώνα τῆς ζωῆς, φρόντιζε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του.
-Δὲ μοῦ λές, εἶπε στὸν ἀδερφό μου τὸ μικρότερο, τί ὅραμα εἶδε ἡ Παναγία τὴ νύχτα ποὺ γέννησε τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό;
Κόκκαλο ἐκεῖνος. Ρωτάει ἐμένα, τὸ ἴδιο.

Ἄ, δὲν τὸ ξέρετε ! πρόσθεσε μὲ ἤρεμη φωνή. Μὰ δὲν φταῖτε σεῖς, φταίω γῶ ποὺ δὲν σᾶς τὸ ἒμαθ᾿ ἀκόμη. Ἔγινε πέρα στὴν Ἀνατολή, στὸν τόπο τὸν παράδοξο. Ποιὸ χρόνο δὲ σᾶς λέω. Φτάνει νὰ μετρήσετε τὸ φετεινὸ καὶ τὸ βρίσκετε ἀμέσως. Ἐκείνη τὴ νύχτα μία γυναίκα, συντροφιασμένη ἀπὸ τὸν τέχτονα τὸν ἄντρα της, στάθηκε μισοστρατὶς σὲ μιὰ σπηλιὰ καὶ γέννησε ἕνα παιδί. Φτωχὰ ἦταν τὰ ροῦχα της, ἡ ὄψη της πικραμένη· μὰ εἶχε κατιτὶ τόσο λαμπρὸ στὴ ματιά, ποὺ ἔλεγες θ᾿ ἀναστήση καὶ τὴν πέτρα. Κάτω ἀπὸ τὸ γαλάζιο φόρεμα καὶ τὸ κόκκινο στηθοπάνι, τὸ κορμὶ φάνταζε λυγερό, ἄξιο γιὰ νὰ θρονιάση μία πάναγνη ψυχή. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ἄσπρο της κεφαλοδέτη τὰ μυγδαλωτὰ μάτια, τὰ φρύδια τὰ σμιχτά, τὸ λεφαντένιο μέτωπο, λαμπρότερο κι ἀπὸ τὰ χρυσὰ στολίδια του, φανέρωναν τὴν αἰσθαντικὴ πηγὴ ποὺ θὰ σάρκωση τὴν ἀγάπη καὶ τὴν Καλωσύνη.

Γέννησε τὸ παιδί, τὸ βύζαξε, τὸ τύλιξε στὸ σάλι της καὶ τ᾿ ἀπίθωσε στὴ φάτνη πάνω στ᾿ ἄχυρα νὰ κοιμηθῆ. Σὲ λίγο ὁ ἀνασασμὸς ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στηθάκι του ἥσυχος, σὰν ἀνασασμὸς βαλσαμόδεντρου. Γύρω τὸ σκοτάδι ἁπλωνόταν πίσσα. Κάτω στὸ χῶμα πλαγιασμένα τὰ ζωντανά, βόδια καὶ πρόβατα καὶ ἄλογα μαζί, ἔνιωθαν κάποια φρίκη νὰ χαμοπετᾶ πάνω τους, σύγκρυο νὰ τὰ περιγλείφη κ᾿ ἔμεναν ἄγρυπνα. Μὰ οὔτε βέλασμα, οὔτε χλιμίντρισμα, οὔτε βούγεμα ἠχολογοῦσε. Ἡ φάκνα ἔτριζε κάποτε. Ἀλλὰ καὶ κείνη ἔμενε ξερομασσημένη στὸ στόμα τους. Ἀπάνω ἡ σπηλιὰ μὲ τὸν οὐρανὸ τῆς νεροστάλαχτο, μὲ τὰ πλευρὰ τῆς αὐλακωμένα ἀπὸ τὶς νεροσυρμές, πράσινα ἀπὸ τὰ πολυτρίχια, σκισμένα ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ ὄρνιου, τρύπια ἀπὸ τοῦ σφαλαγγιοῦ τὸ κεντρί, κλεισμένα μὲ τὸν πλοκὸ τῆς ἀράχνης, ξεθεμελιωμένα ἀπὸ τὸν ποντικό, ψήλωνε βουβὴ κι ἀτάραχη. Καὶ κάτω ἀπὸ τὴ χαμηλὴ ἐμπατή, τὸ φῶς ἀστροστόλιστης νύχτας χυνόταν στὶς πλαγιὲς καὶ τὰ λακκώματα. 

Οἱ κουρμάδες ἐκεῖ ψήλωναν λαμπάδες, μὲ τὰ καμαρωτὰ κλωνιὰ καρποφορτωμένα. Ἐκεῖ τ᾿ ἀμπέλια ἔδειχναν κλαδιὰ ἕτοιμα ν᾿ ἀνοίξουν μάτια χλωροπράσινα στὸ πρῶτο φύσημα τῆς ἄνοιξης. Ἐκεῖ ἀσπραργυρανθισμένες οἱ ἐλιὲς λαγάριζαν ἀπὸ τώρα τὸ χυμὸ ποὺ θὰ καῆ θυσία στὸ νεογέννητο. Ἐκεῖ καὶ τὰ σπίτια τῆς Βηθλεὲμ μικρά, τετράγωνα, μὲ τὸ δῶμα πάνω καὶ τὴν πόρτα στὸ πλάγι, ἔλαμπαν στὸν ἀσβέστη, λὲς καὶ στολίσθηκαν νὰ καλωσορίσουν Ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοὺς χαρίση τὴ δόξα. Βαθιὰ ὁ Ἰορδάνης στέναζε μέσα στὴ χαλκοστρωμένη κοίτη του καὶ πρόσμενε μὲ τρόμο τὸ θεϊκὸ κορμὶ ποὺ θ᾿ ἅγιαζε τὰ νερά του. Δεξιὰ στὴ χούνη σὰν κατάρατο πνεῦμα βρουχιόταν ἡ Νεκρὴ θάλασσα, λὲς κ᾿ εἶχε ἀκόμη μέσα της τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα. Ἀριστερά, ἀπάνω ἀπὸ τοὺς ζυγούς, ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔφτανε τὸ ἀνθρώπινο μάτι, ἦταν ὅμως ἀσήκωτος ὁ λογισμὸς τοῦ Θεοῦ, στὴ χαρὰ καὶ στὴν ἀκολασία παραδομένα οὔρλιαζαν τὰ Γεροσόλυμα, τὸ ᾄσμα τῶν Προφητῶν κ᾿ ἡ λατρεία λαοῦ μεγάλου.

Ὁ Ἰωσήφ, μόλις εἶδε κοιμισμένο τὸ παιδί, κατέβηκε στὸ χωρίο νὰ φροντίση γιὰ τὴ λεχώνα. Καὶ κείνη ὁλομόναχη, ἀδυνατισμένη, μὲ τὴ μητρικὴ λαχτάρα στὰ στήθη, σταύρωσε τὰ χέρια, ἀκούμπησε τὸ κορμὶ σ᾿ ἕνα στύλο κ᾿ ἔκλεισε τὰ ματόφυλλα. Μὰ στάθηκε ἀδύνατο νὰ κοιμηθῆ. Ἡ τύχη τοῦ θεόσταλτου ἦρθε νὰ τῆς τυραννήση τὴν ψυχή. Τί θ᾿ ἀπογένη στοῦ κόσμου τὴν ἀντάρα ὁ τρυφερός της Κρίνος, Ἐκεῖνος ποῦ τῆς δόθηκε μὲ τὸ χέρι ἀσπροντυμένου Χερουβεὶμ; Ποιὰ θὰ εἶνε ἡ ζωὴ καὶ ποιὸ τὸ τέλος του; Θὰ περάσῃ δρόμο πορφυρόστρωτο ἢ θὰ βάψη μὲ τὸ αἷμα του τ᾿ ἀγκάθια καὶ τὶς στουρναρόπετρες; 

Ὁ κόσμος παραλυμένος δὲν προσέχει πιὰ στὰ λόγια τῶν Προφητῶν. Ὁ Ἰσραὴλ στενάζει κάτω ἀπὸ τὸ ψέμα τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Ρωμαίων τὸ ζυγό. Δὲν κιθαρίζει ὁ Δαβὶδ οὔτε ἡ Δεβόρρα δικάζει τὸ λαὸ κάτω ἀπὸ τοὺς κουρμάδες. Τοῦ Ἀαρὼν τὰ τέκνα λῃστεύουν. Ἀπιστίας σύγνεφο κάθεται στὴν Ἱερὴ Κιβωτὸ καὶ στοῦ Μεγάλου Ναοῦ τὰ ἄδυτα. Πίνει τὸ αἷμα τῶν Μακκαβαίων ἡ γῆ, χωρὶς ν᾿ ἀποδώση ἐλευθερία καὶ δικαιοσύνη. Ὁ Γαυλωνίτης Ἰούδας χάθηκε χωρὶς ν᾿ ἀνορθώση τὸ Νόμο. Ἡ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, χωρισμένη σὲ βασίλεια καὶ τοπαρχίες, φθείρεται ἀπὸ τὸν ἐμφύλιο σπαραγμό, σὰ νὰ τὴ βαραίνη ἀκόμη ἡ ἀπείθεια τῶν προγόνων στὴν ἔρημό του Σίν. Κόλαση ἔγινε ὁ ποτε Παράδεισος! Ἐγωιστὴς καὶ ἐκδικητικὸς καὶ ἄδοξος ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Κυρίου! Πῶς θὰ ζήση σὲ τέτοιον κόσμο τὸ παιδί της;

Ἄξαφνα λύχνος ἠλιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρὸς στῆς μάννας τὴν ψυχή, ἕτοιμος νὰ δείξη τὸ μέλλον τοῦ νιογέννητου, ὅπως ἡ νεφέλη ἔδειξε ἄλλοτε τὸν ἄγνωστο δρόμο στὴ φυλή της. Καὶ τὸν εἶδε τριαντάχρονο λεβεντονιὸ νὰ μαγνητίζη τὶς ψυχὲς τοῦ λαοῦ. Ψηλός, λυγερός, μὲ σεβαστὴ μελαγχολία στὸ ροδοζύμωτο πρόσωπο, μὲ τὰ καστανὰ μαλλιὰ κυματιστὰ στοὺς ὤμους, μὲ τὸ στόμα γλυκοστάλαχτο καὶ τὰ γαλανὰ μάτια, μιλοῦσε στὸ λαὸ καὶ τὸν ἔπειθε. Ἐκήρυττε στὶς συναγωγὲς καὶ χίλιοι τὸν ἄκουαν ἀνέβαινε στὸ βουνὸ καὶ μύριοι τὸν ἀκολουθοῦσαν. Διαβαίνει ἀνάλαφρα τὴ λίμνη τῆς Γενησαρὲτ καὶ ρίχνονται λαμνοκοπώντας οἱ κόσμοι στὰ βήματά του. Οἱ Προφῆτες ποὺ τὸν προσπερνοῦσαν, τώρα πισωδρομοῦν ὑποταχτικοί του. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ ἀναζῆ στὰ λόγια του καὶ συμπληρώνεται. 

Ἡ ἔρμη γῆ ἀναδροσίζεται τ᾿ ἀπελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τὰ πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στὴ μάντρα τους. ἡ ἀγάπη τρέχει ἀδαπάνητη ἀπὸ τὰ πλατειὰ στέρνα του καὶ δροσίζει τὸ καμίνι τῆς κακομοιριᾶς. Οἱ ἄπιστοι πιστεύουν καὶ σηκώνονται οἱ ταπεινοί, τυφλοὺς φωτίζει, χωλοὺς ὁδηγεῖ. Τὰ Γεροσόλυμα στρώνουν τοὺς δρόμους μὲ βάγια νὰ τὸν δεχτοῦν. Σύγκαιρα ὅμως καρφώνουν τὸ σταυρό. Ὁ φθονερὸς μαθητὴς τὸν παραδίνει μὲ φίλημα. Ὁ δειλὸς φίλος του τὸν ἀρνιέται πρὶν λαλήση ὁ πετεινός. Μὰ Ἐκεῖνος, ἀνώτερος ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀνθρώπων, συγχωρεῖ τὴν ἄρνηση καὶ τὴν προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα ἀπὸ τὶς κοροϊδίες καὶ τὰ φτυσίματα, πίνει τὸ ξίδι καὶ τὴ χολή, φορεῖ τὸ ἀγκαθερὸ στεφάνι, τὴν περιφρονητικὴ χλαμύδα, κρατεῖ τὸ καλαμένιο σκῆπτρο καὶ ἀνεβαίνει στὸ μαρτύριο.

– Γυναίκα, νὰ ὁ γιός σου, λέει τὴν τελευταία στιγμή.
Καὶ ἀποχαιρετᾶ, μ᾿ ἕνα βλέμμα μελαγχολικό, τὴ μάννα ποὺ τὸν γέννησε, τοὺς φίλους ποὺ τὸν πίστεψαν, τὸ λαὸ ποὺ τὸν τυράννησε, τὴ Γῆ ποὺ εἶδε τὶς πίκρες του καὶ τὸν Οὐρανὸ ποὺ θὰ δεχόταν τὸ Σῶμα του.
Ἡ μάννα ἦταν ἐκεῖ καὶ τὰ ἔβλεπε ὅλα. Ἤθελε νὰ φωνάξη, νὰ τρέξη γιὰ νὰ τὸν σώση ἀπὸ τὰ χέρια τῶν κακούργων ἀλλὰ δὲ μποροῦσε νὰ βγάλη φωνή. Τὸ σῶμα δὲν ἀκολουθοῦσε τοὺς πόθους τῆς ψυχῆς. Μὰ ὅταν εἶδε ἕνα στρατιώτη ἀγριοπρόσωπο, ἕτοιμο νὰ λογχίση τὰ πλευρά του,
– Μή! … ἐφώναξε μὲ ὅλη της τὴ δύναμη.

Καὶ μὲ τὸ μή! ξύπνησε. Δὲν εἶδε ὁλόγυρα της τίποτα ἀπὸ τὸ φριχτὸ δράμα. Τὸ βρέφος κοιμότανε ἀκόμη πλάγι της, μέσα στὴ φάτνη, ἀπάνω στὸ ἄχυρο. Μὰ δὲ βασίλευε ἡ σιγὴ καὶ τὸ σκοτάδι, ὅπως πρίν. Ἀγγελικὴ ἁρμονία κατέβαινε ἀπὸ ψηλὰ καὶ λαμπρομέτωπο ἀστέρι ἔχυνε θάλασσα τὸ φῶς του στὴ σπηλιά.
Καὶ μπρὸς στὰ πόδια της, οἱ Μάγοι γονατιστοὶ μὲ τὰ δῶρα τους, τὴ σμύρνα καὶ τὸ μόσχο καὶ τὸ λιβάνι, ὠνόμαζαν τὸ γιό της βασιλέα καὶ Θεό.

Ἐκείνη τὴν ὥρα φάνηκε στὴν ἐμπατὴ χλωμὸς ὁ Ἰωσήφ.
-Νὰ φύγουμε, λέει τρέμοντας στὴ γυναίκα του. Ὁ Ἡρῴδης θέλει τὸ παιδὶ κ᾿ οἱ ἀνθρώποι τὸν ψάχνουν στὴ χώρα. Γλήγορα νὰ φύγουμε!
Ἐκείνη ἅρπαξε ἀμέσως τὸ βρέφος, τὸ ἕσφιξε στοὺς κόρφους της καὶ πῆραν δρόμο γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Ἡ νύχτα τοὺς ἔκρυψε. Μὰ τὰ αἵματα τῶν ἄλλων παιδιῶν κι ὁ θρῆνος τῶν μαννάδων ἀνέβαιναν ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στὸν ἀναμορφωτὴ τοῦ κόσμου.
-Πόσα αἵματα θὰ χυθοῦν ἀκόμη! ψιθύρισε προφήτης ἡ γυναίκα. Πόσα αἵματα! …»

Τέλειωσε ὁ Ἀξιώτης τὸ διήγημά του κ᾿ οἱ σύντροφοι ἔμειναν ἀκόμη ἀκίνητοι σὰν ὀνειροπλανεμένοι. Μερικοὶ σταυροκοπήθηκαν ἄλλοι στέναξαν βαθιὰ σὰ νὰ ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μὰ ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, ἴδιος στ᾿ ἀστεῖα καὶ στὰ σοβαρά, ρώτησε πονηρὰ τὸ σύντροφό του:
-Δὲ μοῦ λές, βλάμη. Εἶδε ἡ Παναγιὰ στ᾿ ὄνειρό της καὶ τὸν πατριώτη σου τὸ Βαραββᾶ;
Ἐκεῖνος χολοταράχτηκε. Φοβερὴ βλαστήμια ἀνέβηκε στὰ χείλη του. Μὰ τὴν κατάπιε. Δὲν ἦταν καιρὸς τώρα νὰ κολαστῆ κανείς! Χαμογέλασε, ἔκαμε τὸ σταυρό του καὶ ξαπλώθηκε στὸ ἔρημο κρεβάτι του.
-Καὶ τοῦ χρόνου, παιδιά, στὰ σπίτια μας! εὐχήθηκε.
-Στὰ σπίτια μας, μὰ θὰ μᾶς θερίζη ἡ πείνα, εἶπε ὁ θερμαστής.
Καὶ γέλασε δυνατά.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Ο άγιος των γραμμάτων μας...δίγλωσσος


 

(Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1889)
Έκπληξιν μεγάλην έξέφρασεν ή γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ. ιδοϋσα τη ήμερα των Χριστουγέννων τοΰ 187... την θειά-Άχτί τσα φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και τήν Πα­τρώνα μέ καθαρά ϋποκαμισάκια και μέ. νέα πέδιλα.
Τοϋτο δε διότι ήτο γνωστότατον ότι η θειά-Άχτίτσα είχε ιδεί τήν προίκα τής κόρης της πωλουμένην επί δημοπρασίας προς πληρωμήν των χρεών αναξίου γαμβρού, διότι ήτο έρημος κα\ χήρα, και διότι ανέτρεφε τά δύο ορφανά έγγονά της μετερ-χομένη ποικίλα επαγγέλματα. Ητον (ας ήτο μοναχή της !) άπ εκείνας που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Ή γειτόνισσα. τό Ζερ­μπινιώ. ώκτειρε τάς στερήσεις τής γραίας και τών δυο ορφανών αλλά μήπως ήτο και αυτή πλούσια, δια νά ελθη αυτοϊς αρωγός και παρήγορος ;

Ευτυχής ό μακαρίτης, ό μπάρμπα-Μιχαλιός, όστις προηγήθη εις τον τάφον τής συμβίας Άχτίτσας, χωρίς νά ίδη τά δεινά τά επικείμενα αυτή μετά τον θάνατον του. Ητο καλής ψυχής, —ας είχε ζωή !— ο συχωρεμένος. Τά δύο παιδία «τά άδιαφό-ρετα», ο Γεώργης καΐ ο Βασίλης, έπνίγησαν βυθισθείσης τής βρατσέρας των τον χειμώνα του έτους 186... Ή βρατσέρα ε­κείνη άπωλέσθη αύτανδρος,—τί φρίκη ! τί καϋμός ! Τέτοια τρο­μάρα καμμιάς καλής χριστιανής νά μήν τής μέλλη.
Ό τρίτος ο γυιός της, ο σουρτούκης, το χαμένο κορμί, έξε-νητεύθη καΐ εύρίσκετο, έλεγαν, είς τήν Άμερικήν. Πέτρα ερρι-ξε πίσω του. Μήπως τον είδε ; Μήπως τον ήκουσεν ; Αλλοι πάλιν πατριώταις είπαν ότι ένυμφεύθη είς εκείνα τά χώματα, κ' επήρε, λέει, μιά φράγκα, μιά 'γγλεζοποϋλα, ένα ξωθικό, ποΰ δέν ήξευρε νά μιλήση ρωμέϊκα. Μή χειρότερα ! Τί νά πή κανείς ! Εΐμπορεΐ νά καταρασθή το παιδί του, τά σωθικά του, τά σπλάγχνα του ;

******************************

Ή κόρη της άπέθανεν είς τον δεύτερον τοκετόν, άφεΐσα αύτη τά δύο ορφανά κληρονομίαν. Ό πατεριασμένος τους, έζοϋσε ακόμα (ποϋ νά φτάσουν τά μαντάτα του ώρα-τήν-ώρα !), μά τί νοικοκύρης! Το πρόκοψε, αλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος και μέ άλλας άρετάς ακόμη. Είπαν πώς ξαναπαντρεύτηκε αλλού, διά νά πάρη και άλλον κόσμον εις τον λαιμόν του, ο ασυνείδητος ! Τέτοιοι άντρες ! "Εκαμε δά κι' αυτή ένα γαμπρό, μά γαμπρό (το λαμπρό τ' νά βγή!)
Τί νά κάμη, έβαλε τά δυνατά της, κ' επροσπαθοΰσε όπως - ό πως νά ζήση τά δΰο ορφανά. Τί αξιολύπητα, τά καϋμένα! Κατά τάς διαφόρους ώρας τοϋ έτους έβοτανιζεν, αργολογοϋσε, έμάζω-νε έληαίς, έξενοδούλευε. Έμάζωνε κούμαρα και τά έβγαζε ρακί. Μερικά στέμφυλα άπ' εδώ, κάμποσα βότσια αραβοσίτου άπ' εκεί, όλα τά εχρησιμοποίει. Είτα, κατά Όκτωβριον, άμα ήνοιγαν τά ελαιοτριβεία, έπαιρνεν Ινα είδος πήχυν, Εν πενηντάρι έκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ' έγύριζεν εις τά ποτόκια, όπου κατεστάλαζον αί ύποστάθμαι τοϋ ελαίου, κ' έμάζωνε τήν μούρ­γα. Διά της μεθόδου ταύτης ώκονόμει δλον το ένιαύσιον έλαιον -τοϋ λυχναρίου της.λλα το πρώτιστον εισόδημα της θειά-Άχτίτσας προήρχε-το έκ τοϋ σταχομαζώματος. Τον Ίούνιον, κατ' έτος, έπεβιβάζε-το εις πλοΐον, έπλεεν υπερπόντιος καΐ διεπεραιοΰτο εις Εϋβοιαν. Περιεφρόνησε το όνειδιστικόν έπίθετον της «καραβωμένης», ό­περ έσφενδόνιζον άλλα γύναια κατ' αυτής, διότι όνειδος ακόμη εθεωρείτο το νά πλέη γυνή εις τά πελάγη. Έκεΐ, μετ' άλλων πτω­χών γυναικών, ήσχολεϊτο συλλέγουσα τους άστάχεις, τους πί­πτοντας από τών δραγμάτων τών θεριστών, από τών φορτωμά­των καΐ κάρρων. Κατ' έτος οι χωρικοί τής Ευβοίας και τά χω­ριατόπουλα, έρριπτον κατά πρόσωπον αυτών το σκώμμα :  «Νά! ή φ'στάναις! μας ήρθαν πάλι ή φ'στάναις !>. Άλλ' αΰτη έκυπτεν ύπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τά ψυχία εκείνα της πλούσιας συγκομιδής τοϋ τόπου, άπήρτιζε τρεις ή τεσσάρας σάκκους, όλόκληρον ένιαυσίαν έσοδείαν δι' έαυτήν καΐ διά τά δύο ορφανά, τά όποια εΐχεν έμπιστευθή έν τφ μεταξύ εις τάς -φροντίδας τής Ζερμπινιως, καΐ αποπλέουσα έπέστρεφεν εις το παραθαλάσσιον χωρίον της.

Πλην εφέτος, δηλ. το έτος εκείνο, άφορία είχε μαστίσει τήν
Εΰβοιαν. Άφορία είς τον ελαιώνα της μικράς νήσου, όπου κατώ-κει ή θειά-Άχτίτσα. Άφορία είς τάς αμπέλους καΐ είς τους α­ραβοσίτους, άφορία σχεδόν και είς αυτά τά κούμαρα, άφορία πανταχού.
Είτα, επειδή ουδέν κακόν έρχεται μόνον, βαρύς χειμών ένέσκηψεν είς τά βορειότερα εκείνα μέρη. Άπό τοϋ Νοεμβρίου μηνός, χωρίς σχεδόν νά πνεύση νότος και νά πέση βροχή, ήρ-χιζε νά χιονίζη. Μόλις έπαυεν είς νιφετός και ήρχιζεν άλλος. Ενίοτε έπνεε ξηρός βορράς, σφιγγών έτι μάλλον τά χιόνιια, τά. οποία δεν έλυωναν είς τά βουνά. «Έπερίμεναν άλλα».
Ή γραία μόλις είχε προλάβει νά μεταφέρη έπί τών ώμων της, άπό τών φαράγγων και δρυμών, άγκαλίδας τινάς ξηρών ξύ­λων, όσαι μόλις θά ήρκουν διά δυο εβδομάδας ή τρεις, και βαρύς ό χειμών έπέπεσε. Περί τά μέσα Δεκεμβρίου μόλις επήλθε μι­κρά διακοπή, και δειλαί τινες ακτίνες ηλίου έπεφάνησαν, έπι-χρυσοϋσαι τάς ύψηλοτέρας στέγας. Ή θειά-Άχτίτσα έτρεξεν εις τά «ορμάνια», ίνα προλάβη καΐ είσκομίση καυσόξυλα τίνα. Την επαύριον ό χειμών κατέσκηψεν άγριώτερος. Μέχρι τών Χριστουγέννων, ουδεμία ήμερα εύδιος, ουδεμία γωνία ουρανού ορατή, ουδεμία άκτίς ηλίου.
Κραταιός και βαρύπνοος βορράς, «χιονιστής», έφύσα κατά. τάς παραμονάς της αγίας ημέρας. Αί στέγαι τών οίκιών ήσαν κατάφορτοι έκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τά συνήθη παίγνια τών οδών και τά χιονοβολήματα έπαυσαν. Ό χειμών εκείνος δεν ήτο φιλοπαίγμων. Άπό τών κεράμων τών στεγών έκρέμαντο ως ώ­ριμοι καρποί σπιθαμιαϊα κρύσταλλα, τά δποΐα οί μάγκαι της γει­τονιάς δεν είχον πλέον όρεξιν νά τρώγουν.
******************************
Την έσπέραν τής 23, ο Γέρος είχεν έλθει άπό το σχολεϊον περιχαρής, διότι άπό τής αύριον έπαυον τά μαθήματα. Πρίν ξε-κρεμάση τον «φύλακα» άπό τής μασχάλης του, ό Γέρος πεινα­σμένος ήνοιξε το δουλάπι, άλλ' ουδέ ψωμόν άρτου εύρεν έκεΐ. Ή γραία εΐχεν εξέλθει, ίσως προς ζήτησιν άρτου. Ή ατυχής. Πατρώνα έκάθητο ζαρωμένη πλησίον τής εστίας, άλλ' ή εστία, ήτο σβεστή. Έσκάλιζε τήν στάκτην, νομίζουσα έν τη παιδική άφελεία της (ήτο μόλις τετραετές το πτωχόν κοράσιον), ότι η εστία έχει πάντοτε τήν δυνατότητα νά θερμαίνη, καΐ ας μή καίη. Άλλ' ή στάκτη ήτον υγρά. Σταλαγμοί ύδατος, εκ χιόνος τακεί-σης ίσως διά τινος λαθραίας και παροδικής άκτΐνος ηλίου, εΐχον ρεύσει διά της καπνοδόχου. Ό Γέρος, όστις ήτο επταετής μόλις, έτοιμος να κλαύση, διότι δέν εύρισκε ψυχίον τι προς κορεσμόν τής πείνης του, ήνοιξε τό μόνον παράθυρον, έχον τριών σπιθα­μών μήκος. Ό οικίσκος όλος, χθαμαλός, ήμιφάτνωτος, μέ είδος σοφά, εΐχεν ΰψος δύο ίσως όργυών άπό τοϋ εδάφους μέχρι τής οροφής.
Ό Γέρος άνεβίβασε σκαμνίον τι επί τοϋ λιθίνου ερείσματος τοϋ παραθύρου, άνέβη επί τοϋ σκαμνιού, έστηρίχθη διά τής αρι­στεράς έπι τοϋ παραθυροφύλου, άνοικτοϋ, έστηλώθη μετά τόλ­μης προς τήν οροφήν, άνέτεινε τήν δεξιάν, καΐ άπέσπασεν έν κρύσταλλον έκ τών κοσμούντων τους «σταλασμους» τής στέγης. Ήρχισε νά το έκμυζά βραδέως καΐ ηδονικώς, και έδιδε καΐ είς την Πατρώναν νά φάγη. Έπείνων τά κακόμοιρα.

Ή γραΐα-Άχτίτσα επανήλθε μετ' ολίγον φέρουσα πράγμα τι τυλιγμένον είς τον κόλπον της. Ό Γέρος, όστις έγνώριζεν έκ τής παιδικής του πείρας ότι ποτέ άνευ αίτιας δεν έφούσκωναν οΐ κόλποι τής μάμμης του, άναπηδήσας έτρεξεν είς το στήθος της, ένέβαλε τήν χείρα, και άφήκε κραυγήν χαράς. Τεμάχιον άρτου είχεν «οικονομήσει» και τήν έσπέραν έκείνην ή καλή, καίτοι ολί­γον αυστηρά, μάμμη, τις εΐδεν αντί ποίων εξευτελισμών, και διά πόσων εκλιπαρήσεων!
Και τί δέν ήθελεν ύποστή, προ ποίας θυσίας ήδύνατο νά: οπισθοδρόμηση, διά τήν άγάπην τών δύο τούτων παιδίων, τά ό­ποια ήσαν δίς παιδία δι' αυτήν, καθόσον ήσαν τέκνα τοΰ τέκνου· της '.Εν τούτοις δέν ήθελε νά δεικνύη αύτοΐς μεγάλην άδυνα-μίαν καΐ «ήμερο μάτι δέν τους έδιδε». Έκάλει τον άρρενα «Γέ-ρον», διότι είχε το όνομα τοϋ άληθοϋς γέρου της, τοϋ μακαρί-του μπάρμπα-Μιχαλιοϋ, τοΰ όποιου τό όνομα τής έπόνει ν' ά-κούση ή νά προσφέρη. Το ταλαίπωρον το θήλυ το έκάλει Πα­τρώναν θωπευτικώς, καΐ ολίγον «σάν άρχοντοξεπεσμένη που ήτον», μή άνεχομένη ν' άκούη το Άργυρώ, το όνομα τής κόρης της, όπερ εδόθη ώς κληρονομιά είς το ορφανόν, λεχοϋς θανού-οης εκείνης. Πλην τοϋ υποκορισμού τούτου, ούδεμίαν αλλην έ πιδεικτικήν τρυφερότητα άπένεμεν είς τά δυο πτωχά πλάσματα, αλλά μάλλον πρακτικήν αγάπην καΐ προστασίαν.
Ή ταλαίπωρος γραία έστρωσε διά τά δυο ορφανά, ίνα κοι-μηθώσιν, άνεκλίθη και αυτή πλησίον των, τοις είπε νά φυσή-σωσιν ύποκάτω τοΰ σκεπάσματος των διά νά ζεσταθούν, τοις ύπεσχέθη, ψευδομένη, άλλ' ελπίζουσα νά επαληθεύση, ότι αΰριον ο Χριστός θά φέρη ξύλα και ψωμί και μίαν χύτραν κοχλάζουσαν επί τοΰ πυρός, και εμεινεν άϋπνος πέραν τοΰ μεσονυκτίου, αναλογιζομένη τήν πικράν τΰχην της.
******************************
Το πρωί, μετά τήν λειτουργίαν (ήτο παραμονή των Χριστουγέννων) ό παπά-Δημήτρης ,ο ενορίτης της,έπαρουσιάσθη αίφνης είς τήν θΰραν τοΰ πενιχρού οικίσκου.
—Καλώς ταδέχθης, της είπε μειδιών.
«Καλώς τάδέχθη» αυτή ! Και από ποίον έπερίμενε τίποτε ;
—Έλαβα ένα γράμμα διά σέ, Άχτίτσα, προσέθηκεν ο ιε­ρεύς, τινάσσων τήν χιόνα άπό το ράσον και το σάλι του.
—Όρίστε, δέσποτα ! Και μακάρι εχω τή φωτιά, έψιθύρισε προς εαυτήν, ή το γλυκό και το ρακί νά τον φιλέψω ;
Ό ιερεύς άνέβη τήν τετράβαθμον κλίμακα καί έλθών έκά-θισεν επί τοΰ σκαμνίου. Ήρεύνησε δε εις τον κόλπον του και εξήγαγε μέγαν φάκελλον μέ πολλάς και ποικίλας σφραγίδας και γραμματόσημα.
—Γράμμα, είπες, παπά, έπανέλαβεν ή Άχτίτσα, μόλις τότε άρχίσασα νά έννοή τί της ελεγεν ο ιερεύς.
Ό φάκελλος, όν εΐχεν εξαγάγει άπό τοΰ κόλπου του, έφαί-νετο ανοικτός άπό τό έν μέρος.
—Απόψε έφθασε τό βαπόρι, εϊπεν ό εφημέριος· εμένα μοΰ τό έφεραν τώρα, μόλις έβγαινα άπό τήν έκκλησίαν.
Καί ένθείς τήν χείρα έσω τοΰ φακέλλου εξήγαγε διπλωμέ-νον χαρτίον.
—Τό γράμμα είναι προς έμέ, προσέθηκεν, αλλά σέ άποβλέπει.
—Έμενα ; έμενα ; έπανέλαβεν έκπληκτος ή γραία.
Ό παπα-Δημήτρης έξεδίπλωσε τό χαρτίον.
—Είδεν ο Θεός τον πόνον σου και σοΰ στέλλει μικράν βοή θείαν, εΐπεν ο αγαθός ιερεύς. Ό γυιός σου, σοΰ γράφει από την Άμερικήν.
—Άπ' την Άμέρικα ; ό Γιάννης! ο Γιάννης με θυμήθη-κεν ; άνέκραξε περιχαρής, ποιούσα το σημείον του Σταυρού η γραία. Καί είτα προσέθηκε :—Δόξα σοι ο Θεός !
Ό ιερεύς έβαλε τά γυαλιά του και έδοκίμασε ν' αναγνώση.
—Είναι κακογραμμένα, κ' εγώ δυσκολεύομαι να διαβάζω αύταίς της τζίφραις ποΰ έβγαλαν τώρα, αλλά θά προσπαθήσω-μεν να βγάλωμεν νόημα. Καί ήρχισε μετά δυσκολίας, καΐ σκον-τάπτων συχνά ν' άναγινώσκη :

«Παπά-Δημήτρη, το χέρι σου φιλώ. Πρώτον ερωτώ διά τό αΐσιον κτλ. κτλ. Εγώ λείπω πολλά χρόνια και δεν εϊξεύρω αύτοϋ τι γίνονται, οΰτε αν ζουν ή άπέθαναν. Είμαι εις μακρυνόν μέ­ρος, πολύ βαθειά, εις τον Παναμάν, και δεν εχω καμμίαν συγ-κοινωνίαν με άλλους πατριώταις πού ευρίσκονται είς την Α­μερικην. Προ τριών χρόνων έντάμωσα τον (δείνα) και τον (δείνα), αλλά καί αυτοί έλειπαν χρόνους πολλούς, καί δέν εΐ-ξευραν τί γίνεται είς το σπίτι μας.
»  Έάν ζη ο πατέρας ή ή μητέρα μου, ειπέ τους νά με συγ­χωρήσουν, διότι διά καλό πάντα πασχίζει ό άνθρωπος καί είς κακό πολλαίς φοραίς βγαίνει. 'Εγώ αρρώστησα δυο φοραΐς από κακαΐς ασθένειες τοΰ τόπου έδώ και έκαμα πολύν'καιρόν είς τά σπιτάλια. Τά ο,τι είχα καί δεν είχα επήγαν καί μόλις έγλύτωσα την ζωήν μου. Είχα ύπανδρευθή προ δέκα χρόνων κατά τήν συνήθειαν τοΰ τόπου έδώ, αλλά τώρα είμαι άπόχηρος, καί άλλο καλλίτερον δέν ζητώ, παρά νά πιάσω ολίγα χρήματα νά έλθω είς τήν πατρίδα, άν προφθάσω τους γονείς μου νά μ' ευλογή­σουν. Καί νά μήν έχουν παράπονο είς έμέ, διότι έτσι θέλει δ Θεός, καί δέν είμποροΰμε εμείς νά πάμε κόντρα. Καί νά μή βαρυγνωμοΰν, διότι, αν δέν είναι θέλημα Θεοΰ, δέν μπορεί άν­θρωπος νά προκόψη...Σοΰ στέλλω έδώ έσωκλείστως ένα συνάλλαγμα έπ' ονόμα­τι σου, νά ύπογράψης ή άγιωσύνη σου, καί νά φροντίσουν νά τδ εξαργυρώσουν ο πατέρας ή ή μητέρα, έάν ζουν. Καί άν, ό μή γένοιτο, είναι    άποθαμμένοι, νά το εξαργύρωσης ή άγιωσύνη σου, νά δώσης είς κανέναν άδελφόν μου, έάν είναι αΰτοϋ, ή εις κανέν ανίψι μου καΐ είς άλλα πτωχά. Καΐ νά κρατήσης καΐ η αγιωσύνη σου, εάν οί γονείς μου είναι αποθαμμένοι, έν μέρος τοϋ ποσοΰ αυτού διά τα σαρανταλείτουργα...».


Πολλά έλεγεν ή επιστολή αΰτη καΐ έν σπουδαϊον παρέλι-πε. Δεν ανέφερε το ποσόν των χρημάτων, δι' όσα ήτο ή συναλ­λαγματική. Ό παπα-Δημήτρης, παρατηρήσας το πράγμα, εξέ­φερε τήν είκασίαν, ότι ό γράψας τήν έπιστολήν, λησμονήσαν, νομίζων ότι είχεν ορίσει το ποσόν τών χρημάτων παραπάνω, ένό-μισε περιττόν νά το έπαναλάβη παρακατιών, διό καΐ έλεγε «τοΰ ποσοΰ αΰτοϋ».
Έν τούτοις άφατος ήτο ή χαρά της Άχτίτσας, λαβούσης μετά τόσα έτη ειδήσεις περί τοΰ υίοΰ της.. Ως ΰπό τέφραν κοι-μώμενος άπό τόσων ετών ο σπινθήρ της μητρικής στοργής άνέ-θορεν έκ τών σπλάγχνων εις τό πρόσωπόν της καΐ ή γεροντική, ρικνή, καΐ έρρυτιδωμένη όψις της ήγλαΐσθη μέ ακτίνα νεότητος καΐ καλλονής.
Τά δΰο παιδία, άν καΐ δέν ένόουν περί τίνος επρόκειτο, ι δόντα τήν χαράν τής μάμμης των, ήρχισαν νά χοροπηδώσιν.
******************************
Ό κΰρ - Μαργαρίτης δεν ήτο ιδίως προεξοφλητής, ή τοκι-στής, ή έμπορος, ήτον όλα αυτά ομοΰ. Ένα φόρον επιτηδεύμα­τος έπλήρωνεν, άλλ' έκαμνε τρεις τέχνας.
Ή γραϊα-Άχτίτσα, είς φοβεράν διατελούσα ένδειαν, έλα­βε το παρά τοΰ υίοΰ της άποσταλέν γραμμάτιον, έφ' οΰ έφαίνον-το γράμματα κόκκινα και μαΰρα, άλλα έντυπα καί άλλα χειρό­γραφα, εξ ών δέν ένόει τίποτε οΰτε ο γηραιδς εφημέριος οΰτε αυτή,   καϊ μετέβη είς τό μαγαζί τοΰ κΰρ-Μαργαρίτη.

Ό κΰρ-Μαργαρίτης έρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, έτίνα-ξε τήν βράκαν του, έφ' ής έπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατε-βίβασε μέχρι τών οφρύων τήν σκούφιαν του, έβαλε τά γυαλιά του, και ήρχισε νά έξετάζη διά μακρών τό γραμμάτιον.
—Έρχεται άπ' τήν Άμέρικα ; είπε. Σ' έθυμήθηκε, βλέπω, ο γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.
Είτα έπανέλαβεν :—Έχει τον άριθμόν 10, αλλά δέν ξέρουμε τί είδους μονέ δα νά είναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιαις, δέκα κολοννάτα ή δέκα... Διεκόπη, παρ' ολίγον νά έλεγε «δέκα λίραις».
—Νά φωνάξουμε το δάσκαλο, έμορμύρισεν ό κύρ-Μαρ-γαρίτης- ίσως εκείνος ξεύρει νά το διάβαση. Τί γλώσσα νά εί­ναι τάχα ;

Ό ελληνοδιδάσκαλος, όστις έκάθητο βλέπων τους παίζον­τας το κιάμο είς παράπλευρον καφενεΐον, παρακληθείς μετέβη εις το μαγαζί τοϋ κύρ-Μαργαρίτη. Είσήλθεν ορθός, δύσκαμπτος, έλαβε το γραμμάτιον, παρεκάλεσε τον κύρ-Μαργαρίτην νά του δανείση τά γυαλιά του καΐ ήρχισε νά συλλαβίζη τους λατινικούς χαρακτήρας.
—Πρέπει νά είναι αγγλικά, είπεν, εκτός άν είναι γερμα­νικά. Από ποϋ έρχεται αύτό το δελτάριον ;
—Άπ' τήν Άμερικήν ; τότε θά είναι άγγλικόν. Και ταϋτα λέγων προσεπάθει νά συλλαβίση τάς λέξεις :
ten pounds sterling, άς έφερε χειρογράφους ή επιταγή.
sterling, είπε' sterling
θά σημαίνη τάλληλον, πι­στεύω. Ή λέξις φαίνεται νά είναι της αυτής ετυμολογίας, απεφάνθη δογματικώς. Καί επέστρεψε το γραμμάτιον είς χείρας τοϋ κύρ-Μαργαρίτη.—Αύτό θά είναι, είπε, καΐ επειδή υπάρχει έπι της έπικε-φαλίδος ό άριθμός 10, θά είναι χωρίς άλλο γραμμάτιον διά δέ-κα τάλληρα. Τό κάτω-κάτω, οφείλω νά σας είπω ότι δέν γνωρί­ζω άπό χρηματιστικά. Είς άλλα ημεϊς ασχολούμεθα, οΐ άνθρωποι των γραμμάτων.
Και τοϋτο ειπών, επειδή ήσθάνθη ψϋχος εις τό πλακόστρω-τον και κατάψυχρον μαγαζεΐον τοϋ κύρ-Μαργαρίτη, έπέστρε-ψεν είς τό καφενεΐον, ίνα θερμανθή.


Ό κύρ-Μαργαρίτης εΐχεν αρχίσει νά τρίβη τάς χείρας και κάτι έφαίνετο σκεπτόμενος.--Τώρα, τί τά θέλεις, είπε στραφείς προς την γραΐαν. Οί καιροί είναι δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Νά το πάρω, νά σοΰ το εξαργυρώσω, ξέρω πως είναι σίγουρος ό παράς μου, ξέρω αν δέν είναι ψεύτικο ; Άπό κει κάτω, άπ' τον χαμένον κόσμον, πε­ριμένεις αλήθεια!  Όλαις ή ψευτιαίς, ή καλπαζουνιαίς, άπό κειμας έρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια οί σουρτούκηδες (με συγ­χωρείς, δεν λέγω τδν γυιό σου), εκεί που ψένει ο ήλιος το ψω­μί καΐ δεν νοιάζονται νά στείλουν έναν παρά, ένα σωστον παρά, μοναχά στέλνουν παληόχαρτα.

Έφερε δύο βόλταις περί το τεράστιον λογιστήριόν του και επανέλαβε :—Και δεν είναι μικρό πράγμα αυτό, νά σε χαρώ, είναι δέκα τάλλαρα. Νά είχα δέκα τάλλαρα έγώ, παντρευόμουνα.    
Είτα έξηκολούθησε :—Μα τί νά σοϋ πώ ; σε λυπούμαι ποϋ είσαι καλή γυναίκα, κ' έχεις και κείνα τά ορφανά. Νά κρατήσω έγώ ενάμισυ τάλλαρο διά τους κινδύνους πού τρέχω, και γιά τά οχτώμισυ πλειά... Κα! γιά νάμαστε σίγουροι, μή γυρεύεις κολονάτα, νά σοϋ δώσω· πεντόφραγκα, γιά ναμαστε μέσα... Όχτώμισυ πεντόφραγκα λοι­πόν ! Ά !... ξέχασα....
Τουναντίον , δεν είχε ξεχάσει· άπ' αρχής της συνεντεύξε­ως, αυτό έσκέπτετο. --Ό συχωρεμένος ό Μιχαλιός κάτι έκανε νά μοϋ δίνη, δεν θυμούμαι τώρα...
Και έπέστρεψεν είς το λογιστήριόν του. —Μα κ' εκείνος ο τελμπεντέρης ο γαμπρός σου, μοϋ έφαγε δύο τάλλαρα θαρρώ...
Και ώπλίσθη με τό πελώριον κατάστιχόν του. —Είναι δίκηο νά τά κρατήσω... εσένα, όσα σοϋ δώσω θά σοϋ φανοΰν χάρισμα.


Ήνοιξε τό κατάστιχόν. Αι κατάπυκνοι και μυροβολοΰσαι σελίδες τοϋ κατάστιχου τούτου ώμοίαζον με πίονας αγρούς, με γήν άγαθήν. "Ο,τι έσπει­ρε τις εν αύτώ, έκαρποφόρει πολλαπλασίως. Ήτο, ως νά έκοπτέ τις τά φύλλα τοϋ δενδρυλλίου, εκάστοτε ότε έγίνετο έξόφλησις κονδυλίου τινός, άλλ' ή ρίζα εμενεν ύπό τήν γήν, μέλλουσα κα! πάλιν ν' άναβλαστήση.
Ό κύρ-Μαργαρίτης εύρε παρευθύς τους δύο λογαριασμούς. —Έννηά και δεκαπέντε    μοϋ χρεωστοϋσεν ο μακαρίτης ο άντρας σου, είπε,    καΐ δυο τάλλαρα δανεικά   κι' αγύριστα ταϋ γαμπρού σου γίνονται...
Και λαβών κάλαμον να έκτελή τήν πρόσθεσιν πρώτον καΐ τήν άναγωγήν τών ταλληρων είς δραχμάς, είτα τήν άφαίρεσιν από τοϋ ποσοΰ   τών δέκα γαλλικών ταλληρων.  —-Κάνει να σοϋ δίνω... ήρχισε νά λέγη ό κΰρ - Μαργαρίτης.

Τη στιγμή εκείνη εισήλθε νέον πρόσωπον.
******************************
Ήτο έμπορος Συριανός, παρεπιδημών δι' υποθέσεις είς τήν μικράν νήσον. Άμα είσελθών διηυθύνθη μετά μεγίστης ελευθε­ρίας καΐ θάρρους εις το λογιστήριον, όπου ίστατο ό κύρ-Μαργαρίτης.
—Τί έχουμε, κύρ-Μαργαρίτη ; Τ' εΐν' αυτό ; εΐπεν, ίδών πρόχειρον επί τοΰ λογιστηρίου το γραμμάτιον της πτωχής γραίας.
Και λαβών τοΰτο είς χείρας :
—Συναλλαγματική δια δέκα άγγλικάς λίρας άπό τήν Άμε-ρικήν, είπε καθαρά τή φωνή, ποϋ ευρέθη εδώ ; Κάμνεις και τέ­τοιες δουλειές, κΰρ-Μαργαρίτη;
—Γιά δέκα λίραις! έπανέλαβεν αυθορμήτως ή Άχτίτσα, άκούσασα ευκρινώς τήν λέξιν.
—Ναί, γιά δέκα άγγλικάς λίρας, είπε και πάλιν στραφείς προς αυτήν ο Έρμουπολίτης. Μήπως είναι δικό σου;
—Μάλιστα.
Ή θεια Άχτίτσα, εν καταφάσει, έλεγε πάντοτε ναί, άλλα νΰν, ήπόρει καΐ αυτή πώς είπε μάλιστα και ποϋ εύρε τήν λέξιν ταύτην
—Γιά δέκα ναπολεόνια θά είναι ίσως, είπε δάκνων τά χείλη ο κύρ-Μαργαρίτης
—Σοϋ λέγω διά δέκα άγγλικάς λίρας, επανέλαβε καΐ αύθις δ Συριανός έμπορος. Παίρνεις από λόγια;
Καί έρριψε δεύτερον μακρόν βλέμμα επί τοϋ γραμματίου.
—Είναι σίγουρος παράς, άρζάν-κοντάν. σοϋ λέγω. Θά το εξόφλησης, ή το εξοφλώ ἀμέσως;
Και έκαμε κίνημα διά νά έξαγάγη το χρηματοφυλάκιόν του.
—Μπορεί νά τό πάρη κανείς γιά εννέα λίραις.. γαλικαίς, είπε διστάζων ο κύρ-Μαργαρίτης.
—Γαλλικαίς;... το παίρνω έγώ γιά έννηά άγγλικαίς.    
Και στρέψας όπισθεν το φύλλον του χάρτου, είδε τήν ύπο-γραφήν, ήν είχε βάλει ο αγαθός ιερεύς, παρέβαλεν αυτήν μέ τό όνομα τό φερομενον έν τω κειμένφ, καί τήν εΰρε σύμφωνον καί, άνοίξας τό χρηματοφυλάκιον, έμέτρησεν εις τήν χείρα της θειά-Άχτίτσας καί προ τών εκθάμβων οφθοίλμών αυτής εννέα στιλ­πνότατος άγγλικάς λίρας.

Καί ΐδοΰ διατί ή πτωχή γραία έφόρει τη ήμερα τών Χρι­στουγέννων καινουργή «άδολην» μανδηλαν, τά δέ δύο ορφανά εϊχον καθαρά ύποκαμισάκια διά τά ισχνά μέλη των καί θερμήν ύπόδεσιν διά τους παγωμένους πόδας των.


THE GLEANER (Title of the original: Η Σταχομαζώχτρα)
By Alexandros Papadiamantis
Translated by Dr Elizabeth Key Fowden
A CHRISTMAS STORY
HER NEIGHBOUR ZERBINIO was most surprised that Christmas Day in 187_ when she saw Aunt Achtitsa wearing a new headscarf and both Yeros and Patrona with clean shirts and new shoes. And rightly so, as it was very well known that Aunt Achtitsa had witnessed the sale of her daughter’s dowry at public auction in order to pay off the debts of her worthless son-in-law, that she was destitute and widowed, and that she was rearing her orphaned grandchildren by resorting to odd jobs. She was one of those people who never get a lucky break. Her neighbour Zerbinio pitied the poverty of the old woman and the two orphans. But it was hardly as if she herself had the money to help them out and be their comforter. The late Barba-Michalios, who had preceded his wife Achtitsa to the grave, was fortunate not to have seen the hardships that loomed after his death. He was a good soul — if only he were still alive, poor man. The two children, ‘our lost ones’, Yorgos and Vasilis, went down with their schooner and were drowned in the
winter of 186_ . The schooner was lost with all hands on board — what a tragedy, what a fate! I wouldn’t wish such a dreadful thing on any good Christian woman. Her third son, the idler, the good-for-nothing, went abroad and was living, they said, in America. He had shaken the dust from his feet. Had anyone seen him, or heard from him? Some fellow countrymen claimed that he had married in those parts and had taken, it was said, a Frankish bride, an English-speaking girl, a stranger, who did not know a word of Greek. What worse fate! But what can you do? Can you curse your child, your own flesh and blood? Her daughter died giving birth to a second child, leaving Achtitsa
to inherit two orphans. Their poor excuse for a father was still alive (how far could his endless demands go?), but, really, what a head of family, what a lazy good-for-nothing! A card-player, a drunk, and with still other virtues to boot. Rumour had it that he remarried elsewhere, in order to drag down yet another family, the scoundrel! Such men! . . . She’d found a husband alright, but what a husband! (a curse on his head!). . . What else could she do? She pushed herself as hard as she could, trying to make a living for the orphans. How pitiable, the poor things! Depending on the season, she collected herbs, pruned vines, picked olives, worked as a day labourer. She gathered arbutus berries to make raki. Some scrapings from the pressed grapes here, some maize husks there, everything was used. Then in October, once the olive presses opened, she took a fifty-dram tin scoop and a small jug and went around to the reservoirs where the dregs were deposited and gathered the oil from the sediment. By this means she saved enough oil for her lantern to last a year. But Aunt Achtista derived her primary income from gleaning corn. Every year in June she took a boat, set sail and crossed over to Euboea. She endured the scornful name ‘boat-woman’ which other women hurled at her because it was still considered a disgrace for a woman to travel by sea. There, along with the other poor women, she gathered the wheat that had fallen from the sheaves of the harvesters, from the loading of the carts. Year after year, the peasants of Euboea and their womenfolk mocked them to their faces: ‘Hey! Here come those skirts! The skirts are back again!’1
But she would bend down patiently, quietly, pick up the fallen grains of Euboea’s rich harvest, fill three or four bags, an entire year’s supply for herself and the two orphans, whom she had entrusted in the meanwhile to the care of Zerbinio, and sail back to her seaside village. Except that this year the crops had failed in Euboea. The olives failed on the little island where Aunt Achtitsa lived. The vines failed and the maize, even the arbutus berries nearly failed, all around the crops had failed. Then, because troubles never come singly, a heavy winter set in over those northern parts. Already from November, when the south wind had hardly begun to blow or the rains to fall, the snows came. One snowfall would stop and right away another would start up. Sometimes a dry north wind blew, packing even harder the snow, which did not melt at all on the mountains. ‘More was expected.’ The old woman had just managed to transport on her back a couple of armfuls of dry wood from the ravines and woods — enough to last two or three weeks — when the heavy winter descended.
Round about the middle of December there was a short break in the weather, and a few timorous rays of sun appeared, shining like gold on the higher rooftops. Aunt Achtitsa rushed out to the forest in order to bring inside some firewood while she had
the chance. The next day the winter pressed in on them more bitterly. Until Christmas there was not a single fine day, no clear patch of sky to be seen, no ray of sun. A piercing north wind, the ‘snow-bringer’, blew on Christmas Eve. The roofs of the houses were loaded down with packed snow. The usual street games and snowball fights had stopped. That winter was not for game-playing. Dwarf crystals hung from the rooftiles like ripe fruit, but even the neighbourhood urchins no longer had the appetite to eat them.
On the evening of the twenty-third, Yeros had come home from school full of cheer since lessons were finishing the next day. Even before taking his school satchel from under his arm, he hungrily opened the cupboard, but found not even a crust. The old woman had gone out, perhaps to find some bread. Miserable Patrona sat slumped over near the hearth, but the hearth was cold. She poked around in the ashes, thinking in her childish simplicity (she was only four, the poor girl) that the fireplace meant warmth, even if it was not alight. But the ash was wet. Drops of water from melting snow, thanks perhaps to some secret and transient sunbeam, had leaked in through the chimney. Yeros, who was just seven, was on the verge of tears not having found anything to sate his hunger. He opened the only window, which was three spans wide. The entire house, with its low ceiling, half paneling and loft of sorts, was only about two arms’ breadth in height from the floor to the ceiling. Yeros lifted a stool onto the stone window sill, climbed up onto the stool, supported himself with his left hand on the open shutter and, reaching up daringly toward the eaves, he stretched out his right hand and broke off an icicle from the ‘stalagmites’ which adorned the roof. He began to suck it slowly and with pleasure, and gave one also to Patrona to eat. The poor things were starving.
A little while later, old Achtitsa returned carrying something wrapped up in her bosom. Yeros, recognizing from experience that his grandmother’s bosom was never puffed up without reason, leapt up and ran to her breast, stuck in his hand and let out a cry of joy. That evening the good, if a little strict, grandmother had ‘saved’ a piece of bread — who knows how much she’d had to beg and plead for it. But what wouldn’t she do, what sacrifices wouldn’t she make for the love of those two children who were hers twice over, her child’s children! Still, she did not want to indulge them, to be too soft with them. She called the boy ‘Yeros’ because he bore the name of her real ‘yeros’, that is to say, ‘old man’, the late Barba-Michalios, whose name it pained her to hear and to say aloud. The hapless little girl she called by the flattering name Patrona, ‘as the impoverished lady that she was’, since she could not endure hearing Argyro, her daughter’s name which had been bequeathed to the orphan by her mother as she lay dying after giving birth to the girl. Except for these little nicknames, she bestowed no signs of tenderness on the two poor creatures, but provided for their everyday needs and protected them as she could.
The long-suffering old woman prepared a bed for the two orphans to sleep and lying down beside them herself told them to breathe down under their blanket to keep warm. Uttering an untruth, but wishing it might be true, she promised them that the next day Christ would bring wood and bread and a kettle boiling on the fire. She lay awake until past midnight, brooding over her bitter fortune.
In the morning, after the liturgy (it was Christmas Eve), the parish priest, Papa-Dimitris, suddenly appeared at the door of the humble dwelling:
‘Glad tidings!’ he addressed her with a smile.
Glad tidings indeed. Who could she expect glad tidings from?
‘I received a letter for you, Achtitsa,’ said the old priest, brushing the snow from his cassock and shawl.
‘Come in, Master!’
‘If only I had a fire,’ she whispered to herself, ‘or a sweet and raki to offer him.’
The priest climbed up the four steps and went over to sit on the stool. He reached into his cassock and pulled out a large envelope covered with a variety of official seals and postage stamps.
‘A letter, you said, Father?’ Achtitsa repeated, just beginning to register what the priest had said.
The letter which he had pulled out from his breast appeared to be open at one end.
‘The ship arrived this morning,’ the priest resumed, ‘and they brought me this now, just as I was leaving church.’
And putting his hand into the envelope, he pulled out a folded paper.
 ‘The letter is addressed to me,’ he added, ‘but it concerns you.’
‘What, me? Me?’ repeated the old woman with surprise.
Papa-Dimitris unfolded the letter.
‘God saw your suffering and has sent you a little relief,’ said the good priest. ‘Your son has written to you from America.’
‘From America? Yannis! Yannis remembered me?’ the old woman cried for joy, making the sign of the cross and then adding, ‘Glory be to God!’
The priest put on his glasses and began trying to read:
‘It is poorly written,’ he said, ‘and I have a hard time reading the characters they use these days, but I will try to get the sense of it.’
And he started to read, with difficulty and much stumbling:
Papa-Dimitris, I kiss your hand. First of all, I trust that you are well, etc., etc. I’ve been away for many years and I don’t know what has happened there, whether they are alive or dead. I’m far away, deep in Panama, and have no contact with other Greeks living in America. Three years ago I met (so and so) and (so and so), but they
too had been abroad for many years and had no news of my family. ‘If my mother or father is alive, tell them to forgive me, because even though we always struggle for the good, often things go wrong. I twice fell seriously ill with one of the nasty infections you catch here, and I spent a lot of time in hospital. I gave all my money to the doctors and I only just escaped with my life. I was married ten years ago according to the local custom, but am now a widower, and want nothing more than to get together enough money to return home in time to receive my parents’ blessing. Tell them that they shouldn’t hold anything against me, for it is God’s will and we can’t go against it. And they shouldn’t hold a grudge, since, unless God desires it, man can’t get anywhere. ‘I am sending you the enclosed bill of exchange written in your name, Father, for your Reverence to sign and take care to cash for my father or mother, if they are still living. If, and I dearly hope it is not so, they are dead and buried, would your Reverence be so kind as to cash it and give the money to one of my siblings, if they are alive, or to a nephew, or some other poor soul. And, Father, if
my parents are dead, please reserve part of the money for the forty liturgies in their memory. . .’*
The letter had a lot to say, but it also omitted one important thing. It did not refer to the amount of money that he intended to be cashed. Noting the omission, Papa-Dimitris guessed that the author of the letter had assumed through oversight that he had already specified the amount of money earlier in the letter, and considered it unnecessary to repeat it again below. For that reason he wrote simply, ‘this amount’.
Achtitsa’s joy was ineffable, receiving news of her son after so many years. As if it had been sleeping beneath ashes for long years, the spark of maternal love rose up to her face from deep within her and the aged, shrivelled and wrinkled visage was transformed, shining forth youth and beauty. Even if they did not understand what had transpired, the two children, seeing their grandmother’s joy, began to skip and gambol about.
Kyr-Margaritis was not principally a money changer, or lender or merchant, he was all these together.* He paid tax on one trade, but practised three. Old Achtitsa, being in urgent need, took her son’s promissory note, on which there appeared black and red characters, both typed and hand-written, about which neither the parish priest nor she knew anything, and went to the shop of Kyr-Margaritis. Kyr-Margaritis took a pinch of snuff, dusted off his full breeches onto which some of it always fell, lowered his cap down to his eyebrows, put on his glasses, and began to examine the promissory note at length.
‘It comes from America?’ he said. ‘Your son remembered you, I see. Bravo. I’m happy for you.’ Then he went on: ‘It has the number 10, but I don’t know in
what currency, ten shillings, ten rupees, ten crowns, or ten . . .’
He stopped before saying ‘ten pounds’.
‘Let’s call the teacher,’ muttered Kyr-Margaritis, ‘perhaps he will know how to read it. What language is it anyway?’
The schoolmaster, who was sitting next door watching a game of chiamo, was summoned and walked over to the shop of Kyr- Margaritis. Stiff and erect in his gait, he entered and picked up the letter, asked Kyr-Margaritis to lend him his glasses and began to sound out the Latin characters.
‘It must be English,’ he said, ‘unless it is German. Where does this document come from?’
‘America, Sir,’ answered Aunt Achtitsa.
‘America? Then it is English.’
And saying this, he tried to sound out the words ‘ten pounds sterling’, as it was written by hand on the cheque.
‘Sterling,’ he said. ‘Sterling would mean taler, I believe. The word appears to be of this derivation,’ he pronounced dogmatically. He returned the letter to the hands of Kyr-Margaritis.
‘That will be it, then,’ he said, ‘and since the number ten is written at the top of the page, it must be a promissory note for ten talers. But to tell you the truth, I’m not an expert in financial matters. We men of letters occupy ourselves with other things.’
And with that, since he was feeling a chill in the flagstone-paved shop of Kyr-Margaritis, he returned to the coffee house to warm up.
Kyr-Margaritis had started rubbing his hands and appeared to be lost in thought.
‘Now then, what shall we do?’ he said turning to the old woman. ‘Times are hard. Business sluggish. Do I accept it and cash it for you, do I know that my money is guaranteed, or whether the bill is forged? Does one expect honesty from over there, from that lost world? All the frauds, all the counterfeiters come from there. Those vagabonds — I beg your pardon, I don’t include your son — roam around for so long there in the land where the sun bakes the bread and they don’t bother to send home real money, proper cash, they only send worthless scraps of paper.’
He took two turns around his enormous accounting office and said: ‘And it is not a slight undertaking, I’ll have you know.We are talking about ten talers! If I had ten talers, I would get married.’
Then he went on: ‘But what can I say? I feel sorry for you — a good woman with those orphans to look after. I’ll keep a taler and a half for the risks I’m running and, as for the eight and a half that remain. . . well, to be sure, so that you don’t go looking for crowns, I’ll give you five francs to make it even between us. . . So that makes eight and a half and five francs . . . Oh! and I forgot! . . .’
To the contrary, he had not forgotten. He had been thinking about it from the start of their conversation.
‘Your late husband Michalios owed me something, I don’t remember what it was just now . . .’
And he turned to his accounts book: ‘Ah yes, and I believe your good-for-nothing son-in-law made off with two talers from me.’ And armed with his gigantic accounts register, he added, ‘It is right and proper, after all, for me to withhold this money . . . however much you get, it will seem a gift from heaven to you.’ He opened the register.
The densely annotated pages of that register resembled fertile fields, rich earth. Whatever was sown therein bore fruit many times over. It was like pruning the leaves of a sapling, each time he made an outlay of money. But the root remained underground, preparing to sprout forth again.
Straightaway Kyr-Margaritis located the record of the two accounts. ‘Your late husband owed me nine and fifteen,’ he said, ‘and two talers borrowed and not paid back by your son-in-law, that makes. . .’ Taking up his pen he started to add up the amount owed and the conversion from talers to drachmas, and then to subtract the sum from ten French talers.
 ‘So it all comes out to my giving you . . . ,’ Kyr-Margaritis started to say.
Just then a new figure appeared on the scene.
It was a merchant from Syros, on their island briefly for business.
With an air of confidence and self-assurance, he strode up to the desk where Kyr-Margaritis stood.
‘What do we have here, Kyr-Margaritis?. . . What is this?’ he asked with a quick glance at the poor widow’s promissory note that lay on the desk. And then, picking it up: ‘A bill of exchange for ten English pounds from America,’ he said in a clear voice. ‘Where did this come from? You do this sort of business too, Kyr-Margaritis?’
‘For ten pounds!’ Aunt Achtitsa repeated spontaneously, having heard the word pronounced with no uncertainty.
‘Why, yes, for ten English pounds,’ the businessman from Hermoupolis said again, this time turning to her. ‘Is it yours perhaps?’
‘Indeed.’
Usually, when Aunt Achtitsa wanted to agree with something, she always said ‘yes’. But this time she herself could not quite understand how it came to her to use the more formal ‘indeed’, or where she found this word.
‘Or is it maybe for ten napoleons?’ Kyr-Margaritis murmured, biting his lip.
‘I tell you, it is for ten English pounds,’ the man from Syros repeated. ‘Don’t you understand?’
He took another long look at the promissory note: ‘It is guaranteed money, argent comptant, (In other words, ‘as good as cash’).I tell you. Are you going to cash it, or shall I do it here and now?’ he asked, starting to get out his purse.
‘Could somebody take it for nine . . . French pounds,’ asked Kyr- Margaritis, hesitating.
 ‘French? I’ll take it for nine English.’
And turning the sheet of paper over, he saw the good priest’s signature, checked it against the name that appeared in the text, and found it to be identical.
Then, opening his purse, he counted out into the hand of the widow Aunt Achtitsa, right before her bedazzled eyes, nine shining English pounds.
This was how it came about that on Christmas Day the poor widow was wearing a new white headscarf and the two orphans had clean shirts on their thin frames and warm shoes on their frozen little feet.
[1889]
1 The fabric of the skirts worn by the women of Skiathos was more like that of
the Europeans, in contrast to the heavy traditional weaves of the Euboean women.

Elizabeth Fowden studied Classics, specializing in late antique history and material culture in the Eastern Mediterranean and Middle East. Her PhD thesis, supervised by Peter Brown at Princeton University and later published as The Barbarian Plain: Saint Sergius between Rome and Iran (Berkeley 1999), examines religious, political and architectural crosspollination in late antique and early Islamic Syria. The after-life of artistic forms and religious ideas freed from their original contexts is a dominant theme throughout her teaching and research. In her current book project, The Parthenon Mosque, Fowden applies her interest in Islamic re-formulation of the Classical and Christian inheritance to the early modern conjunction of Greek, European and Ottoman views of Athens’ most celebrated building.

Key Publications
Schreine und Banner : Paläomuslime und ihr materielles Erbe’, in A. Neuwirth, N. Schmidt and N. K. Schmid, Denkraum Spätantike. Szenarien der Reflexion von Antike im Umfeld des Koran (Wiesbaden, forthcoming 2016)
‘Rural converters among the Arabs’, in A. Papaconstantinou, N. McLynn and D. Schwartz, (edd.), Conversion in late antiquity: Christianity, Islam and beyond (Farnham 2015)
‘The lamp and the wine flask: Early Muslim interest in Christian monasticism’, in A. Akasoy, J.E. Montgomery and P. Pormann (edd.), Islamic crosspollinations: Interactions in the Medieval Middle East (Cambridge 2007) 1-28 
Studies on Hellenism, Christianity and the Umayyads (with Garth Fowden), (Athens 2004)
The Barbarian Plain: Saint Sergius between Rome and Iran (Berkeley, 1999)

πηγή