Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Ε. Ο. Κ. Α - Έναρξη του Αγώνα την 1η Απριλίου 1955


(Δεν ήταν Πρωταπριλιάτικο ψέμα)     

Στις 15 Ιανουαρίου 1950, η Εθναρχούσα Εκκλησία Κύπρου πραγματοποίησε Δημοψήφισμα, στο οποίο ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ψήφισε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, σε ποσοστό 95,7%. Οι Άγγλοι, όμως, τήρησαν και πάλι αρνητική στάση. Στις 28 Ιουλίου 1954, ο Υφυπουργός Αποικιών, Χένρυ Χόπκινσον, ανέφερε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι η Κύπρος είναι περιοχή με στρατηγική αξία, και γι' αυτό ουδέποτε θα τύχει αυτοδιάθεσης. Η Ελλάδα, με αίτησή της στον Ο.Η.Ε., το 1954, ζήτησε, από τον Οργανισμό, την «Εφαρμογήν, της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών, στην περίπτωσιν του λαού της Κύπρου». Στις 17 Δεκεμβρίου 1954, η Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. απέρριψε την αίτηση της Ελλάδας. Έτσι, την 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε τη δράση της η Ε.Ο.Κ.Α. Όπως προανέφερα, πολιτικός αρχηγός της υπήρξε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, και Στρατιωτικός ο Γεώργιος Γρίβας, με το ψευδώνυμο Διγενής. Σκοπός της Ε.Ο.Κ.Α. ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου και η Ένωσή της με την Ελλάδα. Ο Αγώνας αγκαλιάστηκε απ' όλο το λαό της Κύπρου, κι ανέδειξε αγωνιστές, οι οποίοι με αυταπάρνηση προσέφεραν τη ζωή τους στην πατρίδα, είτε πέφτοντας νεκροί στα πεδία των μαχών, είτε ξεψυχώντας από τα βασανιστήρια, ή δι' απαγχονισμού.
  Ανάλογες αγωνιστικές κινητοποιήσεις κι εκδηλώσεις γινόντουσαν και στην Ελλάδα, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα λειτούργησε σχέδιο αποστολής όπλων, στην Κύπρο, με επιβατικά πλοία της γραμμής Πειραιά-Λεμεσού. Άλλα όπλα έφταναν με το ταχυδρομείο της Πάφου, μα κι αλλιώς. Στις 29 Ιανουαρίου 1956, ο οπλισμός της Ε.Ο.Κ.Α. εμπλουτίστηκε με 800 περίπου κυνηγετικά όπλα Ελληνοκυπρίων, τα οποία πήραν, απ' αυτούς, μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. Ένας άλλος τρόπος, με τον οποίο βρίσκονταν όπλα, ήταν οι επιθέσεις σε αστυνομικούς σταθμούς και από νεκρούς Άγγλους στρατιώτες. Μερικά όπλα ήταν ντόπιας κατασκευής, φτιαγμένα σε ειδικά εργαστήρια, στα οποία κατασκευάζονταν, επίσης, ωρολογιακές βόμβες, νάρκες και άλλο πολεμικό υλικό. Στις 9/3/1956, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, από το οποίο θα μετέβαινε στην Αθήνα, για συνομιλίες με την Ελληνική Κυβέρνηση.
Την ίδια μέρα συνελήφθηκαν και οι Κύπριοι:Μητροπολίτης Κερύνειας, Παπασταύρος Παπαγαθαγγέλου και Πολύκαρπος Ιωαννίδης. Και οι τέσσερις εξορίστηκαν στις Σεϋχέλλες. Στις 10 Μαΐου 1956, οι: Μιχαλάκης Καραολής και Ανδρέας Δημητρίουαπαγχονίστηκανστις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, για τη δράση τους, ως μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. Ενταφιάστηκαν στις κεντρικές φυλακές. Στον ίδιο χώρο, αργότερα, θα ταφούν άλλα έντεκα μέλη της Ε.Ο.Κ.Α. Στις 9 Αυγούστου 1956 απαγχονίζονται τρία, ακόμα, μέλη της, οι: Ανδρέας Ζάκος, Χαρίλαος Μιχαήλ και Ιάκωβος Πατάτσος. Άλλοι τρεις αγωνιστέςαπαγχονίζονταιστις 21 Σεπτεμβρίου, οι: Μιχαήλ Κουτσόφτας, Ανδρέας Παναγίδης και Στέλιος Μαυρομάτης. Ακολούθησε η θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου (3 Μαρτίου 1957), στη μονή Μαχαιρά, όταν οι Άγγλοι έριξαν βενζίνη κι εμπρηστικές βόμβες στο κρησφυγετό του, οπότε ο ήρωας έγινε ολοκαύτωμα. Ξημερώματα της 14ης Μαρτίου 1957απαγχονίστηκεκαι ο 19χρονος Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Στις 22/10/1957, ο Χάρντινγκ υπέβαλε την παραίτησή του, κι αναχώρησε από την Κύπρο στις 4/11. Στις 3/12 ανέλαβε τα καθήκοντα του ο νέος Κυβερνήτης, Σερ Χιου Φουτ. Στις 5/7/58, οι Άγγλοι συνέλαβαν ένα παιδί, στο χωριό Αυγόρου, και πυροβόλησαν εναντίον των αμάχων του χωριού.Φονεύθηκανοι: Παναγιώτης Ζαχαρία και Λουκία Παπαγεωργίου, έγκυος και μητέρα έξι παιδιών. Στις 2/9/1958, στο Λιοπέτρι, Άγγλοι στρατιώτες περικύκλωσαν τέσσερις αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. Οι: Ανδρέας Κάρυος, Φώτης Πίττας, Ηλίας Παπακυριακού και Χρίστος Σαμαράς, έπεσαν νεκροί. Στις 19 Νοεμβρίου 1958, οι Άγγλοι σκότωσαν και τον Κυριάκο Μάτση, στο Κάτω Δίκωμο. 
Συνολικά, από τους Άγγλους σκοτώθηκαν:
Γρηγόριος Αυξεντίου - Μάρκος Δράκος - Πέτρος Γιαλλούρος -Ανδρέας Κάρυος - Γεώργιος Κάρυος - Στυλιανός Λένας - Κυριάκος Μάτσης - Χαράλαμπος Μούσκος - Ηλίας Παπακυριακού - Φώτιος Πίττας - Χρήστος Σαμάρας.
Κύπριοι απαγχονισθέντες υπό των Άγγλων:
Μιχαήλ Καραολής, ετών 23, 10-5-56.
Ανδρέας Δημητρίου, ετών 22, 10-5-56.
Ανδρέας Ζάχος, ετών 24, 9-8-56.
Ιάκωβος Πατάτσος, ετών 22, 9-8-56.
Χαρίλαος Μιχαήλ, ετών 22, 9-8-56.
Μιχαήλ Κουτσόφτας, ετών 22, 21-9-56.
Στέλιος Μαυρομάτης, ετών 20, 21-9-56.
Ανδρέας Παναγίδης, ετών 22, 21-9-56.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ετών 19, 13-3-57.

ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1955 

Με την βοήθειαν τού Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου τού Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν τού Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μάς κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: «‘Η τάν ή επί τάς».
Αδελφοί Κύπριοι,Από τα βάθη των αιώνων μάς ατενίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι ελάμπρυναν την Ελληνικήν Ιστορίαν διά να διατηρήσουν τήν ελευθερίαν των: οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Τριακόσιοι τού Λεωνίδα και οι νεώτεροι τού Αλβανικού έπους. Μάς ατενίζουν οι αγωνισταί τού 1821, οι οποίοι και μάς εδίδαξαν ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το αίμα. Μάς ατενίζει ακόμη σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος και μάς παρακολουθεί με αγωνίαν, αλλά και με εθνικήν υπερηφάνειαν. ‘Ας απαντήσωμεν με έργα, ότι θά γίνωμεν «πολλώ κάρρονες» τούτων. 
Είναι καιρός να δείξωμεν εις τον κόσμον, ότι εάν η διεθνής διπλωματία είναι άδικος και εν πολλοίς άνανδρος, η Κυπριακή ψυχή είναι γενναία. Εάν οι δυνάσται μας δεν θέλουν να αποδώσουν την λευτεριά μας, μπορούμε να την διεκδικήσωμεν με τα ίδια μας τα χέρια και με το αίμα μας. Ας δείξωμεν εις τον κόσμον ακόμη μιά φορά ότι και τού σημερινού Έλληνος «ο τράχηλος ζυγόν δέν υπομένει». Ο αγών θα είναι σκληρός. Ο δυνάστης διαθέτει τα μέσα και τον αριθμόν. Ημείς διαθέτομεν τήν ψυχήν, έχομεν και το δίκαιον με το μέρος μας. Γι’ αυτό και θα νικήσωμεν.
Διεθνείς διπλωμάται, ατενίσατε το έργον σας. Είναι αίσχος εν εικοστώ αιώνι, οι λαοί να χύνουν το αίμα των διά να αποκτήσουν την λευτεριά των, το θείον αυτό δώρον, για το οποίον και εμείς επολεμήσαμεν παρά τό πλευρόν των λαών σας, και για το οποίον σείς τουλάχιστον διατείνεσθε ότι επολεμήσατε εναντίον τού ναζισμού και τού φασισμού.
Έλληνες, όπου και αν ευρίσκεσθε, ακούσατε την φωνήν μας: Εμπρός, όλοι μαζί για την λευτεριά της Κύπρου μας.

Πρώτο θύμα του Αγώνα, σκοτωμένος σε ατύχημα, καθώς προσπαθούσε, τα μεσάνυκτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955, να βοηθήσει τον Ανδρέα Κάρυο να προκαλέσει βραχυκύκλωμα, λίγο έξω από το Αυγόρου, για να συσκοτισθεί η Αμμόχωστος την ώρα που θα ρίχνονταν οι πρώτες βόμβες της Ε.Ο.Κ.Α., υπήρξε οΜόδεστος Παντελή. Γεννήθηκε στο χωριό Λιοπέτρι, της επαρχίας Αμμοχώστου, στις 16 Δεκεμβρίου 1923.
Με τη σειρά μου, στον ποιητή κι αγωνιστή Ευαγόρα Παλληκαρίδη και σ' όλους τους ήρωες οι οποίοι θυσιάστηκαν για τη Λευτεριά της Κύπρου μας από την Αγγλοκρατία, αφιερώνω το ποίημά μου:
ΠΟΡΕΙΑ
Φορώντας τ' άρματα του Δίκιου

πάλεψες για τη Λευτεριά.

Με τα τσαπράζια των Ιδανικών σου πολέμησες.

Ξυπόλυτα όνειρα -μικρά, αθώα παιδιά,

μόρτες τ' "ανέφικτου"- σ' άνοιγαν δρόμο.

Πέταξες στο φως μ' ανοιχτά φτερούγια,

να κυνηγήσεις τ' "άπιαστο" ως τα περβόλια του Ήλιου. 

Εκεί που δάκρυα έχουν μόνο οι κρίνοι

και πεπτωκότες άγγελοι.

Νίκος Μπατσικανής, συγγραφέας - ποιητής.

Μελετητής Ελληνικής Γλώσσας & Ιστορίας.
 

Η 1η Απριλίου 1955
Οαγώνας εκράγηκε στις 0.30΄ το πρωί της lης Απριλίου 1955, ξημερώματα Παρασκευής. Η Κύπρος μετατράπηκε ξαφνικά σε ένα κοχλάζον ηφαίστειο που με τη φωτιά του καταύγαζε τον κόσμο και με τις υποχθόνιες δονήσεις του έσειε τα θεμέλια της γης. 'Ήταν απίστευτο. Ο εχθρός αλαφιάστηκε. Ο λαός ένιωσε να του θερμαίνει την καρδιά η άγια φωτιά. Η νιότη πυρπολήθηκε. Τα λάβαρα των αιώνων υψώθηκαν στα κάστρα. Ολόκληρο το νησί έγινε μια απέραντη γαλανόλευκη σημαία. Κι η μπαρουτοκαπνισμένη ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε από τα πολεμικά τροπάρια του Γένους και τα εμβατήρια του ξεσηκωμού.
Το έθνος ξύπνησε, έστησε αυτί κατά το νότο, η μνήμη της Αγίας Λαύρας φύσηξε σαν πνοή ζωογόνα για να φλογίσει την Ψυχή και να Θεριέψει το εθνικό όνειρο. Εκείνη την πρώτη νύχτα χτύπησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου με την ομάδα των Αμμοχωστιανών στη Δεκέλεια. με αποστολή να προκαλέσουν διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και συσκότιση σ' όλο το νησί. Ο Μάρκος Δράκος με την ομάδα "Αστραπή" ανατίναξαν το Ραδιοφωνικό σταθμό. Άλλες ομάδες ανάλαβαν αποστολές σε προκαθορισμένα σημεία σε διάφορες περιοχές. Την αφετηρία της ιστορίας της δόξας, οριοθέτησε με τη θυσία του ο πρώτος νεκρός. Ο Μόδεστος Παντελή. Ο ήρωας πέθανε από ηλεκτροπληξία ενώ επιχειρούσε να καταστρέψει τα ηλεκτροφόρα Καλώδια. Χρησιμοποίησε σχοινί που είχε υγρανθεί από τη νυχτερινή ανοιξιάτικη νοτιά. Την 1η Απριλίου 1955, η Κύπρος ξύπνησε αναστατωμένη πριν να ροδίσει η αυγή. βγήκε στους δρόμους απορώντας. Το μυστικό της το αποκάλυψε ο Αυγερινός της ελευθερίας που μεσουράνησε μετά τις πρώτες εκρήξεις. Η πατρίδα φόρεσε τα γιορτινά της κι έκανε το σταυρό της. Το πανηγύρι του αγώνα άρχιζε. Ο άγγελος του λυτρωμού φτεροκοπούσε και μετέδιδε από πόρτα σε πόρτα το άγγελμα του ξεσηκωμού. Κι ο Διγενής κυκλοφορούσε την προκήρυξή του.

 
ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ
1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1955 

ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ 
Με την βοήθειαν τού Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου τού Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν τού Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μάς κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: "'Η τάν ή επί τάς".
Αδελφοί Κύπριοι, Από τα βάθη των αιώνων μάς ατενίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι ελάμπρυναν την Ελληνικήν Ιστορίαν διά να διατηρήσουν τήν ελευθερίαν των: οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Τριακόσιοι τού Λεωνίδα και οι νεώτεροι τού Αλβανικού έπους. Μάς ατενίζουν οι αγωνισταί τού 1821, οι οποίοι και μάς εδίδαξαν ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το αίμα. Μάς ατενίζει ακόμη σύμπας ο Ελληνισμός, ο οποίος και μάς παρακολουθεί με αγωνίαν, αλλά και με εθνικήν υπερηφάνειαν. 'Ας απαντήσωμεν με έργα, ότι θά γίνωμεν "πολλώ κάρρονες" τούτων.

Είναι καιρός να δείξωμεν εις τον κόσμον, ότι εάν η διεθνής διπλωματία είναι άδικος και εν πολλοίς άνανδρος, η Κυπριακή ψυχή είναι γενναία. Εάν οι δυνάσται μας δεν θέλουν να αποδώσουν την λευτεριά μας, μπορούμε να την διεκδικήσωμεν με τα ίδια μας τα χέρια και με το αίμα μας. Ας δείξωμεν εις τον κόσμον ακόμη μιά φορά ότι και τού σημερινού Έλληνος "ο τράχηλος ζυγόν δέν υπομένει". Ο αγών θα είναι σκληρός. Ο δυνάστης διαθέτει τα μέσα και τον αριθμόν. Ημείς διαθέτομεν τήν ψυχήν, έχομεν και το δίκαιον με το μέρος μας. Γι' αυτό και θα νικήσωμεν.

Διεθνείς διπλωμάται, ατενίσατε το έργον σας. Είναι αίσχος εν εικοστώ αιώνι, οι λαοί να χύνουν το αίμα των διά να αποκτήσουν την λευτεριά των, το θείον αυτό δώρον, για το οποίον και εμείς επολεμήσαμεν παρά τό πλευρόν των λαών σας, και για το οποίον σείς τουλάχιστον διατείνεσθε ότι επολεμήσατε εναντίον τού ναζισμού και τού φασισμού.

Έλληνες, όπου και αν ευρίσκεσθε, ακούσατε την φωνήν μας: Εμπρός, όλοι μαζί για την λευτεριά της Κύπρου μας. 
Ε.Ο.Κ.Α
Ο ΑΡΧΗΓΟΣΔΙΓΕΝΗΣ
    Αρχικά η ΕΟΚΑ ιδρύθηκε με σκοπό τη διενέργεια μικρής εκτάσεως στρατιωτικών επιχειρήσεων, κυρίως δε ενεργειών δολιοφθοράς σε άψυχους αγγλικούς στόχους στην Κύπρο, για δημιουργία θορύβου που ενδεχομένως θα υποβοηθούσε τις πολιτικές ενέργειες του αρχιεπισκόπου Μακαρίου για τη λύση του Κυπριακού ζητήματος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στους αρχικούς σκοπούς της ΕΟΚΑ δεν περιλαμβανόταν το αίτημα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, πράγμα που δεν αναφερόταν ούτε στην πρώτη προκήρυξη του Γρίβα που κυκλοφόρησε την 1/4/1955, μέρα έναρξης του ένοπλου αγώνα. Και τούτο, γιατί οι πολιτικοί χειρισμοί ανήκαν στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τον οποίο ο Γρίβας αναγνώριζε αρχικά ως ανώτερο του και ως τον άνθρωπο εκείνο ο οποίος του ενεπιστεύθη την διεξαγωγή του αγώνος ( Η τρομοκρατία εν Κύπρω - Το ημερολόγιον του Γρίβα, έκδοση 1957 από τους Άγγλους του ανευρεθέντος ημερολογίου, καταχώρηση ημερ. 2/4/1955).
Στη συνέχεια όμως, μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων του αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τον κυβερνήτη Χάρτιγκ (τέλος 1955 - αρχές 1956), της εξορίας του πρώτου από τον δεύτερο (9/3/1956) και των μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων του Χάρτιγκ κατά της ΕΟΚΑ, η οργάνωση ξέφυγε από τις αρχικές δραστηριότητές της (δολιοφθορές) και ανταπέδωσε τα πλήγματα, αναγκασμένη πια να αναμετρηθεί με τους Βρετανούς.Ο ίδιος ο Γρίβας (Απομνημονεύματα/ διαχωρίζει τον τετραετή αγώνα της ΕΟΚΑ στις ακόλουθες φάσεις:
α) Από την έναρξή του μέχρι την άφιξη του Χάρτιyκ (1/4/1955 - 3/10/1955).
β) Από την άφιξη του Χάρτιγκ μέχρι την εξορία του Μακαρίου (3/10/1955 - 9/3/1956).
γ) Από την εξορία του Μακαρίου μέχρι την πρώτη εκεχειρία (9/3/1956 - 16/8/1956).
δ) Από την πρώτη μέχρι την δεύτερη εκεχειρία ( 17/8/1956 - 14/3/1957).
ε) Από τη δεύτερη εκεχειρία μέχρι την αντικατάσταση του Χάρτιγκ (15/3/1957 - 6/11/1957).
στ) Από την αναχώρηση του Χάρτιγκ μέχρι την ανακοίνωση του σχεδίου Μακμίλλαν (7/11/1951 - 19/7/1958).
ζ) Από την ανακοίνωση του σχεδίου μέχρι τη συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ (20/7/1958 - 25/11/1958).
η) Από την συζήτηση στον ΟΗΕ μέχρι την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου (25/11/1958- 19/2/1959).
Κατά την πρώτη φάση, η δράση της ΕΟΚΑ ήταν κυρίως δολιοφθορές, μια απόπειρα κατά της ζωής του Άγγλου κυβερνήτη και σποραδικές επιθέσεις, ταυτόχρονα δε διαδηλώσεις και παναπεργίες.

Κατά τη δεύτερη φάση, στήνονται ενέδρες και διεξάγεται η μεγάλη μάχη στην περιοχή του χωριού Σπήλια, συνεχίζονται οι δολιοφθορές, οργανώνεται η νεολαία και αναδιοργανώνεται η ΕΟΚΑ.
Κατά την τρίτη φάση, εφαρμόζονται μεγάλης κλίμακας τρομοκρατικά μέτρα του αγγλικού στρατού και επιχειρήσεις του Χάρτιγκ κατά της ΕΟΚΑ, κυρίως στην περιοχή Κύκκου. Η ΕΟΚΑ αντεπιτίθεται, γίνεται ακόμη και απόπειρα κατά του Χάρτιγκ, ενώ φθάνει στην Κύπρο ο συνταγματολόγος λόρδος Ράντκλιφ που αποτυγχάνει να προωθήσει την ιδέα εφαρμογής ενός συντάγματος. Μαζική συμμετοχή του λαού σε διαδηλώσεις και παναπεργίες.

Κατά την τέταρτη φάση, η ΕΟΚΑ επαναλαμβάνει τις επιθέσεις της μετά την αποτυχία της προσπάθειας για εκεχειρία. Δημοσιεύεται από τους Βρετανούς το ημερολόγιο του Γρίβα που ανευρέθη και το οποίο, μεταξύ άλλων, ενοχοποιούσε και τον Μακάριο. Η Κύπρος χρησιμοποιείται ως ορμητήριο των Αγγλογάλλων κατά της Αιγύπτου (εισβολή στο Σουέζ). Η ΕΟΚΑ προπαρασκευάζεται για μακρόχρονη δράση. Οι επιθέσεις των Άγγλων και οι αντεπιθέσεις της ΕΟΚΑ συνεχίζονται. Οι Τουρκοκύπριοι αρχίζουν να προβάλλουν έντονα το αίτημα για διχοτόμηση της Κύπρου. Σε μάχες σκοτώνονται ο Μάρκος Δράκος, ο Μιχαήλ Γεωργάλλας και ο Γρηγόρης Αυξεντίου.
Κατά την πέμπτη φάση, αρχίζει η παθητική αντίσταση του λαού. Η ΕΟΚΑ περιορίζει τη δράση της προκειμένου να δημιουργηθεί ευνοϊκό κλίμα για απελευθέρωση του Μακαρίου που κρατείται στις Σεϋχέλλες. Ο Μακάριος απελευθερώνεται. Αναπτύσσεται στην Κύπρο δράση εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων που συνεργάζονται με τους Βρετανούς.

Κατά την έκτη φάση, η δράση της ΕΟΚΑ περιορίζεται και πάλι, κυρίως σε ενέργειες δολιοφθορών. Στην Κύπρο αναλαμβάνει νέος κυβερνήτης ο σερ Χιού Φούτ, που ζητά να συναντηθεί με τον Γρίβα. Το Κυπριακό ζήτημα συζητείται σε πολλά παρασκηνιακά επίπεδα. Εκδηλώνεται μεγάλης κλίμακας οργανωμένη επίθεση των Τουρκοκυπρίων κατά των Ελληνοκυπρίων και των περιουσιών τους. H ΕΟΚΑ επαναρχίζει την δράση της, ενώ επαναρχίζουν και οι μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις των Βρετανών κατά της ΕΟΚΑ.
Κατά την έβδομη φάση, συνεχίζονται οι επιθέσεις των Τουρκοκυπρίων, τους οποίους τώρα κτυπά η ΕΟΚΑ. Οι Άγγλοι κατορθώνουν να δημιουργήσουν στην Κύπρο συνθήκες διακοινοτικής διαμάχης. Σε μάχη σκοτώνονται οι τέσσερις ήρωες του αχυρώνα του Λιοπετρίου. Η ΕΟΚΑ διενεργεί μεγάλες επιθέσεις κατά των Βρετανών. Στο Δίκωμο σκοτώνεται ο Κυριάκος Μάτσης. Αρχίζει η διαφωνία ως προς το πολιτικό μέλλον της Κύπρου, μεταξύ Μακαρίου και Γρίβα.

Κατά την όγδοηκαι τελευταία φάση του αγώνα, η ΕΟΚΑ περιορίζει τη δράση της, όπως την περιορίζουν και οι Βρετανοί και οι Τούρκοι. Οι παρασκηνιακές ζυμώσεις οδηγούν στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στη Ζυρίχη, που προσυπογράφεται προσυπογράφεται και από τους λοιπούς ενδιαφερομένους (Ελληνοκυπρίους, Τουρκοκυπρίους και Βρετανούς) στο Λονδίνο. Η Κύπρος καθίσταται πια ανεξάρτητη Δημοκρατία. 
Ποτέ δεν θα πεθάνουνε, όσοι πέθαναν σήμερα. Και της σκλαβιάς τα σίδερα, θα σπάσουν κάποια μέρα, και θ' ακουστούν ελεύθερα, τραγούδια πέρα ως πέρα, στο ελληνικό νησί...
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ
Από τον Καραβά Κυρήνειας. Οργανωμένος στην ΟΧΕΝ Λευκωσίας, αποτέλεσε ένα από τα πρώτα στελέχη της πρωτεύουσας, σχεδιάζοντας και εκτελώντας πληθώρα επιχειρήσεων. Ο Ι. Πατάτσος είχε συμμετάσχει στο εγχείρημα δολοφονίας του Χάρντιγκ, όταν η ΕΟΚΑ τοποθέτησε ωρολογιακή βόμβα στο σπίτι του. Συνελήφθη στις 23 Απριλίου 1956, στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας, για τον φόνο του τούρκου αστυνομικού Νιχάτ Βασίφ. Τρεις μήνες αργότερα, καταδικάστηκε σε θάνατο, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί η ενοχή του, αφού δεν υπήρχαν αποδείξεις. Η ψυχική δύναμη του ήρωα, φαίνεται από τα γραπτά του, όταν γνώριζε ήδη ότι θα εκτελούνταν. Στις 24 Ιουλίου 1956, γράφει: «Αίσχος στους Άγγλους!!! Αίσχος !!! Οι Άγγλοι είναι αιμοχαρείς δυνάσται. Οι Άγγλοι είναι κτήνη. Θα τολμήσουν τα τέρατα να βάψουν ακόμη μίαν φοράν τα χέρια τους με αίμα αθώων... Όπως φαίνεται, πολύ σύντομα θα αρχίσουν οι εκτελέσεις. Ήρθε ο Ζάκος μαζί με τον Χαρίλαον. Τότε αρχίσαμε να ζητωκραυγάζομεν υπέρ της ΕΟΚΑ... Τέλος, μαζί εψάλλαμε τον Εθνικόν Ύμνον». Ο Ιάκωβος Πατάτσος, σαν γνήσιος Έλληνας της Κύπρου, βάδισε προς τον θάνατο με ψηλά το κεφάλι. Κοινώνησε από τα χέρα του ιερέα Αντωνίου Ερωτοκρίτου και έψαλε, ενώ του περνούσαν τη θηλειά στο λαιμό (όπως βεβαιώνει ο συγκρατούμενός του Χρυσ. Παναγής), το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» . Ηταν 22 χρονών ...
ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ
Από τη Λινού Σολέας. Με πλούσια και πολυσχιδή δραστηριότητα. Από τους πρώτους που εντάχθηκαν στην ΕΟΚΑ και από τα σημαντικά στην περιοχή Σολέας. Απαγχονίστηκε μαζί με τον Ιάκωβο Πατάτσο στις 9 Αυγούστου του 1956. Στην τελευταία του επιστολή, απευθύνεται στον αδελφό του Γεώργιο, παραμονή της εκτέλεσής του: «Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει η ηρεμία.. Μόνο με την εκτέλεση θα μπορέσω να μείνω πάντα νέος και αθάνατος... Πρώτα, ή ύστερα έπρεπε να διαθέσω την ζωή μου». Τα σχόλια φαντάζουν περιττά μπροστά σε τέτοιες καταθέσεις. Ο Ανδρέας Ζάκος έδωσε τη ζωή του για Ένωση και λευτεριά. Ήταν 25 ετών...
ΜΑΡΚΟΣ ΔΡΑΚΟΣ
Από τη Λεύκα της βορειοδυτικής από μέρα της εξέγερσης, στο ραδιοφωνικό σταθμό Λευκωσίας, όργανα προπαγάνδας των δυναστών. Πιάστηκε μετά από τέσσερις μήνες, αιχμάλωτος (30 Ιουλίου 1955) και κλείστηκε στο μεσαιωνικό φρούριο Κυρηνείας. Έμεινε εκεί αυστηρά φρουρούμενος, για σχεδόν δύο μήνες και δραπέτευσε με μυθιστορηματικό τρόπο, μαζί με 15 συγκρατούμενους. Αναπτύσσει ένοπλη δραστηριότητα στους ορεινούς όγκους του Τροόδους και συνεργάζεται άμεσα με τον Γ. Γρίβα. Στις 15 Δεκεμβρίου 1955, τραυματίζεται σε μάχη με τους Άγγλους, μα καταφέρνει να διαφύγει, αφήνοντας πίσω έναν σύντροφό του νεκρό και δύο αιχμαλώτους. Επικηρύσσεται με το ποσό των 5.000 λιρών, αλλά συνεχίζει να επιζητεί τη σύγκρουση με τους Άγγλους αποικιοκράτες, προκαλώντας τους σημαντικές απώλειες. Τον Ιανουάριο του 1957, σε μάχη στην περιοχή Τεμπριάς, ο Μάρκος Δράκος σκοτώθηκε από ριπή πολυβόλου. «Δεν απέθανεν όμως... Ίνδαλμα ευγενές, ζει και Θα ζει πάντοτε εις την ψυχήν των Ελλήνων της Κύπρου. Αγέραστος η μορφή του, Θα πλανάται από τον τόπον της Θυσίας του... δια να υπενθυμίζει ότι ο αγών δεν έληξεν, ότι το χρέος θα εξακολουθήσει να υφίσταται, μέχρις ότου πραγματοποιηθούν οι ιεροί σκοποί...». Ο Μάρκος Δράκος ήταν 25 χρονών . Ο ανδριάντας του, στην «Πύλη Πάφου», στην Λευκωσία, θυμίζει τη θυσία του και τις υποθήκες που άφησε σε όλους μας...
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΛΕΝΑΣ
Από τα Χαντριά, χωριό σκαρφαλωμένο στις ψηλότερες βουνοκορφές του Τροόδους. Από μικρός, εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία και το 1947, μπήκε στην ΟΧΕΝ. Στη συνέχεια, βρέθηκε για ένα χρόνο στα Δωδεκάνησα, υπότροφος της ελληνικής κυβέρνησης, στην « Τεχνική Σχολή Λέρου». Επιστρέφει και ανοίγει μηχανουργείο στη Λευκωσία, όμως ο νους και η ψυχή είναι ήδη δοσμένα στον αγώνα και την υπόθεση της Ενώσεως. Είναι από τα πρώτα 5 ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚΑ. Μετά το ξέσπασμα του κινήματος, καταφεύγει στον κυπριακό 'Όλυμπο, διότι οι Άγγλοι ήδη τον καταζητούσαν, έχοντας προβεί σ' επικήρυξή του. Ο Στυλιανός Λένας, εξ αιτίας των γνώσεων που είχε, ασχολήθηκε με την κατασκευή των βομβών που χρησιμοποιούσε η ΕΟΚΑ. Εντάσσεται στην ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου και η δράση του αποκτά γρήγορα διαστάσεις. Οι βομβιστικές του ενέργειες Θα κάνουν τους Άγγλους να τον αποκαλούν από ένα σημείο και μετά, «Κρούππ», ενώ ο Γ. Γρίβας του προσέδωσε το ψευδώνυμο «Γίγαντας». Τον Φεβρουάριο του 1957, στις μεγάλης έκτασης εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Άγγλων σε όλη την ορεινή Κύπρο, ο Στυλιανός Λένας τραυματίστηκε, αφού σκότωσε με τους μαχητές του 4 Άγγλους στρατιώτες, έξω από το χωριό Πελένδρι. Την προσπάθεια του να διαφύγει, πρόδωσαν οι κηλίδες του αίματός του, που οδηγούσαν τους διώκτες από πίσω του. Τον μετέφεραν στην αγγλική βάση Ακρωτηρίου και παρ' όλο που αιμορραγούσε ακατάσχετα, τον βασάνιζαν άγρια επί μέρες. Eτσι, σε λίγες μέρες έσβησε. Και η μητέρα του Αθηνά, θυμάται: «...τον Στυλλή μου δεν τον ξεχνώ ποτέ. Νομίζω πως κάποτε θα γυρίσει... τον φαντάζομαι να κτυπά δειλά την πόρτα μας... στέκομαι στο παραθύρι και προσμένω την ώρα την μεγάλη, που Θα εκπληρωθεί ο πόθος του παιδιού μου: η Ένωση». Ο Στυλιανός Λένας ήταν 25 χρονών... 

ΤΑ ΙΔΑΝΙΚΑ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΕΟΚΑ
«Είναι καιρός να καμαρώσεις για το παιδί σου. Ευρίσκεται εκεί ψηλά όπου ψάλλουν οι άγγελοι Χαίρε αγαπημένη μου μητέρα. Μη κλαίεις για να ακούσεις την αγγελική φωνή μου που ψάλλει Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε και εσύ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τον Θεόν σε όλην σου την ζωήν». 
Ιάκωβος Πατάτσος
 «Δεν εκτελούμαι σαν ένας κοινός εγκληματίας, αλλά σαν ένας τιμημένος Κυπραίος. Τώρα που ξέρω ότι σε μία ήμερα θα αντικρύσω την αγχόνη, εχω διπλάσιο θάρρος από πρίν. Ο Χριστός είναι πάντα συντροφιά στα κελλιά μας. Ο Χριστός μας γεμίζει την καρδιά με αληθινή χαρά. Παρακαλούμε τον Θεό να μας σώσει όχι το σώμα, αλλά την ψυχή».
Ανδρέας Παναγίδης
  
«Είμαστε Χριστιανοί και ο αντικειμενικός μας σκοπός πρέπει να είναι η Ουράνια Βασιλεία. Πεθαίνουμε απόλυτα ήρεμοι. Εζήτησα να δω μερικούς από σας, μα δεν μου επέτρεψαν.Γεια σας και ο Θεός μαζί σας». 
Ανδρέας Ζάκος
 «Είμαι, αγαπητέ μου αδελφέ, πολύ στενοχωρημένος που θα σε λυπήσω με τα νέα μου, αλλά αφού ο Θεός μου επεφύλαξε το πικρόν τούτο ποτήριον «ου μη πιω αυτό»; Γενηθήτω το θέλημα του Παντοδυνάμου. Το Εκτελεστικόν Συμβούλιον απεφάσισεν ότι θα εκτελεσθώ».
Μιχαήλ Καραολής
  
«Δεν είναι θαύμα η εξύψωσις των ταπεινών, των χωρίς ιδανικά ανθρώπων σε αγωνιστάς; Αυτός είναι ο Έλληνας. Την λευτεριά την έχει μέσα του, την έχει στο υποσυνείδητο του, μπορεί να πει κανείς, μα σαν έλθη η κρίσιμη στιγμή, τότε ξεπετάγεται, την κάνει συνείδηση του και ζωή του, κι ο ταπεινός ο μικρόχαρος μεταβάλλεται σε μαχητή ακατάβλητο»! 
Γρηγόρης Αυξεντίου
  
Αποσπάσματα από το άρθρο:
Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΩΝ
ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΟΚΑ ΤΟΥ 1955 – 1959
Κωνσταντίνου Ι. Χολέβα

Ήταν από το Μαραθόβουνο Αμμοχώστου. Από τα εφηβικά του χρόνια, ξεχώριζε για την ευγενική του μορφή και τις ελληνοκεντρικές του ιδέες. Μαθητής ακόμα, στην έκτη τάξη του Παγκύπριου Γυμνασίου, γράψει (λίγους μήνες πριν ξεσπάσει η θύελλα της ΕΟΚΑ): «Μένομεν πιστοί στην Εθναρχία μας. Εάν μας καλέσει για τον μεγάλο αγώνα, είμαστε έτοιμοι... έτοιμοι και διά Θυσίας. Ζήτω η Ενωσις». Μυείται στην οργάνωση και συμμετέχει στην ομάδα κρούσης του Γρηγόρη Αυξεντίου. 'Έπεσε νεκρός στη μάχη της Ζωοπηγής, από εχθρικές σφαίρες, στις 31 Δεκεμβρίου 1956. Ξεψυχώντας στα χέρια του αρχηγού του, ψιθύρισε: «Μάστρε μου, πεθαίνω, ζήτω η Ελλάδα». Ο Μάκης Γεωργάλλας ήταν 21 ετών. ΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΑΛΛAΣ
ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ
Εξάδελφος του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Απαγχονίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1956. Στο κύκνειο άσμα του, ένα γράμμα προς την οικογένεια του λίγες ημέρες πριν τον κρεμάσουν , λέει μεταξύ άλλων: «Δεν θέλω μοιρολόγια και Θρήνους... θέλω να ξέρετε πως ο γιος και αδελφός σας πέθανε με το χαμόγελο στα χείλη, κρατώντας μέχρι τέλους τον όρκο τον ιερό που έδωσε: να θυσιαστεί για χάρη της ελευθερίας της Κύπρου». Ο Στέλιος Μαυρομμάτης «έφυγε» στα 23 του, δίνοντας και αυτός τη ζωή του για το σμίξιμο της μικρής του πατρίδας με τη μάνα Ελλάδα.
 ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΥΤΣΟΦΤΑΣ
Εργάτης απλός, χωρίς μόρφωση και υψηλή παιδεία, μα με μεγάλη ψυχή. Οι επιστολές του προς τα αγαπημένα του άτομα μέσα από τη φυλακή, είναι μνημείο παρρησίας και δύναμης ψυχής. Απαγχονίστηκε τη νύχτα της 21ης Σεπτεμβρίου μαζί με τον Στέλιο Μαυρομμάτη. Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας ήταν μόλις 20 χρονών. 
ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓIΔHΣ
Εργάτης, παντρεμένος και πατέρας τριών μικρών παιδιών. Είναι συγκινητική, όσο λίγα κείμενα της περιόδου, η αποχαιρετιστήρια επιστολή του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Γι' αυτό παρατίθεται στο μεγαλύτερο μέρος της: «Aξιολάτpευτά μου παιδιά, πολυαγαπημένη μου γυναίκα, Χαίρετε. Αυτήν την στιγμήν που σας γράφω είναι Τρίτη, 10 η ώρα βράδυ. Ακριβώς πριν τρία λεπτά μας ειδοποίησαν ότι χαράματα της Παρασκευής 21.9.1956, θα εκτελεσθούμε. Ίσως, όταν διαβάζετε αυτό το γράμμα, εγώ να μην υπάρχω αναμεταξύ στους ζωντανούς. Λατρευτά μου παιδιά, σας αφήνω για πάντα, στην τόσο νεαρή μου ηλικία. Στα 22 μου χρόνια πεθαίνω για χάρη μιας μεγάλης ιδέας. Σας εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γινήτε καλοί Χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθήστε πάντα τον δρόμο της αρετής. Να είσθε πάντα βέβαιοι ότι σας αγάπησα τόσο θερμά και με μια απέραντη πατρική αγάπη. Αλλά δυστυχώς σας αφήνω, χωρίς να σας δω να μεγαλώνετε, όπως το ονειρευόμουν... ...Κι εσύ, πολυαγαπημένη μου Γιαννούλα, σου ζητώ για τελευταία χάρη να περνάς καλά με τα παιδιά μας. Αγάπα τα θερμά, τόσο πολύ, και για μένα. Και εγώ από ψηλά θα σας στέλλω τις πιο θερμές μου ευχές. Και να σεβαστής και το δικό μου όνομα. Βλέπεις ότι η μοίρα θέλησε να μας πικράνει στα πρώτα χρόνια του γάμου μας. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω, ένα χαμόγελο γλυκύ στολίζει τα χείλη μου, γιατί είμαι ευτυχισμένος που αφήνω τα παιδιά μου σε μια καλή μητέρα. Η ψυχή μου είναι γεμάτη μια αληθινή χαρά, γιατί είμαι υπερήφανος για σένα. Μη δώσεις καμιά ματιά στο παρελθόν, αλλά κοίταζε το παρόν. Σου ζητώ συγγνώμη και συγχώρεση για ό, τι σου έφταιξα Γιαννούλα. ...'Έχετε γεια, μια και για πάντα, αγαπημένες μου υπάρξεις. Με φιλιά και αγάπη, ο σύζυγος σου και ο αγαπητός σας πατέρας Ανδρέας Σ. Παναγίδης» Στις 21 Σεπτεμβρίου, ο Ανδρέας Παναγίδης, πατέρας τριών παιδιών , απαγχονιζόταν. Ήταν 22 χρονών ... 
 ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ
Οθρυλικός τομεάρχης της ΕΟΚΑ, ο αϊτός του Μαχαιρά. Από την κατεχόμενη σήμερα Λύση της επαρχίας Αμμοχώστου. Από τα εφηβικά του χρόνια, εκδηλώνει με τη μαθητική του δράση την παθολογική του αγάπη προς την Ελλάδα, αφήνοντας να διαφανεί από τότε τι θα επακολουθούσε. Στα 21 του, βρίσκεται στην Αθήνα και δίνει εξετάσεις στη σχολή Ευελπίδων, χωρίς επιτυχία. Μπαίνει τότε, στη σχολή εφέδρων αξιωματικών της Κορίνθου, αποφοιτεί και υπηρετεί ως ανθυπολοχαγός στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Το 1952, γυρίζει πίσω στο νησί. Μυείται στην ΕΟΚΑ και με το ξέσπασμα του αγώνα, παίρνει τα όπλα από τους πρώτους. Την 1η Απριλίου 1955, επιτίθεται με ομάδα κρούσης, στις πετρελαιοαποθήκες της αγγλικής βάσης Δεκέλειας. Συνεχίζει την ένοπλη δράση του, γινόμενος το δεξί χέρι του Γ.Γρίβα - Διγενή. Διωκόμενος από τους Άγγλους, κρύβεται σε βουνά και μοναστήρια. Σ' ένα από αυτά, την Αχειροποίητο (στην περιοχή του Πενταδάκτυλου), νυμφεύεται κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες την ως τότε μνηστή του Βασιλεία Παναγή, τον Ιούνιο του 1955. Χτυπά διαρκώς αγγλικούς στόχους στις βορινές, αλλά και τις νότιες πλαγιές του Πενταδακτύλου.

    Οι μάχες διαδέχονται η μια την άλλη: Αγύρτα, Λάπηθος, Πεδουλάς, Δευτερά. Στη μάχη των Σπηλιών, στις 11 Δεκεμβρίου 1955, οι Άγγλοι άφησαν πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Πολλά και τα κουφάρια που οι αποικιοκράτες αναγκάστηκαν να μετρήσουν στα Χανδριά, το Μάρτιο του 1956. Εκεί έπεσε ένας από τους καλύτερους πολεμιστές του Αυξεντίου, ο Χρήστος Τσιάρτας. Το Πάσχα του 1956 βρίσκει τον ήρωα ν' αναρρώνει στο ιστορικό (ιδρύθηκε το 1148) μοναστήρι του Μαχαιρά, μετά από εγχείρηση. Εκεί συνέβη και το πρωτοφανές της εμφάνισής του ενώπιον των διωκτών του, όταν πάνω από 100 Άγγλοι αξιωματικοί και στρατιώτες έζωσαν το μοναστήρι Μεταμφιεσμένος σε καλόγερο, με γενειάδα και ράσο, ο Γρηγόρης Αυξεντίου παρουσιάστηκε και συστήθηκε στον Άγγλο επικεφαλής αξιωματικό ως ο «πάτερ-Xρύσανθος».

Στις 31 Δεκεμβρίου του 1956, παραμονή Πρωτοχρονιάς, κυκλώνεται μαζί με τα παλικάρια του στο χωριό Ζωοπηγή και ακολουθεί σφοδρή σύγκρουση. Ο Αυξεντίου τραυματίζεται, αλλά διαφεύγει, αφήνει όμως νεκρό πίσω, τον συναγωνιστή του Μάκη Γεωργάλλα. Την 1η Μαρτίου του 1957, οι Άγγλοι ξαναεισβάλλουν στο μοναστήρι του Μαχαιρά. Υποβάλουν σ' εξαντλητική ανάκριση τον αγωγιάτη της Μονής και τον αναγκάζουν ν' αποκαλύψει ότι ο Αυξεντίου έχει κατασκευάσει καταφύγιο - κρύπτη ένα χιλιόμετρο πιο κάτω. Έτσι οι Άγγλοι, με ισχυρές δυνάμεις, οδηγούνται στο κρησφύγετο και το περικυκλώνουν. Ο άνδρας, θρύλος της ΕΟΚΑ, προαισθανόμενος το τέλος, διατάζει τους 4 μαχητές του να βγουν έξω και να παραδοθούν. Εκείνοι αρνούνται: Οι στιγμές είναι δραματικές. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου ξαναπροστάζει: «εβγάτε έξω». Υπακούουν και μένει μόνος του. Ακολουθεί τιτανομαχία. Ένας Έλληνας μέσα σε μια σπηλιά, αμύνεται ηρωικά εναντίον ενός σχεδόν συντάγματος πεζικού με βαρύ οπλισμό. Οι Άγγλοι αρχίζουν να μετρούν νεκρούς. Ρίχνουν χειροβομβίδες και τραυματίζουν το παλικάρι Στέλνουν τον Αυγουστή Ευσταθίου για να τον μεταπείσει και εκείνος αποφασίζει να μείνει μέσα και να πεθάνει πλάι στον αρχηγό του. Στις εκκλήσεις των Άγγλων να παραδοθεί, Γρηγόρης Αυξεντίου απαντά: «Μολών λαβέ». Και ο Λεωνίδας ανασταινόταν πάνω στα βουνά της μαρτυρικής Κύπρου...

Περνούν δέκα ώρες. Οι σφαίρες πέφτουν σαν χαλάζι. Πάνω από 40 οι νεκροί Άγγλοι. Βρέχουν την περιοχή του σπηλαίου με βενζίνη και βάζουν φωτιά. Κόλαση πυρός. Ο Ευσταθίου επιχειρεί έξοδο και συλλαμβάνεται. Οι εμπρηστικές βόμβες των μισελλήνων του Λονδίνου, λαμπαδιάζουν τα πάνα. Έτσι, καιόμενος σαν λαμπάδα, έπεσε ο Γρηγόρης Αυξεντίου, άμορφη μάζα από καμένη σάρκα, πυροβολώντας ως το τέλος, Κυριακή 3 Μαρτίου 1957. Ήταν 28 χρονών... 
 ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ
 Γεωργός, από το ηρωικό Λιοπέτρι της Αμμοχώστου. Έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών. Συμμετείχε στην ομάδα που οργάνωσε ο Γρηγόρης Αυξεντίου και στην πρώτη επίθεση αυτής στην αγγλική βάση Δεκελείας, όπου και έπεσε. Έγινε έτσι, ο πρώτος νεκρός, ο πρώτος ήρωας του αγώνα. Ήταν 33 ετών .. 
 ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΥΟΣ
Από το χωριό Αυγόρου. Αγρότης και ηγετικό στέλεχος της Π.Ε.Κ.6, εντάσσεται στην ΕΟΚΑ, συλλαμβάνεται και κλείνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Δραπετεύει και επαναδραστηριοποιείται, για να έρθει τραγικό το τέλος, όταν οι Άγγλοι κατέκαυσαν τον αχυρώνα του Λιοπετριού (Σεπτέμβριος 1958), όπου είχαν ταμπουρωθεί αυτός και οι 3 συμμαχητές του. Από τους πλέον αγνούς ιδεολόγους, ο Ανδρέας Κάρυος υπήρξε και ποιητής. Σημειώνει κάπου, ανάμεσα στα πολλά γραπτά που άφησε: «Eίμαι αγρότης, πόσον ωραία να πέσω με σφαίρα στα στήθια, πολεμώντας για την αλήθεια, για τα συμφέροντα τα εθνικά». Αξίζει να τονιστεί η Θυσία και του αδελφού του Γεωργίου Κάρυου. Από τους πλέον δυνατούς μαχητές του αγώνα, ο τελευταίος τραυματίστηκε σε μάχη, στο χωριό Αστρομερίτης και πέθανε λίγες μέρες αργότερα. Και η οικογένεια Κάρυου, έδινε προσφορά στην πατρίδα και την ελευθερία τα δυο της παιδιά.
ΦΩΤΗΣ ΠΗΤΤΑΣ
Δάσκαλος, από το Φρέναρος Αμμοχώστου. Από την αρχή του αγώνα, προσχωρεί στην ΕΟΚΑ. Επικεφαλής ομάδας κρούσης, προσβάλλει επιτυχώς τον αστυνομικό σταθμό Άχνας. Στις αρχές του 1957, συλλαμβάνεται. Ξυλοκοπείται και βασανίζεται ανηλεώς. Τον Μάρτιο του 1958, δραπετεύει με μυθιστορηματικό τρόπο. Θα πεθάνει τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν Θα κλειστεί στον αχυρώνα του Λιοπετριού, μαχόμενος για ώρες μαζί με τους συντρόφους του εναντίον των Άγγλων κατακτητών. Γράφει, λίγες μέρες πριν τον Θάνατό του: «Από την ίδια ύλη είναι φτιαγμένη η καρδιά της Κύπρου, από την οποία τράφηκε και η καρδιά των μαραθωνομάχων, των Σπαρτιατών, των κλεφτών του '21 και των παλικαριών του '40... Οι Θυσίες οδηγούν προς την Λευτεριά». Γι' αυτή τη λευτεριά έδωσε τη ζωή του ο Φώτης Πήττας, στα 24 του χρόνια...
 ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ
Από το χωριό Λυθράγκωμη Αμμοχώστου. Περισσότερο γνωστός ως «Μακρής», γίνεται το 1957, ο φόβος και τρόμος των Άγγλων στα χωριά της Αμμοχώστου. Τον Ιούλιο του 1958, τραυματίστηκε στο πόδι, σε συμπλοκή με Άγγλους στρατιώτες, αφού φόνευσε δύο από αυτούς. Λίγο αργότερα, σκοτώθηκε στη μάχη του Λιοπετριού. Κατόπιν πολύωρης μάχης, με δεκάδες στρατιώτες τους νεκρούς, οι Άγγλοι έριξαν από τη στέγη βενζίνη στον αχυρώνα, αναγκάζοντας τους έγκλειστους να κάνουν έξοδο Θανάτου. Ο Ηλίας Παπακυριακού ήταν 22 χρονών...
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ
Αγρότης και βοσκός, από το χωριό Λιοπέτρι. Από την πρώτη στιγμή του αγώνα εντάσσεται στην ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου και παίρνει μέρος σε αλλεπάλληλες μάχες. Καθίσταται στόχος των οργάνων της αποικιοκρατίας, γι' αυτό, λίγους μήνες κατόπιν ,εγκαταλείπει την οικογένειά του και φεύγει στο βουνό. Θυσιάστηκε και αυτός στη Θρυλική μάχη του αχυρώνα του Λιοπετριού, αντιμετωπίζοντας με τους 3 συντρόφους του πάνω από 200 Άγγλους. Ήταν 33 ετών... 
 ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΤΣΗΣ
Από το Παλαιχώρι Λευκωσίας. Φοιτητής στη Γεωπονική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αρθρογραφεί στη «Μακεδονία» για τα εθνικά δίκαια του Κυπριακού Ελληνισμού. Μπαίνει στην ΕΟΚΑ, κερδίζει την εμπιστοσύνη του Γ. Γρίβα και οργανώνει τις διαβιβάσεις. Συλλαμβάνεται και βασανίζεται άγρια, δίχως να ομολογήσει. Είναι αυτός που στην προσφορά του Χάρντιγκ (500.000 κυπριακές λίρες, ποσό τεράστιο για τότε, για ν' αποκαλύψει πού κρυβόταν ο Γρίβας), ανταπάντησε: «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής». Τον Νοέμβριο του 1956, ο «Μιλτιάδης» αποδρά μαζί με 6 συναγωνιστές του από το στρατόπεδο κρατουμένων Κοκκινοτριμιθιάς και αναλαμβάνει δράση στην περιοχή Κυρηνείας. Στρατολογεί νέους, ενισχύει το ηθικό του λαού και μεταλαμπαδεύει τους ενωτικούς πόθους... Στις 19 Νοεμβρίου 1958, σ' εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Άγγλων, εντοπίσθηκε το κρησφύγετό του, κατόπιν προδοσίας. Εκεί, στις βουνοκορφές του Πενταδάκτυλου, κάτω από το μεσαιωνικό κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, γράφτηκε το ηρωϊκό του τέλος. Πρόσταξε τους δύο άντρες του να βγουν και να παραδοθούν , ενώ ο ίδιος έμεινε και πολέμησε. Οι Άγγλοι τον σκότωσαν, ρίχνοντας στην υπόγεια κρύπτη χειροβομβίδες. Ο Κυριάκος Μάτσης ήταν 32 χρονών...
ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ
Ονεότερος σε ηλικίας μάρτυρας. Από την Τσάδα της Πάφου. Πριν ακόμα ενταχθεί στην ΕΟΚΑ, έφηβος, οργανώνει αντι βρεταννικές εκδηλώσεις στην Πάφο και κινητοποιεί τους συμμαθητές του. Πλάι στον δυναμικό Ευαγόρα, διαφαίνεται και η άλλη του πλευρά, η συναισθηματική. Γράφει ακατάσχετα. Ποιήματα που αναβλύζουν μια ευγενική μελαγχολία και παράλληλα εθνική έξαρση9. 'Όταν απαγχονίστηκαν οι Μαυρομμάτης, Παναγίδης και Κουτσόφτας, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, χωρίς να φαντάζεται πως θα έχει το ίδιο τέλος, γράφει: «Ποτέ δεν θα πεθάνουνε, όσοι πέθαναν σήμερα. Και της σκλαβιάς τα σίδερα, θα σπάσουν κάποια μέρα, και θ' ακουστούν ελεύθερα, τραγούδια πέρα ως πέρα, στο ελληνικό νησί...». Το Νοέμβριο του 1955, φεύγει στο βουνό, καταζητούμενος από τους Άγγλους. Ενεργοποιείται στις ομάδες της ΕΟΚΑ στην ορεινή Πάφο. Συνελήφθη στα τέλη του 1956 και βασανίστηκε για να καταδώσει συντρόφους του. Ακολούθησε η δίκη του στη Λευκωσία, με τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη ν' αποκρίνεται στον Άγγλο δικαστή, ενώπιον αυτήκοων μαρτύρων. «Γνωρίζω ότι θα καταδικαστώ σε θάνατο. Ο, τι έκαμα, το έκαμα σαν Έλληνας Κύπριος που ζητά την λευτεριά του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος Κύπριος που θ' αντικρίσει την αγχόνη: Ζήτω η Ενωσις της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα. Τίποτε άλλο!!!».Οι εκκλήσεις Αθηνών και Λευκωσίας για να μην απαγχονιστεί ο νέος (προς τις δυτικές κυβερνήσεις, τον ΟΗΕ, τη βασίλισσα της Αγγλίας), μένουν αναποτελεσματικές. Έτσι, στις 13 Μαρτίου 1957, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης οδηγήθηκε στην αγχόνη. Στα 19 του χρόνια... 
Η
 ιστορία των νέων της Κύπρου που θυσιάστηκαν, δεν τελειώνει εδώ.Αναφέραμε κάποιους, τους -ίσως- περισσότερο γνωστούς. Δεν χωράνε στις σελίδες ενός άρθρου, είναι αδύνατο να χωρέσουν μορφές σαν αυτές του Μιχάλη Καραολή, του Ανδρέα Δημητρίου του Χαρίλαου Μιχαήλ και δεκάδων άλλων παλικαριών που φάνηκαν αντάξιοι συνεχιστές του '21 και του '40. Ο αγώνας κράτησε και ο κυπριακός λαός άντεξε, χάρη στις ηρωικές Θυσίες των παιδιών του. Η συνεισφορά της Εκκλησίας στην τιτάνια προσπάθεια ήταν καθοριστική. 
Εδώ σημειώνεται εν συντομία, ότι η ΟΧΕΝ ήταν ο προθάλαμος εισόδου στην ΕΟΚΑ και πολλοί αγωνιστές ξεκίνησαν από εκεί. Η ΟΧΕΝ ξεκινώντας από τη Λεμεσό, είχε εξαπλωθεί στα τέλη της δεκαετίας του '40 εξαπλωθεί παντού στην Κύπρο. Τη μεταλαμπάδευση της εξέγερσης στις νεανικές ψυχές, είχε αναλάβει η ΑΝΕ («Αλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ» ). Με προκηρύξεις που κυκλοφορούσαν παράνομα, χέρι με χέρι, καθώς και το έντυπο «Εγερτήριον Σάλπισμα» που εξέδιδε, η ΑΝΕ βοήθησε με τον δικό της τρόπο στην εξάπλωση και διάδοση του ιδεολογικού υποβάθρου και εξέγερσης.

Οι θυσίες του κυπριακού Ελληνισμού δεν ευοδώθηκαν. Το νησί, εξ αιτίας των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων και των λαθών των ελληνικών κυβερνήσεων, έμεινε εκτός ελληνικού κράτους. Τα διδάγματα, όμως, οι αγώνες και οι Θυσίες των νέων της Ε.Ο.Κ.Α. συνέθεσαν ισχυρές και απαράγραπτες παρακαταθήκες πέρα και πάνω από το εφήμερο και το ιδιοτελές.

Όπως ακριβώς το έγραψε ένας πατριώτης από τη Λευκωσία:
 
«Η ΕΝΩΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ.
ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΙ ΕΝΩΤΙΚΟΙ,
ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΗΘΙΚΑ ΩΡΑΙΟΙ, ΣΑΝ ΜΥΘΟΣ...»

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης


Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.
«Η ανάθεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας. Ιωάννης Καποδίστριας και Αλέξανδρος Υψηλάντης». Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.

Εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο των σχολικών εορτών της 25ης Μαρτίου αναρτώνται, παραδοσιακά, στις σχολικές αίθουσες προσωπογραφίες των ηγετικών μορφών της Επανάστασης του 1821. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να διαπιστώσει κανείς ότι την οπτική επαναστατική αρμονική συγχορδία των πάνοπλων Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Ανδρούτσου και Μακρυγιάννη διαταράσσει η εικόνα του μαυροφορεμένου και μελαγχολικού κόμη Ι. Καποδίστρια, ο οποίος εικονιστικά και μόνο φαίνεται ως παραφωνία στον ρωμαλέο περίγυρο που τον πλαισιώνει. Το ομολογουμένως απλοϊκό αυτό σχήμα είναι απροσδόκητα αντιπροσωπευτικό της σχέσης του Κερκυραίου πολιτικού αφενός με την ιδέα της Ελληνικής Επανάστασης αφετέρου με τον οργανωτικό πυρήνα αυτής, την Φιλική Εταιρεία, της μυστικής εκείνης οργάνωσης που στόχο της είχε την προετοιμασία του Εθνικού Εγχειρήματος.

Νικόλαος Σκουφάς
Νικόλαος Σκουφάς
Το δημιούργημα των Ξάνθου, Σκουφά και Τσακάλωφ δεν ήταν ιστορικό unicum ενώ σε πολλά επίπεδα αντέγραφε τις οργανωτικές δομές παρόμοιων Εταιρειών της Ευρώπης με πολλά σημεία σύγκλισης αλλά και αποκλίσεις σε επίπεδο ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, κυρίως στον βαθμό αξιοποίησης της ιδεολογικής επαναστατικής κληρονομιάς του 1789. Επίσης δεν ήταν η πρώτη ελληνική εταιρεία. Της ίδρυσης της το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας είχαν προηγηθεί αντίστοιχες προσπάθειες με ερεβώδεις συχνά σκοπούς και πρόγραμμα, όπως η λέσχη «Αλέξανδρος» με ενδεχομένως τεκτονικές καταβολές, η Εταιρεία των Φίλων με στόχο την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων, η Εταιρεία της Αθηνάς και η Εταιρεία των Πέντε. [1] Πολλές ακόμη θα μπορούσαν να αναφερθούν. Σε αντίθεση με αυτές τις προσπάθειες οι οποίες πολλές φορές προέτασσαν σκοπούς μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς η Φιλική Εταιρεία είχε ξεκάθαρη εξ αρχής σκοποθεσία «την καλυτέρευση του έθνους και εάν ο Θεός σχωρίσει με ελευθερίαν».[2]
Ωστόσο αν και στην ιδρυτική της διακήρυξη η Φιλική Εταιρεία ομολογούσε ότι δεν ανέμενε την «φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων», έγινε σύντομα σαφές στην ηγετική της ομάδα ότι ο προσηλυτισμός προσώπων με μικρή οικονομική επιφάνεια και κύρος – συνακόλουθα- δεν ήταν ικανοποιητικός για την εικόνα που η Εταιρεία φιλοδοξούσε να προβάλει για τον εαυτό της. Την εικόνα του ισχυρού πυρήνα με τις απαραίτητες για το επαναστατικό εγχείρημα διασυνδέσεις και επαφές με τους «προκομμένους» του γένους. Γεγονός το οποίο θα ενέπνεε εμπιστοσύνη στους Έλληνες. Η μικρή προσέλευση άλλωστε μέχρι το 1816 έκανε πολλούς να θεωρήσουν ως έτος ίδρυσής της το 1816 και όχι το 1814. Παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα όπως ο προσεταιρισμός του Π. Σέκερη, του Λεβέντη, του Γρ. Μαρασλή, του Ηλ. Μάνεση και τον αδελφών Κούμπαρη, προσωπικοτήτων με οικονομική ευρωστία, οι Φιλικοί και η προσπάθεια τους στερούνταν του απαραίτητου κύρους και ακτινοβολίας, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει της ηγετικές τάξεις του γένους.
Αν και τα Ορλωφικά καθώς και το σύνολο των επαναστατικών εμπειριών των παρελθόντων αιώνων είχαν προκαλέσει σημαντικό πλήγμα στο γόητρο των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων ως δυνάμει ελευθερωτών των Ελλήνων, η εμφάνιση της προσπάθειας ως χαίρουσας της έγκρισης ενός ισχυρού εστεμμένου έτοιμου να συνδράμει στρατιωτικά αλλά και οικονομικά – κατά την προπαρασκευή της – την Επανάσταση, ήταν διαρκές και μόνιμο ζητούμενο. Αυτοί οι προβληματισμοί οδήγησαν τους Ξάνθο, Σκουφά. Τσακάλωφ στην επινόηση της «Αρχής», της κρυφής «κινούσας δύναμης» της Εταιρείας για την οποία ο Ξάνθος έγραψε στα Απομνημονεύματα του:
«…Ωνομάσθη Αρχή άγνωστος και αφανής εις όλους τους προσήλυτους αδελφούς της Εταιρείας ταύτης. Τα συμβάντα του αειμνήστου Ρήγα και Παπά Ευθύμιου και άλλα δικαιολογημένα αίτια, παρεκίνησαν τους Αρχηγούς, να φυλάξωσι μυστικήν την Αρχήν, μέχρι της ενάρξεως της επαναστάσεως. Διά τούτο πολλοί απατηθέντες εξέλαβον ως Αρχηγούς διάφορα υποκείμενα, όχι μόνον εκ των κατηχηθέντων προσηλύτων αδελφών της Εταιρείας ταύτης αλλά και εξ εκείνων οίτινες δεν είχον γνώσιν ίσως και διάθεσιν του εγχειρήματος»[3]
Ο Ξάνθος αναφέρει μέρος της αλήθειας καθώς στην μετοχή «απατηθέντες» παραλείπεται το ποιητικό αίτιο. Όσοι πείσθηκαν και σχημάτισαν λανθασμένη άποψη περί της αρχής καθοδηγήθηκαν στην συνέχεια εντέχνως από την προπαγάνδα της Εταιρείας, με την διαρροή φημών και επενδύοντας στις παραδόσεις του ομοδόξου «Ξανθού Γένους», των Ρώσων. Η απάντηση που έλαβε ο εφοπλιστής και μέλος της Φιλικής Σέκερης, σχετικά με την Αρχή, ότι η καταγωγή της δηλαδή τοποθετείται στα βάθη της Ρωσίας [4] είναι ενδεικτική των προθέσεων των Αρχηγών, να παραπέμψουν εμμέσως είτε στον Τσάρο Αλέξανδρο Α΄ είτε στον υπουργό του, τον Ιωάννη Καποδίστρια του οποίου τα πλεονεκτήματα για την επίζηλη θέση του Αρχηγού της Φιλικής ως του πλέον προβεβλημένου Έλληνα της εποχής του ήταν προφανή και πασιφανή. Ωστόσο υπήρχαν και άλλες «ισχυρές υποψηφιότητες», μεταξύ αυτών και εκείνη του Μηλιώτη Αρχιμανδρίτη Άνθιμου Γαζή, ο οποίος όμως αρνήθηκε δηλώνοντας ότι δεν ήταν «σύμφωνος μολονότι δεν ήταν ενάντιος». [5]
Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.
Ιωάννης Καποδίστριας,   Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.
Την επίσημη πρόταση για την ανάληψη της ηγεσίας της Εταιρείας θα απευθύνει ο Ξάνθος στον Κόμη τον Χειμώνα του 1820 για να λάβει την αρνητική απάντηση του τελευταίου και να απευθυνθεί τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Για να κατανοηθούν τα αίτια της άρνησης αυτής υπάρχουν δύο κομβικής σημασίας ζητήματα: Η αποστολή Ν. Γαλάτη στον Καποδίστρια, και η κατάχρηση του ονόματος της Φιλομούσου Εταιρείας από τους Φιλικούς. Η πρώτη επαφή (υπήρξε μία ακόμη ίσως το 1814 με τον Τσακάλωφ)[6] του Έλληνα υπουργού εξωτερικών του Τσάρου με την Φιλική Εταιρεία έγινε διά του αντιπροσώπου της Νικολάου Γαλάτη μίας σχεδόν μυθιστορηματικής μορφής για τις προθέσεις του οποίου λίγα μπορούν να ειπωθούν με βεβαιότητα εκτός ίσως από τον έντονο καιροσκοπισμό του. Χαρακτηριστικό το οποίο οδήγησε τελικά στην εκτέλεσή του από τους Φιλικούς.
Ο αυτοδιαφημιζόμενος ως συγγενής του Καποδίστρια μυήθηκε από τον Σκουφά, ο οποίος στο τέλος της ζωής του παραδέχτηκε ότι η απόφαση του αυτή υπήρξε το μεγαλύτερο λάθος του. Αφού ο πρεσβύτερος των ιδρυτών του αποκάλυψε την αλήθεια για τα περί της Αρχής μυθεύματα και την άγνοια του Καποδίστρια για τις διακινούμενες φήμες, υποσχέθηκε την ένταξη του στον ηγετικό πυρήνα με την προϋπόθεση να ταξιδέψει στην Ρωσία και να προτείνει στον Καποδίστρια την ανάληψη της ηγεσίας. Ο τελευταίος αν και υποψιασμένος για την φύση της επισκέψεως αυτής όπως παραδέχεται στο υπόμνημα του προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ το 1826 – κείμενο το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης σημασίας ερμηνευτική κλείδα για την στάση του Καποδίστρια προς του «ελεεινούς εμποροϋπάλληλους» όπως αποκαλεί τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας- αποδέχτηκε το αίτημα του ενημερώνοντας παράλληλα τον Αλέξανδρο Α΄ ότι «κρίνων εκ της επιστολής δεν περιμένω άλλον τι παρά καμμίαν ανοησίαν». [7]
Η απαραδειγμάτιστη διαγωγή του «κενόδοξου» και «αχαλίνωτου» Γαλάτη σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιστορικού της Φιλικής, Ιωάννη Φιλήμονα υπήρξε το πρελούδιο της συνάντησής του με τον Καποδίστρια. Συστηνόμενος στην Μόσχα ως «Κόμης» και «Πρέσβης του Ελληνικού Έθνους» φορούσε την στολή της Ιονίου Πολιτοφυλακής και τόνιζε πως η επιρροή του ήταν τόση στα μέλη της Φιλικής – για την οποία μιλούσε απροσχημάτιστα- ώστε μία εντολή του αρκούσε για να δολοφονήσουν ακόμη και τον ίδιο τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας. [8] Τα γεγονότα αυτά είναι άγνωστο πόσο υπονόμευσαν το κλίμα της συνάντησης, είναι γνωστή όμως η αντίδραση του Καποδίστρια τόσο από το υπόμνημα του 1826 όσο και από συμπληρωματικές πηγές. Αφού χαρακτήρισε την πρόταση του προϊόν παραφροσύνης, του ζήτησε να μεταφέρει στους εντολείς του ότι «αν δεν θέλουν να καταστραφούν και να συμπαρασύρουν εις τον όλεθρον το αθώον και δυστυχές έθνος των, πρέπει να εγκαταλείψουν τας επαναστατικάς ενεργείας των και να ζήσουν ως πρότερον υφ ας κυβερνήσεις ευρίσκονται, μέχρις ότου η Θεία πρόνοια αποφασίσει άλλλως».[9]
Παρά τον αποτρεπτικό λόγο του Κόμη η επικίνδυνη συμπεριφορά του Γαλάτη στο εσωτερικό της ρωσικής αυτοκρατορίας οδήγησε στην σύλληψη αλλά και στην ενίσχυση των αρχικών φόβων του Κερκυραίου διπλωμάτη περί των μελών της Εταιρείας, η οποία με την αποστολή Γαλάτη φαινόταν περίτρανα να μην διαθέτει το απαραίτητο από άποψη ποιότητας έμψυχο υλικό το οποίο θα την καθιστούσε ικανή να ηγηθεί της Ελληνικής Επανάστασης την στιγμή που – όπως καλύτερα από τον καθένα λόγω της θέσης του γνώριζε – η επανάσταση στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης δεν ήταν άκαιρη ή παρακινδυνευμένη αλλά πιθανότατα καταδικασμένη να αποτύχει πριν ακόμα εκδηλωθεί.
Ωστόσο ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος και προϊδεασμένος τόσο για τις συνωμοτικές κινήσεις κάποιας εταιρείας με επαναστατικούς σκοπούς όσο και για την προσπάθεια των μελών της να οικειοποιηθούν το όνομα του ως αρχηγού, να τον εμπλέξουν και τελικά να ταυτίσουν την Εταιρεία τους με την Φιλόμουσο Εταιρεία. Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί από τον Καποδίστρια τον Ανθ. Γαζή και τον Ιγνάτιο Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας με στόχο την συγκέντρωση χρηματικών ποσών «διά την έκδοσιν των κλασικών συγγραφέων και βοήθειαν πτωχών μαθητών όσοι σπουδάζουσι τας επιστήμας και τέλος διά την ανακάλυψην παντός είδους αρχαιοτήτων» όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη.
Η εταιρεία με την ξεκάθαρη αυτή φιλεκπαιδευτική σκοποθεσία και το εκπολιτιστικό πρόγραμμα – το οποίο σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο απέβλεπε και στην αναδημιουργία ενδεχομένως μίας ορθόδοξης οικουμένης [10] – γεννήθηκε κατά την διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης από την πίστη του Καποδίστρια ότι της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων έπρεπε να προηγηθεί ο φωτισμός αυτών σύμφωνα με την κοραϊκή ρήση ενώ τα πρώτα της μέλη ήταν ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ και μερικές από τις πλέον προβεβλημένες προσωπικότητες της μοναρχούμενης Ευρώπης. Βρισκόταν δηλαδή στον αντίποδα τόσο ως προς τις καταβολές της όσο και ως προς την ιδεολογία των επαναστατικών κηρυγμάτων των Φιλικών, οι οποίοι προσπάθησαν να εμφανίσουν τις δύο εταιρείες ως μία για ευνόητους λόγους.
Ο ενήμερος από το Φιλικό Θ. Νέγρη Καποδίστριας αναφέρει στο υπόμνημά του προς τον Νικόλαο Α΄ σχετικά με τις προσπάθειες αυτές: «Τοιαύτη είναι η αρχή της Εταιρείας των Φίλων των Μουσών, της εν Ελλάδι αποκληθείσης Φιλομούσου Εταιρείας, ης την φύσην μετέπειτα ανήσυχοι και ταραχοποιοί άνθρωποι απεπειράθησαν να διαστρέψουν».[11] Τέτοιες φήμες ήταν εύκολο να εκθέσουν τον Καποδίστρια απέναντι στον ευμετάβλητο Αλέξανδρο, του οποίου οι διαρκείς ιδεολογικές μεταπτώσεις του είχαν προσδώσει το προσωνύμιο του «ανεμοδείκτη» αλλά και να επηρεάσουν δυσμενώς την εξέλιξη του ελληνικού ζητήματος. Εξαιρετικής σημασίας προκειμένου να κατανοηθεί η στάση του Καποδίστρια απέναντι στον «εταιρισμό» είναι το γεγονός ότι σε πολλούς κύκλους με κοινό χαρακτηριστικό τον φόβο απέναντι στην δυναμική εμφάνιση της Ρωσίας στον Βαλκανικό Νότο, η Εταιρεία που ίδρυσε ο υπουργός εξωτερικών του Τσάρου θεωρήθηκε όργανο προπαγάνδας της Τρίτης Ρώμης: μεταξύ αυτών ο παρατηρητής του Συνεδρίου της Βιέννης De la Garde Chambonas, ο υπουργός της αυστριακής αστυνομίας Hager και Αυστριακός Πρόξενος στην Κέρκυρα Von Paulich, ο οποίος δήλωνε ότι η Εταιρεία των Φιλομούσων έπρεπε να αποκαλείται εταιρεία των Φιλορώσων. [12]
Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι το εξής: Αν μία εταιρεία όπως η Φιλόμουσος δίχως ανατρεπτικούς σκοπούς, «γεννημένη» στην Ευρώπη της Παλινόρθωσης, με χορηγούς όπως ο δημιουργός της Ιεράς Συμμαχίας Αλέξανδρος Α΄, δίχως μία δομή ύποπτη και παρεξηγήσιμη τύγχανε αυτής της αντιμετώπισης και η οποία ουκ ολίγες φορές έφερε τον Καποδίστρια στο στόχαστρο της μυστικής αστυνομίας του Metternich, ποία θα ήταν η τύχη μίας εταιρείας όπως η Φιλική με διακεκηρυγμένους επαναστατικούς στόχους και οργάνωση παρόμοια με άλλων ευρωπαϊκών επαναστατικών ομάδων της Ευρώπης, όπως η Φιλική;
Ο Κερκυραίος πολιτικός γνώριζε την απάντηση και για τον λόγο αυτό κατά την τελευταία του επίσκεψη στην Κέρκυρα το 1819 τόνισε στους συμπατριώτες του ότι ο κόσμος «έχειν ανάγκη ησυχίας» ενώ προσπάθησε, ενήμερος ων για την προσπάθειες εμπλοκής του ονόματός του, να διαψεύσει τις φήμες που τον ενέπλεκαν σε επαναστατικά προγράμματα «προς αποφυγήν πάσης κακής ερμηνείας της συνομιλίας των», φοβούμενος «μήπως η κακοβουλία επωφεληθεί την περίστασιν και γενήσει παρά τοις ομοδόξοις ημών ιδέας εσφαλμένας ή ελπίδας επικινδύνους», όπως επισημαίνει στο υπόμνημα του 1826, τονίζοντας παράλληλα την προτεραιότητα της ηθικής και πνευματικής τελείωσης του έθνους. [13]
 «Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.   Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Την ίδια στιγμή ωστόσο, αν και οι Φιλικοί είχαν κατορθώσει να αυξήσουν την προσέλευση νέων μελών, προβλήματα απειθαρχίας στο εσωτερικό της και η αμφιβολία πολλών μελών της για την συμμετοχή του Καποδίστρια στο όλο εγχείρημα (όπως ο Λάζαρος Κουντουριώτης) επανέφεραν το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας από μία ισχυρή προσωπικότητα επιτακτικά στο προσκήνιο, αν και η αποτυχημένη απόπειρα του Γαλάτη κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική υπήρξε. Η διογκούμενη αυτή δυσαρέσκεια αλλά και προβλήματα πρακτικής φύσης όπως οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από τις προσπάθειες μελών να έρθουν σε επαφή με τον φερόμενο ως αρχηγό Καποδίστρια, με σκοπό να του ζητήσουν την συνδρομή του, μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψουν την αλήθεια περί της αρχής.
Άλλωστε υπήρχε το παράδειγμα του απεσταλμένου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κυριάκου Καμαρινού ο οποίος όταν έμαθε από τον ίδιο τον Κόμη την αλήθεια «ως αχαλίνωτο άλογο» σύμφωνα με τον Παπαφλέσσα μιλούσε απροκάλυπτα περί της Εταιρείας και της Αρχής. Πρακτική η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή του από μέλη της Φιλικής. Είναι ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδαν οι ιδρυτές της στην απόκρυψη της αλήθειας περί της Αρχής, το γεγονός ότι όσοι θέλησαν είτε από απερισκεψία όπως ο Γαλάτης είτε από διάθεση εκδίκησης όπως ο Καμαρινός να αποκαλύψουν την αλήθεια, εκτελέσθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Καποδίστριας συσχετίζοντας τα γεγονότα έγραψε ότι: «ούτοι εθανατώθησαν ως οχληροί μάρτυρες της αλήθειας ην άλλοι προσεπάθουν να αποκρύψουν από τους Έλληνας». [14]
Σκέψεις όπως αυτές οδήγησαν τον Ξάνθο να επαναλάβει το εγχείρημα του Γαλάτη. Ο Ξάνθος παρουσιάζει την απόφαση να απευθυνθεί στον Καποδίστρια αφενός ως δική του επιλογή αφετέρου δίχως να αναφέρεται σε κανένα σημείο των απομνημονευμάτων του στην προγενέστερη αποτυχημένη απόπειρα, κάτι το οποίο επιτρέπει την υπόθεση ότι το 1817 ο Σκουφάς είχε κινηθεί αυτόνομα αποκρύπτοντας, ίσως για ψυχολογικούς λόγους, την κατάληξη της αποστολής του Γαλάτη. Σχετικά με την επιλογή του αναφέρεται στον Καποδίστρια ως «σημαντικόν τότε και άξιον εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους δια την μεγάλην πολιτικήν του εις την Ρωσίαν θέσιν». Ο Σκουφάς αναχώρησε με προορισμό την Πετρούπολη το 1818 εφοδιασμένος με κείμενο της Συνθήκης, βάση της οποίας όλα τα μέλη της Φιλικής υπόσχονταν υπακοή στον Αρχηγό ενώ ο τελευταίος δεσμευόταν υπογράφοντας το «υποχρεωτικόν» έγγραφο με το οποίο δήλωνε την αποδοχή της κλήτευσης του. Σημασία ίσως έχει το γεγονός ότι στην Σφραγίδα της Συνθήκης σε περίοπτη θέση βρισκόταν μεταξύ των αρχικών των μελών το γράμμα «Ι» (Ιωάννης Καποδίστριας), σε μία παράτολμη προσπάθεια ίσως να αποτραπεί το αναπόφευκτο. [15]
Ωστόσο το κλίμα της μελλοντικής συνάντησης είχε υπονομευθεί από τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της Εταιρείας όπως είχαν δείξει τα γεγονότα με τον Θ. Νέγρη και τον Κυρ. Καμαρινού, από την έλλειψη ωριμότητας των μελών της και την ευπιστία αυτών, όπως είχε δείξει περίτρανα η περίπτωση του Γαλάτη, από την διάθεση των μελών της να καπηλευθούν το όνομα της Φιλομούσου και του ιδρυτή της αφήνοντας έκθετο τον ίδιο στον τσάρο. Φήμες των οποίων το αβάσιμο ο Καποδίστριας επεδίωξε να καταδείξει με επιστολές του τόσο προς τον Πετρόμπεη όσο και προς τον Ρώσο Πρόξενο στο Ιάσιο Α. Πίνη όπου η Εταιρεία γνώριζε μεγάλη διάδοση. Με επιστολή του στον τελευταίο ζητούσε να «φοβερίσει και να απομακρύνει τους νομιζομένους ψευδαποστόλους της Εταιρείας» ενώ με παρόμοια επιστολή προς τον καθηγητή της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Κ. Βαρδαλάχο καταδίκαζε την «μανία των μυστικών εταιρειών που παραπλανούν όλα τα πνεύματα και απειλούν τις πιο πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης με καταστροφές».[16]
Για την συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου βασικές πηγές είναι τα απομνημονεύματα του Ξάνθου, το έργο του Φιλήμονος (ο μόνος με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό της Φιλικής), ο Λεβέντης, ο φιλικός Ξόδηλος και ο Νικ. Υψηλάντης αδελφός του Αλεξάνδρου και του Δημητρίου. Δυστυχώς ο Καποδίστριας δεν αναφέρεται στην τόσο καθοριστική αυτή συζήτηση. Για τις δύο συναντήσεις που πιθανότατα έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 1820 σημαντικότερη των μαρτυριών είναι αυτή του Ξάνθου. [17] Στην πρώτη συνέντευξη, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο φιλικός, αφού μίλησε στον υπουργό του τσάρου για την ανάγκη ανάληψης της ηγεσίας από μια σημαντική προσωπικότητα, ο τελευταίος του ζήτησε να υπάρξει μία δεύτερη συνάντηση «ίνα συνομιλήσωσι σπουδαιότερον». Από επιστολή του φιλικού Πατσιμάδη προς τον Ξάνθο, ο οποίος ανέμενε «χαροποιέστερον τι» μετά την πρώτη επαφή, φαίνεται να υποφώσκει στο στρατόπεδο των Φιλικών η ελπίδα της αποδοχής του αιτήματος τους. Ωστόσο από ορισμένους συνεργάτες του Ξάνθου όπως ο Κομιζόπουλος είχε γίνει αντιληπτή η «αμφιβολίαν δια την έκβασιν» από «τον τρόπον του γράφειν», δηλαδή από την συγκρατημένη γλώσσα του Ξάνθου στις επιστολές κατά το μεσοδιάστημα των δύο συναντήσεων. [18]
Η δεύτερη συνάντηση ήλθε να επιβεβαιώσει τους λιγότερο αισιόδοξους. Αφού ζητήθηκε από τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία του εγχειρήματος και την διεύθυνση του πολέμου, ο Ξάνθος έλαβε την αρνητική απάντηση του Καποδίστρια, ο οποίος επικαλέστηκε την θέση του δίπλα στον Αλέξανδρο Α΄ και το ασυμβίβαστο αυτής με την θέση του αρχηγού. Στην τελευταία έκκληση του Ξάνθου ότι δεν ήταν δυνατόν «ως Έλλην και εν υπολήψει παρ αυτοίς και πολλοίς άλλοις, να μείνει αδιάφορος» την στιγμή μάλιστα που η ανάγκη εύρεσης αρχηγού ήταν αδήριτη, ο Κόμης αποκρίθηκε αρνητικά για δεύτερη φορά ενώ ευχήθηκε ο Θεός να τους βοηθήσει αν αυτοί γνώριζαν κάποιον εναλλακτικό τρόπο δράσης. [19] Δεν γνωρίζουμε αν η αντίδραση του Καποδίστρια ήταν ακριβώς αυτή καθώς τα απομνημονεύματα γράφθηκαν πολύ αργότερα όταν ο Ξάνθος θα μπορούσε να σταθμίσει τα πράγματα. Σχετικά με τις άλλες πηγές: Ο Ξόδηλος ενστερνίζεται τους ενδοιασμούς του Καποδίστρια, ενώ πιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του ιστορικού της Φιλικής, Φιλήμονος στα δύο του έργα, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας και Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως. Στο πρώτο αποδίδει την άρνηση του Καποδίστρια στον ρόλο του Γαλάτη και του Καμαρινού, επισημαίνοντας παράλληλα ότι «εθεώρει πάντα παράκαιρον την ύπαρξιν» της Φιλικής, ενώ στο δεύτερο μας πληροφορεί για μία παλαιότερη άγνωστη συνάντηση σε απροσδιόριστο χρόνο ανάμεσα στον Ξάνθο και τον Καποδίστρια, κατά την οποία ο δεύτερος είχε αναρωτηθεί αν υπήρχαν αρκετοί «Θρασύβουλοι» μεταξύ των Ελλήνων, για να λάβει την απάντηση του πρώτου στην συνάντηση τους το 1820 ότι οι «Θρασύβουλοι» ήταν πλέον έτοιμοι. [20] Τέλος, ο εχθρικός προς τον Καποδίστρια Νικόλαος Υψηλάντης αναφέρει ότι η συνάντηση δεν έγινε ποτέ, καθώς ο Καποδίστριας πάντα αδιάφορος προς το μέλλον τον Ελλήνων, αρνήθηκε στον Ξάνθο κάθε συζήτηση. [21]
Το επόμενο κομβικής σημασίας ζήτημα αφορά στον τρόπο με τον οποίο τελικά επελέγη ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για την θέση του Αρχηγού και ποίος ο ρόλος του Καποδίστρια. «Απελπισθείς ο Ξάνθος από τον Κόμητα έστρεψεν τον στοχασμόν του εις άλλον υποκείμενον λαμπρόν ως τον Κόμητα επιτηδειότερον ίσως τούτου, τον Πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ο οποίος έχαιρε της υπολήψεως και της ευνοίας του τσάρου». Έτσι περιγράφει την απόφασή του ο Ξάνθος.[22] Ο χειρόγραφος κώδικας της Βουλής με αριθμό 41 αναφέρει ότι ο Ξάνθος σκόπευε να προσφέρει την αρχηγία στον υπουργό του τσάρου, με τον Υψηλάντη να αποτελεί επιλογή εν εφεδρεία καθώς η υποψηφιότητα του πρώτου υπερτερούσε από κάθε άποψη στις διαβουλεύσεις των Φιλικών. Ωστόσο το ενδεχόμενο η στάση του Ξάνθου στο Κίεβο, πριν συναντηθεί με τον Καποδίστρια στην Πετρούπολη, εικάζεται ότι ως στόχο της είχε μία πρώτη επαφή με τον Πρίγκιπα και την βολιδοσκόπηση των προθέσεών του.
Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του  πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.
Αλέξανδρος Υψηλάντης, λιθογραφία, Εκ του πολυχρωμολιθογραφείου Ι. Δ. Νεράντζη, Λειψία.
Ο ενθουσιώδης και ανυπόκριτος πατριωτισμός του Υψηλάντη ήταν άλλωστε γνωστός. Ήδη από το συνέδριο της Βιέννης ο De la Garde θα επισημάνει την εμμονή του στο «όνειρο της νεότητος», του όπως αποκαλούσε την επιθυμία του για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ενώ – άγνωστο με ποιον τρόπο – σχεδίαζε να εκμεταλλευθεί για τον σκοπό αυτό την διαφυγή του Ναπολέοντα από την Έλβα το 1815 και την διεθνή τότε κατάσταση. [23] Το ενδεχόμενο της μύησής του στην Στοά «Τρεις Αρετές» [24], η ενίσχυση ποικίλλων «φιλελληνικών εταιρειών», οι πιθανολογούμενες διασυνδέσεις με τους αξιωματικούς εκείνους που αργότερα θα αποτελέσουν τον Πυρήνα της Επανάστασης των Δεκεμβριστών και κυρίως το γεγονός ότι οι αδελφοί του Δημήτριος Νικόλαος και Γρηγόριος ήταν ήδη μέλη της Φιλικής, ενεθάρρυναν το Ξάνθο να απευθυνθεί στον Πρίγκιπα. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι σε κανένα σημείο ο Ξάνθος δεν εμφανίζει την απόφαση του αυτή ως απόρροια κάποιας προτροπής του αντίθετου προς το όλο εγχείρημα Καποδίστρια, ενώ στην διήγηση της συνάντησής του με τον Υψηλάντη είναι αιχμηρός κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά στο πρόσωπο του Καποδίστρια και άλλων ομογενών οι οποίοι «καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς του ορφανούς». [25]
Ο Υψηλάντης σύμφωνα πάντα με τον Ξάνθο αποδέχθηκε τον τίτλο του «Γενικού Επιτρόπου της Αρχής» ή «Γενικού Εφόρου» [26] αφού πρώτα ζήτησε να διαπιστώσει από τους καταλόγους των μελών της Φιλικής το μέγεθός της. Αν και αναφορά στον ρόλο του Καποδίστρια στην επιλογή του Υψηλάντη ως εφεδρικού αρχηγού δεν γίνεται, ο Ξάνθος μνημονεύει ότι μετά την αποδοχή του χρίσματος, ο Υψηλάντης επισκέφθηκε τον Καποδίστρια ζητώντας του να μεσολαβήσει στον Αυτοκράτορα με σκοπό να αποσπάσει την υπόσχεση οικονομικής ή στρατιωτικής συνδρομής σε μελλοντικό επαναστατικό εγχείρημα. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Φιλικό, ο υπουργός του τσάρου αρνήθηκε επαναλαμβάνοντας όσα είχε επισημάνει και στον ίδιο. Πολλοί ερευνητές με στόχο να καταστήσουν τον Καποδίστρια περισσότερο ελκυστικό υποστήριξαν αφενός ότι εκείνος στην δεύτερη συνάντηση του με τον Ξάνθο υπέδειξε τον Υψηλάντη ως αντικαταστάτη [27] του, αφετέρου ότι ο Υψηλάντης αποδέχθηκε το χρίσμα μόνο μετά από υποτιθέμενη έγκριση του Καποδίστρια. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μαρτυρίες όπως αυτή της Lulu Thurheim αδελφής της συζύγου του Ρώσου Πρέσβη στην Βιέννη, φίλης του Υψηλάντη και πιθανότατα «θύματος» της «ανατολικού τύπου γοητείας» του. Στα απομνημονεύματά της υποστηρίζει ότι για την ατυχή κατάληξη του εξέγερσης του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες μέρος της ευθύνης φέρει ο Καποδίστριας ενώ το ίδιο υπαινίσσεται και ο De la Garde. [28] Υποστηρικτική της ίδιας άποψης είναι και η μαρτυρία του Ν. Υψηλάντη, ο οποίος μνημονεύει την διαβεβαίωση του υπουργού του Τσάρου στον αδελφό του Αλέξανδρο ότι η Ρωσία ήταν έτοιμη να τον συνδράμει. Μαρτυρία τελείως ασύμβατη με τα υπάρχοντα στοιχεία, την προσωπικότητα την διορατικότητα και τον πολιτικό συντηρητισμό του Κερκυραίου διπλωμάτη.
Οι παραπάνω ωστόσο μαρτυρίες μικρή σημασία έχουν συγκρινόμενες με την επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον αδελφό του Αλεξάνδρου Α’ και διάδοχό του, Νικόλαο Α’. Η επιστολή αυτή συντάχθηκε το 1828 στην Βιέννη, όπου διέμενε ο ίδιος και τα αδέλφια του μετά από την αποφυλάκιση τους Theresienstadt, όπου φυλακίσθηκαν μετά την αποτυχημένη εξέγερση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Με την επιστολή αυτή, καθώς και με άλλες παρόμοιου ύφους, με αποδέκτες άλλους εστεμμένους της Ευρώπης, όπως ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ’,[29] ζητούσε την μεσολάβησή τους στον Αυτοκράτορα της Αυστρίας Φραγκίσκο Α΄ και στον καγκελάριο Metternich, προκείμενου να αρθούν οι ποικίλοι περιορισμοί που τους είχαν επιβληθεί στην μετακίνηση στο εσωτερικό της αυστριακής αυτοκρατορίας καθώς και η απαγόρευση της εξόδου από αυτήν. Άλλωστε η διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του Υψηλάντη καθιστούσε απαραίτητη την αλλαγή του τόπου διαμονής του. Με την επιστολή του 1828 παρουσίαζε την δική του εκδοχή για την ανάληψη της ηγεσίας της Φιλικής, προσπαθώντας να αποσείσει όλες τις κατηγορίες από το πρόσωπο και να κερδίσει την εύνοια του τσάρου, ο οποίος από τις πρώτες ημέρες του στον θρόνο κλήθηκε να αντιμετωπίσει την επανάσταση των Δεκεμβριστών.
Κατά συνέπεια πολύ μικρή συμπάθεια θα επιδείκνυε προς πρόσωπα με υπονομευτική προς το status quo δράση. Σύμφωνα με την επιστολή Υψηλάντη, ο Καποδίστριας ήταν ενήμερος για τις προετοιμασίες του, τις οποίες χαρακτήρισε «καλάς και καταλλήλους» παροτρύνοντας τον παράλληλα να προχωρήσει «μη δεικνύων δισταγμόν περί της επιτυχίας». Παράλληλα, δήλωνε ότι ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ σε συνομιλία την οποία είχαν στα ανάκτορα του Τσερσκόε Σέλο ήταν ευνοϊκός απέναντι στο ενδεχόμενο της Ελληνικής Επανάστασης. Η πιο διαφωτιστική όμως φράση της επιστολής ακολουθεί: «Αληθές ότι η Α. Μ. ωμίλει πάντοτε αορίστως αλλά πάντοτε μετ’ ευνοίας τοιαύτης, οία εξήπτε πάντοτε τας ελπίδας μου και μετέτρεπεν αυτάς εις βέβαιον μέλλον».[30] Με την φράση αυτή καταδεικνύεται η αδυναμία του ρομαντικού πατριώτη Υψηλάντη να κατανοήσει τόσο την πολιτική πραγματικότητα του 1820 όσο και τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του τσάρου, ατοπήματα πολύ δύσκολο να διαπραχθούν από τον Καποδίστρια.
Ευτύχημα θεωρώ το γεγονός ότι η έρευνα μου στο ιστορικό αρχείο της Κέρκυρας με έφερε σε επαφή με ανέκδοτη επιστολή του Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια, ενισχυτική της άποψης ότι ο Καποδίστριας δεν εμπλέκεται στην επιλογή του Υψηλάντη ούτε ότι τον ενεθάρρυνε σε κάποια από της αποφάσεις του. Στην επιστολή αυτή, η οποία γράφτηκε στο Theresienstadt το 1827 και αποτελεί μια ακόμη παράκληση με στόχο την βελτίωση των συνθηκών κράτησής του, ο Υψηλάντης δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο σε παρελθούσα συνάντηση τους, δεν διατυπώνει καμία μομφή, (πράγμα το οποίο πράττει στην επιστολή του προς τον τσάρο το 1828) με την ελπίδα ίσως να τον θέσει προ των ευθυνών του. [31] Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι δεν το πράττει όχι για να κερδίσει την εύνοια του Καποδίστρια αλλά επειδή γνώριζε ότι ο λόγος του σχετικά με την Φιλική ήταν πάντα αποτρεπτικός. Θα ζητούσε άλλωστε σε αυτήν την δύσκολη στιγμή την συνδρομή του ανθρώπου στα λάθη του οποίου «οφείλω άπασας τας δυστυχίας μου» όπως έγραφε στην επιστολή του στον Αυτοκράτορα το 1828; Το ενδεχόμενο στην επιστολή του 1827 να αποσιωπά τον ρόλο του Καποδίστρια από φόβο μήπως οι πάντα εν εγρηγόρσει αυστριακές αρχές χρησιμοποιήσουν το περιεχόμενο της επιστολής για να ενοχοποιήσουν τον Καποδίστρια είναι απίθανο καθώς:
α) στην επιστολή του 1828 με ευκολία καταφέρεται εναντίον του Καποδίστρια αλλά και των αυστριακών αρχών
β) όπως φαίνεται από την ανέκδοτη επιστολή του 1827 ο Υψηλάντης μέσω κάποιας φίλης την οποία δεν κατονομάζει πιθανότατα είχε κάποιον τρόπο να παρακάμπτει τον έλεγχο της αλληλογραφίας του.
Προς ενίσχυση της άποψης αυτής είναι και όσα αναφέρει ο Καποδίστριας στο υπόμνημά του, σύμφωνα με το οποίο συμβούλευσε τον Πρίγκιπα να κρατά τις αποστάσεις του από τους «καταστραφέντες λόγω της κακής των διαγωγής και αφαιρούντες νυν το χρήμα εν ονόματι μίας πατρίδας ην αυτοί δεν έχουν». [32]
Η επιστολή του Υψηλάντη το 1827 συμπληρώνει την εικόνα της ιστορικής αλήθειας και σε συνδυασμό με την επιστολή του 1828 δίνει μία γεύση της δεινής θέσης και της απόγνωσης του φυλακισμένου Πρίγκιπα, του οποίου η κατάσταση της υγείας διαρκώς επιδεινωνόταν καθιστώντας απαραίτητη την άρση και των τελευταίων περιορισμών που η αυστριακή κυβέρνηση είχε επιβάλει.[33]
Συμπερασματικά το ζήτημα της ανάληψης της ηγεσίας της Φιλικής Εταιρείας από τον Καποδίστρια και αργότερα από τον Υψηλάντη αναδεικνύει σε σημαντικό βαθμό όχι μόνο την διάσταση των απόψεων, των τάσεων και των εκτιμήσεων λίγο πριν την εκδήλωση της Επανάστασης αλλά και σε ιστοριογραφικό επίπεδο την συχνή χρήση της ιστορίας ως προκρουστείου κλίνης, με την οποία επιχειρείται να ορισθεί η έννοια του «πατριωτισμού» μονοδιάστατα. Καθώς ο τελευταίος ίσως δεν είναι συνώνυμο μόνο της υψηλαντικής ανδρείας αλλά και της καποδιστριακής συγκράτησης και περίσκεψης.
  
Υποσημειώσεις 

[1] Β. Παναγιωτόπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής επανάστασης», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄, Αθήνα 2003, σ. 10.
[2] Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (Ι.Α.Μ.Μ.), Συλλογή εγγράφων Φιλικής Εταιρείας, Φάκελλος ½, Διπλώματα (1818-1822).
[3] Ε. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 4.
[4] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834, σ. 182.
[5] Ι. Χατζηφώτης, Άνθιμος Γαζής (1758-1828) Η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1965, σ.119.
[6] Την πληροφορία αυτή αναφέρει μόνο η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία.
[7] Ι. Καποδίστριας, Απομνημονεύματα (Αυτοβιογραφία). Επισκόπηση της πολιτικής μου σταδιοδρομίας, Αθήνα 1986, σ. 82.
[8] C. M. Woodhouse, Capodistria. The founder of Greek Independence, Λονδίνο 1973, σσ. 162-163.
[9] Ελ. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο ευρωπαίος διπλωμάτης, Αθήνα 2005, σ.83.
[10] Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (1813-1822), τόμος Ε΄, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 59-60.
[11] Καποδίστριας, ό, π., σ.59.
[12] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 57.
[13] Καποδίστριας, ό. π., σ. 111.
[14] Καποδίστριας, ό. π., σ. 128.
[15] Τ. Κανδηλώρου, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926, σ. 149.
[16] Βακαλόπουλος, ό. π., σ. 97
[17] Αρχείον Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α΄, Αθήνα 2000, σ. νβ΄.
[18] Αρχείον Ξάνθου, ό. π., τ. Β΄, σ. 72
[19] Ξάνθος, ό. π., σσ. 16-17.
[20] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄, Αθήνα 1859, σ. 29.
[21] Ε. Μωραϊτίνης Πατριαρχέας, Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, Αθήνα 1986, σσ. 213-214.
[22] Ξάνθος, ό. π., σ. 16
[23] Πολ. Ενεπεκίδης, Ρήγας – Υψηλάντης – Καποδίστριας. Έρευναι εις τα Αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Αθήνα 1965, σ. 102.
[24] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 124.
[25] Ξάνθος, ό. π., σ. 16.
[26] Παναγιωτόπουλος, ό. π., σ. 28.
[27] Θ. Μακρής, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η προκυβερνητική πατριωτική του δράσις, Κέρκυρα 1964, σ. 156.
[28] Ενεπεκίδης, ό. π., σ. 107.
[29] Ar. Moutafidou, «Alexandros Ypsilantis in Theresienstadt. Preußen, Metternich und der russische Faktor», Südost-Forschungen, 63/64 (2004/2005), 232-244.
[30] Π. Ροδάκης, Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και η Φιλική, Αθήνα 1996, σ. 226.
[31] Γ. Α. Κ., Κέρκυρας, Αρχείο Ι. Α. Καποδίστρια, Φακ. 488, Αλληλογραφία Αλεξ. Υψηλάντη.
[32] Καποδίστριας, ό. π., σ. 130
[33] Moutafidou, ό. π., σ. 244.

Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου
Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, «Λ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο 29-31 Μαΐου 2009», Θεσσαλονίκη, 2010.