Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι – Πηνελόπη Δέλτα


 
ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗ Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο»,μουρμούρισε,«διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί,με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές,μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα,σιδηρόδρομοι και καραβάκια,που σκέπαζαν το κρεβάτι του,έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

- Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;


-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... και είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

- Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

- Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

- Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια... είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω...

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.

Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης... μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

- Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς...

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

- Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε' άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα είναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

- Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

- Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τι γίνεται έξω...

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

- Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν...

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!

- Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί...

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια...

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος' με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα...

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει...

Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια' τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης... ψιθύρισε.

- Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

- Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

- Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό...

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ' άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα...

- Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου...

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Από το βιβλίο Πηνελόπη Δέλτα - Παραμύθια και Άλλα

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Πες ποιος είν΄ ο φίλος σου, να σου πω ποιος είσαι

leleki_1_mesa

– Παλιοπούλια, θα σας δείξω εγώ, αύριο θα σας έχω στα χέρια μου!
Ο καημένος ο γεωργός μας ήταν πολύ θυμωμένος με τις ασπρόμαυρες κουρούνες που δεν του άφηναν σπόρο για σπόρο στο χωράφι του. Κάθε μέρα καινούριο σπόρο έριχνε, κάθε μέρα ορμούσαν αυτές κοπαδιαστά και λαίμαργα κι ο σπόρος γινόταν πρώτος μεζές!
– Τώρα απλώνω τα δίχτυα μου και θα πιαστείτε σαν τον ποντικό στη φάκα… Αύριο να σας δω!
Πράγματι, ο γεωργός μας δεν είχε άλλη λύση παρά να τις τσακώσει τις παλιοκουρούνες, όπως έλεγε αγανακτισμένος, μέσα στα δίχτυα-παγίδα, που άπλωσε στο χωράφι του. Έλα όμως που μαζί με τις κουρούνες την άλλη μέρα έπιασε κι έναν πελαργό ανάμεσα στα δίχτυα του!
– Καλέ μου άνθρωπε, σε παρακαλώ, λυπήσου με, μη μου κάνεις κακό, τσίριζε ο πελαργός απελπισμένος, καθώς ο γεωργός μας τον βαστούσε ανάποδα, κρατώντας τον από τα μακριά του πόδια!
– Μαζί με τις παλιοκουρούνες δεν ήσουν και συ;
O γεωργός μας φώναζε αγριεμένος καθώς του έσφιγγε τα λεπτά του ποδάρια.
– Μα εγώ, ικέτευε ο πελαργός, δεν είμαι σαν τις παλιοκουρούνες που σου τρώνε το σιτάρι σου! Εγώ δε σε πειράζω σε τίποτα, ίσα-ίσα είμαι χρήσιμος για τους ανθρώπους… Τρώω τα φίδια, τρώω τα σκουλήκια, συνέχιζε ο πελαργός απελπισμένος.
– Τέρμα οι κουβέντες, δεν ακούω τίποτα, τον έκοψε απότομα ο γεωργός. Έκανες παρέα με τις κουρούνες, έτσι; Άρα σου αξίζει να τιμωρηθείς παραπάνω αφού έκανες παρέα με τους κακούς…
– Αχ κυρ Πελαργέ, πες μου με ποιους πας, να σου πω ποιος είσαι, του φώναξε κοροϊδευτικά μια κουρούνα από το δέντρο, που είχε γλιτώσει τη «σύλληψη».
Απόδοση: Δ.Σ.
Αφήγηση: Μαρία Σαββοπούλου

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Η Έλλη στο φεγγάρι


Υπόθεση
Η Έλλη επιστρέφει με τη μαμά της από τις καλοκαιρινές διακοπές. Η διαδρομή είναι μεγάλη και βαρετή, όμως σε λίγο βγαίνει στον ουρανό το ολόγιομο φεγγάρι του Αυγούστου. Η μικρή ενθουσιάζεται όταν το αντικρίζει και θέλει να μοιραστεί τη χαρά της με όλο τον κόσμο. 

Προσπαθεί να πείσει τον μπαμπά της να το δει, όμως εκείνος έχει δουλειά και κλείνει το τηλέφωνο. Ζητάει τότε από την υπάλληλο των διοδίων να το κοιτάξει, όμως και εκείνη αρχικά διστάζει. Σειρά έπειτα έχει ένας μουτρωμένος μαέστρος, που σκέφτεται τα τύμπανα στη συναυλία του... Τελικά, η επιμονή της μικρής κάνει τη χαρά για την πανσέληνο να απλωθεί σε ολόκληρο τον αυτοκινητόδρομο. Στα πρόσωπα στρογγυλεύουν τα χαμόγελα. Μέχρι και ο μπαμπάς αποφασίζει να βγει στη βεράντα και να θαυμάσει το θέαμα. Πίσω στο σπίτι, μια έκπληξη περιμένει την Έλλη.

 
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Πατάκης
Συγγραφέας: Μαρία Παπαγιάννη
Εικονογράφηση: Θανάσης Δήμου
ISBN: 978-960-16-3069-4
Έτος 1ης Έκδοσης: 2012
Σελίδες: 40
Τιμή: περίπου 4 ευρώ
Ηλεκτρονική αγορά εδώ
Τάξεις: Α', Β'

Κριτική
Χαριτωμένη ιστορία 800 περίπου λέξεων από τη σειρά χωρίς σωσίβιο (επίπεδο 3 - δελφινάκια) για τις απλές ομορφιές της ζωής που τα παιδιά μας βοηθούν να ανακαλύψουμε, αλλά και για την αλλοτρίωση - λήθαργο που απειλεί τους μεγάλους, όταν ασχολούνται μόνο με την εργασία τους. Με απλή γλώσσα και κάποιες πινελιές ευαισθησίας και χιούμορ, το κείμενο δένει ιδανικά με την πολύχρωμη εικονογράφηση, σ' ένα βιβλίο που θα αποτελέσει ευχάριστη συντροφιά για τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού που έχουν κατακτήσει τον μηχανισμό της ανάγνωσης. Πέντε δραστηριότητες (ζωγραφικής, παρατηρητικότητας, δημιουργικής γραφής, κατανόησης κειμένου και ένα κρυπτόλεξο) που περιμένουν τους μικρούς αναγνώστες στις τελευταίες σελίδες, συμπληρώνουν την προσεγμένη έκδοση. Το προτείνουμε κυρίως σε μαθητές της Α' και Β' τάξης που αναζητούν ένα απλό βιβλίο για το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών.


  • Απλή γλώσσα
  • Χιούμορ
  • Προσεγμένη έκδοση

Αξίες - Θέματα
Οικογένεια, Αγάπη

Εικονογράφηση
Πολύχρωμες ζωγραφιές σε κάθε σελίδα σκιαγραφούν με ζωντάνια τους χαρακτήρες, αποδίδουν σκηνές από την αφήγηση και συμπληρώνουν ιδανικά το κείμενο, κάνοντας το διάβασμά του ακόμα πιο ευχάριστο.

Απόσπασμα
Η Έλλη επιστρέφει από τις διακοπές.
Το αυτοκίνητο τρέχει στους μεγάλους δρόμους.
Δίπλα τρέχουν τα βουνά, τα πράσινα λιβάδια,
καμιά φορά η θάλασσα και πάλι τα βουνά
και πάλι τα ίδια.

Η Έλλη  μετράει τα αυτοκίνητα που περνάνε.

- Ουφφφφ…

Βαριέται, αλλά η μαμά της υποσχέθηκε ότι
σε λίγο θα βγει το μεγάλο φεγγάρι. Και το
φεγγάρι του Αυγούστου είναι το μεγαλύτερο απ’ όλα.

- Μικρό δώρο για τις διακοπές που τέλειωσαν, λέει η μαμά γελώντας.

Και να, σε λίγο, ένα τεράστιο φεγγάρι διάφανο εμφανίζεται πάνω από μια γέφυρα.

- Μαμά, μαμά, το φεγγάρι ετοιμάζεται να βγει.

Η μαμά προσπαθεί να το δει. Τα αυτοκίνητα
ανάβουν τα φώτα τους και η μαμά βιάζεται.
 Η Έλλη φωνάζει. Το φεγγάρι αρχίζει να κοκκινίζει.

- Μαμά, μαμά, το φεγγάρι!

- Α, να το, το είδα. Υπέροχο!

- Μαμά, ο μπαμπάς βλέπει το φεγγάρι;

- Να τον πάρουμε τηλέφωνο.

Η Έλλη τηλεφωνεί στον μπαμπά της.

- Μπαμπά, είδες το φεγγάρι;

- Είμαι στη δουλειά τώρα.

- Μπαμπά, υποσχέσου ότι θα ψάξεις από το παράθυρό σου το φεγγάρι.

- Καλά, καλά. Θα τα πούμε στο σπίτι.

- Μπαμπά, το φεγγάρι!

- Θα σας ξαναπάρω, να προσέχετε!

Το αυτοκίνητο τρέχει. Τα αυτοκίνητα βιάζονται.
Τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα.

- Μαμά, μη βιάζεσαι. Τα αυτοκίνητα τρομάξανε το φεγγάρι.
Κοίτα πόσο γρήγορα σηκώνεται. Δε θα προλάβουμε ποτέ να το φτάσουμε.

Η μαμά χαμογελάει. Κοιτάει μέσα από τον
καθρέφτη την Έλλη που θαυμάζει το φεγγάρι.
Σταματάει στα διόδια. Ψάχνει να βρει χρήματα
πηγή 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

Το κουνέλι το παιδί και ο φλόμος


ο φλόμος

Ένα βοτανικό παρμύθι για παιδιά

Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στο δάσος, υπήρχε ένα νεαρό κουνελάκι με μαλακή άσπρη γούνα, μεγάλα αυτιά, πολύ-πολύ περίεργο, που το έλεγαν Φλάφι. Κάθε μέρα ο Φλάφι, μαζί με τους κουνελοφίλους του, τριγύριζε και έπαιζε σ’ ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια.
Μια μέρα, ο Φλάφι αποφάσισε να δει πού τελείωνε αυτό το λιβάδι. Είχε βαρεθεί να χοροπηδά κάθε μέρα γύρω από τις ψηλές χαμογελαστές κίτρινες μαργαρίτες, τις μουτρωμένες κόκκινες παπαρούνες και τα πράσινα χορταράκια που χασμουριούνταν, ακόμα κι αυτά, βαριεστημένα...
Ω, ναι! Ο Φλάφι το είχε αποφασίσει! Θα έφτανε ως το τέλος του λιβαδιού και μετά... μετά θα έβλεπε τι υπήρχε μετά από το λιβάδι!!!.
Σήκωσε τη μουσουδίτσα του, μύρισε τον αέρα, χτύπησε τα ποδαράκια του στο χώμα, τρομάζοντας μια μικρή μελισσούλα, που εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να διαλέξει σε ποιο λουλούδι θα καθίσει και άρχισε να τρέχει προς τη μεριά που ο ήλιος έβγαινε γελαστός.
Η αλήθεια είναι πως έτρεξε πάρα πολύ και για πολλή ώρα... αλλά δεν το έβαλε κάτω! Συνέχισε να τρέχει και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν βρέθηκε μπροστά σε κάτι που δεν είχε ξαναδεί. Εμπρός του βρισκόταν ένα σπίτι με κόκκινη στέγη, κόκκινη πόρτα, κόκκινα παράθυρα και κάτασπρους τοίχους. Το λιβάδι είχε τελειώσει!
Άρχισε αργά-αργά να παρατηρεί το σπιτάκι... με μικρά χοροπηδητά βήματα πέρασε τον φράχτη και όταν έφτασε στο πίσω μέρος του σπιτιού κρύφτηκε πίσω από τον κορμό ενός μεγάλου δέντρου. Εκεί, στο πίσω μέρος του σπιτιού, υπήρχε μια μεγάλη αυλή... αλλά το παράξενο δεν ήταν αυτό. Το παράξενο ήταν ένα κοκκινομάλλικο αγόρι, που βρισκόταν στη μέση της αυλής. Του φάνηκε τόσο παράξενο αυτό το αγόρι που τα μαλλιά του είχαν το ίδιο χρώμα με την πόρτα, τα παράθυρα και τη στέγη του σπιτιού που έμεινε εκεί παρατηρώντας το μέχρι που ο ήλιος κουρασμένος έγειρε πίσω από τα μακρινά βουνά για να πάει στο σπίτι του. Τότε μόνο ο Φλάφι αποφάσισε να γυρίσει στην κουνελοφωλιά του και να ξαπλώσει στο κρεβάτι του αποκαμωμένος.
Σύντομα έπαψε να παίζει. Το μόνο που έκανε κάθε πρωί ήταν να τρέχει όλο και πιο γρήγορα μέχρι το τέλος του λιβαδιού, να περνάει κάτω από το φράχτη του σπιτιού με την κόκκινη στέγη, την κόκκινη πόρτα, τα κόκκινα παράθυρα και τους κάτασπρους τοίχους, να πλησιάζει αργά-αργά στην αυλή που βρισκόταν το κοκκινομάλλικο αγόρι και να το κοιτάζει μέχρι που ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά.
Ήθελε πάρα πολύ να πλησιάσει το αγόρι αλλά φοβόταν.
Τελικά, μια μέρα, πήρε μερικές βαθιές ανάσες, κούνησε τη μουσούδα του και πήρε αρκετό θάρρος ώστε να το πλησιάσει και να το μυρίσει. Και τότε το γεμάτο φακίδες χέρι του αγοριού απλώθηκε και άρχισε να του χαϊδεύει το απαλό λευκό τρίχωμα. Αυτό ήταν! Ο Φλάφι, το γεμάτο περιέργεια κουνελάκι και το κοκκινομάλλικο αγοράκι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι και έπαιζαν μαζί κάθε μέρα!
Ο Φλάφι σπάνια πια πήγαινε να δει την οικογένειά του και τους φίλους του. Έσκαψε μια τρύπα δίπλα στο δέντρο και όταν νύχτωνε και ο καινούργιος του φίλος έμπαινε στο σπίτι του, τρύπωνε κι εκείνος στην τρύπα όπου είχε φτιάξει το δικό του μικρό σπιτάκι.
Μια μέρα, όμως, το αγόρι δεν βγήκε στην αυλή. Μάταια τον περίμενε ο Φλάφι ως το βράδυ. Χοροπηδούσε για τελευταία φορά γύρω από το σπίτι στεναχωρημένος και ανήσυχος όταν η κόκκινη πόρτα άνοιξε. Δυο τεράστιοι άνθρωποι βγήκαν και περπατούσαν ανήσυχοι και στεναχωρημένοι πάνω στο γρασίδι μιλώντας σιγανά. Το μόνο που κατάφερε να ακούσει το μικρό κουνελάκι ήταν : «... τόσο πολύ άρρωστος... τρομερός βήχας... κι ο πόνος στο αυτί επίσης.» Ωωω, ο Φλάφι τρεμούλιασε από τη στεναχώρια. Ο φίλος του ήταν άρρωστος! Ήθελε τόσο πολύ να είναι κοντά στο φίλο του και να τον βοηθήσει να νιώσει καλύτερα! Ήξερε ότι έπρεπε να κάνει κάτι! «Θα έδινα οτιδήποτε για να βοηθήσω το φίλο μου!» σκέφτηκε ο Φλάφι.
Ξαφνικά, ένας παράξενος νάνος με ένα χαζό πράσινο καπέλο και κόκκινα παπούτσια έφτασε. περπατούσε αργά προς τον Φλάφι και τα ροζιασμένα χέρια του ακουμπούσαν σ’ ένα σκαλισμένο ξύλινη μαγκούρα. «Οτιδήποτε;» τον ρώτησε ο παράξενος ψηλός άνθρωπος.
Ξαφνιασμένο το κουνελάκι τον ρώτησε: «Ποιος είσαι
Ο άγνωστος άντρας κοίταξε τον Φλάφι. «Το όνομά μου είναι κύριος Πρασινόφυλλος. Είμαι ο μάγος των βοτάνων σ’ αυτά τα μέρη. Ευχήθηκες να βοηθήσεις το φίλο σου και σε ξαναρωτάω, θα έκανες οτιδήποτε για να τον βοηθήσεις
Ο Νέλο βιάστηκε να του απαντήσει: «Ναι, ω ναι, οτιδήποτε!».
«Ακόμη και τη ζωή σου σαν κουνέλι;» ρώτησε ο κύριος Πρασινόφυλλος.
Το κουνελάκι κόμπιασε συλλογισμένο αλλά τελικά απάντησε : «Αγαπάω το φίλο μου και θα έδινα και τη ζωή μου για να τον σώσω».
Ο κύριος Πρασινόφυλλος κοίταξε το κουνελάκι παράξενα για αρκετή ώρα. Μετά έψαξε στον καφέ σάκο που είχε κρεμασμένο στον έναν του ώμο, έβγαλε έξω μία ρίζα και την άφησε μπροστά στον Φλάφι. «Αυτή η ρίζα είναι μαγική», του είπε ψιθυριστά. «Εάν θέλεις να σώσεις το φίλο σου, πρέπει να την φας πριν το φεγγάρι φτάσει στη μέση του ουρανού. Αν ξεπεράσει τη μέση του θα χάσει τη μαγική της δύναμη. Ωστόσο, όταν τρως τη ρίζα, δε θα είσαι πια κουνέλι». Μετά ο κύριος Πρασινόφυλλος εξαφανίστηκε.
Το μικρό κουνελάκι δεν βιάστηκε. Σκεφτόταν για πολύ όσα ο παράξενος νάνος του είχε πει. Όταν το φεγγάρι άρχισε να ταξιδεύει στον νυχτερινό ουρανό, αυτός σκεφτόταν την οικογένειά του και τους φίλους του. Θυμόταν τα παιχνίδια που έκανε στους υπόγειους διάδρομους, που είχε φτιάξει με τους φίλους του, το πράσινο γρασίδι που έτρωγε, τον υπνάκο που έπαιρνε κάτω από τον απογευματινό ήλιο. Θυμόταν την υπέροχη αίσθηση του στοργικού αγκαλιάσματος της φωλιάς του, την ελκυστική ζεστασιά της. Είχε πολύ καιρό να δει τους γονείς και τ’ αδέλφια του και του έλειπαν τόσο πολύ...
«Όχι, δε θέλω να φάω τη ρίζα», αποφάσισε. «Αγαπάω την οικογένειά μου και τους φίλους μου τόσο πολύ!». Έσπρωξε με δύναμη τη ρίζα ξύνοντας το χώμα με τα πόδια του.
Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά όταν το κουνελάκι κοίταξε για τελευταία φορά το σπίτι του φίλου του. Ξαφνικά το αγόρι φάνηκε στο παράθυρο. Αγαπημένες αναμνήσεις των όσων μοιράστηκε μαζί του τον κατέκλυσαν: τροφή από τον κήπο, παιχνίδια στην αυλή, το απαλό χάδι του αγοριού. Η αγάπη που ένιωθε για το κοκκινομάλλικο αγόρι ήταν πολύ πιο μεγάλη στην καρδιά του από την αγάπη για την αναπαυτική φωλιά του.
Χωρίς να καθυστερήσει ο Φλάφι άρπαξε τη ρίζα και την έφαγε. Πριν καν προλάβει κάποιος να συλλαβίσει «φλόμος», το καλό μας κουνελάκι είχε μεταμορφωθεί σε φυτό. Η άσπρη ρίζα απλώθηκε βαθιά στο χώμα και έβγαλε ένα δασύ κοτσάνι με απαλά μεγάλα φύλλα όπως τα αυτιά του Φλάφι. Η ρίζα και τα φύλλα ήταν τα μόνα που θύμιζαν ότι το φυτό ήταν ένα άσπρο χνουδωτό κουνελάκι με μεγάλα χαρωπά αυτιά.
φλόμος
Όταν ο ήλιος βγήκε και πάλι να φωτίσει το σπίτι με την κόκκινη στέγη, τα κόκκινα παράθυρα και την κόκκινη πόρτα και τους κάτασπρους τοίχους, ο κύριος Πρασινόφυλλος εμφανίστηκε. «Πραγματοποίησες μια από τις μεγαλύτερες ευχές, φίλε μου, είπε, «και ευλογήθηκες». Μουρμούρισε μερικές μαγικές λέξεις και ξαφνικά ψήλωσε. έγινε ένας κανονικός άνθρωπος. Μετά έκοψε απαλά αρκετά φύλλα και κίτρινα άνθη από το κουνελόφυτο. Τα πήγε στη μητέρα του κοκκινομάλλικου αγοριού και της έδειξε πώς να φτιάχνει τσάι και λάδι από το φυτό. Αυτά μπορούσαν να γιατρέψουν το βήχα και τον πόνο στα αυτιά του αγοριού.
Κάποιοι λένε ότι τα φυτά δεν έχουν αισθήματα. Αυτοί που ξέρουν τη μυστική ζωή των φυτών, ωστόσο, βλέπουν την ευτυχία και την χαρά των φυτών όταν βοηθάνε τους ανθρώπους και τα ζώα να μην πονάνε και να γίνονται καλά όταν αρρωσταίνουν (όπως το μικρό μας κουνελάκι, ο Φλάφι, που έδωσε τη ζωή του για να βοηθήσει τον φίλο του).
Ο κύριος Πρασινόφυλλος πήγε στην Κουνελόπολη και σε άλλα μαγικά λιβάδια μόνο και μόνο για να πει σε όλους τι συνέβη. «Αυτό το φυτό, που ήταν ο Φλάφι και τώρα λέγεται φλόμος φύτρωσε και πολλαπλασιάζεται και αυξάνεται σε όλο τον κόσμο. Βοηθάει τους ανθρώπους και πιο πολύ τα παιδιά, έτσι όπως ο Φλάφι ήθελε να βοηθήσει το φίλο του». Και όλα τα κουνελάκια στην Κουνελόπολη και στα μαγικά λιβάδια αισθάνθηκαν περήφανα για την απόφαση που πήρε ο Φλάφι. Και κάθονταν πάντα για ώρες κοντά σε οποιοδήποτε φυτό φλόμο έβρισκαν ψιθυρίζοντάς του τα νέα της παρέας τους αφού τα κουνελάκια ξέρουν ότι τα φυτά νιώθουν και ακούνε...
Μετάφραση: Ekath

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ


«Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια μηλιά που αγαπούσε ένα αγοράκι». Έτσι αρχίζει αυτό το όμορφο παραμύθι που το διαβασμά του αφήνει τη γεύση μιας αξέχαστης ευαισθησίας. Κάθε μέρα το αγόρι πήγαινε στη μηλιά κι έτρωγε τα μήλα της, έκανε κούνια απ τα κλαδιά της, σκαρφάλωνε στον κορμό της... κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη. Μα όσο το αγόρι μεγάλωνε, τόσο περισσότερα ζητούσε απ το δέντρο και το δέντρο έδινε, έδινε, έδινε αδιάκοπα...


http://www.enallaktikos.gr/img19588_43152175c342edfb551ce9dd9df947ee.jpg

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Τα περιστέρια που πίστεψαν ένα γεράκι


geraki_peristeria_mesa
Ένα γεράκι κάποτε είχε βάλει στο μάτι ένα κοπάδι περιστέρια. Προσπάθησε πολλές φορές να τα πιάσει ορμώντας πάνω τους, μα εκείνα πρόφταιναν να χωθούν στον περιστερώνα τους.
– Μάλλον βλέπουν τη σκιά μου, όταν πέφτω πάνω τους κι έτσι προλαβαίνουν και κρύβονται.
Αλλά και τη μέρα που είχε συννεφιά και περίμενε πως δε θα μπορούν να το καταλάβουν, τα περιστέρια μας  κρύφτηκαν μια χαρά στο σπιτάκι τους και η επίθεση πήγε τζάμπα και πάλι.
Η πείνα όμως του γερακιού μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε κι η πονηριά του.
– Τι κάθομαι  και παιδεύομαι με επιθέσεις, σκέφτηκε και μονολογούσε! Θα γίνω βασιλιάς τους και τότε θα έχω στο στομάχι μου όσα περιστέρια θέλω.
Πράγματι, ανέβηκε στην κορυφή ενός δέντρου κοντά στον περιστερώνα και φώναξε στα περιστέρια:
– Γιατί να ζείτε συνεχώς με τον φόβο και τη λαχτάρα μήπως και κάποιος σας επιτεθεί; Αν με κάνετε βασιλιά σας, εγώ θα σας φυλάω και θα σας σώζω από κάθε επίθεση!
Και τα κουτά τα περιστέρια πίστεψαν το γεράκι και το έκαναν βασιλιά και προστάτη τους. Κι όταν έγινε το γεράκι βασιλιάς τους και κάθισε στον θρόνο του, έβγαλε αμέσως τούτη τη διαταγή: Να του φέρνουν κάθε μέρα να τρώει ένα περιστέρι! Τόσο απλά κατάφερε να  τα πιάσει!
Γιατί είναι γνωστό πως όποιοι  παραδίνονται μόνοι τους στα χέρια ενός τυράννου είναι άξιοι της τύχης τους, μόνοι τους σκάβουν τον λάκκο τους!
Απόδοση: Δ.Σ.
Αφήγηση: Κατερίνα Σαββοπούλου
πηγή 

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Κυπριακό Παραμύθι: Ο Ιησούς Χριστός και ο γάμος των αρκόντων


 32 (299x640)

Μια φορά κ’ έναν καιρόν ο αρκοντότερος του χωρκού επάντρευκεν την κόρην του με τον γυιόν ενός μεγάλου πραματευτή. Εκαλέσαν εις τον γάμον ούλον το χωρκόν κι ούλον το αρκοντολόϊν. Άμα κ΄ήρατσιν ΄που την εκκλησιάν που εστεφανώσαν τ΄αντρόϋνον εκάτσασιν ούλοι στα τραπέζια κ΄εκουβαλούσαν οι μαείροι κ΄οι σεττοκόποι* τα φαγιά και τα κρασιά, κ΄οι ξιφάντωσες* και τα τραούδκια εβκαίναν μεσούρανα. Μεσ΄κείνην την ανακατωσιάν, μέσ΄κειν΄τα τραούδκια ήρτεν κ΄εστάθηκεν εις την πόρταν ένας ασπρομάλλης με κάτι ρούχα παστρικά χιόνι αμμά πολλά φτωχικά και κομματιασμένα. Εστάθην έτσι περίλυπος κ’ εθώρεν, ζαβαλί μου,* που τρώαν κ΄επίναν. Ένας μισταρκός* είδεν τον: «Είντα θέλεις, γέρο; άτε τράβα στην δουλειάν σου, μεν μας εμποδίζεις· στέκεις μέσ’ την πόρταν», κ΄εδκιωξέν τον κ’ επήεν κείθε μέρου κ΄εστάθην μέσ’ τον ηλιακόν.* Είδαν τον οι μαείροι κ’ οι σεττοκόποι και επήαν κατά πισόν του: «Είντα, γέρο, είντα που θέλεις δαχαμαί;»* «Ήρτα, γυιέ μου, να δω κ΄εώ ο κακορίζικος τον γάμον και να κάτσω και εώ να φάω νακκουρίν.»* «Λάμνε,* γέρο, στην δουλείαν σου· εν αντρέπεσαι την μουτσούνα σου κ΄εν πάεις· με τουν τα παληόρουχα εννά κάτσης εις το τραπέζιν του γάμου;


christos-4 (439x640)


Μη χειρότερα! Χάτε,* χάτε, λάμνε στην δουλειά σου», κ΄εκουντήσαν τον όξω. Ο γέρος έφυεν κ΄ύστερα ΄που λίην ώραν ήρτεν ένας άρκοντας με κάτι ρούχα ούλα τσοχάδες, με τα πλουμιά τα ολόχρυσα, με κάτι γούννες βισιλικές, κ΄επήεν εις τον γάμον. Άμα τον είδασιν οι δούλοι εβουρήσαν κατά πάνω του: «Κόπιασε, κόπιασε, αφέντη μου πολυχρονημένε μου, κόπιασε στο τραπέζι.» Επροσηκωθήκαν του ούλοι, ως κ΄η νύφη επροσηκώθην του κ΄έκατσεν τον προ κεφαλής των πραπεζιών. Ετρέξασιν οι σεττοκόποι με τα φαγιά, με τους καλύττερους μεζέδες, με τα κρασιά. Έκατσεν ο άθθρωπος κ΄έππιανεν τα φαγιά με το κουτάλιν κ΄εχένωνέν τα πα στα ρούχα του και πα στες γούννες του κ΄ελάλενεν: «Φάτε, ρούχα, και τα ρούχα έχουν τιμήν·» Τότε οι καλεσμένοι κ΄ούλος ο κόσμος έμεινε ξηστικός κ΄εθωρούσαν τον έσσω κ΄έσσω. Άλλος ελάλεν: «άτζιαπις* περιπαίζει μας;» και άλλος: «άτζιαπις εν πελλός;», άλλος: «είντα εν τούτα, αφέντη μου, που κάμνεις;» Ευτύς ο άθθρωπος εσηκώθη πάνω κ΄είπεν τους: «Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός κ΄ήρτα να σας δοκιμάσω. Ήρτα φτωχός κακορίζικος, νηστικός πεινασμένος, κ΄εδκιώξετέ με. Τώρα που ήρτα με τες γούννες και με τα χρυσά, εκάτσετέ με ΄που πάνω ΄που την κεφαλήν σας. Έτσι κ’ εώ ετάϊζα τα ρούχα μου, γιατί τα ρούχα μου είχαν την τιμήν και την υπόληψίν· εν την είχα εώ.» Άμαν τα είπεν τουν τα λόγια εχάθηκεν ΄που την μέσην τους κι αντροπιαστήκαν ούλοι κ΄εγινήκαν ρεζίλι.
Κι άφηκα κείνους καλά κ΄ηύρα σας εσάς καλύττερα.
Γλωσσάρι
σεττοκόποι = σερβιτόροι, ξιφάντωσες = ξεφαντώματα, ζαβαλλί μου = ο καημένος, μισταρκός = υπηρέτης, ηλιακός = υπόστεγη αυλή, δαχαμαί = εδώ χάμω, νακκουρίν = λίγο, λάμνε = πήγαινε, χάτε = άντε, άτζιαπις = άραγε (λ. τουρκ.).



πηγή

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Αρνίτσι-μπίτσι

 http://eikonografies.gr/wp-content/uploads/2014/05/giagia.jpg

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά και δεν είχε παιδιά. Είχε λοιπόν ένα αρνάκι και το είχε σαν παιδάκι της.
Το τάιζε, το πότιζε, το έλουζε κάθε μέρα, και το έστελνε στο σχολείο να μάθει γράμματα.
Πήγαινε κάθε μέρα η γριά στο βούνο και μάζευε χορταράκι για να φάει τ’ αρνάκι της.
Σαν έφτανε έξω από το σπίτι της, έλεγε:
«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Την άνοιγε τ’ αρνάκι κι έμπαινε η γριά μέσα.
Έμαθε ο κυρ Νικόλας ο λύκος πως είχε η γριά ένα αρνίτσι-μπίτσι και το λιμπίστηκε να το φάει. Μια μέρα λοιπόν, όταν την είδε που βγήκε να μαζέψει χορταράκι, την παραμ΄νεψε ώσπου να γεμίσει το καλαθάκι της. Ύστερα την πήρε από πίσω, και όταν έφτασε η γριά στο σπιτάκι της, κρύφτηκε ο λύκος κοντά στην πόρτα. Άκουσε τη γριά που φώναζε τ’ αρνάκι της κι έμαθε τα λόγια που του έλεγε:
«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
«Α, είπε μέσα του ο λύκος. Αυτά τα λόγια του λέει και της ανοίγει.»
Την άλλη μέρα παραμόνεψε ο λύκος τη γριά που έφευγε να μαζέψει χόρτα και προτού να φύγει, είπε στ’ αρνάκι της:
-Κοίταξε, αρνάκι μου, μην ανοίξεις σε καθένα παρά σε μένα μονάχα!
-Καλά, μανούλα μου, είπε τ’ αρνάκι.
«Τώρα, σκέφτηκε ο λύκος, θα του πω κι εγώ το τραγουδάκι να μ’ ανοίξει το αρνίτσι-μπίτσι.»
Σε λίγο, λοιπόν, πάει και χτυπάει την πόρτα και λέει με τη χοντρή φωνή του, κάνοντάς της όσο πιο γλυκιά-γλυκιά μπορούσε:
«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Το αρνάκι όμως φώναξε από μέσα:
-Δεν είσαι εσύ η μανούλα μου! Η μανουλίτσα μου έχει γλυκιά και ψιλή φωνή και η δική σου είναι τραχιά και χοντρή.
Πάει τότε ο λύκος στον τροχιστή και του λέει:
-Σε παρακαλώ, τρόχισέ μου τη γλώσσα μου να γίνει ψιλή-ψιλή!
Τρόχισε ο τροχιστής τη γλώσσα του λύκου και την έκανε όσο πιο ψιλή μπορούσε. Τρέχει πάλι εκείνος στο αρνάκι και του λέει γλυκά-γλυκά απέξω από την πόρτα:
«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Τότε είπε το αρνάκι:
-Εσύ είσαι η μανουλίτσα μου!
Και του άνοιξε.
Μπαίνει ο λύκος μέσα και του δίνει μία «χλαπ!» του αρνιού, και το καταπίνει ολόκληρο!
Ύστερα πάει και χώνεται κάτω από τον καναπέ.
Έρχεται σε λίγο η γριά και φωνάζει:
-Αρνίτσι-μπίτσι!
Μα που τ’ αρνίτσι-μπίτσι, που βρίσκονταν μέσα στη κοιλιά του λύκου!
-Γειτόνισσα, μήπως είδες τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Όχι, δεν το είδα! λέει η γειτόνισσα.
-Δώσε μου σε παρακαλώ το τσεκουράκι σου, ν’ ανοίξω την πόρτα μου, γιατί είναι κλειδωμένη.
Της δίνει η γειτόνισσα το τσεκούρι, ανοίγει η γριά την πόρτα και μπαίνει μέσα. Κοιτάζει από δω, κοιτάζει από κει, πουθενά το αρνάκι της. Άρχισε τότε να κλαίει και να λέει:
-Που είσαι, αρνάκι μου, που είσαι, παιδάκι μου, να φας το χλωρό χορταράκι που σου έφερα!
Στο τέλος πήρε τη ρόκα της και κάθισε στον καναπέ της κι έγνεθε κι έκλαιγε.
Ο λύκος λοιπόν αναδευόταν κάτω από τον καναπέ και καμιά φορά τον πήρε είδηση η γριά. «Τ’ είναι τούτο;» λέει. Σκύβει και βλέπει το λύκο κάτω από το καναπέ;
-Α, εσύ είσαι, κυρ Νικόλα; του λέει. Τι κάθεσαι από κει κάτω και δε βγαίνεις να φάμε και να πιούμε και να παίξουμε το σάκου-σάκου;
Βγήκε λοιπόν ο λύκος, φάγανε, ήπιανε, και ύστερα πήρε η γριά ένα μεγάλο σακούλι και μπήκε μέσα και του λέει του λύκου:
-Πάρε τούτο το σκοινί και δέσε το σακούλι και πάρε και τούτη τη βέργα να με χτυπάς μαλακά-μαλακά. Αυτό είναι το σάκου-σάκου!
Την έδεσε ο λύκος, πήρε και τη βέργα και της έδωσε πέντ’ έξι.
-Φτάνει, γριά;
-Φτάνει!
Βγήκε η γριά, λέει στο λύκο:
-Η σειρά σου τώρα, κυρ Νικόλα!
Έβαλε λοιπόν το λύκο μέσα στο σακί, δένει το σακί και τον αρχίζει, που σε πονεί και που σε σφάζει!
-Ωχ, γριά, το κεφάλι μου! φώναζε ο λύκος.
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, η πλατίτσα μου!
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, τα πλευρά μου!
-Θα τρως τ’ αρνίτσι-μπίτσι μου;
-Ωχ, γριά, η κοιλίτσα μου!
Με το χτύπημα όμως που έδωσε η γριά στην κοιλιά του λύκου, πετάγεται τ’ αρνίτσι-μπίτσι έξω!
Του δίνει τότε άλλη μια η γριά του λύκου και τον σκοτώνει ολότελα, και πάει στο παζάρι και παίρνει ένα κάρο και δυο στρατιώτες και τον πήγαν στο ποτάμι και τον έκαναν μπλουμ!