Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατήχηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατήχηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Ησυχασμός και Θεολογία: Συμβολή στο Διάλογο για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο


 
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.




Ο ησυχασμός δεν αποτελεί απλό θεολογικό ρεύμα η εκκλησιαστικό σύστημα, αλλά φαινόμενο που υπερβαίνει τα ποικίλα ρεύματα και συστήματα. Πολύ περισσότερο ο ησυχασμός δεν περιορίζεται σε κάποια ιδιαίτερη περίοδο της ιστορίας του μοναχισμού, όπως αυτή του δέκατου τέταρτου αιώνα, όταν ο λόγιος μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός καταφέρθηκε εναντίον των αγιορειτών μοναχών και προκάλεσε την γνωστή ησυχαστική έριδα. Ησυχασμός είναι η καλλιέργεια της ησυχίας, που χαρακτηρίζει διαχρονικά τον ορθόδοξο μοναχισμό. Τι είναι όμως αυτή η ησυχία, και ποιό το περιεχόμενό της;
Η ησυχία υπό την συνήθη έννοιά της ταυτίζεται γενικά με την ακινησία σε αντίθεση προς την κίνηση, η θεωρείται ταυτόσημη με την ανάπαυση σε αντιδιαστολή προς την εργασία η την ασχολία. Εκλαμβάνεται δηλαδή η ησυχία ως εξωτερική και πρωτίστως σωματική κατάσταση, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πνευματικό περιεχόμενο η κάποια άμεση σχέση με την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Συμπίπτει με αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν αργία.
Στην ορθόδοξη όμως παράδοση η ησυχία έχει πολύ διαφορετικό νόημα. Δεν ταυτίζεται με την ακινησία ούτε με την ανάπαυση. Αλλά και δεν αντιμετωπίζεται ως κάποια συμβατική ενασχόληση η αρετή. Ησυχία είναι η «υψηλότερη ασχολία»[1] και η «τελειότερη αρετή»[2]. Είναι η οδός της θεογνωσίας, που κορυφώνεται στην «θεωρία». Οι άλλες αρετές, οι «δια των έργων εκπληρώσεις» των εντολών, αποτελούν το πρώτο στάδιο αλλά και την απαραίτητη προϋπόθεση για την συνέχιση της πορείας προς την «θεωρία».
Σε μία περιεκτικότατη για το θέμα μας αναφορά ο μεγάλος ησυχαστής όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος παρατηρεί: «Πάντες οι απόστολοι και οι εξ αυτών θεοφόροι πατέρες ουδαμού της δια των έργων ευαρεστήσεως την ησυχίαν προέκριναν, αλλά δια της των εντολών εκπληρώσεως την πίστιν επιδειξάμενοι της του Θεού αγάπης εν γνώσει κατηξιώθησαν και, ως νομίμως αγωνισάμενοι και έπαθλον της νίκης την εν αγάπη γνώσιν Θεού λαβόντες και είναι συν αυτώ επιποθούντες, έξω του σταδίου και των εν πολέμοις ταραχών εγένοντο· και έτι νομίμως αγωνιζόμενοι έξω τούτων γίνονται, αμερίμνως και ανεπιμίκτως των κάτω και λυπηρών και τας επικαρπίας των πόνων επαπολάβοντες»[3].
Ποτέ η ησυχία στην ζωή της Εκκλησίας δεν θεωρήθηκε προτιμότερη από την τήρηση των εντολών. Η παραθεώρηση των εντολών βρίσκεται στον αντίποδα της ησυχίας. Ο ησυχαστής από αγάπη προς τον Θεό τηρεί πιστά τις εντολές του και έτσι καταξιώνεται να γνωρίσει τον Θεό. Και από τον πόθο που τον κυριεύει να παραμείνει μαζί του ξεπερνάει το στάδιο των ταραχών και της ανησυχίας και εγκολπώνεται το «θείον πυρ» της ησυχίας, οπότε «δύναται και της ησυχίας του Ιησού ακούειν»[4]. Γι’ αυτό πρότυπο της ησυχίας και της ησυχαστικής ζωής στον ορθόδοξο ησυχασμό είναι η Παναγία, που φέρει στην αγκάλη της «το θείον Πυρ»[5].
Με την τήρηση των εντολών μαρτυρείται η αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό και προσεγγίζεται η θεογνωσία. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν»[6]. Η κατάσταση όμως της νοεράς ησυχίας υπερβάλλει την τήρηση των εντολών. Ενώ η τήρηση των εντολών, που χαρακτηρίζεται στην ασκητική παράδοση γενικότερα ως «πράξις», οδηγεί στην «θεωρία», η νοερά ησυχία αποτελεί τον χώρο πραγματώσεως της θείας «θεωρίας».
Βέβαια, πριν φθάσει ο άνθρωπος στο επίπεδο της νοεράς ησυχίας, χρειάζεται να προσπαθήσει να συγκεντρώσει τον νου του, να τον ελευθερώσει από περισπασμούς και να τον απομακρύνει από τα εγκόσμια. Έτσι η αποφυγή των εγκοσμίων προβάλλει ως οδός ασκητικής καθάρσεως και πορεία ανυψώσεως προς την νοερά ησυχία. Γι’αυτό και ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο καθηγητής του ησυχασμού, θέτει ως πρώτη βαθμίδα του ησυχαστικού εγχειριδίου του, της Κλίμακας, την αποταγή. Κανείς, γράφει, δεν θα εισέλθει στεφανωμένος στον ουράνιο νυμφώνα, αν δεν πραγματοποιήσει την τριπλή αποταγή· την αποταγή των πραγμάτων και των ανθρώπων, την εκκοπή του θελήματος και την αποταγή της κενοδοξίας[7].
Η βίωση της ησυχίας χρειάζεται βέβαια και ανάλογη εξωτερική ηρεμία. Δεν κατορθώνεται μέσα στον θόρυβο και την ταραχή της κοσμικής ζωής. Πολύ περισσότερο δεν κατορθώνεται μέσα στον θόρυβο και την ταραχή της σύγχρονης ζωής, έστω και αν εμφανίζονται πάντοτε φωτεινές εξαιρέσεις που κατορθώνουν τα ακατόρθωτα. Η ησυχία είναι κατάσταση της ψυχής και ακριβέστερα του νου. Όταν παύσει ο νους του ανθρώπου να σκορπίζεται στα έξω πράγματα και να διαχέεται με τα αισθητήρια στον κόσμο, επανέρχεται στον εαυτό του και δια του εαυτού του «προς την περί Θεού έννοιαν αναβαίνει»[8]. Η ησυχία βιώνεται πρωτίστως στην έρημο. Και όλοι οι μεγάλοι ησυχαστές πέρασαν από την έρημο.
Σε σχέση με την προσέγγιση και γνώση του Θεού αναφέρεται συνήθως ο ψαλμικός στίχος «σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός»[9]. Συχνά όμως ο στίχος αυτός εκλαμβάνεται ως αναφερόμενος στην εξωτερική ησυχία. Ως σχολή δηλαδή θεωρείται απλώς η αποχή από την εργασία η η εξωτερική ησυχία. Μία τέτοια όμως σχολή, μία τέτοια ησυχία, δεν έχει κάποιο θετικό περιεχόμενο ούτε βέβαια μπορεί να προσφέρει θεογνωσία. «Ου γαρ από της έξωθεν ησυχίας η του Θεού γνώσις δίδοται… αλλ’ εκ της του Θεού γνώσεως μάλλον η ησυχία τω νομίμως και καλώς αγωνιζομένω εγγίνεται»[10]. Όποιος παραιτείται από την πράξη, δηλαδή από την τήρηση των εντολών, χωρίς να επιδίδεται στην πνευματική εργασία, παραμένει αργός και στα δύο επίπεδα, οπότε ασφαλώς αμαρτάνει[11].
Η θεογνωσία δεν έρχεται ως καρπός εξωτερικής ησυχίας, όσο χρήσιμη και αν είναι αυτή για την απόκτησή της. Ούτε ο ησυχασμός περιορίζεται στην εξωτερική ησυχία. Η ησυχία του ορθόδοξου ησυχασμού δεν είναι θεωρητική αλλά καθ’ υπερβολήν εμπειρική κατάσταση. Προϋποθέτει την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των αρετών. Όταν ο ασκητής ωριμάσει στο πρακτικό αυτό στάδιο, στην «πράξη», όταν δηλαδή έχει ήδη αγωνιστεί στο στάδιο των αρετών «νομίμως και καλώς», αξιώνεται να στραφεί προς την «θεωρία». Και η απόλαυση της θείας αυτής θεωρίας είναι η πραγματική ησυχία, η νοερά ησυχία.
Παρουσιάζοντας τις δύο αυτές μορφές της ασκητικής ζωής ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Πράξιν προτιμήσειας η θεωρίαν; Όψις τελείων έργον, η δε πλειόνων. Άμφω μεν εισι δεξιαί τε και φίλαι· συ δε προς ην πέφυκας εκτείνου πλέον»[12]. Οι δύο αυτές μορφές της ασκητικής ζωής χαρακτηρίζονται ως καλές και αγαπητές. Ο καθένας όμως καλείται να προτιμήσει αυτήν που του ταιριάζει. Η πράξη είναι για τους πολλούς, ενώ η θεωρία για τους τελείους. Ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος προτίμησε την θεωρία. Και οδηγήθηκε στην προτίμηση αυτήν όχι τόσο από την ξεχωριστή ψυχοσύνθεσή του, όσο από τον διάχυτο ένθεο έρωτα «του καλού και της ησυχίας» που ένιωθε μέσα του[13].
Ο αδελφικός φίλος του αγίου Γρηγορίου Βασίλειος ο Μέγας φαίνεται να προτίμησε την πράξη. Αυτήν τοποθέτησε ως βάση της μοναχικής ζωής που θεμελίωσε. Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι απέκλειε τελείως τον ερημιτισμό ως ασυμβίβαστο με την κοινωνική φύση του ανθρώπου, και ότι πιθανώς προς τα τέλη της ζωής του ανέχθηκε τους ερημίτες ασκητές ως εξαίρεση. Η άποψη αυτή είναι αρκετά απλουστευτική. Τα φαινόμενα συχνά απατούν. Ο Μέγας Βασίλειος έζησε έντονα την ησυχία και επισήμανε την σπουδαιότητά της για την πνευματική ζωή. Αυτή υπήρξε και η σταθερή βάση, στην οποία στήριξε το απαράμιλλο ποιμαντικό και κοινωνικό έργο του. Πως αλλιώς θα μπορούσαν να ερμηνευθούν οι απαντήσεις του προς τον έπαρχο Μόδεστο η η παντελής πτωχεία του με την διανομή στους πτωχούς όλης της περιουσίας που κληρονόμησε από τους γονείς του;
Με διασπασμένο τον νου, επισημαίνει ο Μέγας Βασίλειος, «ούτε την προς Θεόν αγάπην, ούτε την προς τους πλησίον δυνάμεθα κατορθώσαι»[14]. Είναι χαρακτηριστική η επιμονή, με την οποία προβάλλει την σχετική προτροπή του Δευτερονομίου «πρόσεχε σεαυτώ»[15]. Σε ειδική ομιλία του με θέμα το βιβλικό αυτό ρητό υπογραμμίζει: «Πρόσεχε ουν σεαυτώ, τουτέστι· μήτε τοις σοις, μήτε τοις περί σε, αλλά σεαυτώ μόνω πρόσεχε»[16].
Η ησυχία δεν αποτελεί μόνο επακολούθημα της «πράξεως», αλλά και προϋπόθεση για την ορθή άσκησή της. Η σωστή πράξη είναι καρπός ησυχίας. Η ακριβής τήρηση της διπλής εντολής της αγάπης προϋποθέτει την ενοποίηση του διασπασμένου ανθρώπου, την περισυλλογή του νου, την νοερά ησυχία. Ο Μ. Βασίλειος δεν προτίμησε την σύσταση ερημιτικών ησυχαστηρίων, που θα μπορούσαν εύκολα να δημιουργηθούν με τις ημιερημιτικές κοινότητες που συγκροτούσαν πιστοί στην εποχή του. Και δεν το έκανε αυτό, επειδή ο ίδιος είχε ήδη ασκηθεί και ωριμάσει στην ησυχία φθάνοντας στην θεοπτία, όπως αποκαλύπτεται από επιστολή του: «Ο μέντοι τη θεότητι του Πνεύματος ανακραθείς νους, ούτος ήδη των μεγάλων εστί θεωρημάτων εποπτικός και καθορά τα θεία κάλλη, τοσούτον μέντοι όσον η χάρις ενδίδωσι και η κατασκευή αυτού υποδέχεται»[17].
Θέλοντας ο Μ. Βασίλειος να απομακρύνει τον μεγάλο κίνδυνο της διασπάσεως και της αυταρέσκειας, που συνεπάγεται για τους πολλούς η ανέντακτη μονήρης ζωή, πρόταξε το κοινόβιο[18]. Αλλά και για να στηρίξει σε ασφαλή βάση το κοινόβιο και να διατηρήσει ανοικτή την ησυχαστική χαρισματική του προοπτική, έθεσε ως προϋπόθεση την αποταγή, την οποία πρόβαλε και όρισε ως «καρδίας ανθρωπίνης προς την εν ουρανώ πολιτείαν μετάθεσιν»[19]. Την προοπτική αυτή του μοναχικού θεσμού, αλλά και γενικότερα της χριστιανικής ζωής ανέπτυξε στην συνέχεια ο κατά σάρκα και κατά πνεύμα αδελφός του Γρηγόριος Νύσσης στα υπέροχα πνευματικά και ησυχαστικά συγγράμματά του.
Ο ορθόδοξος μοναχισμός ήταν εξ αρχής ησυχαστικός. Και ο αρχέγονος μοναχός, ζώντας μακριά από τον κόσμο και ασκώντας την αδιάλειπτη προσευχή, ήταν ουσιαστικά ησυχαστής[20]. Ήταν απαραίτητο να κταφεύγει στην ησυχία, «ώστε αθολώτως προσομιλείν τω Θεώ»[21]. Αυτό όμως αποτελούσε και αποτελεί αυτονόητη ανάγκη και για κάθε πραγματικό πιστό. Έτσι έχουμε την ησυχία και ως ένα βασικό γνώρισμα του φρονήματος της Εκκλησίας. Είναι η «καλή μερίδα» της Μαρίας, την οποία προέκρινε ο ίδιος ο Χριστός, και η οποία προβάλλεται και επαινείται σε ολόκληρη την ορθόδοξη παράδοση. Έτσι κατανοείται και η οικειότητα που είχε πάντοτε ολόκληρο το πλήρωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την ασκητική παράδοση, όπως αυτή προσφέρεται με την Φιλοκαλία και με τα κείμενα των οσίων Ισαάκ του Σύρου, Εφραίμ του Σύρου, Ιωάννου της Κλίμακος, Νικοδήμου του Αγιορείτου και άλλων.
Η ησυχία αποτελεί για όλους τους Χριστιανούς μέθοδο ασκήσεως και τρόπο ζωής. Όπως η ηθική, έτσι και η πνευματική ζωή του πιστού δεν παρουσιάζεται μονολιθικά η αποσπασματικά, αλλά εκδιπλώνεται δυναμικά με την αυτοεγκατάλειψη στο θέλημα του Θεού, που κατορθώνεται στον μοναχισμό με την υπακοή. Περνώντας το στάδιο της καθάρσεως από τα πάθη και της τηρήσεως των εντολών φτάνει ο μοναχός με την ασκηση της υπακοής στην καθαρότητα του νου και της καρδιάς. Έτσι ζει την ησυχία ως κατάσταση νοεράς ησυχίας η ησυχίας της καρδιάς· την ζει ως κατάσταση ενώσεως του νου με την καρδιά η ως περισυλλογή στον «κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον»[22], όπου γίνεται δυνατός ο αθόλωτος αντικατοπτρισμός της αλήθειας του Θεού. Εδώ πλέον η ησυχία δεν είναι ασκητική αλλά κατεξοχήν χαρισματική. Είναι κατάσταση καθαρότητας της ψυχής, κατά την οποία ο άνθρωπος ελεύθερος από κάθε εσωτερική ταραχή και ακαταστασία, υπερβαίνει τον εαυτό του και παραδίδεται στην θεωρία του Θεού. Στην κατάσταση αυτής της ησυχίας ο άνθρωπος γίνεται διαφανής ενώπιον του Θεού, γνωρίζεται από τον Θεό, γιατί τον θέλει ο Θεός, και γνωρίζει τον Θεό, γιατί είναι συντονισμένος με το θέλημά του. Γι’ αυτό και στην αυθεντικώς χαρισματική αυτή ζωή, άσκηση, όπως γράφει και ο Γέροντας Σωφρόνιος, «δεν υπάρχει»[23]. Σε αυτήν έχουν πλέον υπερβαθεί τα πάθη, για την καταπολέμηση των οποίων χρειαζόταν η άσκηση.
Σε επίπεδο ακαδημαϊκής θεολογίας είχε τεθεί κάποτε το ερώτημα: «Ποιά βιβλική βάση έχει ο ησυχασμός; Ποιόν σκοπό εξυπηρετεί και σε ποιά εντολή στηρίζεται, όταν όλες οι ευαγγελικές εντολές συνοψίζονται, όπως είναι γνωστό, στην διπλή εντολή της αγάπης»;
Τα ερωτήματα αυτά είναι οπωσδήποτε ουσιαστικά, αλλά ταυτόχρονα παραμένουν και αναπάντητα στο επίπεδο της ακαδημαϊκής θεολογίας. Βέβαια υπάρχει κάποια βιβλική στήριξη της ησυχίας και του ησυχασμού στο ψαλμικό κείμενο «σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός»[24]. Αυτή όμως εκλαμβάνεται με πρακτική σημασία, χωρίς κάποια ευρύτερη προέκταση και σημαντικότερο βάθος. Έτσι άλλωστε κατανοούσαν το κείμενο αυτό και οι σύγχρονοι του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου βυζαντινοί ανθρωπιστές[25]. Υπάρχουν ακόμα και τα έμπρακτα παραδείγματα της Αγίας Γραφής με τον προφήτη Ηλία στον Κάρμηλο, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στην έρημο, η και τον ίδιο τον Ιησού, που αποσυρόταν για να προσευχηθεί στην ησυχία της ερήμου[26]. Αλλά και αυτά δεν θεωρούνται ικανά για την δικαίωση του ησυχασμού. Πιστεύεται από πολλούς ότι η ησυχία παραθεωρεί την πράξη. Δεν γίνεται όμως εύκολα αντιληπτό ότι χωρίς την ησυχία φαλκιδεύεται και η πράξη. Χωρίς την ησυχία φαλκιδεύεται η ίδια η σωτηρία του ανθρώπου, γιατί δεν παρουσιάζεται «σώος», αλλά παραμένει διασπασμένος.
Γενικά με την καταφατική η και με την αποφατική ακόμα ακαδημαϊκή θεολογία δεν υπάρχει ουσιαστική δικαίωση της ησυχίας και του ησυχασμού. Η απάντηση στο ερώτημα της ακαδημαϊκής θεολογίας πρέπει να αναζητηθεί σε ένα είδος μεταθεολογίας, που δεν είναι άγνωστο στην περιοχή της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Μόνο εκεί, όπου μπορεί να ελεγχθεί και να βεβαιωθεί η ουσιαστική σχέση της ησυχίας με την βίωση του περιεχομένου του Χριστιανισμού, και ειδικότερα με την τήρηση της διπλής εντολής της αγάπης, μπορεί να δοθεί η απάντηση αυτή. Έτσι η ασκητική εμπειρία της ησυχίας και του ησυχασμού προσφέρεται ως περιοχή για την μεταθεολογική θεμελίωση της χριστιανικής θεολογίας.
Αν ο πρωταρχικός στόχος της θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, δηλαδή η θεογνωσία, και αν η θεογνωσία προκύπτει ως συνέπεια της αγαπητικής κοινωνίας Θεού και ανθρώπου, ο ησυχασμός με την ησυχία ως πρακτικό μέσο αλλά και ως καρπός θεογνωσίας βεβαιώνει μεταθεολογικά, δηλαδή εμπειρικά και οντολογικά, την αυθεντικότητα της θεογνωσίας. Τα δόγματα έχουν απροσμέτρητο βάθος, γράφει ο καθηγητής του ησυχασμού όσιος Ιωάννης της Κλίμακος. Ο νους του ησυχαστού εκτείνεται σε αυτά χωρίς κίνδυνο. Η προσέγγισή τους όμως χωρίς προηγούμενη απαλλαγή από τα πάθη, είναι επικίνδυνη[27].
Τον κίνδυνο αυτόν είχε επισημάνει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγοντας: «Ου παντός το περί Θεού φιλοσοφείν… ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία, και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων η καθαιρομένων το μετριώτατον. Μη καθαρώ γαρ άπτεσθαι καθαρού τυχόν ουδέ ασφαλές»[28].Η θεολογία προϋποθέτει καθαρότητα σχέσεως και κοινωνίας με τον ενυπόστατο Λόγο του Θεού. Όταν οι αισθήσεις δεν έχουν καθαρθεί και ενωθεί με τον Θεό, επισημαίνει και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, «χαλεπόν το περί Θεού διαλέγεσθαι». Όποιος θεολογεί σε τέτοια κατάσταση, «στοχαστικώς αποφθέγγεται»[29]. Προϋπόθεση, αλλά και αυθεντική κατάσταση θεολογίας είναι η ησυχία με αγνότητα·«αγνεία μαθητήν θεολόγον ειργάσατο»[30]. Και η θεολογία ως κατάσταση βιώνεται στην νοερά ησυχία η στην ησυχία της καρδιάς.
Ο «πνευματικός άνθρωπος», γράφει ο Απόστολος Παύλος, «κρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται», γιατί έχει «νουν Χριστού»[31]. Η νοερά ησυχία καθιστά διαφανή τον νου του ασκητή και επιτρέπει την οικείωση του νου του Χριστού. Με το χάρισμα αυτό, που λειτουργεί μέσα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, μαρτυρεί ο εμπειρικός θεολόγος με καταφατικό τρόπο, αλλά και με τον πάντοτε σχετικό ανθρώπινο λόγο την υπερβατική αλήθεια του Πνεύματος.
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι στον Περί ησυχίας λόγο του ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος περιορίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην υπόμνηση περιπτώσεων ανθρώπων, που λησμονούν τον κόσμο και τις μέριμνές του και προσηλώνονται στον Χριστό και τις δωρεές του. Έτσι αναφέρει την πόρνη, η οποία έβρεχε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της, προσηλωμένη τελείως προς εκείνον που μπορούσε να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Υπενθυμίζει την περίπτωση των τριών μαθητών που ανέβηκαν με τον Χριστό στο Θαβώρ και έζησαν την έκπληξη της Μεταμορφώσεώς του, την έκπληξη των Αποστόλων που βρίσκονταν κλειδωμένοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» και είδαν τον αναστάντα Διδάσκαλό τους κ.α.
Τα παραδείγματα αυτά, λέει, δεν πρέπει μόνο να τα συλλογίζεται ως αφηγήσεις ο ησυχαστής, αλλά και να τα βλέπει να πραγματοποιούνται στον εαυτό του. Αν δεν συμβαίνει αυτό, αλλά ο ησυχαστής απομακρύνεται από τις εντολές και παύει να ασκεί σωματικά έργα, χωρίς να γνωρίζει να εργάζεται πνευματικά, μένει αργός και στις δύο περιοχές και αμαρτάνει. Όποιος γνωρίζει καλά την πνευματική εργασία, δεν εμποδίζεται από αυτήν στην σωματική εκπλήρωση των πρακτικών εντολών, αλλά μάλλον διευκολύνεται. Όποιος όμως περιορίζεται μόνο στην άσκηση, αν συμβεί να την σταματήσει, δεν μπορεί να εργαστεί πνευματικά[32].
Την ουσιαστική διαφοροποίηση της διανοητικής γνώσεως του Θεού από την εμπειρική θεογνωσία εφαρμόζει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς με την χρησιμοποίηση των όρων θεολογία και θεοπτία. Τόσο απέχει, λέει ο άγιος Γρηγόριος, η θεολογία από την θεοπτία που πραγματοποιείται μέσα στο φως, όσο η γνώση κάποιου πράγματος από την απόκτησή του. Άλλο είναι να μιλάει κάποιος για τον Θεό, και άλλο να έρχεται σε κοινωνία μαζί του· «περί Θεού γαρ τι λέγειν και Θεώ συντυγχάνειν ουχί ταυτόν». Η θεολογία χρειάζεται τον προφορικό λόγο η ακόμα και την τέχνη του λόγου, όπως και την χρήση λογικών συλλογισμών και αποδείξεων, όταν κάποιος θέλει να μεταδώσει και στους άλλους την γνώση του. Αυτό μπορούν να το κάνουν και άνθρωποι με κοσμική σοφία, ακόμα και χωρίς ψυχική καθαρότητα. Να αποκτήσει όμως κάποιος μέσα του τον Θεό και να ανακραθεί με το καθαρότατο φως του, όσο μπορεί να γίνει αυτό για την ανθρώπινη φύση, είναι αδύνατο, αν, εκτός από την κάθαρση που πραγματοποιείται με την άσκηση των αρετών, δεν βγει έξω από τον εαυτό του, η μάλλον, αν δεν ξεπεράσει τον εαυτό του[33].
Ο εκστατικός αυτός χαρακτήρας της θεογνωσίας συντονίζεται απόλυτα με τον εκστατικό χαρακτήρα της χριστιανικής ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος δεν καταξιώνεται πραγματικά, αν δεν ξεπεράσει αυτό που είναι. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό για να παραμείνει αυτό που είναι. Δημιουργήθηκε ως άνθρωπος κατά φύση, για να γίνει θεός κατά χάρη. Το «καθ’ομοίωσιν» Θεού αποτελεί την εκστατική παράμετρο, που δόθηκε εκ κατασκευής στην φύση του για την ολοκλήρωσή του ως προσώπου και την πραγματοποίηση του σκοπού της υπάρξεώς του.
Η δυνατότητα της εκστατικής υπερβάσεως της φύσεως υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση. Αυτό δηλώνει ο εικονικός χαρακτήρας της. Η ανθρώπινη φύση είναι εικονική («κατ’εικόνα»). Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πραγματική. Αντίθετα μάλιστα σημαίνει ότι είναι όντως πραγματική και δυναμική· ακριβέστερα σημαίνει ότι είναι προσωπική· ότι δηλαδή η πραγματικότητά της, η αλήθειά της, βρίσκεται σε άμεση σχέση με το απόλυτο αρχέτυπό της, που βρίσκεται πέρα από την σχετικότητά της. Η αλήθεια της ανθρωπίνης φύσεως είναι υπερβατική. Συνδέεται με το όντως Ον που εικονίζει.
Ο άνθρωπος είναι άπειρος και μηδαμινός. Είναι άπειρος, όταν διατηρείται καθαρός και καθρεπτίζει μέσα του το όντως Ον, τον Θεό. Άπειρος κατά φύση ο Θεός, άπειρος κατά χάρη και αυτός που τον εικονίζει. Όταν όμως ο άνθρωπος είναι αμαυρωμένος, δηλαδή σκοτισμένος, είναι μηδαμινός. Είναι απείρως σκοτεινός και μηδαμινός, γιατί σκοτίζει και εξουθενώνει μέσα του το αρχέτυπό του, το Απόλυτο και Άπειρο.
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφει: «Άμεινόν εστι σιωπάν και είναι, η λαλούντα μη είναι… Ο λόγον Ιησού κεκτημένος αληθώς, δύναται και της ησυχίας αυτού ακούειν, ίνα τέλειος η, ίνα δι’ ων λαλεί και πράσση, και δι’ών σιγά γινώσκηται»[34]. Η ησυχαστική θεολογία ακούει την «ησυχία» του Θεού. Επιτελεί το έργο της Μαρίας, που καθόταν στα πόδια του Ιησού και άκουε την διδασκαλία του[35]. Υπάρχει όμως και η ακαδημαϊκή θεολογία, η οποία επιτελεί το έργο της αδελφής της Μάρθας, που πνιγόταν με την ετοιμασία του δείπνου για τον Χριστό[36]. Χωρίς την εργασία της Μάρθας δεν θα ετοιμαζόταν το δείπνο. Η Μάρθα, όπως και η Μαρία, αγαπούσε τον Χριστό. Εκείνος όμως επαίνεσε την στάση της Μαρίας υπογραμμίζοντας ότι «αυτός ο πλούτος ποτέ δεν θα αφαιρεθεί από αυτήν»[37].
Η ακαδημαϊκή θεολογία ήταν διαρκώς στραμμένη προς τον κόσμο και περισπασμένη «περί πολλήν διακονίαν»[38]. Συνάπτει την θεολογία με την φιλολογία, την ιστορία, την φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και με ο,τι άλλο θεωρεί χρήσιμο ως επιστήμη. Εργάζεται συχνά με πολλή κοσμική φροντίδα για την προετοιμασία του δείπνου της Εκκλησίας, εκδηλώνοντας μάλιστα ορισμένες φορές, όπως και η Μάρθα, την αγανάκτησή της για όσους τηρούν την στάση της Μαρίας, λησμονώντας τον σχετικό έπαινό του Χριστού προς αυτήν. Ενώ όμως επιτελεί το έργο της Μάρθας, σφετερίζεται συχνά και την μερίδα της Μαρίας. Και αυτό δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις για την Εκκλησία και τους πιστούς.
Το έργο της ακαδημαϊκής θεολογίας είναι χρήσιμο και σημαντικό, όταν είναι διακονικό και ταπεινό. Όταν ερευνά και αναδεικνύει την ζωή και την παράδοση της Εκκλησίας. Γίνεται όμως συζητήσιμο η και επικίνδυνο, όταν παραδίδεται στην ανθρώπινη έπαρση και αυθαιρεσία. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αναγωγή της μη εμπειρικής θεολογίας σε επικίνδυνη μορφή αργολογίας. «Αργός λόγος», επισημαίνει ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, δεν είναι μόνο ο «ανωφελής λόγος», όπως θα νόμιζε κάποιος, αλλά και ο λόγος που διατυπώνεται χωρίς την εμπειρική επίγνωσή του. Όταν π.χ. κάποιος διδάσκει την περιφρόνηση της κοσμικής δόξας, χωρίς να την περιφρονεί ο ίδιος ως βλαβερή και στερητική της «άνω δόξης», αργολογεί και ψεύδεται[39].
Η ακαδημαϊκή θεολογία θεμελιώνεται στην γνώση. Και είναι σωστή, όταν θεμελιώνεται στην σωστή γνώση. Η εμπειρική θεολογία δεν θεμελιώνεται στην γνώση. Θεμελιώνεται στο φως. Η γνώση δεν είναι το φως. Το φως όμως είναι η γνώση[40]. Η ακαδημαϊκή θεολογία θεμελιώνεται σωστά, όταν θεμελιώνεται στην γνώση του φωτός. Η θεμελίωση αυτή πλουτίζει την ακαδημαϊκή θεολογία. Και ο ακαδημαϊκός θεολόγος οφείλει να πλουτίζει τον νου και την θεολογία του με την θεολογία του φωτός, πράγμα που συνεπάγεται κάποια μορφή κοινωνίας με την εμπειρική θεολογία· κάποιο είδος ασκήσεως, κενώσεως και υπακοής για την δεξίωση του καρπού της. Χωρίς την προϋπόθεση αυτήν η θεολογία γίνεται «αργολογία» η και «ψευδολογία». Κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής «ουδέν πτωχότερον διανοίας εκτός Θεού φιλοσοφούσης τα του Θεού»[41]. Τέλος ο Γέροντας Σωφρόνιος επισημαίνοντας τον αφηγηματικό χαρακτήρα της θεολογίας γράφει: «Η πραγματική θεολογία δεν είναι επινόηση του ανθρώπινου λογικού η αποτέλεσμα κριτικών μελετών, αλλά εκμυστήρευση για την ανώτερη εκείνη ύπαρξη, στην οποία εισήλθε ο άνθρωπος με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος»[42]. Γι’αυτό και η πραγματική προσέγγιση της δογματικής διδασκα της Εκκλησίας γίνεται γίνεται με την «αντιδογματική», δηλαδή με την προσωπική βίωσή τους.
Συνήθως στην ακαδημαϊκή θεολογία διακρίνονται δύο τάσεις· η συντηρητική και η προοδευτική. Οι «συντηρητικοί» θεολόγοι με την άγονη ατολμία και την στειρότητά τους «λαλούν χωρίς να είναι». Αδυνατούν να κινηθούν η και εμποδίζουν την κίνηση προς το «θείον πυρ» της ησυχίας. Οι «προοδευτικοί» θεολόγοι με την τολμηρή φαντασία και τους στοχασμούς τους προσπαθούν να βρίσκονται πάντοτε σε «δημιουργική» συμφωνία με την κοσμική κοινωνία. Αλλά έτσι ούτε «διατηρείται» ούτε «προοδεύει» η αληθινή θεολογία. Εστία πραγματικής «διατηρήσεως» και ταυτόχρονης «προόδου» της αληθινής θεολογίας παραμένει πάντοτε το «πυρ της ησυχίας». Αυτό που αρέσκεται στην στάση της Μαρίας. Μεταλαμπαδευτής του πυρός αυτού είναι ο ορθόδοξος ησυχασμός, που διατηρείται διαχρονικά και ψηλαφίζεται εμπειρικά σε κάθε φάση καινοτομίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι η αυθεντική πηγή για κάθε ανακαινισμό στην Εκκλησία παραμένει ο ησυχασμός.
[1]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος εις εαυτόν 26,7, PG 35,1237B.
[2]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,1, εκδ. J. Darrouzès, Syméon le Nouveau Théologien, Traités Théologiques et Éthiques, «Sources Chrétiennes»,τομ. 129, Paris 1967, σ. 444.
[3]. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,153-162, ο.π., σ. 454-456.
[4]. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Εφεσίους 15,2.
[5]. Απολυτίκιον Παναγίας Παραμυθίας.
[6]. Ιω. 14,21.
[7]. Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ 2,14,PG 88,657Α.
[8]. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 2, 2, PG 32,228A
[9]. Ψαλμ. 45,11.
[10]. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,135-139, ο.π., σ. 454.
[11]. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,103-106, ο.π., σ. 452.
[12]. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά 33, PG 37,928A.
[13]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής 6, PG 35,413Β.
[14]. Μ. Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος 5,1, PG 31,920Β.
[15]. Δευτ. 15,9.
[16]. Μ. Βασιλείου, Ομιλία εις το «πρόσεχε σεαυτώ» 2, PG 31,201Α.
[17]. Μ. Βασιλείου, Επιστολή Αμφιλοχίω Επισκόπω  233,1, PG 32,865D.
[18]. Βλ. Μ. Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος 7,1-2, PG 31,929A- 932A.
[19].  Μ. Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος 7,3, PG 31,940CD.
[20]. Βλ. Ιω. Μάγεντόρφ, «Ησυχασμός», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τομ. 6, Αθήναι 1965, στ. 83.
[21]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος εις εαυτόν 26,7, PG 35,1237Α.
[22]. Βλ. Α Πέτρ. 3,4.
[23]. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας        2010, σ. 212.
[24]. Ψαλμ. 45,11.
[25]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,135-138, ο.π., σ. 454.
[26]. Βλ. Ματθ. 4,1· 14,13. Μαρκ. 1,12-13· 1,35. Λουκ. 4,1· 5,16.
[27]. Βλ.Ιω. Σιναΐτου, Κλίμαξ 27, 9, PG 88,1097C.
[28]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 27(Θεολογικός 1) ,7, PG 36,13D.
[29]. Βλ.Ιω. Σιναΐτου, Κλίμαξ 30,12-13, PG 88,1157C.
[30]. Ιω. Σιναΐτου, ο.π.
[31]. Βλ. Α’Κορ. 2,15.
[32]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,94 κ.ε., ο.π., σ. 450 κ.ε.
[33]. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,42, εκδ. Π. Χρήστου,  Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τομ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ.453.
[34]. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Εφεσίους 15,2.
[35]. Βλ. Λουκ. 10,39.
[36]. Βλ. Λουκ. 10,40.
[37]. Βλ.Αρχιμ.  Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τομ. Α’, Έσσεξ Αγγλίας 2013, σ. 182.
[38]. Λουκ. 10,40.
[39]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 1,461-468, εκδ. J. Darrouzès, Syméon le Nouveau Théologien, Traités Théologiques et Éthiques, «Sources Chrétiennes»,τομ. 122, Paris 1966, σ. 306.
[40]. «Η γνώσις ουκ έστι το φως, αλλά το φως η γνώσις υπάρχει». Συμεών Νέου Θεολόγου,Κατηχήσεις 28, «Sources Chrétiennes»,τομ. 118, σ. 146.
[41]. Διαδόχου Φωτικής, Κεφάλαια γνωστικά 7, εκδ. J.E. Weis- Liebersdorf, σ. 10.
[42]. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας10 2003, σ. 212.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Πότε έχει νόημα και αξία η Νηστεία


 

Η νηστεία είναι αρχαιοπαράδοτη αρετή. Μαζί με την προσευχή προετοιμάζουν τον πιστό για τον σταυρό και την ανάσταση. Η νηστεία τρέφει την ψυχή. Μαθαίνει τη χρήσιμη εγκράτεια, την απόρριψη των περιττών, των ακριβών, των πλούσιων, των πολλών και διάφορων. Είναι κάτι, το μόνο ίσως, που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στον Θεό. Ο Θεός είναι ανενδεής, δεν έχει ανάγκη τη δική μας νηστεία. Εμείς ωφελούμεθα νηστεύοντας. Είμεθα σε εγρήγορση, ανάταση, προσευχόμεθα πιο καλά, πιο συγκεντρωμένα, πιο προσεκτικά. Είναι μία κίνηση ότι θέλουμε τον Θεό στη ζωή μας...
Η νηστεία συνδυάζεται και με τη μετάνοια. Είναι μία ευκαιρία που μας χαρίζει ο Θεός για να παρακινήσουμε τη φιλοτεκνία του. Τη νηστεία πρέπει να τηρούμε πρόθυμα, φιλότιμα κι ευχάριστα, και όχι τυπικά, ως αγγαρεία και με βαριά καρδιά. Να την προσφέρουμε ως εγκάρδιο δώρο. Οι πρωτόπλαστοι έχασαν τον παράδεισο από λαιμαργία. Η νηστεία ας μας ξαναεισαγάγει σε αυτόν. Η νηστεία να μη μείνει στη στέρηση κάποιων τροφών, αλλά ας γίνει αφορμή αποχής από πάθη και κακίες. Ας γίνει σταθμός ουσιαστικής στροφής και συνδέσμου με τον αληθινό Θεό.

Η νηστεία προσφέρει ηθική καθαρότητα, μίσος της αμαρτίας και μετάνοια. Η νηστεία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την επίτευξη του σκοπού, που είναι η συνάντηση με τον Θεό. Η αληθινή νηστεία κατά τον Μ. Βασίλειο είναι η αποξένωση από τις κακίες, η τιθάσευση της γλώσσας, η απομάκρυνση από τον θυμό, η στέρηση των κακών επιθυμιών. Ένας που είναι σοβαρά ασθενής δεν χρειάζεται να νηστεύει. Η νηστεία είναι για να ταπεινώνει το σώμα. Όταν το σώμα ασθενεί, ταπεινώνεται και δεν χρειάζεται να εξουθενώνεται. Είναι καλή η συμβουλή ιατρού και πνευματικού. Μερικοί ζουν για να τρώνε. Ταξιδεύουν για πλούσια γεύματα και δείπνα. Αρρωσταίνουν από το πολύ φαΐ. Η πολυφαγία φέρνει παχυσαρκία και νοσήματα. Δεν νηστεύουμε για την υγεία του σώματος (παρόλο που η νηστεία την προσφέρει κι αυτήν), αλλά για την υγεία της ψυχής μας. Η νηστεία δεν έχει σχέση με τη δίαιτα για καλή σιλουέτα και αισθητική. Η νηστεία είναι αρετή και έχει σχέση με την εγκράτεια. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, τα χρήματα που κερδίζουμε από το λιτό και λίγο φαγητό της νηστείας είναι για να γεμίσουμε τις κοιλιές των πεινασμένων. Σε καιρούς δύσκολους η νηστεία να συνδυαστεί με την προσευχή, την εγκράτεια και την αγάπη. Τότε θα έχει αξία και νόημα.

 Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ


 

Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου
.            Στὶς Σαρακοστὲς καλὸ εἶναι νὰ γνωρίζεις μόνο ἐκκλησία καὶ σπίτι, τίποτ’ ἄλλο. Φτάνεις, λοιπόν, στὸ σπίτι. Τί θὰ κάνεις ἐκεῖ; Θὰ ἀγωνιστεῖς μ’ ὅλη σου τὴν δύναμη νὰ διατηρήσεις τὴν προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς στὸν Κύριο. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκκλησία, τρέξε στὸ δωμάτιό σου καὶ κάνε ἀρκετὲς μετάνοιες, ζητώντας εὐλαβικὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ βοηθήσει, ὥστε νὰ ἀξιοποιήσεις τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς σου στὸ σπίτι μὲ τρόπο ὠφέλιμο γιὰ τὴν ψυχή σου. Ὕστερα κάθησε καὶ ξεκουράσου γιὰ λίγο. Ἀλλὰ καὶ τότε μὴν ἀφήνεις τοὺς λογισμούς σου νὰ ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, ἐπαναλάμβανε νοερὰ τὴν εὐχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!”. Ἀφοῦ ξεκουραστεῖς πρέπει ν’ ἀσχοληθεῖς μὲ κάτι, εἴτε προσευχὴ εἴτε ἐργόχειρο. Τί ἐργόχειρο θὰ κάνεις δὲν ἔχει σημασία· ξέρεις ἤδη τί σοῦ ἀρέσει. Εἶναι, βλέπεις, ἀδύνατο νὰ ἀσχολεῖσαι ὅλη τὴν ὥρα μὲ πνευματικὰ πράγματα· χρειάζεται νὰ ἔχεις καὶ κάποιο εὐχάριστο ἐργόχειρο. Μ’ αὐτὸ θὰ καταπιάνεσαι, ὅταν ἡ ψυχή σου εἶναι κουρασμένη, ὅταν δὲν ἔχεις τὴν δύναμη νὰ διαβάσεις ἢ νὰ προσευχηθεῖς. Ἄν, βέβαια, οἱ πνευματικές σου ἐνασχολήσεις πηγαίνουν καλά, τὸ ἐργόχειρο δὲν εἶναι ἀπαραίτητο. Ἐκπληρώνει μόνο τὴν ἀνάγκη ἀξιοποιήσεως τοῦ χρόνου, ποὺ ἀλλιῶς θὰ σπαταλιόταν σὲ ἀπραξία. Καὶ ἡ ἀπραξία εἶναι πάντα ὀλέθρια, πολὺ περισσότερο ὅμως στὸν καιρὸ τῆς νηστείας.
.            Πῶς πρέπει νὰ προσεύχεται κανεὶς στὸ σπίτι; Σωστὰ σκέφθηκες ὅτι τὴν Σαρακοστὴ ὀφείλουμε νὰ προσθέτουμε κάτι στὸν συνηθισμένο κανόνα προσευχῆς. Νομίζω, ὡστόσο, πὼς ἀντὶ νὰ διαβάζεις περισσότερες προσευχὲς ἀπὸ τὸ Προσευχητάρι, εἶναι καλύτερο ν’ αὐξήσεις τὴν διάρκεια τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας σου μὲ τὸν Κύριο. Κάθε μέρα, πρὶν ἀρχίσεις καὶ ἀφοῦ τελειώσεις τὴν ὀρθρινὴ καὶ βραδυνὴ ἀκολουθία, νὰ ἀπευθύνεσαι μὲ δικά σου λόγια στὸν Κύριο, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν φύλακα ἄγγελό σου, εὐχαριστώντας τους γιὰ τὴν προστασία τους καὶ παρακαλώντας τους γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πνευματικῶν σου ἀναγκῶν. Ζήτα τους νὰ σὲ βοηθήσουν, ὥστε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ γνωρίσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ ἀποκτήσεις αὐτογνωσία καί, ὅταν τὴν ἀποκτήσεις, νὰ σοῦ χαρίσουν ζῆλο καὶ δύναμη, ὥστε νὰ θεραπεύσεις τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου. Ζήτα τους, ἀκόμα, νὰ γεμίσουν τὴν καρδιά σου μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς συντριβῆς. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιὸ εὐάρεστη στὸν Θεὸ θυσία. Ἔτσι νὰ προσεύχεσαι. Μὴν ἐπιβάλεις, ὅμως, στὸν ἑαυτό σου ἕνα προσευχητικὸ κανόνα μακρὺ καὶ βαρύ, ἕνα κανόνα ποὺ θὰ ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τῶν ψυχοσωματικῶν σου δυνάμεων καὶ θὰ σὲ καταβάλλει. Καλύτερα εἶναι νὰ προσεύχεσαι συχνότερα στὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας καί, ὅταν ἀσχολεῖσαι μ’ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐργασία, νὰ ἔχεις τὸν νοῦ σου στὸν Θεό.
.            Μετὰ τὴν προσευχή, διάβαζε γιὰ λίγο μὲ αὐτοσυγκέντρωση. Ἡ μελέτη δὲν ἀποσκοπεῖ στὸ φόρτωμα τοῦ μυαλοῦ σου μὲ διάφορες πληροφορίες καὶ γνώσεις, ἀλλὰ στὴν ψυχική σου ὠφέλεια καὶ ἐποικοδομή. Γι’ αὐτὸ δὲν χρειάζεται νὰ διαβάζεις πολλά. Διάβαζε ὅμως μὲ προσοχὴ μεγάλη καὶ μὲ καρδιακὴ συμμετοχή. 
.            “Τί ν διαβάζω;”, θ μ ρωτήσεις. Μόνο πνευματικ βιβλία, φυσικά. Ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τέτοιων βιβλίων ἐμπνέει τὴν ψυχὴ περισσότερο ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Ἂν πάντως, στὴν διάρκεια τῆς μελέτης γεννιέται ὁ πόθος τῆς προσευχῆς, ν’ ἀφήνεις τὸ βιβλίο καὶ νὰ προσεύχεσαι.
.            Θὰ διαβάζεις, λοιπόν, θὰ προσεύχεσαι, θὰ κάνεις μετάνοιες. Καὶ μ’ ὅλα αὐτά, ὡστόσο, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ κρατήσεις τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά σου σὲ κατάσταση συνεχοῦς καὶ ἔντονου ἀγώνα. Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ κουράζεσαι. Τότε, ὅπως σοῦ εἶπα, θὰ ἀσχολεῖσαι μὲ κάποια πρακτικὴ ἐργασία.
.            Σκέφτεσαι, καθὼς μοῦ γράφεις, νὰ μειώσεις τὴν ποσότητα τοῦ καθημερινοῦ σου φαγητοῦ. Σωστὴ κι ὠφέλιμη ἡ σκέψη σου· σωστή, γιατί τὸ σῶμα, ποὺ μὲ τὶς παρεκτροπές του σὲ ἀναγκάζει νὰ μετανοεῖς, ὀφείλει νὰ καταβάλει στὴν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς τοὺς μόχθους ποὺ τοῦ ἀναλογοῦν· καὶ ὠφέλιμη, γιατί μὲ τὴν νηστεία τὸ σῶμα δουλαγωγεῖται, ὁ νοῦς καθαρίζεται, ἡ καρδιὰ μαλακώνει, τὰ πάθη νεκρώνονται. Μόνο μὴν τὸ παρακάνεις. Ἤδη τρῶς τόσο λίγο. Πρέπει νὰ ἔχεις δυνάμεις, γιὰ νὰ στέκεσαι στὴν ἐκκλησία καὶ γιὰ ν’ ἀγωνίζεσαι στὸ σπίτι. Κοίτα νὰ τρῶς τόσο, ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ μὴν ἐξασθενήσεις.
.            Καλὸ θὰ ἦταν ἐπίσης, νὰ μείωνες λίγο τὸν χρόνο τοῦ ὕπνου καὶ τῆς ἀναπαύσεώς σου. Εἶναι μία θυσία γιὰ σένα, ἀλλὰ κάθε λογῆς θυσία ταιριάζει σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο.
.            Καὶ μὲ τὶς συζητήσεις τί θὰ γίνει; Τὴν Σαρακοστὴ τουλάχιστον, οἱ συζητήσεις μὲ τοὺς ἄλλους ἂς περιοριστοῦν σὲ πνευματικὰ θέματα. Ἀκόμα καλύτερες εἶναι οἱ κοινὲς πνευματικὲς ἀναγνώσεις, ποὺ δίνουν ἀφορμὲς γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ ἐποικοδομητικῶν σκέψεων καὶ γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ὠφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ εἶναι οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων.
Ἀρκετὰ ἔγραψα. Θὰ προσθέσω ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται ἀργότερα. 
πηγή

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η Δύση και οι Ησυχαστές (Κυριακή Β΄Νηστειών)



Η Β’ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά (14ος αιώνας), ησυχαστή του Αγίου Όρους και μετά Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης.

Ο άγιος Γρηγόριος υπερασπίστηκε τους Ησυχαστές του Αγίου Όρους, τους οποίους ειρωνευόταν και πολεμούσε ο εκφραστής του πνεύματος της Δυτικής Εκκλησίας, μοναχός Βαρλαάμ, από την Καλαβρία της Νότιας Ιταλίας. Ο άγ. Γρηγόριος, όταν υπερασπιζόταν τους εν λόγω Μοναχούς, διατύπωνε την Ορθόδοξη πίστη, σχετικά με τον Θεό και τον τρόπο προσέγγισής του από τον άν­θρωπο, καθώς και το τί είναι αυτό, που συνιστά τη σωτηρία του ανθρώπου.
Αν η πίστη αλλοιωθεί, έστω και κατά ένα γιώτα (ι) τότε δια­φοροποιείται η «εν Χριστώ» ζωή και ματαιώνεται η σωτηρία του ανθρώπου.
Η Δύση
Ανάμεσα σ’ εκείνους που αλλοίωσαν την αληθινή πίστη της Εκ­κλησίας είναι και η Δυτική ’Εκκλησία. Ποιά είναι η βασική δια­φορά της από την Ορθόδοξη; Το κυριότερο χαρακτηριστικό της Δύσης είναι η νοησιαρχία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ως πηγή πίστεως τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Πρώτα ο Θεός και μετά ο άνθρωπος. Οι Απόστολοι είπαν: «Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν». Το «ημίν» αναφέρεται στους Αποστόλους, οι οποίοι ακολουθούν το Άγιο Πνεύμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθεί να προσεγγίσει το μυστήριο του Θεού, βιώνοντας τη ζωή του Χριστού, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο· ανάλογα με το βαθμό σχέσης με τον Θεό· με την εσωτερική κάθαρση του ανθρώπου και το βαθμό Χάριτος που θα πάρει από τον Θεό, ενώ η Δυτική προσπαθεί να προσεγγίσει τον Θεό διανοητικά, με την ανθρώπινη λογική και τη φυσική γνώση. Δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τη Χάρη του Θεού. Το μυστήριο όμως του Θεού είναι «υπέρ λό­γον» (=ξεπερνά τη λογική). Πώς θα το προσεγγίσει η λογική;
Ο Βαρλαάμ κατηγορούσε τους Ησυχαστές του Αγ. Όρους, οι οποίοι, για να προσεγγίσουν τον Θεό, αγωνίζονταν να καθαρθούν στη ψυχή με την αδιάλειπτη προσευχή, για να σκηνώσει σ’ αυτήν η θεοποιός Χάρις του Αγίου Πνεύματος, ώστε να πραγμα­τοποιήσουν αυτό, που είπε ο Χριστός και έγινε παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5, 8). Αυτή η παράδοση ήταν ξένη και άγνωστη στη Δύση. Γι’ αυτό και στις συζητήσεις του με τον άγιο Γρηγόριο ο Βαρλαάμ, που εξέφραζε το πνεύμα της Δύσης, υπεστήριζε ότι ο άνθρωπος όσο πιο πολύ προχωρήσει στη γνώση, στα γράμματα, στη φιλοσοφία, τόσο περισσότερο γνωρίζει τον Θεό και έρχεται πλησίον Του. Η ουσία βρίσκεται στη νόηση και όχι στην «κάθαρση της καρδίας», που είπε ο Χριστός. Ο άγιος Γρηγόριος δεν συμφωνούσε, γιατί, εκτός των άλλων, άφηνε έξω από τη σωτηρία τους ολιγογράμματους και τους αγράμματους.
Ο Αγ. Γρηγόριος και οι Ησυχαστές
Τί ήταν οι Ησυχαστές; Αυτοί που στη ζωή τους επεδίωξαν την «ησυχία», που δεν είναι απλά η αποφυγή των εξωτερικών θορύ­βων, της ηχορύπανσης. Την ησυχία αυτή είναι εύκολο να τη βρεις, αν απομακρυνθείς από τον κόσμο. Το δύσκολο είναι να κατορθώ­σει ο άνθρωπος την εσωτερική ησυχία, αφού απαλλαγεί από την εσωτερική ταραχή που δημιουργούν: το φρόνημα του κόσμου και η συμμόρφωση με αυτό, οι βιοτικές μέριμνες, η επιθυμία του πλούτου και των πολλών αγαθών, οι σαρκικοί λογισμοί, που «γεννούν στην καρδιά υιούς και θυγατέρας» (Ευάγριος) η φωτιά των φιλή­δονων ορμών, γενικά η ροπή προς την αμαρτία. Όλα αυτά δη­μιουργούν την «ένδοθεν ζάλην» και ταραχή. Όταν αυτά εκλείψουν, έρχεται η Χάρις του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά, που αναπαύει τον άνθρωπο και τότε ησυχάζει.
Για να έρθει η ποθητή ησυχία απαιτείται άσκηση εναντίον ό­λων, που συνθέτουν τον παλαιό άνθρωπο, για να γίνει ο Χριστια­νός, στρατιώτης Χριστού «άυλος και αμέριμνος», «απαθής πάσης επιθυμίας» και να επιρρίψει όλη την «μέριμνά του επί Κύριον». Ζωή του να γίνει η αδιάλειπτη προσευχή και η κατοίκηση του Χριστού στην καρδιά, που καρποφορεί την αληθινή ησυχία. Αυτός που την απολαμβάνει καλείται ησυχαστής. Είναι η κατάσταση του ανθρώπου πριν από την πτώση, η παραδείσια.
Από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού υπήρξαν Ησυ­χαστές, οι οποίοι με τον τρόπο ζωής τους, σφράγισαν διαχρονικά τον χαρακτήρα της πνευματικής ζωής. Εγκατέλειπαν τις πόλεις και «επόλιζαν (=δημιουργούνταν πόλεις από το πλήθος των Ασ­κητών) την έρημον», όχι για να αποστραφούν τον κόσμο, αλλά για να προσηλωθούν εξ ολοκλήρου στον Θεό. Τα προβλήματα του κόσμου τα μετάφεραν στο θυσιαστήριο και με τις προσευχές τους σταματούσαν πολλές φορές την ανομβρία, τους σεισμούς, τους πολέμους, τις επιδημίες ασθενειών κ.ά. Ο Μ. Αντώνιος π.χ. «την οικουμένην εστήριξεν ευχαίς του», όπως ψάλλει η Εκκλη­σία μας.
Αυτούς τους ανθρώπους κατηγορεί και ειρωνεύεται ο Βαρλαάμ, γιατί ο ίδιος δεν είχε τον εμπειρία της ασκήσεως και της αδιαλείπτου προσευχής. «Διενοείτο τα θεία», όπως λέγει ο άγ. Γρηγόριος, δηλαδή ο Θεός ήταν γι’ αυτόν αντικείμενο διανοίας, μια ιδέα, ενώ οι Ησυχαστές «έπασχαν τα θεία». Ο Θεός γι’ αυτούς ήταν πρόσωπο, με το οποίο «πάσχιζαν» να συναφθούν. Με την άσκηση και τη «γεύση» του Σταυρού, «έδιναν αίμα για να πάρουν Πνεύμα». Για τον Βαρλαάμ οι Ησυχαστές θεωρούνταν αργόσχολοι. Αλλά ποιά εργασία του κόσμου, μπορούσε να ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό και να τον κάνει «κατά χάριν» Θεό; Καμιά. Ενώ η «αργία» των Ησυχαστών το έκανε. Γι’ αυτό, όπως λέγει ο άγ. Γρηγόριος, είναι «υπέρ πάσαν ενέργειαν» (=ξεπερνά κάθε εργασία), γιατί «ενεργούσε» τη θέωση.
Αυτή η «αργία» είναι η αδιάλειπτη προσευχή, «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Με τη συντομία της βοηθούσε τον νου να συγκεντρωθεί στην καρδιά και να προσηλωθεί στον Θεό. Με τη μεταφορά στην καρδιά γινόταν το όπλο τους εναντίον του δια­βόλου. Η προσευχή αυτή γινόταν έξις (=ζωή) και τους συνείχε, έστω και αν το σώμα ασχολείτο με οτιδήποτε άλλο. Επειδή ήταν ένα με τη ζωή τους ή μάλλον αυτή η ίδια η ζωή τους, η οποιαδήποτε φυσική εργασία δεν εμπόδιζε τον νου να προσεύχεται αδιαλείπτως. Όπως για τον άνθρωπο στον Παράδεισο, πριν από τον πτώση, ζωή του ήταν να βρίσκεται σε διαρκή σχέση και κοινωνία με τον Θεό, σ’ αυτή τον κατάσταση επανέρχονταν -κατά το δυ­νατό- και οι Ησυχαστές. Κατόρθωναν να δουν το άκτιστο Φως, το οποίο ο άγ. Γρηγόριος αποκαλεί υποστατικό, δηλαδή δεν ήταν απλά μια αισθητή λάμψη, αλλά ένα φως «ενυπόστατο», «εν προσώπω». Και αυτό το πρόσωπο ήταν ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Όπως σημειώνει ο άγ. Γρηγόριος, «όταν η προσευχή γίνεται με καθαρό νου (από καθετί το αισθητό) εξέρχεται (ο νους) από τον ευχή, γεμάτος θερμότητα, ως να έχει φωτιά μέσα του (το θείο πυρ της Χάριτος). Εγώ νομίζω -σημειώνει- πως και ο ιδρώτας που έσταζε από το πρόσωπο του Κυρίου, κατά τον εναγώνια προ­σευχή του στη Γεθσημανή, ήταν αποτέλεσμα της εσωτερικής θερ­μότητας της προσευχής».
Ο άγ. Γρηγόριος έλεγε, πως οι Ησυχαστές πραγματοποιούσαν τον Μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Και ο Κύριος υποσχέθηκε, πως σ’ αυτούς θα «ενοικήσει και θα εμπεριπατήσει» (Β’ Κορ. 6, 16). Για όσους τον αγαπούν αληθινά, υποσχέθηκε πως θα έρθει με τον Πατέρα Του και θα κάνουν «μονήν» (=διαμονή) στην καρδιά τους.
Οι Ησυχαστές βίωσαν την Παράδοση της Εκκλησίας, ότι ο άνθρωπος με την κάθαρσή του από τα πάθη προσεγγίζει τον Θεό και θεώνεται και αυτή η θέωση συνιστά τη σωτηρία του.
Σήμερα, που οι άνθρωποι νοιώθουμε τόσο κουρασμένοι από τους εκτός και τους εντός μας θορύβους, το μήνυμα του άγ. Γρηγορίου του Παλαμά και των Ησυχαστών είναι επίκαιρο.
Να επιστρέψουμε στους εαυτούς μας, στην περισυλλογή, την αυτοσυγκέντρωση, την αναζήτηση του Θεού και τη σχέση και κοι­νωνία μαζί Του και θα νοιώσουμε κοντά του την ανάπαυση, για την οποία μας υποσχέθηκε: «Καγώ αναπαύσω υμάς».

πηγή

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Ανάλυση της θεολογίας της εικόνας του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου

Τού π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου

Να συνεχίσουμε τη θεολογία της εικόνας, αναλύοντας την εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Το γεγονός του Ευαγγελισμού περιγράφεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, όπου ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει πολλά γεγονότα που έχουν σχέση με την Θεοτόκο και δη με τη γέννηση του Χριστού. Τη γέννηση του Χριστού την περιγράφει και ο ευαγγελιστής Ματθαίος, αλλά λεπτομέρειες που αφορούν τα γεγονότα αυτά, περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος γνώρισε την Παναγία κι έμαθε τα γεγονότα, όπως για παράδειγμα του Ευαγγελισμού, κατευθείαν από την Παναγία.
Αυτό όμως που έχει σημασία είναι η θεολογική προσέγγιση της εικόνας. Στην εικόνα του Ευαγγελισμού βλέπουμε τον αρχάγγελο Γαβριήλ και την Παναγία σε αυτή την μοναδική συνάντηση! Η εικόνα που προσωπικά θεωρώ ότι είναι μάλλον η καλύτερη που έχω δει του Ευαγγελισμού, είναι η εικόνα της Παναγίας του Ευαγγελισμού της Οχρίδας. Η περιοχή της Οχρίδας είναι πάνω από τις Πρέσπες, στα σημερινά Σκόπια. Είναι μια πανέμορφη εικόνα αγνώστου καλλιτέχνη.
Να δούμε λίγο την εικόνα. Μερικά στοιχεία που έχω δώσει σε προηγούμενες αναλύσεις για τον Άγγελο και για την Παναγία, θα τα προσεγγίσουμε σήμερα με καλύτερο τρόπο. Πρώτα – πρώτα, ο Άγγελος αναγγέλλει ένα γεγονός. Εφ' όσον αναγγέλλει γεγονός και κινείται, τα πόδια του όπως βλέπουμε στην εικόνα, είναι ανοιχτά. Υπάρχει μια κίνηση. Σε άλλες περιπτώσεις θα δούμε αγγέλους οι οποίοι δεν έχουν αυτή την κίνηση, που τα πόδια τους είναι στατικά. Ό,τι γνωρίζουμε για τους αγγέλους, το γνωρίζουμε από την Αγία Γραφή. Κατά τα μέτρα της Αγίας Γραφής είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα». Δηλαδή έχουν δύο πράγματα. Πρώτον, είναι λειτουργικά πνεύματα, λειτουργούν τον Θεό και δεύτερον εις διακονίαν αποστελλόμενα. Έχουν αποστολή. Τους αποστέλλει ο Θεός για να κάνουν κάτι στον κόσμο. Αυτός είναι ο ρόλος τους. Για τα άλλα ουράνια τάγματα δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Τα περισσότερα που γνωρίζουμε είναι για τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους. Ενώ γνωρίζουμε ότι υπάρχουν τα τάγματα που ονομάζονται αρχές, κυριότητες, θρόνοι, εξουσίες, δυνάμεις, πολυόμματα, παρόλα αυτά δεν γνωρίζουμε τον ρόλο τους τον λειτουργικό. Λίγα πράγματα ξέρουμε για τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, τα οποία έχουν εμφανιστεί στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης.

Αλλά περισσότερες και πιο συνεχείς εμφανίσεις έχουμε από τους αγγέλους και δη τους αρχαγγέλους. Να θυμάστε, ο εκ των αρχαγγέλων Μιχαήλ εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη και ο εκ των αρχαγγέλων Γαβριήλ εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη. Όταν λοιπόν βλέπετε αρχάγγελο στο χώρο της Καινής Διαθήκης - και το όνομα του να μην ξέρετε - είναι ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Ο αρχάγγελος Μιχαήλ συνήθως, αλλά όχι κατ' αποκλειστικότητα, εμφανίζεται στην Παλαιά Διαθήκη. Βέβαια σε γεγονότα τα οποία διατρέχουν την ιστορία της εκκλησίας μας, έχουμε επί μέρους διαφοροποιήσεις. Έχουμε το εν Χώναις θαύμα, που το γιορτάζουμε τον μήνα Σεπτέμβριο και το οποίο το κάνει ο αρχιστράτηγος Μιχαήλ. Αλλά αυτή είναι μια βασική θεώρηση των πραγμάτων. Για αυτό να ξέρετε και εξ απόψεως λειτουργικής κατατάξεως των εικόνων στο ιερό, η ωραία Πύλη έχει δύο πόρτες. Η δεξιά - όπως βλέπουμε εμείς - και η αριστερή. Αν έχετε παρατηρήσει, η πόρτα η αριστερή, μόνο αυτή χρησιμοποιείται στη Θεία λειτουργία. Ενώ σε όλες τις ακολουθίες ο ιερέας ή ο διάκονος βγαίνει από την πόρτα την αριστερή και εισέρχεται από την δεξιά, όταν αρχίσει η Θεία λειτουργία η δεξιά πόρτα καταργείται τελείως. Χρησιμοποιείται μόνο η αριστερή πόρτα, όπου γίνονται οι είσοδοι των ιερέων με τα άγια. Αυτό σημαίνει πως η πόρτα αυτή που έχει λειτουργική χρήση την ώρα της Καινής Διαθήκης, είναι η θύρα της Καινής Διαθήκης. Ενώ η άλλη πόρτα που έχει λειτουργική χρήση συνεχώς και καταλυμπάνεται, δεν λειτουργεί την ώρα της Θείας λειτουργίας είναι - ας την πούμε συμβολικά - η πόρτα της Παλαιάς Διαθήκης. Γι' αυτό πάνω στην πόρτα της Παλαιάς Διαθήκης - που είναι η δεξιά όπως την βλέπουμε εμείς - αγιογραφούμε τον αρχάγγελο Μιχαήλ που είναι ο αρχάγγελος της Παλαιάς Διαθήκης και στην αριστερή πόρτα αγιογραφούμε τον αρχάγγελο Γαβριήλ.
Οι άγγελοι λοιπόν, είναι «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα». Αν λοιπόν, οι άγγελοι είναι λειτουργοί, όπως στην εικόνα της Βαπτίσεως που διακονούν το Χριστό που βαπτίζεται, θα τους δούμε να είναι ακίνητοι. Τα πόδια τους είναι κλειστά. Αν δούμε τα πόδια τους ανοικτά, τότε σημαίνει πως είναι αποστελλόμενοι. Το ίδιο μέγεθος της κινήσεως των ποδών θα το δούμε να περνάει και στους Αποστόλους. Και οι Απόστολοι έχουν μία κίνηση· λειτουργούν τον Θεό. Αν βρίσκονται σε αποστολή έχουν ανοικτά τα πόδια. Αν βρίσκονται σε λειτουργία του μυστηρίου της θείας οικονομίας, έχουν κλειστά τα πόδια. Στην εικόνα της Αναλήψεως ή στην εικόνα της ψηλαφήσεως τού Θωμά θα δείτε τους μαθητές να στέκονται ένθεν και ένθεν. Στο κέντρο είναι ο Θωμάς, ο οποίος ψηλαφεί τον Χριστό και ένθεν και ένθεν είναι οι υπόλοιποι απόστολοι. Θα δείτε τους μισούς να έχουν ανοικτά πόδια και τους άλλους μισούς να έχουν κλειστά πόδια. Δεν μπορούν να αγιογραφήσουν τον ίδιο Απόστολο με ανοιχτά και κλειστά πόδια. Επειδή οι Απόστολοι είναι ένα σώμα, οι μισοί εκδηλώνουν την κίνηση, που είναι απόστολοι δια της ανοικτής εκφράσεως των ποδών τους και οι άλλοι μισοί δια της κλειστής εκφράσεως των ποδών τους. Και δηλώνουν που ταυτόχρονα είναι και εν κινήσει, αλλά και λειτουργοί. Αυτό είμαστε και εμείς δηλαδή. Στην Ορθοδοξία δεν αναρωτιόμαστε «τι είναι καλύτερο»; Να είμαστε ακίνητοι ή κινούμενοι; Μας ενδιαφέρει να είμαστε κινούμενοι, κατά τα μέτρα της αποστολής που μας βάζει ο Θεός να κάνουμε, και ακίνητοι κατά τα μέτρα του ησυχασμού και της στάσεως της νηπτικής και της προσευχής. Και τα δύο μέτρα ισορροπούν στην Ορθοδοξία. Ποτέ δεν έχουμε μια απολυτότητα. Δηλαδή, αν κάποιος πει «εγώ θα ησυχάσω χωρίς να κάνω κίνηση, κάποια ενέργεια», τότε αυτός δεν ζει την Ορθοδοξία σωστά. Αυτά τα δύο λοιπόν, εναλλάσσονται.
Στην εικόνα, ο αρχάγγελος Γαβριήλ είναι αποστελλόμενος στην Παναγία, γι' αυτό τα πόδια του είναι ανοιχτά. Όπως βλέπετε, έχει το χέρι του εκτεταμένο, της δείχνει κάτι. Αν ήταν λειτουργός και λειτουργούσε το μυστήριο (όπως μπορείτε να δείτε) στην εικόνα της Βαπτίσεως, τα χέρια του θα ήταν κλειστά. Και μάλιστα καλυμμένα με ένα ύφασμα. Ενώ βλέπετε, αν το χέρι είναι ανοικτό, κάτι δεικνύει. Ο Θεός του λέει κάτι να πει. Δεν είναι το δικό του το χέρι. Δανείζει το χέρι του, στο Θεό. Αυτό συμβαίνει στη Θεία λειτουργία. Αν έχετε παρατηρήσει, εμείς οι ιερείς φοράμε το εξωτερικό ένδυμα το οποίο λέγεται φελόνιον και καλύπτει τα χέρια μας. Τα χέρια μας είναι καλυμμένα. Που σημαίνει ότι δεν έχουμε χέρια. Κι αν πρόκειται να κάνουμε κάτι, το κάνουμε όπως το λέει η Εκκλησία, κατά εντολή του Θεού. Δηλαδή, δε χρησιμοποιούμε τα χέρια μας όπως εμείς θέλουμε για να κάνουμε εκφράσεις λύπης, χαράς, θριάμβου, νίκης κτλ. Ο ιερέας βγάζει το χέρι του κάτω από το φελόνιο για να ευλογήσει τον λαό, τα τίμια δώρα, να πει «ειρήνη πάσι». Τίποτα άλλο. Βλέπετε κι ο ιερέας μετέχει αγγελικώς, κατά τα δικά του τα μέτρα, όπως κι όλος ο λαός του Θεού, στο θέμα της λειτουργίας. Κινητός και ακίνητος. Στην εικόνα, ο Άγγελος λοιπόν, έχει το χέρι εκτεταμένο, τα πόδια ανοιχτά, που είναι αυτή τη στιγμή εις διακονίαν αποστελλόμενος. Βλέπετε αυτά είναι πολύ σπουδαία πράγματα! Κι αυτά δεν μπορείτε να τα καταργήσετε.
Ας δούμε την κεφαλή του Αγγέλου. Βλέπετε πως ο Άγγελος έχει μια κορδέλα. Αυτή η κορδέλα στην αγιογραφία είναι (θα έλεγα) η σαρκική, υλική έκφραση της νοεράς προσευχής. Ο Άγγελος συγκεντρώνει το πλούσιο του νοός του, (δεν μπορώ να περιγράψω τη διάνοια και το νου) μπροστά στο Θεό. Για αυτό έχει κι αυτήν την κορδέλα. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι αυτή η συγκέντρωση.
Και προσέξτε, που η απεικόνιση της κεφαλής δεν είναι προφίλ, ούτε κατά πρόσωπον. Είναι απεικόνιση κατά τα τρία τέταρτα, όπου βλέπουμε και τα δυο του τα μάτια. Αυτό που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι να βλέπουμε και τα δυο του τα μάτια. Και το βλέπουμε αυτό και σε όλους τους αγίους.
Ο Άγγελος κρατάει στα χέρια του ένα ραβδί. Ποτέ μην αγιογραφήσετε τον Άγγελο με εκείνη την έκφραση την ρομαντική - όπως την κάνει η βατικάνια αγιογραφία - να μεταφέρει κάποιο κρίνο. Δεν υπάρχει παράδοση που να αναφέρει κάτι τέτοιο και ούτε μας λέει η Αγία Γραφή ότι ο Άγγελος κρατάει ραβδί στα χέρια του. Το ραβδί για εμάς έχει ένα θεολογικό συμβολισμό. Το ραβδί ήτανε πάντοτε το αντικείμενο το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αγγελιοφόροι για να αναγγείλουν τα μηνύματά τους. Μέχρι και πρόσφατα στα χωριά μας, έβγαινε ένας ντελάλης και χτυπούσε στο δάπεδο, στο καλντερίμι, ένα ξύλο και έλεγε θα γίνει αύριο αυτό το γεγονός. Το ραβδί σημαίνει πως ο Άγγελος έρχεται να αναγγείλει κάτι. Δεν κρατάει ένα λουλούδι για να ωραιοποιήσει την κατάσταση ή να δώσει ένα δώρο στην Παναγία. Αυτό είναι λάθος. Είναι ρομαντική αντιμετώπιση του πράγματος. Και η εκκλησία μας ποτέ στην αγιογραφία δεν κάνει ρομαντική αντιμετώπιση του πράγματος, αλλά πάντοτε κάνει κατανυκτική αντιμετώπιση του γεγονότος.
Η εκκλησία με τις τέχνες της θέλει να δώσει κατάνυξη κι όχι να δώσει ρομαντισμό. Γι' αυτό βλέπετε στην Ορθόδοξη τέχνη διαφοροποιούμεθα τελείως. Και στη μουσική και στη ζωγραφική. Δυο κατ' εξοχήν τέχνες. Υπάρχουν και άλλες τέχνες, όπως η ξυλογλυπτική. Όπως με αυτές τις δύο κατ' εξοχήν τέχνες, έτσι και με το ξυλόγλυπτο το ίδιο πράγμα γίνεται. Κάνουμε απλά, λιτά ξυλόγλυπτα. Δεν κάνουμε ποτέ ούτε μπαρόκ, ούτε ροκοκό, τα οποία είναι εμπλουτισμένα, φορτωμένα πάρα πολύ για να εντυπωσιάσουν τις αισθήσεις του ανθρώπου. Όλη αυτή η τέχνη περνάει στην εκκλησία και περνάει ακόμη και πάνω στα άμφια των κληρικών κτλ. Και εδώ υπάρχει μια θεολογία. Η λιτότητα των αμφίων, ούτε με προσθήκες, ούτε με πολλές παραστάσεις πάνω και διάφορα χρώματα. Η εκκλησία μας έχει μια λιτότητα σε όλα αυτά τα πράγματα. Αλλά εμάς η προκείμενή μας δουλειά είναι να δούμε την αγιογραφία και να θυμηθούμε αυτή τη λιτότητα, η οποία εκφράζεται με αυτό το ραβδί και με το χέρι του Αγγέλου το οποίο εκτείνεται.
Ο Άγγελος έχει μια λωρίδα - θα δούμε αυτή τη λωρίδα και στα ρούχα του Χριστού πολλές φορές - που δηλώνει πως ως αξιωματικός έχει μια εντολή. Πήρε μια εξουσία από κάποια ανώτερη αρχή. Δηλώνει πως ο Άγγελος δεν είναι αυτοτελής. Δεν λειτουργεί μόνος του. Δεν λειτουργεί κατά τα μέτρα της δικής επιθυμίας, αλλά υπακούει στο Θεό. Κι εδώ με αυτή την κορδέλα (λωρίδα) δηλώνεται η δοθείσα εξουσία. Στον Χριστό, η δοθείσα εξουσία δηλώνεται και με μια κορδέλα, αλλά ταυτόχρονα θα Τον δούμε να κρατάει στα χέρια Του - συνήθως πάντοτε - ένα ειλητάριο. Τα ευαγγέλια παλιά δεν ήταν βιβλία, ήταν αυτά τα ελισσώμενα αντικείμενα των παπύρων. Ο Χριστός πήρε την εξουσία από τον Πατέρα για να κάνει αυτό που θα κάνει. Κανείς δηλαδή δεν είναι αυτοτελής.
Κατά τα άλλα, οι άγγελοι αγιογραφούνται όπως τους έχουμε δει. Τους είδαμε ανθρωποειδείς, τους είδαμε να έχουν πτέρυγες. Δεν είναι μια δική μας επινόηση. Αγιογραφούμε με θεολογικό τρόπο, ό,τι είδαμε. Τα τροπάρια της εκκλησίας μας αναφέρουν ότι είναι δευτερεύοντα φώτα. Πρωτεύον φως είναι ο Θεός. Όλοι οι άλλοι, οι άγιοι και οι άγγελοι είναι δευτερεύοντα φώτα γιατί παίρνουν το φως από το Θεό. Κανείς δεν έχει δικό του, ίδιον φως. Και οι άγιοι που έχουν τα φωτοστέφανα γύρω από το κεφάλι τους, δηλώνεται το δευτερεύον φως. Είναι το φως του Θεού. Το οποίο καταυγάζει όλο τους το κεφάλι.
Να θυμάστε όλους τους αγγέλους τους τιμάμε πάντοτε την ημέρα της Δευτέρας. Κάθε φορά που είναι Δευτέρα τιμούνται οι άγγελοι. Όπως Κυριακή είναι η μέρα της Αναστάσεως. Δευτέρα των αγγέλων. Τρίτη είναι του Προδρόμου. Τετάρτη είναι της Σταυρώσεως και της Παναγίας. Πέμπτη των αγίων Αποστόλων και πάντοτε του αγίου Νικολάου, εις τύπον ενός ιεράρχη. Παρασκευή πάλι της Παναγίας και ταυτόχρονα και του Σταυρού. Σάββατο είναι η μέρα των κεκοιμημένων και Κυριακή της Αναστάσεως. Πλέον βέβαια των αγίων που γιορτάζουμε κάθε μέρα. Και όλα τα τροπάρια της Δευτέρας - αν ανοίξετε το βιβλίο που λέγεται Παρακλητική - ομιλούν πάντοτε για τους αγγέλους. Και τροπάρια θεολογικά για τους αγγέλους μπορείτε να βρείτε και στις ακολουθίες του Μεσονυκτικού, Κυριακή πρωί, όπου εκφράζεται το τριαδικό δόγμα της εκκλησίας μας, στο οποίο μετέχουν διακονώντας ως δευτερεύοντα φώτα και οι άγγελοι.
Αυτά τα λέω για να αποκτήσετε μια ευρύτερη εμπειρία, γιατί εμείς δεν έχουμε τέχνες αποσπασματικές. Ο αγιογράφος γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από τη ζωή της εκκλησίας. Και πρέπει να δει με μια ευρύτητα τα πράγματα. Ένας αγιογράφος που δεν λειτουργείται, που δε ζει το μυστήριο της εκκλησίας, ποτέ δεν μπορεί να αγιογραφήσει. Και πόσο μάλλον ο αγιογράφος που δεν ξέρει στοιχειώδη θεολογικά πράγματα.
Να έρθουμε λίγο στην Παναγία. Και βλέπετε την Παναγία καθήμενη. Καθήμενη μπορεί να είναι συνήθως η Παναγία ή ο Χριστός. Και το καθήμενος δηλώνει μία βεβαιότητα. Το χέρι της Παναγίας που είναι ανοιχτό δηλώνει κίνηση αποδοχής. Σημαίνει «αποδέχομαι». Εδώ δεν έχουμε κόμικς να βάλουμε εκφράσεις και λόγια. Η αποδοχή δηλώνεται ταυτόχρονα με το κεκλιμένο της κεφαλής. Υπάρχει μια ελαχίστη μικροτάτη κλίση, η οποία δηλώνει ταυτόχρονα με την έκφραση της ανοιχτής παλάμης, την αποδοχή. Όπου δούμε λοιπόν ή θέλουμε να εκφράσουμε αποδοχή γεγονότος κάνουμε κεκλιμένο κεφάλι. Μια ελαχίστη μικρή ταπείνωση που δεν είναι εμφανής. Δηλαδή, δεν είναι μια εκρηκτική ταπείνωση. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτό ένα στοιχείο ρομαντικό ή εκκωφαντικό. Η ανοιχτή παλάμη δηλώνει την αποδοχή.
Με το άλλο το χέρι η Παναγία κρατάει ένα αντικείμενο. Είναι μία ρόκα όπου γνέθει. Δηλώνει ταυτόχρονα αυτό που είναι η Παναγία. Που είναι η τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ. Που προσομοιάζει με τα αγγελικά τα τάγματα και είναι τιμιωτέρα από όλα αυτά. Ταυτόχρονα όμως παραμένει άνθρωπος και εργάζεται και τα ανθρώπινα. Για αυτό κρατάει αυτήν την ρόκα. Κανείς μέσα στη ζωή της εκκλησίας δεν είναι μόνο πνευματικός άνθρωπος. Επειδή φέρει και τα σαρκικά και τη σαρκική φύση - που δεν είναι αμαρτία το σαρκικό - κάνει και τα ανθρώπινά του έργα. Είναι εργασία. Και να θυμάστε όλη η ασκητική θεωρία και η νηπτική θεωρία της Ορθοδοξίας κρίνεται στην εναλλαγή, δηλαδή στην ταυτόχρονη λειτουργία της εργασίας και της προσευχής. Για αυτό έχει αυτή τη ρόκα η Παναγία. Και είναι καθήμενη.
Έχω μιλήσει για τα τρία αστεράκια που φέρει η Παναγία. Ένα αστεράκι στο κεφάλι και δύο αστεράκια στην πλάτη της Παναγίας. Τα αστεράκια είναι οκτάκτινα· έχουνε οκτώ ακτίνες. Το τριπλό αστεράκι σημαίνει ότι η Παναγία είναι Αειπάρθενος. Ήταν, είναι και πάντα θα είναι Παρθένος. Προ, κατά και μετά τον τόκο. Το οκτάκτινο αστεράκι, με τις οκτώ ακτίνες δηλώνει το μυστήριο της ογδόης ημέρας. Το μυστήριο της ογδόης ημέρας είναι το μυστήριο της ημέρας που (εγκαινίασε) ο Θεός με το έργο της θείας οικονομίας, για να σώσει τον άνθρωπο. Γιατί εμείς την έβδομη ημέρα, την τελευταία ημέρα της δημιουργίας, αποτύχαμε σε αυτό που μας έκανε ο Θεός. Και εμείς την ίδια στιγμή που μετέχουμε στα της Παναγίας στο έργο της θείας οικονομίας.
Οι Πατέρες της εκκλησίας θεολόγησαν για το πρόσωπο της Παναγίας, αλλά καίρια θεολογική στιγμή για το πρόσωπο της Παναγίας, είναι η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος. Η εν Εφέσω Οικουμενική Σύνοδος, όπου σε αυτή κάποιοι υποστήριξαν, όπως ο Νεστόριος ένας αιρετικός, πως η Παναγία δεν είναι Θεοτόκος αλλά είναι Χριστοτόκος. Θα πείτε τι διαφορά έχει; Πολύ μεγάλη διαφορά. Άλλο Θεοτόκος που γεννάει τον Θεό, και άλλο Χριστοτόκος. Αυτή η διαφορά τι σημαίνει; Έλεγε ο Νεστόριος λοιπόν να είναι Χριστοτόκος. Γέννησε το Χριστό, τίποτε άλλο. Κατά τον Νεστόριο, δηλαδή ήταν μία σωλήνα από την οποία πέρασε ο Χριστός και τίποτε άλλο. Αυτό είναι θεολογικό λάθος. Πώς γεννήθηκε ο Χριστός; Τι λέμε εμείς στο Πιστεύω; «Εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Λειτουργούν εδώ δύο γεγονότα. Όπως σε μια γέννηση ενός παιδιού λειτουργεί ο άνδρας και η γυναίκα, εδώ λειτουργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα». Τι κάνει η Παναγία; Δίνει την ανθρώπινη σάρκα του (κόσμου) στον Χριστό. Άρα, η συμμετοχή της Παναγίας δεν είναι απλώς η συμμετοχή μιας σωλήνας, που εξυπηρετεί μία κατάσταση. Δεν διέρχεται ο Χριστός από μέσα, χωρίς η Παναγία να προσφέρει τα ανθρώπινα μεγέθη. Ο Χριστός προσλαμβάνει τα ανθρώπινα μεγέθη από την Παναγία. Άρα είναι Θεο - τόκος. Γεννιέται ο Θεός, ο οποίος ( Θεός σαρκούται). Είναι πολύ μεγάλη διαφορά. Και έγινε μια ολόκληρη Οικουμενική Σύνοδος για αυτό και μόνο το θέμα. Αν η Παναγία είναι Χριστοτόκος ή Θεοτόκος. Και αντιμετώπισαν αυτή τη θεολογία πολύ μεγάλοι Πατέρες, όπως ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και άλλοι θεολόγοι, οι οποίοι πρωτογενώς, θεολόγησαν για το πρόσωπο της Παναγίας μας.
Να επανέλθω και πάλι στην πρώτη εικόνα του Ευαγγελισμού. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία τα οποία μπορεί να διαμορφωθούν και χρωματικά. Υπάρχει ο θρόνος. Ή ακόμη αυτό το κόκκινο ύφασμα που είναι επάνω. Και σε άλλες εικόνες, συνήθως δεσποτικών εορτών ή της παρουσίας του Χριστού και της Παναγίας, βάζουμε αυτό το κόκκινο ύφασμα που δηλώνει ένα γεγονός χαρμόσυνο. Θα λέγαμε, ένα γεγονός χαρμοαναστάσημο. Αλλά είναι δευτερεύον στοιχείο, με την έννοια ότι μπορεί και να μην μπει. Δεν θα το δείτε σε όλες τις εικόνες. Μεταβάλλεται κατά την επιλογή των αγιογράφων. Ενώ τα θεολογικά στοιχεία, χρησιμοποιούνται ως έχουν. Για παράδειγμα, το βάθρο πάνω στο οποίο στέκεται ο Άγγελος ή η Παναγία, είναι δευτερεύον στοιχείο. Είναι απαραίτητο, να μπορείτε να διακρίνετε τα θεολογικά στοιχεία από τα δευτερεύοντα στοιχεία.
Το χρώμα του ενδύματος της Παναγίας, το μαφόριο είναι σκούρο κόκκινο, που είναι το χρώμα το οποίο έχει η Ορθοδοξία μας ως χρώμα βαθύτατο κατανυκτικό. Η εκκλησία μας ποτέ δεν χρησιμοποιεί χρώμα μαύρο. Είναι ατυχέστατο οι ιερείς να ντύνονται - ειδικά τη μεγάλη Σαρακοστή - με μαύρα ρούχα ή να βάζουν στην αγία Τράπεζα, την περίοδο της Σαρακοστής μαύρα καλύμματα. Εμείς, δεν έχουμε ποτέ το απόλυτο της θλίψεως. Εμείς - όπως θα το δούμε και στο σχήμα του στόματος που αγιογραφούμε - μιλάμε για την χαρμολύπη. Είναι δύο συνδυαστικά στοιχεία. Ποτέ δεν είμαστε στην απόλυτη χαρά και στην απόλυτη λύπη. Η απόλυτη χαρά είναι μια ουτοπία. Γιατί ζούμε σε ένα χώρο μεταπτωτικό. Και η απόλυτη λύπη είναι μια τραγωδία, γιατί η λύπη σημαίνει ότι τα έχασες όλα. Ότι δεν υπάρχει ελπίδα στο Χριστό. Εμείς για ένα πράγμα μόνο λυπούμαστε. Λυπούμαστε για τις αμαρτίες μας. Αυτό που είπε ο Χριστός «οργίζεστε και μην αμαρτάνετε». Πρέπει να οργιζόμαστε μόνο για τις αμαρτίες μας. Δεν πρέπει να αμαρτάνουμε για τίποτα. Και λυπούμεθα μόνο για τις αμαρτίες μας. Ο Χριστός την ώρα της προσευχής Του στον κήπο της Γεσθημανή, λέει το κείμενο (στο κατά Μάρκον ευαγγέλιον) ότι «ήταν περίλυπος». Συγκεκριμένα, λέει ο Χριστός: «περίλυπος εστιν η ψυχή μου έως θανάτου». Δεν σημαίνει ότι ο Χριστός είναι απογοητευμένος. Προσέχετε τη λέξη; Είναι περί - λυπος. Όχι λυπημένος. Αλλά είναι περίλυπος. Που σημαίνει ότι υπάρχει λύπη γύρω από Αυτόν. Είναι η λύπη της αμαρτίας που λειτουργεί γύρω του και γι’ αυτό είναι περίλυπος, για τη δική μας αμαρτία. Η εκκλησία μας ποτέ δεν κάνει γεγονότα απολύτου λύπης ή θλίψεως. Η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι μια μέρα λύπης. Είναι τελείως λανθασμένη αντιμετώπιση. Είναι μια μέρα χαρμο - λύπης. Λυπούμαστε για ένα πράγμα. Γιατί τολμήσαμε να σταυρώσουμε τον Χριστό. Και ταυτόχρονα χαιρόμαστε γιατί ο Χριστός αναστήθηκε. Για αυτό αν πάτε Παρασκευή πρωί, στην ακολουθία της Αποκαθηλώσεως - που είναι ο εσπερινός του Μεγάλου Σαββάτου - θα δείτε τους ιερείς υποχρεωτικά να φορούν λευκά άμφια. Κι αν ακόμα την περίοδο της Σαρακοστής λανθασμένα φορούσαν μαύρα ρούχα, υποχρεωτικά τα αλλάζουν και τα κάνουν άσπρα. Γιατί αρχίζει και λειτουργεί το μυστήριο της καθόδου του Χριστού στον Άδη. Και την ώρα που είναι νεκρός πάνω στον Σταυρό, νικιέται ο θάνατος. Δεν έχουμε γεγονότα θλίψεως και λύπης. Αλλά έχουμε τη χαρμολύπη που λειτουργείται σε όλη μας τη ζωή. Όπως σας είπα η απόλυτη χαρά είναι μια ουτοπία. Είναι μια πλασματική ψυχολογική κατάσταση που δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο, παρά να μας κάνει να ξεφεύγουμε από την αντιμετώπιση της λύπης για τις αμαρτίες μας.
Αν έχετε να με ρωτήσετε κάτι σε αυτά που σας είπα. Τα είπα πολύ συνοπτικά έτσι, αλλά θέλω να τα πω όλα για να μπορείτε να λειτουργείτε λίγο-λίγο τη θεολογία της εικόνας.
 
Ερώτηση: Γιατί η Παναγία κάθεται σε αυτή την εικόνα του Ευαγγελισμού;
Απάντηση: Σας είπα τη θεολογία του καθημένου. Δεν είναι πάντα η Παναγία καθήμενη στις εικόνες του Ευαγγελισμού. Αλλά εδώ είναι πολύ σωστό, γιατί το καθήμενο στοιχείο που αναφέρεται στο Χριστό και στην Παναγία, δηλώνει την βεβαιότητα. Καθήμενο σημαίνει βεβαιότητα. Αυτό που θα γίνει είναι οριστικό. Ξέρει η Παναγία τι κάνει. Δέχεται την πρόταση του Θεού. Και το κάνει χωρίς να ξέρει αναλυτικά τα γεγονότα.
 
Ερώτηση: Σε ορισμένες εικόνες τα δευτερεύοντα στοιχεία γιατί είναι πλούσια;
Απάντηση: Κοιτάξτε. Δεν είναι πλούσια. Γιατί προβάλλονται τα πρόσωπα. (Για παράδειγμα) Αυτά τα βάθρα δεν καθηλώνουν την εικόνα. Υποτάσσονται στην εικόνα. Ο αγιογράφος έχει την ελευθερία να λειτουργήσει τα δευτερεύοντα πράγματα. Την ελευθερία (που αφορά τη θεολογία) δεν την έχει. Παραμένει μια δυνατότητα εκφράσεως του αγιογράφου σε αυτά τα δευτερεύοντα στοιχεία. Αλλά στα πρώτα (που αφορούν τη θεολογία) δεν μπορεί να τα αλλάξει. Αν τα αλλάξει μπορεί να πέσει σε αίρεση.
 
Ερώτηση: Γιατί ο μοναχός και ο παπάς φοράνε μαύρα;
Απάντηση: Άλλο η λειτουργική χρήση και άλλο η προσωπική μου χρήση. Το μαύρο χρώμα για προσωπική μου χρήση, εκφράζει τη μνήμη θανάτου. Όλοι οι μοναχοί φοράνε μαύρα. Στη Θεία λειτουργία όμως, οι ιερείς φοράνε άσπρα ή κόκκινα άμφια. Είναι λειτουργικό γεγονός, όπου λειτουργείται η Χάρις του Θεού. Το μέγεθος, το ενδυματολογικό έχει μια αντιμετώπιση. Βλέπετε, ζω μέσα στον κόσμο, μέσα στη ζωή. Πρέπει να φορέσω τα παπούτσια που φοράτε όλοι σας. Έτσι δεν είναι; Ζω τα ανθρώπινα. Με το μαύρο έχω μια μνήμη θανάτου. Αλλά όταν μπω μέσα στην ακολουθία ότι και να γίνει, ότι και να κάνω, ξεπερνιέται το μαύρο με κάποια άλλα ενδύματα που βάζω που δεν είναι μαύρα. Το μαύρο είναι μνήμη θανάτου για εμένα. Αλλά η Θεία λειτουργία είναι γεγονός κοινοτικό, κοινωνικό. Η μνήμη θανάτου είναι για μένα προσωπικό γεγονός μνήμης θανάτου. Δεν είναι γεγονός λειτουργικό, όπου λειτουργείται το χαρμοαναστάσημο της χάρης του Χριστού μας. Και τα άσπρα που φοράνε οι Ρώσοι, κάποια άσπρα καλιμαύχια, πανωκαλίμαυχα ή άσπρα άμφια, είναι μία λάθος παράδοση η οποία μεταφέρθηκε από μια πλάνη που ήρθε στη Ρώμη από τη λεγόμενη Κωνσταντίνεια δωρεά. Είναι ένα ψέμα, το οποίο είπαν κάπου στη Ρώμη, ότι (δήθεν) ο Μέγας Κωνσταντίνος λίγο πριν πεθάνει, έκανε μια δωρεά στη Ρώμη και της δώρισε να είναι η πρώτη εκκλησία. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Και μαζί με αυτή τη δωρεά που έκανε τους χάρισε και ένα άσπρο άμφιο για να το φοράνε κτλ. και μεταφέρθηκε στη Μόσχα, ένα ολόκληρο παραμύθι. Υπάρχουνε δύο ψέματα πάνω στα οποία στηρίχθηκαν κάποια στοιχεία θεολογίας της Βατικανίου εκκλησίας, όπως η Κωνσταντίνειος δωρεά και οι ψευτοϊσιδώρειες διατάξεις που δεν έχω τον χρόνο να τις αναλύσω. Δεν είναι του παρόντος τώρα.
 
Ερώτηση: Γιατί αγιογραφούμε το γεγονός του Ευαγγελισμού σε εξωτερικό χώρο;
Απάντηση: Στην αγιογραφία δεν αγιογραφούμε ποτέ εσωτερικό χώρο (όπως για παράδειγμα τον εσωτερικό χώρο του ναού). Όλα τα γεγονότα είναι εξωτερικά. Δεν υπάρχει εσωτερικός χώρος. Τίποτα δεν είναι κλεισμένο μέσα σε τοίχους στην αγιογραφία. Όλα βρίσκονται έξω. Ένα γεγονός θα γίνεται κάπου μέσα, εσωτερικά. Αλλά ένα σπίτι αγιογραφείται ως υπαίθριο. Στην αγιογραφία ποτέ δεν κλεινόμαστε μέσα. Όλα είναι μια έξοδος. Δεν υπάρχει εσωτερικό. Και ας αγιογραφείται μια λειτουργία. Δεν φαίνεται ποτέ που είναι ένας κλειστός ναός, δεν φαίνονται οι τοίχοι. Γιατί όλη η λειτουργία είναι μια έξοδος στα πράγματα του κόσμου. Αλίμονο αν η εκκλησία κλεινόταν μέσα ή έκανε μια λειτουργία για να περνάει καλά, για να αποκτάει κατάνυξη και τίποτε άλλο. Η λειτουργία είναι μια έξοδος. Και λειτουργούμαστε για να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να κάνουμε έξοδο, προς τον κόσμο, προς τον Θεό και τους άλλους. Ποτέ δεν υπάρχει κλειστός χώρος στην αγιογραφία. Ποτέ. Ακόμα και εκεί που αναφέρεται για τον Θωμά, «των θυρών κεκλεισμένων», που «οι μαθητές ήταν συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων», οι Απόστολοι αγιογραφούνται σε ανοιχτό χώρο. Ενώ η Γραφή αναφέρει «των θυρών κεκλεισμένων». Παρόλα αυτά, η αγιογραφία τους δείχνει να βρίσκονται έξω. Το ίδιο και στην εικόνα της Πεντηκοστής. Η Πεντηκοστή έγινε στο υπερώο. Αυτή είναι η θεολογία της εικόνας μας. Δεν υπάρχει κλειστός χώρος. Όπως δεν υπάρχει άνθρωπος που κλείνεται στον εαυτό του. Η εκκλησία είναι πάντοτε μία συνεχής έξοδος.
 
Ερώτηση: Πώς αγιογραφούμε τα χείλη;
Απάντηση: Θα σας πω μόνο δύο σημεία για τα χείλη. Ένα σημείο τοπικό και ένα σημείο θεολογικό. Τα υπόλοιπα θα τα δείτε μελετώντας περαιτέρω τα χείλη. Πολύ σπουδαίο στοιχείο του προσώπου όπως είναι τα μάτια και η μύτη, είναι βέβαια και τα χείλη. Με τα χείλη εκφράζουμε πολλές φορές τη χαρά, τη λύπη και τη χαρμολύπη, όπως αναφέραμε πριν λίγο. Πρώτα – πρώτα, τοπικό σημείο στην εικόνα βλέπετε αυτό το σημείο έψιλον. Δηλαδή, η κάτω πλευρά του κάτω χειλέως είναι στο κέντρο του τρίτου μέρους του προσώπου των αγίων. Θυμόμαστε πως το κεφάλι χωρίζεται σε τέσσερα ίσα μέρη. Και το πρόσωπο σε τρία ίσα μέρη. Αυτό το ξέρετε όλοι νομίζω από τις προηγούμενες αναλύσεις. Οτι το το κεφάλι είναι τέσσερις μύτες και το πρόσωπο είναι τρεις μύτες. Το τελευταίο μέρος, το κάτω μέρος του προσώπου, το πωγωνιαίο τμήμα που βρίσκεται ο πώγων, έχει μέσα και το στόμα. Στο κέντρο αυτού του τελευταίου τμήματος είναι το σημείο έψιλον. Δηλαδή, τα χείλη πάντοτε θα τελειώνουν στο τελευταίο σημείο του μέσου αυτού του τελευταίου τμήματος. Αν δείτε την εικόνα που σας έδωσα, στο τρίτο μέρος κάτω - κάτω στο μέσον είναι το σημείο έψιλον και από κει και μετά είναι τα χείλη. Πάνω τα χείλη. Δηλαδή, τα χείλη βρίσκονται ολόκληρα στο πάνω τμήμα του τελευταίου τμήματος του προσώπου. Εκείνο το οποίο μας ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι πώς εκφράζουμε τα χείλη. Εμείς έχουμε μάθει συνήθως από την οποιαδήποτε ζωγραφική, ότι έχουμε χείλη λύπης και χείλη χαράς. Σκεφτείτε για παράδειγμα ένα ανθρωπάκι που είναι λυπημένο και ένα χαρούμενο. Αυτά μάθαμε εμείς. Στην αγιογραφία καταργούνται και τα δύο στοιχεία. Γιατί όπως σας είπα πριν, δεν έχουμε ούτε απόλυτη χαρά, ούτε απόλυτη λύπη. Αλλά εμείς έχουμε χαρμολύπη. Αλλά ούτε έχουμε και μια γραμμή ευθεία. Μια γραμμή ευθεία θα σήμαινε έναν άνθρωπο ο οποίος δεν έχει αισθήματα και κατ’ επέκταση συναισθήματα. Ένας άνθρωπος παγωμένος. Εμείς έχουμε χαρμολύπη. Ή με άλλη λέξη όπως λένε οι Πατέρες της εκκλησίας, χαροποιό πένθος. Είναι δύο λέξεις. Χαρμολύπη ή χαροποιό πένθος. Και εμείς θέλουμε πια να συνδυάσουμε την ύπαρξη του χαροποιού πένθους και της χαρμολύπης δια της εκφράσεως της σχισμής των χειλέων. Από εκεί το εκφράζουμε. Έτσι μάθαμε και στη ζωγραφική. Η σχισμή των χειλέων εκφράζει τη λύπη ή τη χαρά. Και εμείς έχουμε μόνο χαρμολύπη και χαροποιό πένθος. Άρα, πρέπει να συνδυάσουμε τις γραμμές που εκφράζουν χαρά και τις γραμμές που εκφράζουνε λύπη ταυτόχρονα. Για αυτό κάνουμε μια γραμμή λύπης και μια γραμμή χαράς. Ταυτόχρονα. Λύπη, χαρά. Εναλλασσόμενα. Είναι η σχισμή της χαρμολύπης. Όχι σαρκώδη χείλη.
 Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια των μαθημάτων Αγιογραφίας των Αγίων Εικόνων της Ορθοδοξίας μας, που έγινε την Παρασκευή, 18-11-2005.