Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει…


 
 
 
"Ένα εξαιρετικό κείμενο του Φώτη Κόντογλου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία".

Αθεΐα! Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινόν άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει(και για να τον αποχτήσει, φτάνει να χειροτονηθεί μοναχός του άπιστος),γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός, κι' ας είναι αμόρφωτος, σοβαρός, κι' ας είναι γελοίος, επίσημος κι' ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος κι' ας είναι ανάξιος, επιστήμονας κι' ας είναι κουφιοκέφαλος.
Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δεν μπορεί, με όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνεια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να την καταλάβει. Όπως και νάναι, οι άνθρωποι που αγωνίζουνται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας.
Γι' αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουμε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε σε κείνον τον πατέρα που είχε άρρωστο το παιδί του, και παρεκάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία», δηλαδή «έχω πόθο να πιστέψω, κι' εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον».
Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μονάχα δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε εκείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι' αυτό καμμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού, που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλείστε μαζί μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύσετέ με μέ τη χημεία σας, κομματιάστε με μέ το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε με, μετρείστε με, ικανοποιήσετε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάσετε τ' αχόρταγο λογικό σας!».
Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, σε καιρό που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιον αγέρα της περηφάνειας κι' από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνουνται σε κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα.
Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως που μπορούνε να φτάξουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί, κι' αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς, τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου. Ενώ ο άπιστος είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός, και για ό,τι βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του, και που γι' αυτό θαρρεί πως δεν υπάρχουνε. Κι' από την ανοησία του κορδώνεται, και μιλά με καταφρόνεση για κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός ο δυστυχής είναι τυφλός και κουφός, και θαρρεί πως τα' ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα. Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «υπέρ αίσθησιν».
Ο άπιστος πώς να πάρει είδηση από κείνον τον μυστικόν κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι' αλλόκοτα μηνύματα εκείνου του κόσμου, αφού ο δυστυχής δεν έχει τις κεραίες που χρειάζουνται για να τα πιάσει;
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του, με τον τρόπο που γνωρίζει μονάχα αυτός, για το τι είναι σε θέση να νοιώσει ο πιστός, και τι μπορεί να νοιώσει ο άπιστος: Λαλούμε, λέγει, τη σοφία του Θεού που είναι μέσα σε μυστήριο, και που είναι κρυμμένη, τη σοφία που την προόρισε ο Θεός, πριν από τους αιώνες, για δόξα δική μας, και που δεν τη γνώρισε κανένας από τους άρχοντες τούτου του κόσμου (δηλ. τους σοφούς της κοσμικής σοφίας), και που ξεσκεπάζει αυτά που, κατά τη Γραφή, δεν τα είδε μάτι, και που δεν τ' άκουσε αυτί, και που δεν ανεβήκανε στην καρδιά κανενός ανθρώπου, εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούνε. Αλλά σε μας τα φανέρωσε ο Θεός με το Πνεύμα του το άγιο. Επειδή, το άγιο Πνεύμα όλα τα ερευνά, και τα βάθη του Θεού.
Γιατί, ποιος άνθρωπος γνωρίζει το μέσα του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα στον άνθρωπο; Έτσι και τα μυστήρια του Θεού δεν τα γνωρίζει κανένας παρά μονάχα το Πνεύμα του Θεού. Κι' εμείς δεν επήραμε το πνεύμα του κόσμου ( δηλ. τη φιλοσοφία και την κοσμική γνώση), αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όσα χάρισε σε μας ο Θεός. Κι' αυτά (τα χαρίσματα) δεν τα εκφράζουμε με τα λόγια που διδάσκεται η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το άγιο Πνεύμα, μιλώντας σε πνευματικούς ανθρώπους με πνευματικόν τρόπο. Πλην, ο άνθρωπος που έχει την σαρκική γνώση (τον ορθολογισμό), δεν παραδέχεται όσα διδάσκει το Πνεύμα του Θεού, γιατί τα νομίζει για ανοησίες, και δεν είναι σε θέση να καταλάβει πως ανακρίνεται πνευματικά.
Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, ανακρίνει κάθε άνθρωπο, ενώ αυτός από κανέναν δεν ανακρίνεται». Η απιστία υπήρχε πάντα. Μα σήμερα, με την αποτρόπαια ματαιοδοξία που μας τρώγει, την επιδείχνουμε σαν να μας δίνει τη μεγαλύτερη αξία. Όποιος έχει πίστη στον Θεό και στην αλήθεια που φανέρωσε, είναι καταφρονεμένος, σαν στενόμυαλος κι' ανόητος, και τραβά πάνω του όλα τα περιγελάσματα. Λογαριάζεται για ¨βλαμμένος» από τον πολύν κόσμο, μάλιστα από τον κόσμο που ξέρει να τα καταφέρνει στη ζωή, να «πετυχαίνει», να βγάζει λεφτά, να καλοπερνά, να μη δίνει πεντάρα για τίποτα, κατά το ρητό που λέγει: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Για τούτο, χρειάζεται να έχει θάρρος και να περιφρονά την εκτίμηση του κόσμου και το υλικό συμφέρον του, όποιος λέγει πως έχει πίστη στον Θεό.
Ενώ εκείνον που καυχιέται πως δεν πιστεύει σε τίποτα, α') Τον έχει ο κόσμος σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, μάλιστα όσο περισσότερο άπιστος λέγει πως είναι, τόσο περισσότερη είναι η εκτίμηση και ο σεβασμός που φανερώνει ο έξυπνος και σοβαρός κόσμος στο πρόσωπό του.
Ο τέτοιος άνθρωπος είναι συνοφρυωμένος, με λίγα και βαρειά λόγια, αράθυμος κι' απότομος, « θετικός άνθρωπος», « γερό μυαλό». β') Όλα του έρχουνται βολικά, και δεν σκοτίζεται, δεν στενοχωριέται για τίποτα. Δεν έχει ευθύνες και ζαλούρες: Εδώ κάτω, λέγει, είναι η Κόλαση κι' ο Παράδεισος. Η ζωή είναι για να την απολαβαίνουνε οι έξυπνοι. Οι κοιμισμένοι κι' οι αφιονισμένοι ας πεθάνουνε». Εξ άλλου, δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τον άπιστο! Πατάς ένα μονάχα κουμπί, κι' όλα σου έρχονται βολικά. Ο διάβολος είπε στον Χριστό: Πέσε, προσκύνησέ με, και θα γίνουνε οι πέτρες ψωμιά, «οι λίθοι άρτοι».
Λέγει λοιπόν ο έξυπνος : « Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσα μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες, σαν τις γρηές, με θεούς, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγρηες! Και σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;». Αυτά λένε για τους πιστούς οι έξυπνοι και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό, και επιτυχαίνουνε σε ότι καταπιαστούνε.
Ναι! Επιτυχαίνουνε, γιατί, μ' έναν λόγο, η απιστία είναι « η πλατεία πύλη και ευρύχωρος οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι «η απάγουσα εις την απώλειαν», όπως είπε ο Χριστός, αλλά « εις την επί γης ευδαιμονίαν». Ενώ η πίστη είναι «η στενή πύλη και τεθλιμμένη οδός», που δεν πιστεύουνε πως είναι « η απάγουσα εις την ζωήν», αλλά « εις την επί γης δυστυχίαν και περιφρόνησιν». « Πολλοί εισιν οι εισερχόμενοι διά της πλατείας πύλης» κατά τον λόγο του Κυρίου, « και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες την στενήν πύλην». Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι' αυτό σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται, κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους: « Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή». Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.
Πριν καιρό έγραψα με συντομία πέντε- έξη άρθρα για τα θαύματα που γίνουνται σ' ένα χωριό της Μυτιλήνης, με τον τίτλο « Φρικτά μυστήρια». Πολλοί αναγνώστες συγκινηθήκανε στο έπακρο, ιδίως οι ταπεινοί κι' αγράμματοι άνθρωποι, «τα μωρά του κόσμου και τα εξου θενημένα». Οι έξυπνοι όμως κι' οι τετραπέρατοι δεν δώσανε σημασία, και κάποιοι απ' αυτούς με περιγελάσανε και μου γράψανε πως λέγω ανοησίες. Αλλά, «Θεός ου μυκτηρίζεται». Από τότε ως τα σήμερα τα θαύματα δεν πάψανε, κι ολοένα γίνουνται πυκνότερα και τρομαχτικώτερα. Οι άνθρωποι που τα βλέπουνε μου τα γράφουνε με όλα τα καθέκαστα, κι απ' αυτά κάνω ένα βιβλίο που θα είναι σαν πυρωμένο σίδερο για τις άπιστες γλώσσες (Πρόκειται για το βιβλίο «Σημείον μέγα» που εξέδωσε ο « Αστήρ»).
Αυτόν τον καιρόν γίνουνται ανασκαφές, για να βρεθεί η αρχαία εκκλησία με τα λείψανα εκείνων που φανερώνονται ολοζώντανοι μπροστά στους απλούς ανθρώπους, στον ύπνο και στον ξύπνο τους, καθώς κι εικόνες και τα' άλλα κειμήλια. Θα είχανε βρεθεί όλα, και θα ξεσκεπαζότανε γρήγορα ολότελα αυτός ο φοβερός κρατήρας, που θα σάρωνε τους άπιστους με την αγιασμένη λάβα του, αν υπήρχανε περισσότερα μέσα στα χέρια των φτωχών ανθρώπων που σκάβουνε με μια πίστη που είναι σαν φωτιά. Μα, όπως και να είναι, με τη χάρη του Θεού « την τ' ασθενή θεραπεύουσαν και τα ελλείποντα αναπληρούσαν», θα βγάλουνε σε καλό τέλος το βλογημένο αυτό έργο, και θα θριαμβέψει η ακατάλυτη πίστη μας, και θα ακουστεί ως τα πέρατα του άπιστου κόσμου η βροντερή φωνή: « Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος!».

Φώτης Κόντογλου, εκ του περιοδικού "Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία", Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη''

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Η αγιασμένη επανάσταση (Φ. Κόντογλου)




Η Ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στο κόσμο. Είναι αγιασμένη.
Η επανάσταση γίνεται τις περισσότερες φορές από κάποιες υλικές αιτίες, που είναι η σκλαβιά, η στέρηση, η κακοπέραση, τα βασανιστήρια, η περιφρόνηση. Η λευτεριά είναι η θεότητα που λατρεύει ο επαναστάτης, και γι’ αυτή χύνει το αίμα του. Μα τη λευτεριά, πολλές φορές, σαν την αποχτήσει ο επαναστάτης, δεν τη μεταχειρίζεται για πνευματικούς σκοπούς, αλλά για να χαρεί την υλική ζωή μονάχα. Κοντά στην υλική ζωή έρχεται κ’ η πνευματική, μα τις περισσότερες φορές για πνευματική ζωή θεωρούνε οι άνθρωποι κάποιες απολαύσεις που είναι κι αυτές υλικές, κι ας φαίνονται σαν πνευματικές. Ένας επαναστάτης της γαλλικής επανάστασης, να πούμε, θεωρούσε για πνευματικά κάποια πράγματα που, στ’ αλήθεια, δεν ήτανε πνευματικά. Αυτός ήθελε ν’ αποχτήσει τη λευτεριά, για να κάνει αυτά που νόμιζε πως είναι σωστά και δίκαια για τη ζωή των ανθρώπων σε τούτο τον κόσμο μοναχά, δηλαδή για την υλική ζωή τους, μη πιστεύοντας πως υπάρχει τίποτ’ άλλο για να το επιδιώξει ο άνθρωπος. Γι’ αυτό λέγω πως, για τις περισσότερες επαναστάσεις, οι αιτίες που τις κάνανε να ξεσπάσουνε σταθήκανε υλικές, και η ελευθερία που επιδιώξανε ήτανε προορισμένη να ικανοποιήσει μονάχα υλικές ανάγκες.


Η ελληνική όμως Επανάσταση είχε μεν για αιτία και τις υλικές στερήσεις και τη κακοπάθηση του κορμιού, όπως η κάθε επανάσταση, αλλά, απάνω απ’ αυτές τις αιτίες, είχε και κάποιες που είναι καθαρά πνευματικές. Και πνευματικό, κατά τη γνώμη μου, αληθινά πνευματικό, είναι ό,τι έχει σχέση με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, με τη ψυχή του, δηλαδή με τη θρησκεία.
Η σκλαβιά που έσπρωξε τους Έλληνες να ξεσηκωθούνε καταπάνω στο Τούρκο δεν ήτανε μονάχα η στέρηση και η κακο­πάθηση του κορμιού, αλλά, απάνω απ’ όλα, το ότι ο τύραννος ήθελε να χαλάσει τη πίστη τους, μποδίζοντάς τους από τα θρησκευτικά χρέη τους, αλλαξοπιστίζοντάς τους και σφάζοντας ή κρεμάζοντάς τους, επειδή δεν αρνιόντανε τη πίστη τους για να γίνουνε μωχαμετάνοι. Για τούτο πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα, και η λευτεριά που ποθούσανε δεν ήτανε μονάχα η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους, που μ’ αυτήν ελπίζανε να σώσουνε τη ψυχή τους. Γιατί, γι’ αυτούς, κοντά στο κορμί, που έχει τόσες ανάγκες και που με τόσα βάσανα γίνεται η συντήρησή του, υπήρχε και η ψυχή, που είπε ο Χριστός πως αξίζει περισσότερο από το σώμα, όσο περισσότερο αξίζει το ρούχο απ’ αυτό.
Εκείνες οι άπλες ψυχές, που ζούσανε στα βουνά και στα ρημοτόπια, ήτανε διδαγμένες από τους πατεράδες τους στη πίστη του Χριστού, και γνωρίζανε, μ’ όλο που ήτανε αγράμματες, κάποια από τα λόγια του, όπως είναι τούτα: «Τί θα ωφελήσει άραγε τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμον όλο, και ζημιωθεί τη ψυχή του;» Ή: «Τί θα δώσει άνθρωπος για πληρωμή της ψυχής του;» «Η ψυχή είναι πιο πολύτιμη από τη τροφή, όπως το κορμί από το φόρεμα!» κ.ά.
Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε και κρεμαστήκανε και παλουκωθήκανε για τη πίστη τους, αψηφώντας τη νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους και σε τούτη τη πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατωθήκανε για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για τη πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε πως δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Ακούγανε και πιστεύανε ατράνταχτα τα λόγια του Χριστού, που είπε: «Μη φοβηθείτε εκείνον που σκοτώνει το σώμα, και που δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω. Αλλά να φοβηθείτε εκείνον που μπορεί να θανατώσει και το σώμα και τη ψυχή».
Η ελευθερία, που γι’ αυτή θυσιάζονταν, δεν ήτανε κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήτανε ο ίδιος ο Χριστός, που γι’ αυτόν είπε ο απόστολος Παύλος: «Όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι και η ελευθερία.» Κι αλλού λέγει: «Σταθείτε στερεά στην ελευθερία που σας χάρισε ο Χριστός, σταθείτε και μην πέσετε πάλι στο ζυγό της δουλείας. Γιατί για την ελευθερία σας κάλεσε. Αλλά την ελευθερία μην την παίρνετε μονάχα σαν αφορμή για τη σάρκα σας».
Για τούτο είναι αγιασμένη η ελληνική Επανάσταση, κι αγιασμένοι οι πολεμιστές της, όπως ήτανε αγιασμένοι όσοι πολεμήσανε μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, πριν από τρακόσα εξηνταοχτώ χρόνια, κατά το πάρσιμο της Πόλης, καταπάνω στον ίδιο οχτρό της πίστης τους.
Άκουσε με τι λόγια μιλούσε εκείνος ο αγιασμένος βασιλιάς στους στρατιώτες του, σαν να ‘λεγε κανένα τροπάρι: «Ελθών ουν, αδελφοί, ο δυσσεβής αυτός αμηράς και εχθρός της αγίας ημών πίστεως, ημάς απέκλεισε, και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρεν ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος, και τη πανάγνω τε και υπεράγνω δεσποίνη ημών Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία αφιέρωσε και εχαρίσατο, του κυρίαν είναι και βοηθόν και σκέπην τη ημετέρα πατρίδι και καταφύγιον των χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν». Και στο τέλος είπε: «Ελπίζω Θεώ λυτρωθείημεν ημείς της ενεστώσης αυτού δικαίας απειλής, δεύτερον δε και ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημίν, και μνήμη αιώνιος και αξία εν τω κόσμω έσεται».
Στην επανάσταση του Είκοσι ένα, όπως και στην πολιορκία της Πόλης, μαζί με τους λαϊκούς πολεμούσανε πλήθος ραφοφορεμένοι, καλόγεροι, παπάδες και δεσποτάδες, και τραβούσανε μπροστά με το σταυρό στο χέρι, κι από πίσω τους χίμιζε κλαίγοντας ο λαός, κ’ έψελνε:
Για της πατρίδος την ελευθερία, για του Χριστού την πίστη την αγία, γι’ αυτά τα δύο πολεμώ, μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ, κι αν δεν τα αποκτήσω, τί μ’ ωφελεί να ζήσω;
Στη Πόλη κρεμάστηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος, ανοίγοντας πρώτος το μαρτυρολόγιο της Επανάστασης. Ο Θανάσης Διάκος πολέμησε σαν νέος Λεωνίδας, και σουβλίστηκε για τη πίστη του. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ησαΐας Σαλώνων, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Παπαφλέσσας, ο Θύμιος Βλαχάβας, κι άλλοι πολλοί, πολεμήσανε για την αγιασμένη πατρίδα τους.
Στη Τριπολιτσά κλειστήκανε στη φυλακή κατά την Επανάσταση οι δεσποτάδες του Μοριά, κ’ οι περισσότεροι πεθάνανε με αβάσταχτα μαρτύρια. Το ίδιο και στη Πόλη, φυλακωθήκανε και κρεμαστήκανε πολλοί δεσποτάδες.
Παρακάτω βάζω λίγα λόγια από το ημερολόγιο του αντιναύαρχου Γεωργίου Σαχτούρη:
«Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου. Εορτή των Γενεθλίων του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Αραγμένοι εις Ντάρδιζα με ήσυχον αέρα της τραμουντάνας, πλην με χιόνια. Αυτήν την ημέρα, διά το χαρμόσυνον της εορτής, το πρωί, υψώνοντας την σημαίαν μας, ερρίχθη και μία κανονιά, καθώς και όλα τα ελληνικά εδώ αραγμένα το αυτό έπραξαν.
Κυριακή, 15 Αυγούστου. Εορτή της Θεοτόκου. Εξημερώθημεν αραγμένοι. Υψώσαμεν τας σημαίας και ερρίξαμεν και από μίαν κανονιάν διά το χαρμόσυνον της ημέρας».
Ο ναύαρχος Κουντουριώτης έκανε τη προσευχή του, σαν τους παλιούς, να τον βοηθήσει η Παναγία στη ναυμαχία της «Έλλης», κι όπου αλλού τον καλούσε το χρέος του. Το ίδιο κάνανε και κάνουνε όλοι οι Έλληνες στο πόλεμο.
Κατά την καταστροφή της Μικράς Ασίας, πρώτοι οι άνθρωποι της θρησκείας πληρώσανε με τη ζωή τους το καινούργιο χαράτσι στον οχτρό της πίστης μας. Ο μητροπολίτης της Σμύρνης Χρυσόστομος κρεμάστηκε, ο δεσπότης των Κυδωνιών Γρηγόριος θάφτηκε ζωντανός, ο Μοσχονησίων Αμβρόσιος θανατώθηκε άσπλαχνα, κι όλοι οι παπάδες κ’ οι καλόγεροι περά­σανε από το σπαθί.
Οι Γερμανοί κ’ οι Ιταλοί θανατώσανε κι αυτοί τους ρασοφορεμένους των χωριών, για να μην απομείνουν παραπίσω από τους άλλους θεομάχους.
Ναι! Πίστη και πατρίδα είναι για μας ένα πράγμα. Κι όπως πολεμά το ένα, πολεμά και τ’ άλλο, κι ας μην ξεγελιέται.
Η μάννα μας η πνευματική είναι η ορθόδοξη Εκκλησία μας, που ποτίστηκε με πολύ κι αγιασμένο αίμα. Κανένας λαός δεν έχυσε και δεν χύνει ως τα σήμερα το αίμα του για τη πίστη, όσο ο δικός μας. Η ορθόδοξη πίστη είναι ο θησαυρός ο κρυμμένος κι ο πολύτιμος μαργαρίτης που λέγει ο Χριστός.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Τα βουνά και μοναστήρια της Συρίας και Μεσοποταμίας


 
Φώτης Κόντογλου

Το μέγα βουνό ο Αμανός στέκεται σαν κάστρο ανάμεσα στη Συρία κ’ στην Κιλικία, κι’ είνε παρακλάδι του Ταύρου, άγριο και μεγαλοπρεπέστατο, πυκνοφυτεμένο με λογής λογής δέντρα και με κέδρα. Έχει κλεισούρες φοβερές κι’ απέραστες, και θρέφει πολλά αγρίμια και θερία. Σε μια κορυφή του ήτανε κτησμένος ναός για τούτο τα συναξάρια λένε για δαύτο «πολλής πάλαι γέμον πολυθέου μανίας». Τούρκικα το λένε Αλμά Νταγ. Μέσα στις σπηλιές του άγιασανε πολλοί αναχωριτές, Συμεωνής ο Παλαιός, Θεοδόσιος ο εν τω Σκοπέλω, απάνου στο ακρωτήρι που βγαίνει στη θάλασσα, κι’ άλλοι πολλοί.

Άλλο μεγάλο βουνό της Συρίας είναι ο Λίβανος, στ’ αραβικά λεγόμενο Τζέμπελ ελ Λιμπνάν, δασωμένο από βαλανιδιές, οξυές κι’ από τα περιβόητα τα κέδρα. Βουνό θεοαγάπητο και υμνολογημένο. Ο Σολομώντας έκανε από τα κέδρα του τη σκέπη του ναού του, από κει κόβανε ξύλα κ’ οι Φοίνικες και σκαρώνανε τα καράβια τους. Πολλοί πετέρες αγιάσανε απάνω του, κι’ ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Αβραάμης. Στον Αντιλίβανο, πούνε αντίκρυ στο Λίβανο και βγαίνει στη θάλασσα, μόνασε ο άγιος Μάρωνας.

Το Κάσιον όρος βρίσκεται κοντά στην Αντιόχεια, και κει λατρεύανε οι ειδωλολάτρες το Δία. Αυτό είνε που το γράφουνε τα συναξάρια Θαυμαστόν Όρος, απ’ όπου πήρε την ονομασία ο όσιος Συμεών ο Θαυμαστορείτης. Σε τούτο το βουνό συμπεραίνω πως βρισκότανε κ’ η λεγόμενη Κορυφή, κ’ εκεί απάνω θαν ασκήτεψε ο όσιος Ευσέβιος ο Παλαιός ο εν τη Κορυφή, γιατί ο Θεοδώρητος, ο δεσπότης της Κύρου, γράφει στο συναξάρι του «κατ’ αυτήν την ακρωνύχίαν τέμενος ην δαιμόνων, υπό των γετόνων λίαν τιμώμενον». Ο προσκυνητής Ιωάννης Φωκάς τούτα γράφει στο οδοιπορικό του κατά τα 1185 μ.Χ., εξιστορώντας αυτό το βουνό. «Το δε Θαυμαστόν Όρος μεταξύ της Θεουπόλεως Αντιόχου και της θαλάσσης λοφούμενον, εξαίσιόν τι χρήμα και οφθαλμών αγλαΐα τοις εντυγχάνουσι βλέπεται· μεθοριάζον γαρ την τε πόλιν και την Ρωσώ, εξ εκατέρων αυτού των μερών το όρος έχει τον Σκόπελον και τον λεγόμενον Καύκασον. Ο δε ποταμός Ορόντης ειλιγμών απείρων περιδινήσει περί τους πρόποδας ρέει του όρους και τη θαλάσση το ρείθμον εκπτύει. Τούτο του όρους τη κορυφή ο μέγας αφησυχάσας ανήρ εκείνος, και αναβάσεις θέμενος εν καρδία, μετάρσιος εν σώματι γίνεται και φιλονικεί μετά σώματος γενέσθαι αιθέριος και μέσον είναι Θεού και ανθρώπων. Και όπως είργασται τούτι το παράδοξον τω θεοφιλεί εκείνω ανδρί, εγώ δηλώσω. Χερσί λαξευτόν εις βάθος κοιλάνας την Θαυμαστού κορυφήν Όρους, μονόλιθον η μονοφυή μονήν απηργάσατο, ης μέσον αυτοφυή λαξεύσας κίονα, εν αυτώ τας βάσεις έθετο, επί πέτρας, κατά το λόγιον, τους πόδας ερείσας, περί δε ανίσχοντα ήλιον ναόν έγειρε περικαλλή τω Θεώ προσέφερον». Σε άλλο μέρος γράφει πάλι για τα μέρη γύρω στην Αντιόχεια, «εντεύθεν το περιβόητον της Δάφνης προάστειον παντοίων φυτών περιστρεφανούνται αναδρομή, και το θαυμαστόν έστιν Όρος, ου πολιστής ο θαυμαστός Συμεών. Τούτοις ομορεί το Μαύρον Όρος και ο Σκόπελος, εν οις το πάλαι μεν πολλοί θεοφιλές άνθρωποι τον Θεόν εκζητήσααντες εύρον, και νυν των σωζομένων είσι, και τας λόχμας των αυτών οικούσιν ορέων, εκείνου της καλλονής εφιέμενοι». Σ’ αυτό το Μελάν Όρος βρισκότανε η μονή του Αγίου Ρωμανού. Τα δε Όρη της Ρωσού ή της Ρώσσου, που βρίσκουνται γραμμένα στα συναξάρια, θάνε αυτός ο Σκόπελος που βρίσκεται σιμά στα θεμέλια της αρχαίας πολιτείας της Ρώσου στην Κιλικία.

Ταλίμας πάλι λέγεται ένα βουνό της Συρίας που αγωνίσθηκε απάνω του ο όσιος Θαλάσσιος κι’ άλλοι ασκητάδες. Κοντά σ’ αυτό βρίσκεται και το βουνό Ταργελάς, στο οποίο είχε τ’ ασκητήριό του ο άγιος Λιμναίος, καθώς και κάποιο άλλο, Ραμά λεγόμενο, που ασκήτεψε ο όσιος Ιωάννης ο μαθητής του Λιμναίου.

Το Γαυγάλιον είναι βουνό της Μεσοποταμίας, στο οποίο απάνω αγιάσανε πολλοί όσιοι, ο άγιος Δανιήλ, ο άγιος Συμεών κι’ άλλοι Μακάριοι άνθρωποι.

Στη Συρία βρίσκεται και το όρος Παράτομον, όπου ασκήτεψε ο όσιος Αβραάμης. Ίσως λέγανε μ’ αυτό το όνομα καμμιά απόγκρεμνη κορυφή του Λιβάνου.

Όρος Πτερύγιον λεγότανε κάποιο βουνό της Φοινίκης, όπως διαλαβαίνει η Λαυσαϊκη Ιστορία. Εκεί ασκούσανε πολλοί αναχωρητές.

Κοντά στη Νίσιβη της Μεσοποταμίας βρισκότανε το Όρος των Σιγόρων, κατοικητήριο αγιών ασκητών.










Όσο για τα αγρίμια και για τα θηρία που θρέφανε αυτά τα βουνά, υπάρχουνε ακόμα και σήμερα, εξόν από τα λεοντάρια. Αλλά και τα λεοντάρια βρισκόντανε ως τα κατοπινά τα χρόνια, όπως φαίνεται από γραψίματα πολλά, κι’ από το Οδοιπορικό ενός προσκηνητή από τη Σαξωνία, που τον λέγενε Βιλλιβάρδο και που ήρθε στην Ανατολή κατά τα 754 μ.Χ. Γράφοντας για της Συρίας τα μέρη, σημειιώνει και τούτα, μιλώντας γα κάποιους ταξειδιώτες: «Ύστερ’ από τούτο το μέρος, περάσανε έναν μεγάλο κάμπο γεμάτον εληόδεντρα, και μαζί τους είτανε κ’ ένας Αράπης με δυο καμήλες και μ’ ένα μουλάρι, που πήγαινε αγώγι κάποια γυναίκα μέσα στο δάσος. Εκεί που περπατούσανε, συναπαντήσανε ένα λεοντάρι, κι’ ώρμησε να τους φάγει, μ’ ανοιχτό στόμα και με μουγκρίσματα. Τότες ο Αράπης τους είπε: ¨μη φοβόσαστε, ας πάμε καταπάνω του¨. Τραβήξανε λοιπόν το δρόμο τους και πήγανε κοντά στο λεοντάρι, και εκείνο, με τη βοήθεια του παντοδύναμου Θεού, γύρισε απ’ άλλον δρόμο κ’ έφυγε. Αφού περπατήξανε από τούτο το μέρος, φτάξανε στην πολιτεία που τη λένε Ταλαμαΐδα κοντά στην ακροθαλασσιά».

Ταλαμαΐδα λέγανε, ως φαίνεται τη Πτολεμαΐδα, αλληώς λεγόμενη Άκρα ή Άγιος Ιωάννης της Άκρας. Σήμερα τη λένε Άκκα, και την έχω ιστορίσει σ΄ ένα ταξίδι που έκανα σε κείνα τα μέρη.



Τα πρώτα μοναστήρια τα χτίσανε στη Μεσοποταμία τρακόσια χρόνια μετά Χριστό και τα λέγενε Μάντρες. Οι καλόγεροι φορούσανε μαύρα ράσα από γιδότριχα ή βροβιές, κ’ είχανε μακρυά μαλλιά, είτανε ξυπόλυτοι, και τρώγανε μια φορά την ημέρα, άλλοι ψωμί κι’ αλάτι, άλλοι λάχανα και όσπρια βρασμένα.
Τα πειό σπουδεία μοναστήρια βρισκόντανε γύρω στην Αντιόχεια, χτισμένα στα λογγάρια και στα δασωμένα βουνά. Στην αρχή είτανε κελλιά σκόρπια, μονάχα πως τα κυβερνούσε ένας προεστώς, πάτηρ ή ηγούμενος, και κάνανε όλοι μαζί την προσευχή τους, από τα γλυκοχαράματα ίσαμε την ώρα πώβγανε ο ήλιος. Ύστερα δευτερώνανε, και πήγαινε ο καθένας στη δουλειά του, άλλος φυτουργούσε, άλλος έπλεκε ζεμπίλια και κοφίνια, άλλος λάτρευε τους άρρωστους, κι άλλος άλλα.
Μεγάλη φήμη είχε το μοναστήρι του Αγίου Ευτρεπίου κοντά στην Αντιόχεια, όπου καλογέρεψε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Άλλα μοναστήρια, χτισμένα κοντά στην Αντιόχεια, είιτανε η μονή των Γιγάντων, του Αγίου Ρωμανού, και του Αγίου Μηνά.
Κάμποσα μοναστήρα βρισκόντανε στον Αμανό. Εκεί πέρα έχτισε δυο τρία κι’ ο Συμεών ο Στυλίτης. Το μεγάλο βρίσκεται ακόμα ρεπασμένο κα το λένε Καλαάτ Σεμάν.
Σιμά στην Αντιόχεια είτανε χτισμένο το μοναστήρι του οσίου Συμενών του Θαυμαστορείτη.
Πολλά ασκηταριά είχαν και σχολειά, όπως το ασκητήρι του Διοδώρου και του Καρτερίου.
Κοντά στην Αντιόχεια είτανε ένα μεγάλο χωριό Γίνδαρος και κει σιμά είιτανε χτισμένη από τον άγιον Αστέριο Λάυρα μεγάλη.
Κοντά στην Έδεσσα βρισκότανε το μοναστήρι του Μαρματθαίου, στο οποίο καλογέρεψε ο όσιος Ισαάκ.
Στη δυτική Συρία, απάνου στο βουνό Κορυφή, βρισκότανε το Μοναστήρι του Αγίου Ευσεβίου. Σ΄ένα άλλο μέρος εκεί κοντά, Γελέδα, λεγόμενο, είχε χτισμένο Μοναστήρι ο όσιος Αμμιανός.
Κοντά στη Ρωσό, πολιτεία επίσημη ανάμεσα στη Συρία και στην Κιλικία, βρισκότανε κάμποσα μοναστήρια. Μέσα σ΄αυτά, ξεχώριζε το μοναστήρι του Αγίου Θεοδοσίου, απάνου στο βουνό το λεγόμενο Σκόπελος.
Κοντά στο χωριό Νικέρτα, είτανε το μοναστήρι του οσίου Αγαπητού. Κοντά στο χωριό Ιουγάτο, στη Βορεινή Συρία, είχε χτισμένο μοναστήρι ο όσιος Παύλος.
Κοντά στο χωριό Ζεύγμα του Ευφράτη υπήρχε το φημισμένο κοινόβιο του οσίου Πουπλίου. Σιμά στο ποτάμι του Τίγρη είτανε χτισμένο το μοναστήρι του Ντιλαΐτη.
Στη Φοινίκη υπήρχανε πολλά μοναστήρια.
Για την Τύρο και γαι την Πτολεμαΐδα γραφει ο άγιος μάρτυρας Αντωνίνος στα 570 μ. Χ. «Η πολιτεία Τύρος έχει άνδρες αντρειωμένους. Η ζωή σ’ αυτό το μέρος είνε ελεεινή κ’ υπάρχει τέτοια παραλυσία, που δε μπορώ να την περιγρλαψω, καταγώγια γεμάτα αμαρτωλές γυναίκες, μεταξωτά κι’ άλλα τέτοια. Από κει πήγαμε στη Πτολεμαΐδα, που είναι πολιτεία ηθική, και βρήκαμε καλά μοναστήρια».

Σε κάποιο μέρος λεγόμενο Τελέδα υπήρχε μοναστήρι χτισμένο από τους αββάδες Ευσέβωνα κ’ Αβίβιο, που είτανε μαθητάδες του αγίου Ευσεβίου. Σήμερα τα ερείπια τα λένε Τελ Αντά.

Άλλα ξακουστά μοναστήρια είτανε τούτα:

Το μοναστήρι του οσίου Μάρωνα, απάνου στη δεξιά οχτιά του Ορόντη ποταμού.

Το μοναστήρι του αγίου Ανίνα του θαυματουργού, μέσα στην έρημο, κοντά στη Νεοκαισάρεια του Ευφράτη, λεγόμενο από τους ντόπιους Μπετ μαρ Ανίνα.

Η μονή του Σαουήλ.

Η μονή του αγίου Ραββουλά κοντά στο Λίβανο.

Πέντε μοναστήρια είτανε στην Αμίδα, κι’ απ’ αυτά σημεώνουμε το μοναστήρι των Εδεσηνών, και το μοναστήρι του Σαμουήλ, κ’ ένα άλλο λεγόμενο Γκυλν, κι’ άλλα πολλά.

Πολλά μοναστήρια είτανε στην Κιλικία. Στα Ανάζαβρα υπήρχε η Λαύρα των Αιγυπτίων.

Κοντά στη Σελεύκεια ανθούσανε πολλά μοναστήρια, από τα οποία γνωρίζουμε το μοναστήρι της Θεοτόκου της Ελεούσας, το μοναστήρι της Αγίας Θέκλας, στο οποίο καλογέρεψε ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, καθώς και το μοναστήρι του οσίου Θεοδοσίου του εν τω Σκοπέλω.
Φώτης Κόντογλου

Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κήπος »

Εκδόσεις Αστήρ, 1944

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

...ουτε υποπτεύονται πώς υπάρχει κάτι πέρα από ο,τι καταλαβαίνουνε μέ τό μυαλό τους.

'Ολοι οι απιστοι κι οσοι ειναι κολλημένοι στήν υλική γνώση, σέ καθέ εποχή καί σέ κάθε φυλή, λένε τά ιδια σάν ακούσουνε τά αποκαλυπτικά λόγια του Ευαγγελίου, καί περιπαίζουνε εκεινον πού τά πιστεύει καί τά λέγει. Κι ουτε υποπτεύονται πώς υπάρχει κάτι πέρα από ο,τι καταλαβαίνουνε μέ τό μυαλό τους.

Φώτης Κόντογλου ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ Σελ, 162

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Μέγας Ευθύμιος: Ο ήλιος της ερήμου



megevfimii2
  
Αληθινά κράζει ο προφήτης: «Αγαλλιάσθω η έρημος και ανθήτω ως κρίνον». Με τη θρησκεία του Χριστού γεμίσανε οι ερημιές από αγίους ανθρώπους, από άνθη πνευματικά. «Και αντί της στιβής, αναβήσεται κυπάρισσος, αντί δε της κονίζης, αναβήσεται μυρσίνη». Και ο υμνωδόςγια τον καθένα απ  αὐτοὺς τους αγγελικούς κατοίκους της ερήμου, που είχανε το δάκρυ καθημερινό, αλλά όχι το δάκρυ της απελπισίας,αλλά της κατανύξεως το «χαροποιόν δάκρυον» ψέλνει παθητικά: «Ταις των δακρύων σου ροαίς, της ερήμου το άγονον εγεώργησας, και τοις εκ βάθους στεναγμοίς εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας, και γέγονας φωστήρ, τη οικουμένη λάμπων τοις θαύμασι, Ευθύμιε πατήρ ημών όσιε. Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.»

Ο άγιος Ευθύμιος ο Μέγας, που εορτάζει τη μνήμη του η Εκκλησία στις 20 του Ιανουαρίου, εστάθηκε ένας από τους φωστήρες της ασκητικήςπολιτείας. Γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας στα 377 μ.X. Αληθινά εκ κοιλίας μητρός ήτανε αγιασμένος, γιατί αφοσιώθηκε στο Θεό απότριών χρονών παιδί. Ο Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης, που μόνασε στο κοινόβιο του αγίου Ευθυμίου ύστερα από την κοίμηση του αγίου, γράφει πως από τα πρώτα χρόνια της ηλικίας του το στόμα του αενάως δοξολογούσε το Θεό, η χαρά του ήτανε να πηγαίνει στην εκκλησία και ναακούγει τα άγια γράμματα με φόβο και κατάνυξη. «Τον δε μεταξύ χρόνον, οίκοι εσχόλαζεν εν τε τη προσευχή και τη ψαλμωδία και ταις των θείων λόγων αναγνώσεσι, διανυκτερεύων τε και ημερεύων, ειδώς ότι ο μελετών εν νόμω Κυρίου ημέρας τε και νυκτός έσται ως και το ξύλον το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων, ο τον καρπόν αυτού δώσει εν καιρώ αυτού».
Σαν έγινε 29 χρονών, πήγε στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησε τους αγίους Τόπους, έπειτα επισκέφθηκε τους πατέρας της ερήμου και τέλος κατοίκησε σ  ἕνα σπήλαιο της λαύρας του Φαράν, κ  ἐζοῦσε με τέλεια ακτημοσύνη, πλέκοντας ψάθες για τη συντήρησή του. Εκεί κάθισε πέντε χρόνια, μ  ἕναν άλλον ασκητή Θεόκτιστο. Μετά τα πέντε χρόνια πήγανε από το Φαράν και ήβρανε μέσα σ  ἕνα ξεροπόταμο, που το λένε τώρα Ουάντι Δαμπόρ, ένα σπήλαιο απόγκρεμνο, κ  ἐκεῖ κατοικήσανε. Με τον καιρό πληθύνανε οι αδελφοί, και στο τέλος κάνανε έναμοναστήρι κοινόβιο, το πρώτο που γίνηκε στην Παλαιστίνη, και μέσα σ  αὐτὸ οι μοναχοί ζούσανε με άκραν αυστηρότητα. Ο μέγας Ευθύμιος,ο ηγούμενός του, έλεγε: «Οφείλει είναι ο μοναχός όλος οφθαλμός, πάντοθεν εαυτόν περισκέπην ακοίμητον έχων προς την αυτού φυλακήν το της ψυχής όμμα, ως εν μέσω παγίδων διοδεύων αεί». Από την αυστηρότητα του βίου κάποιοι μοναχοί απαυδήσανε και θέλανε να φύγουνε.«Τα κελλία στενά λίαν και απαραμύθητα ήσαν, ούτως αυτά του Μεγάλου Ευθυμίου κελεύσαντος».
Χρειάζεται πολύ χαρτί και μελάνι για να γράψει κανένας καταλεπτώς την πολιτεία του αγίου Ευθυμίου, τα λόγια του που σωθήκανε στο βίο του, τα θαύματά του και την κοίμησή του. Η αγιότητά του ακούσθηκε σ  ὅλη τη χριστιανοσύνη. Ονομάσθηκε «μέγας φωστήρ και ήλιος τηςερήμου». Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 20 Ιανουαρίου του έτους 473 μ.X., ημέρα Σάββατο, σε ηλικία 97 χρονών. «Ην δε το είδος αυτού αγγελικόν,η έξις άπλαστος (αφελής, απροσποίητη), το ήθος πραΰτατον, η δε φαινομένη του σώματος αυτού όψις στρογγυλοειδής τε υπήρχε και φαιδρά και λευκή και ευόμματος. Ην δε υποκόλοβος την ηλικίαν και ολοπόλιος, έχων τον πώγωνα μέγαν, φθάνοντα έως της κοιλίας, καιασινή πάντα τα μέλη· ούτε γαρ οι οφθαλμοί αυτού η οι οδόντες η έτερον μέλος το παράπαν εβλάβη αλλά στερρός τε και πρόθυμος ων ετελειώθη».
Ένα από τα πολλά θαύματα που έκανε είναι και το ακόλουθο, που το διηγήθηκε στον Κύριλλο, ο οποίος έγραψε το βίο του αγίου Ευθυμίου,ένας φύλαρχος Σαρακηνός, Τερέβωνας λεγόμενος, για τον πάππο του που είχε το ίδιο όνομα και που τον έγιανε ο άγιος. Αυτός λοιπόν ογέρο – Τερέβωνας, τον καιρό που ήταν ακόμα παιδί παράλυσε το μισό κορμί του, το δεξιό μέρος, από το κεφάλι έως τα πόδια. Ο πατέρας του Ασπέβετος, που ήτανε κι  αὐτὸς φύλαρχος, ήτανε απαρηγόρητος, γιατί οι γιατροί δεν μπορέσανε να δώσουνε ωφέλεια στο παιδί του. Βρισκότανε στην Αραβία κ  εἴχανε στήσει τα τσαντήρια τους. Όπου, μια νύχτα, βλέπει το άρρωστο παιδί στον ύπνο του έναν καλόγερο με μακριά γενειάδα και του λέγει: «Τι ασθένεια έχεις;» Κ  ἐκεῖνο έδειξε το παράλυτο μέρος του κορμιού του. Κι  ὁ μοναχός του λέγει πάλι: «Ο,τι τάξεις στο Θεό, θα το κάνεις, αν ελευθερωθείς από την αρρώστια;» Και το παιδί είπε: «Ναι». Τότε του λέγει ο γέροντας: «Εγώ είμαιο Ευθύμιος, που κάθουμαι στην έρημο, δέκα μίλια ανατολικά της Ιερουσαλήμ, μέσα στο ξεροπόταμο που είναι νοτινά από το δρόμο που πηγαίνει στην Ιεριχώ. Αν θέλεις να θεραπευθείς, έλα σε μένα κι  ὁ Θεός θα σε γιατρέψει».
Το πρωί, είπε το όνειρο το παιδί στον πατέρα του, κ  ἐκεῖνος αμέσως πρόσταξε να σηκώσουνε τις τέντες και να τραβήξουνε κατά το μοναστήρι του αγίου Ευθυμίου, που το βρήκανε ρωτώντας. Οι μοναχοί, σαν είδανε το πλήθος των βαρβάρων, φοβηθήκανε. Μοναχά οΘεόκτιστος κατέβηκε και τους ρώτησε τι ζητάνε. Κ  ἐκεῖνοι του είπανε «τον Ευθύμιο, το δούλο του Θεού». Επειδή όμως ο άγιος Ευθύμιοςησύχαζε κ  εἶχε δώσει παραγγελία να μην τον ανησυχήσουνε ως το Σάββατο, είπε στον Ασπέβετο να περιμένουνε. Αλλά ο δυστυχής πατέρας του έδειξε το παιδί που κειτότανε ξυλιασμένο και τον παρακάλεσε να τον λυπηθεί. Τότε ο Θεόκτιστος πήγε και είπε στον άγιο τηνιστορία. Κ  ἐκεῖνος κατέβηκε, και σαν είδε το παιδί, έκανε προσευχή πολλήν ώρα, ύστερα το σταύρωσε, και παρευθύς έγινε καλά οΤερέβωνας. Βλέποντας οι Αραπάδες αυτό το θαύμα, γονατίσανε και φιλούσανε τα πόδια του αγίου, και τον παρακαλούσανε να τους βαφτίσει. Τότε ο άγιος παράγγειλε να κάνουνε μία μικρή κολυμβήθρα σε μια γωνιά της σπηλιάς, που σώζουνταν ως τον καιρό που ταέγραφε ο Κύριλλος, κι  ἀφοῦ τους κατήχησε, τους βάφτισε. Τους κράτησε στο μοναστήρι σαράντα μέρες για να τους διδάξει τα της θρησκείας, κ  ὕστερα φύγανε. Ένας μοναχά απόμεινε στο μοναστήρι, ο θείος του Τερέβωνα, Τερέβωνας κι  αὐτός, αδελφός της μητέρας του, και χειροτονήθηκε καλόγηρος, και μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, αφού έδωσε πολλά χρήματα για να μεγαλώσουνε το μοναστήρι. Στάθηκε τύπος και υπογραμμός στην ευσέβεια, και κοιμήθηκε εν ειρήνη.
Μια Κυριακή λειτουργούσε ο άγιος Ευθύμιος, και κατά τα συνηθισμένα κάποιος ευλαβέστατος μοναχός Δομετιανός στεκότανε στα δεξιά της αγίας Τραπέζης βαστώντας το λειτουργικό ριπίδι, κι  ὁ Μαρίνος ο Σαρακηνός στεκότανε κοντά στο θυσιαστήριο, ακουμπώντας τα χέρια του στα κάγκελα. Άξαφνα βλέπει φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να απλώνεται απάνω στο θυσιαστήριο σαν νάτανε σεντόνι πύρινο, και σκέπασε το μέγα Ευθύμιο και το μακάριο Δομετιανό. Και έμεινε έτσι σ  ὅλο το χερουβικό. «Τούτο δε το θαύμα ουδείς είδεν ειμή οι όντες του πυρός ένδον, και Τερέβων, και ο Χρυσίππου αδελφός Γαβρήλιος ο Καππαδόκης, ευνούχος ων από γεννήσεως και δι εἰκοσιπέντε ενιαυτών τότε εις την εκκλησίαν προσελθών. Φόβω τοίνυν συσχεθείς ο Τερέβων, έφυγεν εις τα οπίσω, και από τότε ουκέτι προέθετο επιστηρίζεσθαι τω καγκέλω του ιερατείου, καθ  ἣν είχε συνήθειαν τολμηρώς και θρασέως τούτο ποιείν κατά την ώραν της θείας προσκομιδής, αλλ  ὀπίσω πλησίον της θύρας της εκκλησίας ίστατο, μετά φόβου και ευλαβείας κατά την της συνάξεως ώραν κατά την κελεύουσαν εντολήν ευλαβείς έσεσθαι τους υιούς Ισραήλ και μη καταφρονητάς».
Φώτης Κόντογλου, Ασάλευτο Θεμέλιο, Ακρίτας 1996

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Ο Μ. Βασίλειος κι ο παραµορφωµένος Χριστιανισµός

https://vatopaidi.files.wordpress.com/2011/12/cebcceadceb3ceb1cf82-ceb2ceb1cf83ceafcebbceb5ceb9cebfcf82-2.jpg?w=780

Φώτης Κόντογλου 
Θέλω να µιλήσω για τον άγιο Βασίλειο, αλλά να µην πω τα συνηθισµένα που λένε όσοι γράφουνε γι’ αυτόν τον αληθινά Μέγαν άγιο.
Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασµένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ’ η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η “θύραθεν” σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γραµµατα, στη ρητορική και στ’ άλλα εφήµερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησµονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσµική σοφία, που τη λέγει “µωρίαν παρά τω Θεώ”.
Γιά τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, µάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι’ ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήµη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσηµο από τον Χριστιανισµο. Γι’ αυτό, όλα τα µετράνε µ’ αυτά τα µέτρα. Η αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο µυαλό, µ’ ένα σύντοµον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιµούσε και εκτιµα η αµαρτωλή ανθρωπότητα κι’ όσα είναι η περιττά για το χριστιανό, η βλαβερά, κατά το Ευαγγέλιο. Μα δεν πάει να λέγη το Ευαγγέλιο! Αυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους.

Τον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Χριστός, αυτοί, σώνει και καλά, µε το ζόρι, τον ανακηρύξανε “µέγαν ρήτορα”, αυτόν που είπε λ.χ. “ου γαρ απέστειλέ µε ο Χριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα µη κενωθή ο σταυρός του Χριστού”, και που γράφει στους Κολοσσαείς: “Βλέπετε (προσέξετε) µη τις υµας έσται ο συλαγωγών διά της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κοσµου, και ου κατά Χριστόν”. Αυτοί οµως που εξηγούνε στο λαό την Αγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι’ αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι “κενή απάτη”, τον ανακηρύξανε µέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κοσµου, και ου κατά Χριστόν”. Θέλουνε να τον κάνουνε “εφάµιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα”, ώστε να έχη κι’ ο Χριστιανισµος κάποιους µεγάλους νόας κι’ όχι µοναχά τους πτωχούς τω πνεύµατι, τα φτωχαδάκια, τους αγράµµατους Αποστόλους, τους απλοικούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους µάρτυρες και αγίους.
Τούς τέτοιους ψευτοχριστιανούς τους τρώγει η περηφάνια, η κοσµική µαταιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος “εική φυσιούµενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών”, και “εν σαρκί όντες” και τα σαρκικά τιµώντες, θέλουν “Θεώ αρέσαι”. Τον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο “παν ο ουκ εκ πίστεως, αµαρτία εστίν” δηλ. “ο,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αµαρτία”, µε τη µικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα µέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι’ αυτά είναι οι πιο µεγάλοι τίτλοι που µπορούνε να φαντασθούνε. Με πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν µπορούσε να τους πη αυτά τα πραγµατα κανένα στοµα, παρεκτός από τον Παύλο, και οµως δεν πήρανε χαµπάρι οι καινούριοι γραµµατείς. Ας είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι.
Άκουσε πως µιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: “Επειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κοσµος διά της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός διά της µωρίας του κηρύγµατος σώσαι τους πιστεύοντας. Επειδή και Ιουδαίοι σηµείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ηµεις δε κηρύσσοµεν Χριστόν εσταυρωµένον, Ιουδαίοις µεν σκάνδαλον, Έλλησι δε µωρίαν...”. Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Ευαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη µεµωραµένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Χριστού µωρία.
Δείχνω µεγάλη επιµονή σ’ αυτό το ζήτηµα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Ευαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόµενον εις ζωήν αιώνιον”, µε τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι µη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κοσµο, και γίνουνται αιτία µε τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται µε την “κενή απάτη”, που θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, οµολογηµένη η ανοµολόγητη;
Όλα αυτά προέρχονται από τον παραµορφωµένο Χριστιανισµο που µαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήµια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισµου και του ουµανισµου, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Χριστιανισµο σ’ εµας. Γιατί έχουµε την κατάρα να µαθαίνουνε όλα τα δικά µας από τους ξένους, ακόµα και την αρχαία γλώσσα.
Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασµένους ουµανίστες ψευτοχριστιανούς. Καί παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίµησή τους, επειδή, µε τα µέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσµια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, µεθοδικότητα, ψυχολογική οξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιµούνε πολύ, χωρίς να µπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο µεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.
Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: “Πού σοφός; Πού γραµµατεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσµικής σοφίας). Ουχί εµώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κοσµου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιός από τους σοφούς του κοσµου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, µε τη διαλεκτική τους, θα µπορέση να συζητήση, η καν να καταλάβη αυτά που λεµε εµεις οι µωροί, εµεις που δεν γνωρίζουµε τα µαστορικά γυρίσµατα της διαλεκτικής, εµεις οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εµεις, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύµα το Άγιον µε το στοµα µας;”
Καί παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούµεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουµένων”. Ποιοί είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούµενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής µαστόροι της κοσµικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να µην τους φθάνη το φως του Ευαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε µέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”
Λοιπόν, κατά το πνεύµα “του αιώνος τούτου του καταργουµένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Βασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραµµάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.
Αλλά πόσο συµφωνος είναι ο άγιος µε κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνοµάθειά του και για την εκτίµηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από µια επιστολή που έγραψε στον Ευστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:
“Εγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα µάταια πραγµατα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά µου τη χάλασα µε το να κοπιάζω για πραγµατα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόµενος να µελετώ τα µαθήµατα της “παρά του Θεού µωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιµοµουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα µάτια µου στο θαυµαστό φως της αληθείας του Ευαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουµένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή µου, παρακαλούσα το Θεό να µε χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δογµατα της ευσέβειας.
Καί πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει µεγάλη διαστροφή η ψυχή µου από τη συναναστροφή µου µε τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Ευαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί µέσα είναι γραµµένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα µοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να µην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καµµια συµπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δροµο στη ζωή του, ώστε, µαζί µ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”.
Αλλά ποιός δίνει σηµασία σ’ αυτά που λέγει ο Μέγας Βασίλειος; Εµεις κάναµε ένα δικό µας Χριστιανισµο, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Χριστιανισµο, όπως λέγει ο µεγάλος Ιεροεξεταστής του Ντοστογιέφσκη, γιατί ο Χριστιανισµος που δίδαξε ο Χριστός είναι ανεφάρµοστος, απάνθρωπος. Εµεις, αντί ν’ ανέβουµε προς τον Χριστό, που λέγει “εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εµένα”, τον κατεβάσαµε εκεί που βρισκόµαστε εµεις, και κάναµε ένα Χριστιανισµο συµφωνο µε τις αδυναµίες µας, µε τα πάθη µας, µε τις κοσµικές φιλοδοξίες µας, και δώσαµε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιµουµε και που θαυµάζει η υλοφροσύνη µας, τους κάναµε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήµονες κ.λπ. Ο µεγάλος Ιεροεξεταστής, σαν πήγανε µπροστά του τον Χριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κοσµος), του είπε: “Τον καιρό που ήρθες στον κοσµο έφερες στους ανθρώπους µια θρησκεία σκληρή, ανεφάρµοστη, απάνθρωπη. Εµεις την κάναµε βολική, ανθρωπινή. Τι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κοσµο; Να µας τη χαλάσης, µόλις τη βάλαµε στο δροµο; Γι’ αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόµατί σου, σαν αιρετικόν”.
Ο βολικός, ο ανθρωπινός Χριστιανισµός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασµα, είναι η συχαµερή παραµόρφωση που έπαθε το Ευαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.
"Γίγαντες ταπεινοί", εκδόσεις Ακρίτας

Ο πολυαγαπημένος Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ


 
Κάποιος καλὸς φίλος μου μοῦ χάρισε ἕνα μικρὸ εἰκονισματάκι σὲ σμάλτο ρούσικο, ἕνα ἐγκόλπιο, ποὺ παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀπὸ τὸ πίσω μέρος εἶναι καπλαντισμένο μὲ βελοῦδο, καὶ φαίνεται πὼς τὸ φοροῦσε κατάσαρκα στὸ λαιμό του κανένας ἅγιος ἄνθρωπος τῆς τσαρικῆς Ρωσίας.

Μὲ πολλὴ συγκίνηση δέχθηκα αὐτὸ τὸ δῶρο, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι πολὺ ἀγαπητὸς σὲ μένα, ὅπως εἶναι συμπαθέστατος καὶ σὲ ὅσους τὸν ξέρουνε. Κρέμασα λοιπὸν αὐτὸ τὸ εἰκονισματάκι στὸ εἰκονοστάσι μας, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἁγίους, ποὺ τοὺς παρακαλοῦμε στὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς μας, καὶ ποὺ ἀνάμεσά τους ξεχωρίζουνε ὁ ἅγιος Νικόλαος κι᾿ ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Πρόδρομος, κ᾿ οἱ νέοι ἢ νεοφανεῖς ἅγιοι, ὅπως οἱ ἅγιοι μάρτυρες Ῥαφαὴλ καὶ Νικόλαος, ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χιοπολίτης, ὁ ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων, ὁ ἅγιος Δαυῒδ ὁ Γέρων, ὁ ἅγιος Νεκτάριος κ.ἄ.

Τὸ σμαλτένιο εἰκονισματάκι ποὺ εἶπα, παριστάνει τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ ποὺ περπατᾶ μέσα στὸ δάσος, ἕνα γεροντάκι σκυφτό, ἀκουμπισμένο στὸ ραβδί του μὲ τὸ δεξὶ χέρι καὶ στ᾿ ἀριστερὸ βαστᾶ ἕνα κομποσκοίνι. Τὸ πρόσωπό του λαμποκοπᾶ ἀπὸ τὴν καλοσύνη, καὶ τὸ ρασοφορεμένο σῶμα του μὲ τὰ χοντροπάπουτσά του ἔχει μία σεβάσμια κι᾿ ἀξιαγάπητη κίνηση, γεμάτο ἁγιοσύνη καὶ πραότητα.

Αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους, γιατὶ γεννήθηκε στὸ Κοὺρκ κατὰ τὰ 1759 καὶ κοιμήθηκε στὰ 1833, δηλαδὴ ἔζησε στὸν ἴδιον καιρὸ μὲ τὸ δικό μας ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἤτανε Προχόρ, δηλαδὴ Πρόχορος, κ᾿ ἤτανε τὸ τρίτο παιδὶ τῆς οἰκογένειάς του. Τὰ μεγαλύτερά του ἤτανε ἕνας ἀδελφὸς καὶ μία ἀδελφή. Ὁ πατέρας του ἤτανε πρακτικὸς κάλφας ποὺ ἔχτιζε ἐκκλησιές. Λίγο πρὶν νὰ γεννηθῆ ὁ Προχόρ, ἔπιασε νὰ χτίζη μία μεγάλη ἐκκλησία, μὰ δὲν πρόφταξε νὰ τὴν τελειώση, γιατὶ πέθανε. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα του ἤτανε ἄξια κ᾿ εἶχε μάθει κοντά του κάμποσα ἀπὸ τὴν τέχνη του, κι᾿ ἅμα ἀπόμεινε χήρα, ἀνάλαβε ἐκείνη ν᾿ ἀποτελειώση τὴν ἐκκλησιά. Πολλὲς φορὲς ἔπαιρνε μαζί της καὶ τὸ μικρὸ Προχόρ, ποὺ ἔδειχνε μεγάλη ἀγάπη στὴν τέχνη τῶν γονιῶν του.

Ἀπὸ τότε φανέρωσε ὁ Θεὸς πὼς τὸν προώριζε γιὰ τὸ μεγαλύτερο πνευματικὸ ἀξίωμα ποὺ ὑπάρχει, δηλαδὴ νὰ γίνη ἅγιος. Καὶ τὸ φανέρωσε μὲ τοῦτον τὸν τρόπο: Ὁ Προχὸρ ἤτανε ἑφτὰ χρονῶν. Μιὰ μέρα τὸν πῆρε ἡ μητέρα τοῦ μαζί της στὴν ἐκκλησιὰ ποὺ ἔχτιζε. Τὴν ὥρα ποὺ ἀνεβαίνανε στὸ καμπαναριό, ὁ Προχὸρ παίζοντας, σὰν παιδί, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε ἀπὸ τόσο ψηλά, ποὺ θὰ σκοτωνότανε σίγουρα. Μὰ σὰν νὰ τὸν πιάσανε κάποια ἀόρατα χέρια, καὶ δὲν ἔπαθε τίποτα. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔτυχε νὰ περνᾶ ἕνας θεοφοβούμενος ἄνθρωπος ποὺ εἶχε προορατικὴ χάρη, κ᾿ εἶπε στὴ μητέρα του πὼς ὁ Θεὸς ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα, γιατὶ προώριζε τὸ παιδὶ νὰ γίνη ἕνας μεγάλος ἅγιος.

Σὰν ἔγινε δέκα χρονῶν, ἀρρώστησε, κ᾿ ἔπαψε νὰ πηγαίνη στὸ σκολειό. Δὲν ἔφτανε ἡ ἀρρώστια, ἀλλὰ στενοχωριότανε περισσότερο ποὺ ἔχανε τὰ μαθήματα, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε πολὺ τὰ γράμματα. Μιὰ νύχτα τὸν ἄκουσε ἡ μητέρα του νὰ μιλᾶ μὲ κάποιον. Σὰν τὸν ρώτησε, τῆς εἶπε πὼς εἶχε δὴ τὴν Παναγία, καὶ πὼς τοῦ εἶπε πὼς θὰ τὸν γιατρέψη. Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Γιατί, ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες μέρες περνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι τοὺς μιὰ λιτανεία μὲ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, κ᾿ ἡ μητέρα τοῦ τὸν πῆγε καὶ τὴν ἀνασπάσθηκε. Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ παιδὶ ἔγινε ὁλότελα καλά.

Ἀπὸ τότε δὲν ἀπόλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, καὶ κάθε μέρα διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο. Κάποτε συναπάντησε στὸ δρόμο ἐκεῖνον τὸν θεοφοβούμενον ἄνθρωπο ποὺ ἔτυχε τὴν ὥρα ποὺ γκρεμνίσθηκε ἀπὸ τὸ καμπαναριό, καὶ μὲ τὸν καιρὸ δέσανε στενὴ φιλία μεταξύ τους. Ὁ ἕνας ἐκμυστηρευότανε στὸν ἄλλον κάποια μυστηριώδη ὁράματα, μὰ δὲν τὰ λέγανε σὲ κανέναν ἄλλον, γιὰ νὰ μὴν τοὺς περιπαίζουνε. Ὡστόσο περνούσανε γιὰ «βλαμμένοι», ὅπως λένε τοὺς εὐλαβεῖς οἱ ἄπιστοι, μὰ ἐκεῖνοι δὲν δίνανε σημασία καὶ κάνανε τὸν ἀπανάγαθον, δηλαδὴ ἤτανε «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί». Στὸν παληὸν καιρὸ σταθήκανε κάποιοι ἅγιοι, ποὺ κάνανε τὸν τρελὸ γιὰ τὸν Χριστό, ὥστε νὰ τοὺς περιφρονοῦνε οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ τοὺς ταπεινώνουνε, κ᾿ ἔτσι νὰ σβήνουν ὁλότελα τὸν ἐγωισμό τους καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά τους. Αὐτὴ ἡ ἄσκηση ἤτανε ἀπὸ τὶς πιὸ σκληρές, ὅπως οἱ στυλίτες, καὶ γιὰ τοῦτο «οἱ διὰ Χριστὸν σαλοί» ἤτανε πολὺ λίγοι. Ὁ πιὸ σπουδαῖος στάθηκε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ποὺ ἐζοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τοὺς σκύλους, κατὰ τὰ 450 μ.X., ὁ Συμεὼν ὁ Σύρος, ποὺ ἔζησε στὰ 550 μ.X. καὶ δυό-τρεῖς ἄλλοι. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἔλεγε ὑστερώτερα πὼς σὲ τέτοιο σκληρὸ δρόμο ὁ Κύριος δὲν προσκαλεῖ ποτὲ ψυχὲς ἀδύνατες.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὑπῆρχε μεγάλη εὐλάβεια στὴ Ρωσία. Ἕνα πλῆθος ἄνθρωποι εἴχανε τὴν ψυχὴ καὶ τὴ διάνοιά τους γυρισμένη στὸν οὐρανό. Διαβάζανε τοὺς βίους τῶν Ἁγίων ποὺ εἴχανε μεταφρασθῆ ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, καθὼς καὶ τὰ μαρτύριά τους, προπάντων τῶν νεομαρτύρων μας ποὺ σφαζόντανε ἢ κρεμιόντανε ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἰδιαίτερη ἀγάπη νοιώθανε γιὰ τοὺς ἀσκητάδες ποὺ εἴχανε ζήσει στὴν ἔρημο, προπάντων στὴν Αἴγυπτο, στὴ Συρία καὶ στὴν Παλαιστίνη, μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ σὲ σκισμάδες τῶν βουνῶν, τριγυρισμένοι ἀπὸ τὸν ἀτελείωτον ἄμμο. Στὴ χώρα τοὺς ὅμως δὲν ὑπήρχανε τέτοια πράγματα, παρὰ μοναχὰ ἀπέραντα μέρη δασωμένα, ἔρημα καὶ κεῖνα, μὰ ἀντὶ λιοντάρια καὶ κροκοδείλους εἴχανε ἄλλα ἀγρίμια, λύκους, ἀρκοῦδες, τσακάλια κ.ἄ. Ἐκεῖ, μέσα στὰ πυκνὰ δέντρα, κάνανε τὴν καλύβα τους ἀπὸ ξύλα κάποιοι ἀσκητάδες, καὶ μὲ τὸν καιρὸ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέρη χτιζόντανε μοναστήρια.

Ὁ Προχὸρ διάβαζε τέτοια ἀσκητικὰ βιβλία, κ᾿ εἶχε πόθο ν᾿ ἀσκητέψη. Μάζευε στὸ σπίτι τοὺς τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς, κι᾿ ἀντὶ γιὰ παραμύθια ποὺ λέγανε γιὰ νὰ περάσουνε οἱ ἀτελείωτες ὧρες τῆς χειμωνιάτικης νύχτας, τοὺς διάβαζε αὐτὰ τὰ συναξάρια, ἢ τοὺς ἐξηγοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο.

Μὲ τὸν καιρό, ἀποφάσισε νὰ πάγη νὰ προσκυνήση στὸ Κίεβο, σ᾿ αὐτὴ τὴ ρωσικὴ Σιῶν, μὲ τὶς ἀμέτρητες ἐκκλησιὲς καὶ τὰ πολλὰ μοναστήρια. Ἐκεῖ ξομολογήθηκε τὸν πόθο του στοὺς καλόγηρους, καὶ κεῖνοι τοῦ εἴπανε νὰ πάγη νὰ καλογερέψη σ᾿ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκότανε στὸ Σάρωφ, στὴν περιφέρεια τοῦ Κούρκ. Γυρίζοντας στὸ σπίτι του, τὰ εἶπε ὅλα στὴ μητέρα του, καὶ κείνη συμφώνησε μαζί του, τὸν σταύρωσε μὲ ἕναν μπρούτζινο σταυρὸ ποὺ τὸν εἴχανε οἰκογενειακὸ κειμήλιο, καὶ τούδωσε τὴν εὐχή της. Αὐτὸν τὸ σταυρὸ ὁ Προχὸρ τὸν εἶχε μαζί του ὡς ποὺ πέθανε.

Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὸ Κοὺρκ μαζὶ μ᾿ ἄλλους δυὸ φίλους του, ποὺ εἴχανε κι᾿ αὐτοὶ τὸν πόθο νὰ γίνουνε μοναχοί. Τραβήξανε λοιπὸν κ᾿ οἱ τρεῖς μαζί, μ᾿ ἕνα ταγάρι στὸν ὦμο καὶ μ᾿ ἕνα ραβδί, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ Σάρωφ.

Τὸ μοναστήρι ἤτανε χτισμένο ἀπάνω σ᾿ ἕνα ψήλωμα ποὺ τὸ ζώνανε δυὸ ποτάμια, ὁ Σάτης κ᾿ ἡ Σάροβκα. Στὸν τόπο τοῦ μοναστηριοῦ βρισκότανε ἄλλη φορὰ ἕνα παλιὸ κάστρο. Τὸν καιρὸ ποὺ ξεχυθήκανε οἱ Τάταροι στὴ Ρωσία, χτυπήσανε κεῖνο τὸ κάστρο καὶ τὸ πήρανε, καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸ κάθισε ὁ ἀρχηγός τους. Βρεθήκανε σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο κοντάρια, σπαθιά, σαγίτες κι᾿ ἄλλα παλαιὰ ἅρματα. Αὐτὰ τὰ μέρη τὰ βαστάξανε οἱ Τάταροι ὡς ἑκατὸ χρόνια. Ὕστερά τους διώξανε οἱ Ρῶσοι, καὶ κατὰ τὸν πόλεμο γκρεμνίσθηκε τὸ κάστρο καὶ ρήμαξε. Τὸ βουνὸ τὸ πνίξανε τὰ δέντρα ποὺ θεριέψανε, καὶ γίνηκε δάσος ἄγριο, γεμάτο θηρία. Τρακόσια χρόνια δὲν πάτησε ἐκεῖ πέρα ἄνθρωπος, ὡς ποὺ φάνηκε ἕνας ἀσκητὴς Ἰωάννης, κοντὰ στὰ 1700. Μὲ τὸν καιρό, πήγανε κοντά του κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες καὶ γίνηκε μοναστήρι, αὐτὸ ποὺ πῆγε νὰ καλογερέψη ὁ Προχόρ.

Ὁ κανονισμὸς τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε σὰν τὸν κανονισμὸ ποὺ εἴχανε τὰ μοναστήρια στ᾿ Ἅγιον Ὅρος καὶ τ᾿ ἄλλα τῆς Ἀνατολῆς. Ἁπλὸς κι᾿ αὐστηρός. Ἀκτημοσύνη καὶ ἐργόχειρο γιὰ νὰ βγάζουνε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Δουλεύανε καὶ στὰ χωράφια, σπέρνανε, θερίζανε, ἁλωνίζανε. Κάποιοι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἤτανε καὶ μαραγκοί, ἄλλοι πάλι ὑφαίνανε στὸν ἀργαλειὸ ἢ κάνανε σχοινιά. Τὰ χειμωνιάτικα ροῦχα τοὺς ἤτανε κανωμένα ἀπὸ προβιές, τὰ καλοκαιρινά τους ἀπὸ καννάβι. Ὁ ἡγούμενος δούλευε σὰν τοὺς ἄλλους, δίνοντας τὸ μάθημα τῆς ταπεινοφροσύνης. Οἱ ἀδελφοὶ ζούσανε μὲ μεγάλη σκληραγωγία, μὲ νηστεία, μ᾿ ἀγρυπνία, μὲ προσευχή. Ὅ,τι εἴχανε, τὸ μοιράζανε στοὺς φτωχούς, γύρω στὸ μοναστήρι. Ἡ ἐλεημοσύνη ἤτανε μία ἀπὸ τὶς πιὸ σπουδαῖες φροντίδες τους. Στὰ 1776 ἔπεσε πείνα στὸν τόπο, κι᾿ ὁ ἡγούμενος ἄνοιξε τὶς ἀποθῆκες τοῦ μοναστηριοῦ καὶ μοίραζε σιτάρι στοὺς πεινασμένους, ποὺ τρέχανε μερμηγκιὰ στὸ μοναστήρι. Κάθε μέρα περνούσανε ὡς χίλιοι πεινασμένοι.

Ὁ Προχὸρ ἔφταξε στὸ μοναστήρι στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 1779, γεμάτος χαρὰ ἀπὸ τὸ περπάτημα ποὺ ἔκανε μέσα σὲ κείνη τὴν ἁγνὴ φύση. Χτύπησε τὴν πόρτα. Τὸν ὑποδεχτήκανε μὲ προθυμία. Ὁ ἡγούμενος ἤξερε τοὺς γονιοὺς τοῦ Προχόρ, ἐπειδὴ ἤτανε ἀπὸ τὸ Κούρκ, καὶ χάρηκε πολὺ σὰν εἶδε τὸ παιδί τους, καὶ μάλιστα σὰν τοῦ εἶπε πὼς ἤθελε νὰ καλογερέψη. Τότε ὁ Προχὸρ ἤτανε 19 χρονῶν, μεγαλόσωμος, γερός, μὲ ζωηρὰ γαλανὰ μάτια ποὺ καθρεφτίζανε τὴν ἁγνὴ καὶ καθαρὴ ψυχή του. Εἶχε ἀφήσει νὰ μεγαλώσουνε τὰ ξανθὰ μαλλιά του, ποὺ πέφτανε στοὺς ὤμους του, κι᾿ ἀπὸ τότε ἔμοιαζε σὰν ἅγιος. Εἶχε ἀπάνω του τὴ σφραγίδα ποὺ ἔχουνε οἱ λιγοστοὶ ἄνθρωποι, ποὺ γι᾿ αὐτοὺς εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς πὼς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ θέλημα σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀνδρός, ἀλλὰ γεννηθήκανε ἀπὸ τὸ Θεό.

Ἔγινε λοιπὸν ὁ Προχὸρ δόκιμος, κι᾿ ὅλοι οἱ μοναχοὶ τοῦ μοναστηριοῦ θαυμάζανε τὸ μεγάλο ζῆλο του, τὴν εὐλάβειά του καὶ τὴν ταπείνωσή του. Χαρά του ἤτανε νὰ κάνη τὶς πιὸ κοπιαστικὲς καὶ ταπεινωτικὲς δουλειές. Ἡ προσευχὴ δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὸ στόμα του, κι᾿ ἀπὸ μέσα του ἔλεγε ὁλοένα τὴν καρδιακὴ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».

Ἀλλά, μ᾿ ὅλη τὴν αὐστηρότητα ποὺ βαστοῦσε ἀπάνω στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή του, στὴ συναναστροφή του ἤτανε πάντα ἀνοιχτόκαρδος καὶ χαρούμενος, «ἐν ἰλαρότητι». Συνήθιζε νὰ λέγη, σὰν γέρασε, πὼς δὲν εἶναι ἁμαρτία τὸ νὰ εἶναι κανένας γελαστὸς καὶ καλόκαρδος. «Τὸ πιὸ φοβερὸ πρᾶγμα γιὰ τὸν χριστιανό, ἔλεγε, εἶναι ἡ ἀπογοήτευση».

Τὸν βάλανε νεωκόρο, καὶ τὸν χειροθετήσανε ἀναγνώστη. Πρῶτος πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ τελευταῖος ἔβγαινε. Διάβαζε ἀκατάπαυστα τὸ Εὐαγγέλιο, ὄρθιος μπροστὰ στὶς εἰκόνες, μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ κατάνυξη. Ἔλεγε: «Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δίνει προσοχὴ στὰ θεϊκὰ λόγια, εἶναι σὰν τὸ φύλακα ποὺ ξαγρυπνᾶ, ψηλὰ στὸν πύργο, ἀπάνω στὴν Ἱερουσαλὴμ τῆς καρδιᾶς του». Ἔλεγε ἀκόμα, σὰν γέρασε, πὼς ἡ ὑπομονὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες χάρες ποὺ ἀποχτᾶ ὁ χριστιανός, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος «ἐν τῇ ὑπομονῇ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν». Ὅσο αὐστηρὸς ἤτανε στὸν ἑαυτό του, τόσο ἐπιεικὴς καὶ συγκαταβατικὸς ἤτανε γιὰ τοὺς ἄλλους.

Ἀλλά, ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν κακοπάθηση, ἀρρώστησε. Πρήσθηκε ὅλο τὸ σῶμα του, καὶ κειτότανε στὸ κρεβάτι, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ἀκόμα εἰκοσιενὸς χρονῶν παλληκάρι. Τρία χρόνια ὑπόφερε τοὺς πόνους τῆς σκληρῆς ἀρρώστιας του, μὰ ὁ Θεὸς τὸν δοκίμαζε. Γι᾿ αὐτό, μιὰ μέρα ποὺ εἶχε μεταλάβει τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, εἶδε νὰ φανερώνεται μπροστά του ἡ Παναγία, μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη. Ἡ Παναγία πῆγε κοντά του κ᾿ εἶπε στοὺς ἀποστόλους: «Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι δικός μας». Ὕστερα ἄγγιξε μὲ τὸ χέρι τῆς τὸν ἄρρωστο, καὶ χάθηκε. Ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα ἔγινε καλά.

Πῆρε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια καὶ πῆγε στὴν πατρίδα του γιὰ νὰ συνάξη συνδρομές, «ἐλέη», ὅπως τὰ λένε στὰ μοναστήρια. Ἡ μητέρα τοῦ εἶχε πεθάνει. Βρῆκε μονάχα τὸν ἀδελφό του ποὺ εἶχε κληρονομήσει τὴν περιουσία τους, καὶ ποὺ τοῦ ἔδωσε κάμποσα χρήματα γιὰ νὰ χτίση ὁ Προχὸρ μιὰ ἐκκλησιά, κοντὰ στὸ κελλὶ ποὺ πέρασε τὴ βαρειὰ ἀρρώστια του, καὶ ποὺ τὴ γιάτρεψε ἡ Παναγία. Καὶ πράγματι χτίσθηκε, μαζὶ μ᾿ ἕνα σπίτι γιὰ τοὺς ἀρρώστους. Στὸ χτίσιμο βοήθησε κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ Προχὸρ μὲ τὰ χέρια του.

Σὰν γύρισε στὸ μοναστήρι, ἔπιασε τὴν ἴδια ἄσκηση, ὡς ποὺ ἐκάρη μοναχός, μὲ τὸ ὄνομα Σεραφείμ, ποὺ εἶναι τὄνομα ποὺ ἔχουνε τὰ Ἀγγελικὰ Πνεύματα τῆς πρώτης τάξεως, καὶ ποὺ θὰ πῆ «πύρινα». Κατόπι χειροτονήθηκε διάκονος. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, κατὰ τὴ λειτουργία, ποὺ εἶχε πάρει κ᾿ ἐκεῖνος μέρος, εἶδε μέσα στὸ ἅγιο Βῆμα τὸν Χριστό, τριγυρισμένον ἀπὸ ἀρχαγγέλους καὶ ἀγγέλους. Ὁ μακάριος εἶχε δὴ καὶ πολλὰ ἄλλα μεγάλα θαύματα.

Σὰν πέθανε ὁ ἡγούμενος Παχώμιος, ποὺ ἀγαποῦσε τὸν Σεραφεὶμ σὰν παιδί του, πῆρε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸ νέο ἡγούμενο γιὰ νὰ ζήση ἀπομοναχιασμένος. Στὸ δάσος μέσα εἶχε κάνει ἀπὸ ἐλατόξυλα μία καλύβα, μιὰ «ἴσμπα», ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε δόκιμος, καὶ πήγαινε κ᾿ ἔκοβε ξύλα. Σ᾿ αὐτὴ τὴν καλύβα λοιπὸν πῆγε καὶ κλείσθηκε. Ἐκεῖ μέσα προσευχότανε, χωρὶς νὰ τὸν ταράζη κανένας. Ἀργότερα ἔλεγε: «Αἰσθανόμουνα νὰ μὲ σπρώχνη μία ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ δὲν πίστευα πιὰ πὼς ζοῦσα ἀπάνω στὴ γῆ, τόση χαρὰ πλημμύριζε τὴν καρδιά μου».

Μέσα στὰ δάση τοῦ Σάρωφ ὑπήρχανε κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες, ὁ ἕνας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον ὡς δυό-τρία βέρστια. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς γνωρίζανε τὸν πάτερ Σεραφείμ, ἐπειδὴ ἤτανε κι᾿ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Κούρκ. Ἡ δική του καλύβα βρισκότανε σ᾿ ἕνα χαμοβούνι μὲ πυκνὰ δέντρα. Στὸ νοῦ τοῦ ὁλοένα εἶχε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, μέρα-νύχτα συλλογιζότανε τὰ διάφορα ἱστορικὰ τοῦ Κυρίου, μὲ θεϊκὸν ἔρωτα. Κι᾿ ἐπειδὴ βρισκότανε μακριὰ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, γιὰ νὰ θαρρῆ πὼς ζεῖ ἐκεῖ ποὺ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος ὁ Χριστός, ἔδωσε διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ μέρη ποὺ ἔκανε τὴν προσευχή του. Ἕνα μέρος τὸ ὀνόμασε «Ναζαρέτ», κ᾿ ἐκεῖ ἔψελνε τοὺς Χαιρετισμούς, ἕνα ἄλλο, ποὺ εἶχε μία σπηλιά, τὸ εἶπε «Βηθλεέμ», καὶ κεῖ μέσα προσκυνοῦσε τὸν Χριστὸ στὴ φάτνη, ἀνέβαινε σὲ ἕνα ψήλωμα καὶ διάβαζε τὴν «ἐπὶ τοῦ Ὅρους Ὁμιλία». Μέσα σ᾿ ἕνα λαγκάδι πήγαινε καὶ διάβαζε τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο μὲ τὰ τελευταία λόγια τοῦ Χριστοῦ. Τὸ βασίλειό του εἶχε καὶ τὸ «Θαβώρ», τὸν «Γολγοθά» καὶ τὴ «Γεθσημανή». Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ εἶχε πάντα μαζί του μέσα στὸ ταγάρι του. «Δὲν εὐφραίνεται, ἔλεγε ὑστερώτερα, μοναχὰ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα δυναμώνει». Τὶς ὦρες ποὺ δὲν προσευχότανε, ἔκοβε ξύλα ἢ ἔσκαβε στὸ περιβολάκι του. Τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ κοινωνοῦσε. Τὶς περισσότερες φορὲς τὸν παρακαλούσανε οἱ μοναχοὶ νὰ μὴ φύγη ἀμέσως, γιὰ νὰ ἀκούσουνε τὰ ἁγιασμένα λόγια του. Γυρίζοντας πίσω στὴν κέλλα του, ἔπαιρνε παξιμάδι γιὰ ὅλη τὴ βδομάδα. Μὰ πάντα τοῦ περίσσευε. Τόδινε στὰ ἄγρια ζῶα ποὺ ἤτανε οἱ συντρόφοι του, λύκοι, ἀρκοῦδες, τσακάλια, ἀλεποῦδες, σαῦρες, φίδια κι᾿ ἄλλα, καθὼς καὶ στ᾿ ἀγαπημένα τοῦ τὰ πουλιά.

Ὡστόσο, κ᾿ ἕναν τέτοιον Ἅγιο δὲν τὸν ἄφηνε ὁ διάβολος ἀπείραχτον. Τὶς μεγάλες χειμωνιάτικες παγωμένες νύχτες, ποὺ φυσομανοῦσε ὁ ἀγέρας στὰ δέντρα, ἔνοιωθε νὰ σφίγγεται τὸ στῆθος του ἀπὸ τὸ φόβο. Τὸν ἔπιανε ἡ φοβερὴ κατάσταση ποὺ τὴ λένε οἱ ἀσκητάδες «ἀκηδία», δηλαδὴ παράλυση πνευματικὴ κι᾿ ἀπελπισία. Ἔνοιωθε πὼς τὸν πολεμοῦσε «ὁ δαίμων τῆς ἐρήμου», κ᾿ ἔκραζε στὸν Κύριο νὰ τὸν γλυτώση. Διάβαζε ταχτικὰ τὸ Μεσονυκτικό, τὸν Ὄρθρο, τὶς Ὧρες, τὸν Ἑσπερινό, ὅπως παραγγέλνει ἡ μοναχικὴ πολιτεία. Γιὰ νὰ νικήση τὸ φόβο, πήγαινε τὶς νύχτες καὶ στεκότανε ὄρθιος ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο, βαθειὰ μέσα στὸ πυκνὸ καὶ κατασκότεινο δάσος, λέγοντας ὁλοένα: «Ὁ Θεός, ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ». Χίλια μερόνυχτα προσευχότανε γιὰ νὰ τὸν βοηθήση ὁ Θεὸς νὰ νικήση τὸ σατανᾶ. Τρία χρόνια ὁλόκληρα. Καὶ τότε κατατροπώθηκε ὁ πονηρός, κ᾿ εἰρήνεψε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου. Τρία χρόνια δὲν ἐπῆγε στὸ μοναστήρι, κ᾿ οἱ μοναχοὶ ἀπορούσανε τί ἔτρωγε. Φαίνεται πὼς θρεφότανε μ᾿ ἕνα χορτάρι ποὺ φύτρωνε στὸ δάσος, ἐπειδή, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, τὸ ἔδειξε σὲ μία ἀπὸ τὶς γερόντισσες ἑνὸς μοναστηριοῦ ποὺ βρισκότανε κοντὰ στὸ χωριὸ Ντιβεέβο, καὶ ποὺ τὸν εἴχανε στὰ γερατειά του πνευματικὸν πατέρα. Αὐτὸ τὸ χορτάρι τότρωγε χλωρὸ τὸ καλοκαίρι, καὶ τὸ διατηροῦσε ξερὸ γιὰ τὸ χειμώνα.

Πέρασε κάμποσον καιρὸ κλεισμένος στὴν καλύβα του, χωρὶς νὰ μιλᾶ ὁλότελα. Δὲν πήγαινε καθόλου στὸ μοναστήρι. Ἂν τύχαινε νὰ συναπαντήση κανέναν ἄνθρωπο στὸ δάσος, ἔσκυβε τὸ κεφάλι τοῦ ἴσαμε τὴ γῆ καὶ περίμενε νὰ περάση γιὰ ν᾿ ἀνασηκωθῆ. Τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ πηγαίνανε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ ποὺ τὸ βάζανε στὸ κατώφλι του, τὶς περισσότερες φορὲς τὸ βρίσκανε ἄγγιχτο. Ἐπειδὴ ἀνησυχούσανε στὴ μονή, ὁ ἡγούμενος πάτερ Νήφων τὸν κάλεσε νὰ γυρίση στὸ μοναστήρι. Ὁ ἅγιος ὑπάκουσε. Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο, κ᾿ ὕστερα σφαλίσθηκε στὸ κελλί του, καὶ δὲν ξαναφάνηκε. Πέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔμεινε κλεισμένος, κατὰ διαταγὴ τῆς Θεοτόκου, ὅπως εἶπε ἀργότερα. Καὶ πάλι ἡ Παναγία τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάψη τὸ κλείσιμό του.

Ἂν καὶ πρωτύτερα πηγαίνανε στὸ μοναστήρι πολλοὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, σὰν μαθεύτηκε πὼς ὁ Ἅγιος ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, πληθύνανε οἱ προσκυνητές, ποὺ τρέχανε γιὰ νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ «στάρετς». «Στάρετς» στὰ ρωσικὰ θὰ πῆ «γέροντας», «πνευματικός», «ξομολόγος». Ὁ ρωσικὸς λαὸς εἶχε πολὺν σεβασμὸ στοὺς «στάρετς», ὅπως ὁ δικός μας στοὺς «πνευματικούς». Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ καταλάβαινε τί εἶχε μέσα κάθε καρδιὰ ποὺ τὸν πλησίαζε, γιατὶ εἶχε λάβει τὴ χάρη νὰ εἰσχωρῆ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξομολογιόντανε, θαυμάζανε πὼς ἤξερε τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς τους, πρὶν νὰ τοῦ τὰ ποῦνε. Σ᾿ ὅλους εὐχότανε νὰ ἀποχτήσουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς. Ὁ Ἅγιος εἶχε καὶ προφητικὸ χάρισμα. Σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν πὼς μποροῦσε νὰ γνωρίζη τί εἶχε κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔλεγε: «Τέκνον μου, δὲν λέγω σ᾿ ὅποιον ἔρχεται σὲ μένα τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ ὅ,τι μὲ προστάζει ὁ Θεός». Σ᾿ ὅσους βλογοῦσε ἔδινε κι᾿ ἀπὸ ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ ταγάρι του, βουτηγμένο στὸ κρασί. Συχνὰ τοὺς ἄλειφε μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι τῆς Παναγίας.

Μιὰ μέρα τοῦ πήγανε ἕναν ἄρρωστο, ἕνα νέο παλληκάρι ποὺ τὸ λέγανε Μιχάλη Μαντούρωφ. Ὑπόφερνε ἀπὸ δυνατοὺς πόνους στὰ πόδια καὶ στεκότανε ὄρθιος μὲ δυσκολία. Μόλις εἶδε τὸν Ἅγιο, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν γιατρέψη. Ὁ Ἅγιος τὸν ρώτησε: «Πιστεύεις στὸ Θεό;» καὶ τὸν κοίταξε μὲ διαπεραστικὴ ματιά. «Πιστεύω», ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος. Τότε ὁ στάρετς τοῦ εἶπε νὰ βγάλη τὶς μπότες του, ἄλειψε τὰ πόδια του μὲ τὸ λάδι τοῦ καντηλιοῦ καὶ τούδωσε ἕνα-δυὸ κομματάκια ξερὸ ψωμί. Ὕστερά του εἶπε: «Περπάτηξε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Κι᾿ ὁ ἄρρωστος περπάτηξε, φχαριστώντας τὸν Ἅγιο. Κ᾿ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Δὲν σὲ θεράπευσα ἐγώ, τέκνον μου. Μοναχὰ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνη θαύματα. Αὐτὸν νὰ εὐχαριστήσης».

Ὁ Μαντούρωφ δὲν ἤξερε μὲ τί τρόπο νὰ δείξη τὴν εὐγνωμοσύνη του. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἐλευθέρωσε τοὺς σκλάβους του, κι᾿ ἀφιέρωσε ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ κτήματά του στὰ μοναστήρια τοῦ Ντιβεέβο.

Ὓστερ᾿ ἀπὸ τὸν Μαντούρωφ, θεράπευσε ὁ Ἅγιος κι᾿ ἄλλους, παράλυτους, κωφάλαλους, δαιμονιζόμενους, τυφλούς, καὶ μ᾿ ἄλλες ἀρρώστιες. Γύρω ἡ περιφέρεια ἤτανε ἀνάστατη. Ὁ Ἅγιος ἔγινε τὸ καταφύγιο κ᾿ ἡ παρηγοριὰ τῶν δυστυχισμένων.

Προφήτεψε γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ περνοῦσε ὁ λαός του, ὅπως κάνανε οἱ Προφῆτες γιὰ τοὺς Ἑβραίους. Ἡ Ρωσία σπαραζότανε στὸν καιρό του ἀπὸ πολιτικὲς καὶ θρησκευτικὲς ταραχές. Ἔλεγε: «Ὁ λαός μας μάκρυνε ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς σωτηρίας, καὶ τραβὰ κάθε μέρα τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ». Ἔλεγε ἀκόμα πὼς θὰ φεύγανε οἱ σταυροὶ ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες καὶ πὼς θὰ γκρεμνιζόντανε τὰ μοναστήρια. «Θὰ ἔρθη μία θλίψη, ἔλεγε, ποὺ δὲν παρουσιάσθηκε τέτοια ὅμοια ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου. Κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι δὲν θὰ προφταίνουνε νὰ μαζεύουν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τὴ γῆ». Ὅποτε μιλοῦσε γιὰ τέτοια πράγματα, τὸ πρόσωπό του σκυθρώπαζε καὶ πονοῦσε. Ἡ παρηγορία τοῦ ἤτανε ἡ προσευχή. Μέσα στὸ κελλί του δὲν εἶχε μήτε κρεβάτι, μήτε τζάκι, μὲ κεῖνο τὸ κρύο της Σιβηρίας. Εἶχε μοναχὰ ἕνα καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Κάθε βδομάδα διάβαζε μὲ τὴ σειρὰ ἀπὸ τὰ Τέσσερα Εὐαγγέλια, τὴ Δευτέρα ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον, τὴν Τρίτη ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον, τὴν Τετάρτη ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν, τὴν Πέμπτη ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην, τὴν Παρασκευὴ τὴν ἀκολουθία τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τὸ Σάββατο τὴν ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Πάντων, καὶ τὴν Κυριακὴ μεταλάβαινε τὴ Θεία Κοινωνία.

Ἀδιάκοπα παρακαλοῦσε γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν προσευχὴ κι᾿ ἀπὸ τὰ δάκρυά του θύμωνε ὁ διάβολος καὶ τὸν χτυποῦσε στὸ σῶμα. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε πὼς ἐκεῖνα τὰ χτυπήματα καίγανε σὰν τὸ πυρωμένο σίδερο.

Πολλοὶ εἴδανε τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ νὰ στέκεται στὸν ἀγέρα, ἀπάνω ἀπὸ τὴ γῆ. Συχνὰ σκόρπιζε τὴν κακοκαιριά, πρόβλεπε τὴν πείνα κ᾿ εἰδοποιοῦσε τοὺς χωριάτες νὰ κάνουνε τὶς προμήθειές τους, ἔδιωχνε τὶς ἐπιδημίες καὶ πρόλεγε τοὺς πολέμους, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο, καθὼς καὶ μ᾿ ἄλλα σπουδαῖα γεγονότα.

Ὅλη ἡ Ρωσία τὸν εἶχε γιὰ πατέρα καὶ γιὰ προστάτη της, ἀπὸ τ᾿ ἀρχοντικὰ ὡς τὴν πιὸ φτωχὴ ἴσμπα. Πολλὲς φορὲς οἱ προσκυνητὲς φτάνανε τὶς δυὸ χιλιάδες σὲ μιὰ μέρα ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ρωσίας, καὶ γεμίζανε τὸ δρόμο τοῦ Ἀρζαμᾶς ποὺ πήγαινε στὸ μοναστήρι. Ἄλλοι μὲ ἁμάξια, ἄλλοι μὲ καζάκες (ἕλκηθρα), κι᾿ ἄλλοι μὲ τὰ πόδια. Πολλοὶ περπατούσανε ὁλόκληρες βδομάδες.

Τὰ χαράγματα χτυπούσανε οἱ καμπάνες γιὰ τὸν ὄρθρο, ἄνοιγε ἡ μεγάλη ὀξώπορτα, κ᾿ οἱ προσκυνητὲς μπαίνανε μέσα στὴν αὐλή, σὰν ἀληθινὴ θάλασσα. Ὁ Ἅγιος ἔβγαινε σὲ λίγο ντυμένος μὲ ἄσπρο ράσο, καὶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ σὲ κάθε μεριὰ τῆς Ρωσίας ἔβλεπε κανένας στρατεύματα σὲ κίνηση, κι᾿ ὁ μεγάλος δρόμος βρισκότανε κοντὰ στὸ Σάρωφ. Πλῆθος στρατιῶτες μὲ τοὺς ἀξιωματικούς τους πηγαίνανε νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ τοὺς προστατεύη στὶς ἐκστρατεῖες τῆς Τουρκίας, τῆς Πολωνίας καὶ τοῦ Ναπολέοντα. Τὸ κήρυγμά του ἤτανε πολὺ ἁπλό: «Δίνε νὰ φάγη ὁ πεινασμένος. Δίνε νὰ πιῆ ὁ διψασμένος. Νὰ εἶσαι δίκαιος. Νὰ ἔχης εἰρηνικὴ κι᾿ ἀγαθὴ ψυχή».

Στὸ κελλάκι τοῦ μέσα ἤτανε ἀναμμένα πολλὰ κεριὰ εἰς μνήμην ζώντων καὶ κεκοιμημένων. Τὸ καντηλάκι ἔφεγγε πάντα ἀκοίμητο μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἕνα σκαμνὶ κ᾿ ἕνας μικρὸς πάγκος ἤτανε γιὰ τοὺς προσκυνητές. Ἕνα ἄλλο σκαμνάκι ἤτανε τὸ κάθισμά του καὶ τὸ τραπέζι του. Χάμω ἤτανε ἁπλωμένο ἕνα σακκὶ σὲ μίαν ἄκρη, τὸ στρῶμα του. Εἶχε καὶ μία νεκρόκασα στὸ διάδρομο, ποὺ τὴν ἔσκαψε ὁ ἴδιος σ᾿ ἕνα δέντρο, γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του, καὶ κεῖ μέσα κοιμότανε καμμιὰ φορά.

Ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὰ παιδάκια, ποὺ παίζανε μαζί του, σὰν νάτανε κ᾿ ἐκεῖνος μικρὸ παιδί. Τ᾿ ἀγκάλιαζε, τάσφιγγε στὸ στῆθος τοῦ λέγοντας συγκινημένος: «Μικροὶ θησαυροί μου!». Πολλὰ παιδιὰ θεραπεύονταν μ᾿ ἕνα λόγο του, ποὺ δὲν τὸν προσέχανε, πολλὲς φορές, οἱ δικοί τους. Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, ἂς ποῦμε, ἔβλεπε ἕνα ἄρρωστο παιδάκι, ποὺ τὸ φέρανε οἱ γονιοί του, πετσὶ καὶ κόκκαλο. Ἡ ματιὰ τοῦ Ἁγίου ἔπεφτε ἀπάνω του, τὸ ἔπαιρνε στὴν ἀγκαλιά του, τὸ φιλοῦσε κ᾿ ἔλεγε στοὺς γονιούς του: «Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ τὸ κάνη καλά», κ᾿ ὕστερα γύριζε πρὸς τοὺς ἄλλους ἀρρώστους. Σὲ λίγο μαθευότανε πὼς ἐκεῖνο τὸ παιδάκι εἶχε γίνει καλά.

Σὰν γύρισε ὁ πάτερ Σεραφεὶμ στὸ μοναστήρι, τρέξανε οἱ καλογρηὲς ἀπὸ τὸ Ντιβεέβο καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ τοὺς πάρη κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγησή του. Ὁ Ἅγιος ὠργάνωσε καλύτερα τὸ μοναστήρι τους, τοῦ ἔδωσε ἕναν καινούριον κανονισμό, καὶ κυβερνοῦσε τὶς μοναχὲς σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς καὶ τὶς ὑποδείξεις ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν Παναγία. Ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ ἤτανε τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐπειδὴ γύρω στὸ Ντιβεέβο εἶχε μεταλλεῖα ποὺ βγάζανε σίδερο, μαζευόντανε ἐκεῖ κάθε καρυδιᾶς καρύδι, μαχαιροβγάλτες, μπεκρῆδες καὶ κάθε παραλυσία. Σιγὰ-σιγά, αὐτὸς ὁ κολασμένος τόπος ἔγινε ἥσυχος κ᾿ εἰρηνικός, μὲ τὴ χάρη καὶ μὲ τὰ κηρύγματα τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. «Ἡ Μεταμόρφωσις, ἔλεγε, μεταμόρφωσε αὐτὸν τὸν τόπο».

Ἡ ἀδελφή του Μιχάλη Μαντούρωφ, Ἑλένη, εἶχε γίνει μοναχή. Εἶχε μαζί της καὶ μία μικρὴ ὑπηρέτρια ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀποχωρισθῆ τὴν κυρά της. Μὰ τὸ κορίτσι ἀρρώστησε ἀπὸ φθίση. Ἡ Ἑλένη τόβαλε στὸ κρεβάτι της καὶ τὸ περιποιότανε νύχτα μέρα. Ὡστόσο, δὲν ἔζησε πολύ, κι᾿ ὁ θάνατός του πίκρανε πολὺ τὴν Ἑλένη, ποὺ ἔνοιωθε πὼς θὰ πέθαινε κι᾿ αὐτὴ γλήγορα. Ἡ μονάχη ἐπιθυμία τῆς ἤτανε νὰ μὴν πεθάνη πρὶν ἀπὸ τὸν πάτερ Σεραφείμ. Ὁ ἀδελφός της, ποὺ ἤτανε διαχειριστὴς τοῦ μοναστηριοῦ, ἔλειπε ἀπὸ τὸ μοναστήρι, καὶ μάθανε πὼς ἤτανε καὶ κεῖνος ἄρρωστος, κ᾿ ἡ Ἑλένη ἔγινε χειρότερα. Εἶπε στὸ γέροντα πὼς ἤθελε νὰ πεθάνη, ἀντὶ τὸν ἀδελφό της. Μὰ σὲ λίγο ταράχθηκε καὶ φώναξε: «Πάτερ, φοβοῦμαι τὸ θάνατο!». Ὁ ἅγιος της εἶπε: «Τί ἔχουμε, τέκνον μου, νὰ φοβηθοῦμε ἀπὸ τὸ θάνατο; Γιὰ μᾶς ὁ θάνατος εἶναι μία αἰώνια χαρά». Τὴ ράντισε μὲ ἁγιασμὸ καὶ τὴν πῆγε ὡς τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ της. Ξάπλωσε στὸ κρεβάτι της καὶ δὲν ξανασηκώθηκε πιά. Ὁ θάνατός της στάθηκε ἁγιασμένος. Κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἀποχαιρέτησε τὶς ἀδελφές, ζητώντας τὲς συγχώρηση, καὶ τὶς παρακάλεσε νὰ τὴν ντύσουν γιὰ τὴν κηδεία της. Πρὶν νὰ παραδώση τὸ πνεῦμα της, εἶπε πὼς ἔβλεπε τὸν Χριστὸ μέσα σὲ πύρινη λάμψη. Οἱ μοναχὲς πιάσανε νὰ κλαῖνε γύρω στὸ σκήνωμα, καὶ πήγανε κλαίγοντας κ᾿ εἴπανε στὸ στάρετς πὼς ἡ Ἑλένη κοιμήθηκε. Κ᾿ ἐκεῖνος τὶς εἶπε: «Ἀνόητα παιδιά μου, δὲν καταλαβαίνετε τίποτα! Λοιπὸν δὲν εἴδατε τὴν ψυχή της ποὺ πέταξε σὰν περιστέρι στοὺς οὐρανούς;»

Μὲ τὸν ἴδιο ἐξαίσιο τρόπο κοιμήθηκε κ᾿ ἡ Μαρία Μιλιούκωφ, μιὰ ἅγια μοναχὴ δεκαεννιὰ χρονῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ἔσκαψε τὴν κάσα τῆς μέσα σ᾿ ἕνα δέντρο δρῦ, κι᾿ ἔδωσε τὸ σάλι του γιὰ νὰ τυλίξουνε τὸ σῶμα της. Οἱ μοναχὲς ξεμπλέξανε τὰ ὡραῖα ξανθὰ μαλλιά της, ποὺ τὰ ἔκρυβε ἡ Μαρία μέσα στὸ καλογερικό της σκέπασμα, καὶ στὰ σταυρωμένα χέρια τῆς ἀκουμπήσανε τὴ Σύνοψη τοῦ πάτερ Σεραφείμ.

Ἡ Μαρία εἶχε μία μικρὴ ἀνηψιά, ποὺ τὴ δίδασκε ἡ Ἑλένη Μαντούρωφ γιὰ νὰ ἀκολουθήση τὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ὁ Ἅγιος ἔλεγε: «Εἶναι ἕνας ἔνσαρκος ἄγγελος. Ὡστόσο δὲν θὰ γίνη μοναχή, ἀλλὰ θὰ γίνη σύζυγος τοῦ Νικόλα Μοτοβίλωφ». Ὅπως κ᾿ ἔγινε. Ὁ Μοτοβίλωφ ἤτανε ἕνα ἀρχοντόπαιδο. Ὁ πατέρας του εἶχε μεγάλα κτήματα. Τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε μικρός, πήγαινε κ᾿ ἔπαιζε μὲ τὸν Ἅγιο στὸ κελλί του. Εἶχε πολὺ γερὸ μυαλό, καὶ συχνὰ ἔβαζε σὲ ἀμηχανία τοὺς δασκάλους του μὲ τὶς ἐρωτήσεις του. Σὰν ἔγινε παλληκάρι, ἀγάπησε ἕνα κορίτσι, ποὺ ὁ πατέρας του εἶχε κι᾿ αὐτὸς μεγάλα κτήματα, ποὺ συνορεύανε μὲ τοῦ Μοτοβίλωφ. Ἀλλὰ ὁ Νικόλας ἔπαθε ἄξαφνα μιὰ παράλυση, καὶ κόντεψε νὰ πεθάνη ἀπὸ τὸν καημό του. Μὰ ὁ Ἅγιος τὸν γιάτρεψε. Τοῦ εἶπε, μάλιστα, πὼς δὲν θὰ πάρη ἐκείνη ποὺ ἀγαποῦσε, ἀλλὰ τὴ μικρὴ Ἑλένη Μιλιούκωφ, ποὺ εἴπαμε, ὅπως καὶ τὴν πῆρε. Ἀπὸ τότε πήγαινε ταχτικὰ στὸ μοναστήρι, καὶ μιλοῦσε μὲ τὸ στάρετς. Ἔγραψε μάλιστα καὶ μία θαυμαστὴ συνομιλία ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἅγιο, καὶ τὸ χαρτὶ τὸ βρῆκε, ὕστερ᾿ ἀπὸ 70 χρόνια, μετὰ τὸ θάνατό του, ἡ χήρα του Ἑλένη, μέσα στὴν ἀποθήκη τῆς μονῆς, καὶ τὸ ἐμπιστεύθηκε σὲ ἕνα γνωστό της συγγραφέα, ποὺ δημοσίεψε αὐτὲς τὶς σημειώσεις στὴν «Ἐφημερίδα τῆς Μόσχας», στὰ 1903. Αὐτὴ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἔκθεση θὰ τὴ βάλουμε παρακάτω.

Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ συνήθιζε νὰ πηγαίνη στὸ ἐρημητήρι τοῦ ὕστερα ἀπὸ τὸν ἑσπερινό της Κυριακῆς. Συχνὰ καθότανε ἐκεῖ πολλὲς μέρες. Ἐπειδὴ ὑπόφερνε ἀπὸ τὰ πόδια του καὶ κουραζότανε, καθότανε κοντὰ σὲ μιὰ πηγὴ γιὰ νὰ ξεκουραστῆ. Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ περνοῦσε κοντὰ ἀπὸ τὸ νερό, παρουσιάσθηκε μπροστά του ἡ Παναγία, καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι τῆς κατὰ τὸ μέρος ποὺ ἀνάβρυζε ἄλλη φορὰ τὸ νερό. Μονομιᾶς πετάχθηκε ἀπὸ τὸ χῶμα ἕνα συντριβάνι κατακάθαρο νερό, κ᾿ ἡ Θεοτόκος εἶπε στὸν Ἅγιο πὼς ἐκεῖνο τὸ νερὸ θὰ θεράπευε πολλούς.

Ἔχουμε πῆ παραπάνω πὼς ὁ Νικόλας Μοτοβίλωφ εἶχε γράψει κάποιες σημειώσεις ἀπὸ μία συνομιλία του μὲ τὸν ἅγιο Σεραφείμ, ποὺ βρεθήκανε ὕστερ᾿ ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια. Αὐτὴ ἡ συνομιλία ἔγινε κατὰ τὸ τέλος τοῦ Νοέμβρη τοῦ 1831, καὶ τὸ χειρόγραφο βρέθηκε στὰ 1901. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Μοτοβίλωφ:

«Ἤτανε μία συννεφιασμένη μέρα. Χιόνι πολὺ εἶχε σκεπάσει τὴ γῆ, καὶ πέφτανε πυκνὲς οἱ ἄσπρες μπαμπακοῦρες. Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ μ᾿ ἔβαλε νὰ καθίσω δίπλα του, ἀπάνω σ᾿ ἕνα κομμένο δέντρο, σ᾿ ἕνα ξέφωτο μέσα στὸ δάσος. Ὕστερά μου εἶπε: «Ὁ Θεός μου φανέρωσε πὼς στὰ παιδικὰ χρόνια σου ἤθελες νὰ μάθης ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Σὲ συμβουλεύανε νὰ πηγαίνης στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνης τὴν προσευχή σου στὸ σπίτι, νὰ δίνης ἐλεημοσύνη καὶ νὰ κάνης ὅλα τὰ καλὰ τὰ ἔργα, γιατὶ σ᾿ αὐτὰ βρίσκεται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μὰ δὲν σὲ ἱκανοποιούσανε αὐτὰ μοναχά. Λοιπόν σου λέγω πὼς ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, οἱ ἀγρυπνίες καὶ κάθε ἄλλο χριστιανικὸ ἔργο εἶναι πολὺ καλά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι νὰ κάνουμε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ σκοπὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Γνώριζε πὼς κανένα καλὸ ἔργο δὲν φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂν δὲν γίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι μοναχὰ ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἐγὼ τότε τὸν ρώτησα: «Τί ἐννοεῖς, πάτερ, λέγοντας ἀπόκτηση; Δὲν καταλαβαίνω καθαρά». Ὁ Ἅγιος μου εἶπε: «Ἀποκτῶ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ κερδίζω. Ξέρεις τί θὰ πῆ κερδίζω χρήματα. Ἀποκτῶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Στὴ ζωή, οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι ἔχουνε γιὰ σκοπὸ νὰ κερδίσουνε χρήματα, καὶ κεῖνοι ποὺ στέκουνται πιὸ ψηλὰ στὴν κοινωνία, θέλουνε νὰ κερδίσουνε τιμὲς καὶ δόξα. Τὸ νὰ ἀποκτήση κανένας τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι σὰν νὰ κερδίζη ἕνα αἰώνιο ἀπόκτημα, τὴν αἰώνια ζωή, ἕνα θησαυρὸ ποὺ δὲν καταστρέφεται κι᾿ οὔτε χάνεται ποτέ. Κάθε καλὸ ἔργο, ποὺ κάνουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα μας δίνει αὐτὴ τὴ χάρη ἡ προσευχή, γιατὶ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ, πλούσιος ἢ φτωχός, ἄρχοντας ἢ χωριάτης, δυνατὸς ἢ ἀδύνατος, γερὸς ἢ ἄρρωστος, ἐνάρετος ἢ ἁμαρτωλός. Λοιπὸν ἂς συνάξουμε τὸ θησαυρὸ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζητᾶ νάβρη τὴ σωτηρία του καὶ ποὺ μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μπορεῖ μὲ τὶς καλὲς πράξεις νὰ ἀποκτήση τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἐργάζεται μέσα μας καὶ μᾶς εἰσάγει στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ ὅλα τὰ πεσίματά μας, μ᾿ ὅλο τὸ σκοτάδι ποὺ περιζώνει τὴν ψυχή μας, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὸ βάπτισμα, δὲν παύει νὰ λάμπη μέσα στὴν καρδιά μας μὲ τὸ φῶς τῆς μετανοίας. Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ σβήνει ὅλα τὰ σημάδια ποὺ ἀφήσανε τὰ παλιὰ ἁμαρτήματά μας καὶ μᾶς ντύνει μ᾿ ἕνα μανδύα ἄφθαρτον ποὺ εἶναι καμωμένος ἀπὸ τὴ χάρη». Τοῦ λέγω: «Πάτερ μου, μοῦ μιλᾶς γιὰ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πὼς μπορῶ νὰ τὴ δῶ; Τὰ καλὰ τὰ ἔργα τὰ βλέπουμε, μὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πὼς μπορεῖ νὰ τὸ δὴ κανένας; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίσω ἂν βρίσκεται ἢ δὲν βρίσκεται μέσα μου;» Ὁ Ἅγιος μου ἀποκρίθηκε: «Ὅταν κατεβαίνη τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ εἰσχωρεῖ μέσα του, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ μία χαρὰ ἀνέκφραστη, γιατὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μεταμορφώνει σὲ χαρὰ ὅ,τι ἀγγίξει. Φανερώνεται σὰν ἕνα ἀνιστόρητο φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκδηλώνεται ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γνωρίσανε μὲ τὶς αἰσθήσεις τοὺς τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Τότε τὸν ρώτησα: «Πῶς θὰ μπορέσω νὰ τὸ δῶ κ᾿ ἐγὼ μὲ τὰ μάτια μου;» Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ὁ πάτερ Σεραφεὶμ ἔβαλε τὰ χέρια του στοὺς ὤμους μου καὶ μοῦ εἶπε: «Τέκνον μου, βρισκόμαστε κ᾿ οἱ δυό μας μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα... Γιατί δὲν θέλεις νὰ μὲ κοιτάξης;» «Πάτερ μου, τοῦ εἶπα, δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω. Τὰ μάτια σου βγάζουνε ἀστραπές. Τὸ πρόσωπό σου ἔχει γίνει πιὸ ἀστραφτερὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ τὰ μάτια μου θαμπώσανε ἀπὸ τὸ φῶς». «Μὴ φοβᾶσαι, τέκνο τοῦ Θεοῦ, εἶπε ὁ γέροντας. Κ᾿ ἐσὺ εἶσαι ὁλόφωτος ὅπως εἶμ᾿ ἐγώ. Γιατὶ βρίσκεσαι μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δῆς μὲ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βλέπεις». Ἔσκυψε ἀπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε σιγανὰ στὸ αὐτί: «Εὐχαρίστησε τὸν Ὕψιστο γιὰ τὴν ἄπειρη καλοσύνη του. Προσευχήθηκα μυστικὰ στὸν Κύριο καὶ εἶπα μέσα μου: Κύριε, ἀξίωσε τὸν νὰ ἰδῆ καθαρὰ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Σου, ποὺ τὴ φανερώνεις στοὺς δούλους σου ὅποτε καταδέχεσαι νὰ παρουσιασθὴς μέσα στὸ μεγαλοπρεπὲς φῶς τῆς δόξης Σου. Κι᾿ ὅπως βλέπεις, ὁ Κύριος ἀμέσως δέχθηκε τὴν προσευχὴ τοῦ τιποτένιου Σεραφείμ. Πόση εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ χρωστοῦμε στὸ Θεὸ γιὰ τοῦτο τὸ ἀνείπωτο δῶρο ποὺ μᾶς ἔδωσε! Μήτε οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου δὲν ἀξιώνονταν πάντα νὰ δοῦνε τέτοια φανερώματα τῆς ἀγαθότητός Του. Λοιπόν, τέκνον μου, κοίταξέ με ἐλεύθερα. Μὴ φοβᾶσαι, ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας».

Τότε πῆρα θάρρος ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ τὸν κοίταξα. Μὰ μ᾿ ἔπιασε τρόμος! Νὰ φαντασθῆς μέσα στὴ σφαίρα τοῦ ἥλιου τὸ καταμεσήμερο, ποὺ λαμποκοπᾶ μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή του, τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου. Βλέπεις νὰ σοῦ μιλᾶ, νὰ σαλεύουνε τὰ χείλια του, βλέπεις τὴν ἔκφραση τῶν ματιῶν του ποὺ ἀλλάζει, ἀκοῦς τὴ φωνή του, νοιώθεις τὰ χέρια του ποὺ σὲ κρατοῦνε ἀπὸ τοὺς ὤμους, μὰ δὲν βλέπεις μήτε αὐτὰ τὰ χέρια, μήτε τὸ σῶμα τοῦ συνομιλητῆ σου, ἀλλὰ μοναχὰ μιὰ δυνατὴ φεγγοβολῆ ποὺ σὲ τυφλώνει καὶ ποὺ ἁπλώνει ὁλόγυρα, φωτίζοντας μὲ τὴ λάμψη τῆς τὸ χῶμα καὶ τὶς ἄσπρες μπαμπακοῦρες ποὺ πέφτουνε ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ὁ Ἅγιος μὲ ρώτησε: «Τί αἰσθάνεσαι;» «Εἰρήνη καὶ ἠρεμία, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω», εἶπα. «Τί ἄλλο καταλαβαίνεις, τέκνον μου;» «Μιὰ ἀνείπωτη χαρὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιά μου». «Αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ αἰσθάνεσαι, τέκνον μου, δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ σὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ γράφει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος· ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν᾿ (A´ Κορ. β´ 9). Ἐμεῖς πήραμε ἕναν ἀρραβώνα μοναχὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά, ἀλλὰ τί θὰ εἶναι ἄραγε ὁλόκληρη ἐκείνη ἡ χαρά; Τί αἰσθάνεσαι ἀκόμα, τέκνο τοῦ Θεοῦ;» «Μιὰ ἀνέκφραστη ζεστασιά». «Μὰ πῶς, τέκνον μου; Βρισκόμαστε μέσα στὸ δάσος, εἶναι χειμώνας, καὶ πατᾶμε ἀπάνω στὸ χιόνι. Ποιὰ λοιπὸν εἶναι αὐτὴ ἡ ζεστασιὰ ποὺ νοιώθεις;» «Εἶναι σὰν ἕνα ζεστὸ λουτρό. Ἀκόμα αἰσθάνομαι μία εὐωδία, ποὺ τὴ νοιώθω γιὰ πρώτη φορά». Ὁ Ἅγιος εἶπε: «Τὸ γνωρίζω, τὸ γνωρίζω, αὐτὸ ἴσια-ἴσια ἤθελα νὰ μοῦ πῆς. Αὐτὴ ἡ εὐωδία εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι᾿ αὐτὴ ἡ ζεστασιά, ποὺ μοῦ λές, δὲν εἶναι γύρω μας, ἀλλὰ μέσα μας. Αὐτὴ ζέσταινε τοὺς ἀσκητάδες καὶ δὲν φοβόντανε τὸ χειμωνιάτικο κρύο, γιατὶ ἡ χάρις ἤτανε τὸ ροῦχο ποὺ τοὺς προστάτευε. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε τώρα. Νά, αὐτὸ εἶναι νὰ βρίσκεται κανένας μέσα στὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θὰ θυμᾶσαι τούτη τὴ χάρη ποὺ ἀξιώθηκες; Ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήση νὰ φυλάγης αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν καρδιά σου, γιατὶ δὲν δόθηκε μοναχὰ σὲ σένα νὰ τὰ γνωρίσης, ἀλλά, ἀπὸ σένα, σ᾿ ὁλόκληρον τὸν κόσμο. Πήγαινε λοιπὸν στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας».

Ἔφυγα, καὶ σὰν μάκρυνα λίγο, ἔστρεψα κ᾿ εἶδα πὼς ἐκεῖνο τὸ ἐξαίσιο ὅραμα δὲν εἶχε χαθῆ ἀκόμα. Ὁ γέροντας καθότανε ὅπως ἤτανε στὴν ἀρχή, καὶ τὸ ἀνέκφραστο φῶς, ποὺ εἶχα δὴ μὲ τὰ μάτια μου, τὸν ἔκανε νὰ φεγγοβολᾶ ὁλόκληρος».

Ὁ ἅγιος Σεραφείμ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴ μεγάλη ἀγάπη ποὺ εἶχε ὁ λαὸς γι᾿ αὐτόν, ὡστόσο εἶχε πιῆ καὶ πολλὲς πίκρες. Ὄχι μοναχὰ κάθε ἅγιος θὰ τραβήξη βάσανα, θλίψεις καὶ διωγμούς, ἀλλὰ κι᾿ ὁ κάθε χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὰ χριστιανός, ἂν δὲν περάση ἀπὸ κάποιο μαρτύριο, ἂν δὲν ἀκούση βρισιὲς καὶ συκοφαντίες, ἂν δὲν πάθη ἐξευτελισμοὺς καὶ περιπαίγματα, κατὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάδες του: «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Οἱ πονηροὶ καὶ σαρκικοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸν χωνεύανε, γιατὶ ὁ κόσμος τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν θαύμαζε. Τὸν κατηγορούσανε κι᾿ ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Σάρωφ. Ἀκόμα κ᾿ οἱ μοναχὲς στὸ Ντιβεέβο εἴχανε χωριστεῖ σὲ δυὸ κόμματα, καὶ κομματάρχης στὸ ἕνα, ποὺ μισοῦσε τὸν Ἅγιο, ἤτανε ἕνας νεαρὸς δόκιμος, ἕνα πνευματικὸ τέκνο του, ποὺ ἔκανε ψεύτικα πὼς ἀγαποῦσε τὸ γέροντά του, ἐνῶ ἔσκαβε τὸ λάκκο του.

Κατὰ τὰ 1831, δυὸ μέρες πρὶν ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ Ἅγιος εἶχε πληροφορία ἄνωθεν πὼς θὰ τοῦ φανερωνότανε ἡ Παναγία τὴ νύχτα τῆς γιορτῆς της. Ἐκείνη τὴ νύχτα πιάσανε τὴν προσευχὴ ὁ Ἅγιος μαζὶ μὲ μιὰ εὐσεβέστατη μοναχὴ Εὐπραξία. Ἄξαφνα, ἐκεῖ ποὺ προσευχότανε, ἄκουσε ἡ Εὐπραξία μιὰ βουὴ καὶ ψαλμωδίες ποὺ ἐρχόντανε ἀπὸ ψηλά. Ὕστερα εἶδε ἕνα θαμπωτικὸ φῶς κ᾿ ἔνοιωσε στὸν ἀγέρα μία γλυκειὰ εὐωδία. Ἀνατρίχιασε σὰν εἶδε τὸν Ἅγιο ν᾿ ἁπλώνη τὰ χέρια του καὶ νὰ φωνάζη «Θεομήτωρ Πανάχραντε!». Ἡ μοναχὴ εἶδε δυὸ Ἀγγέλους ποὺ προπορευόντανε ἀπὸ τὴν Παναγία, κι᾿ ἀπὸ πίσω τῆς ἀκολουθούσανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης καὶ δώδεκα παρθενομάρτυρες. Τὸ κελλὶ ἄστραφτε ἀπὸ ἕνα φῶς οὐράνιο, κι᾿ οἱ τοῖχοι εἴχανε χαθῆ. Τὸ φῶς ἔγινε τόσο δυνατὸ ποὺ ξεπερνοῦσε τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου. Ἡ Εὐπραξία τυφλώθηκε ἀπὸ τὴ φωτοχυσία, κ᾿ ἔπεσε χάμω σὰν κεραυνόπληκτη. Τῆς φάνηκε σὰν νἄκουγε ἀπὸ μακριὰ τὴν Παναγία νὰ μιλᾶ μὲ τὸν Ἅγιο, χωρὶς νὰ καταλαβαίνη τί λέγανε. Μοναχὰ ξεχώρισε τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ εἶπε ἡ Παναγία στὸν ἅγιο Σεραφείμ: «Σύντομα, τέκνον μου, θὰ εἶσαι μαζί μας». Ὕστερα ἡ Θεοτόκος σήκωσε ἀπάνω τὴν Εὐπραξία καὶ τῆς ἔδειξε τὶς ἅγιες μάρτυρες ποὺ ἤτανε μαζί της καὶ ποὺ μαρτυρήσανε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ της, λέγοντάς της: «Μαρτύριο δὲν εἶναι μοναχὰ ἡ θυσία τοῦ σώματος, ἀλλὰ κι᾿ ὁ πόνος ποὺ ὑποφέρει ἡ ψυχὴ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου». Τέσσαρες ὦρες βάσταξε αὐτὴ ἡ ὅραση. Ὁ Ἅγιος εἶπε στὴν Εὐπραξία πὼς ἤτανε ἡ δωδέκατη φορὰ ποὺ εἶδε τὴν Παναγία.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ ἤτανε ἑβδομήντα τριῶν χρονῶν. Συχνὰ ἔλεγε μοναχός του: «Τὸ σῶμα μου εἶναι πιὰ νεκρό, μὰ ἡ ψυχή μου εἶναι σὰν νὰ γεννήθηκα τώρα». Προαισθανότανε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Προσκάλεσε τὸν πνευματικό του μοναστηριοῦ τοῦ Ντιβεέβο πάτερ Βασίλειο, καὶ τοῦ παράδωσε τὰ ἐπιμάνικά του καὶ τὴν κυβέρνηση τοῦ μοναστηριοῦ.

Ἑτοιμάσθηκε γιὰ τὴν ἀποδημία του. Εἶπε νὰ τὸν βάλουνε στὴ νεκρόκασα ποὺ εἶχε ἑτοιμασμένη καὶ νὰ θέσουνε στὸ στῆθος τοῦ τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Σεργίου ποὺ βλέπει νὰ φανερώνεται ἡ Παναγία. Ἔβαλε καὶ μία πέτρα γιὰ σημάδι στὸ μέρος ποὺ ἤθελε νὰ τὸν θάψουνε, κοντὰ στὴν ἐκκλησία τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου. Τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1833, ποὺ ἔτυχε Κυριακή, πῆγε στὸ παρεκκλήσι τοῦ νοσοκομείου, ἀνασπάσθηκε ὅλες τὶς εἰκόνες, κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, κι᾿ ἀποχαιρέτησε ὅλους τοὺς πατέρες ποὺ βρισκόντανε τότε στὸ μοναστήρι. Τὸ βράδυ ὁ πάτερ Παῦλος, ποὺ καθότανε στὸ διπλανὸ κελλί, τὸν ἄκουσε νὰ ψέλνη ἀναστάσιμα τροπάρια. Τὴν ἄλλη μέρα, κατὰ τὶς ἐξ τὸ πρωί, πηγαίνοντας ὁ πάτερ Παῦλος στὴν ἐκκλησία γιὰ τὴ λειτουργία, κατάλαβε μία μυρουδιὰ ἀπὸ καπνὸ νὰ βγαίνη ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ Ἁγίου. Χτύπησε τὴν πόρτα, δὲν ἐπῆρε ἀπάντηση. Πῆγε τότε καὶ φώναξε τοὺς γέροντες, κι᾿ ἀνοίξανε τὴν πόρτα, νομίζοντας πὼς ὁ Ἅγιος εἶχε φύγει στὴν ἔρημο, κατὰ τὴ συνήθειά του, κι᾿ ἄφησε τὰ κεριὰ ἀναμμένα. Ἐπειδὴ ἤτανε ἀκόμα σκοτεινά, στὴν ἀρχὴ δὲν εἴδανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε μέσα. Μὰ σὰν ἀνάψανε φῶς, τὸν εἴδανε γονατισμένον μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα ἀπάνω στὸ στῆθος του καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια του. Μπροστά του ἤτανε ἕνα Εὐαγγέλιο ἀνοιχτό, μὲ τὰ φύλλα καμένα στὶς γωνιές. Τρέξανε νὰ πάρουνε χιόνι γιὰ νὰ τὰ σβήσουνε. Στὴν ἀρχὴ νομίσανε πὼς ὁ Ἅγιος ἤτανε ἀποκοιμισμένος ἀπὸ τὴν κούραση κι᾿ ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία, ἐπειδὴ τὸ σῶμα τοῦ ἤτανε ἀκόμα ζεστό. Ἀλλά, σὰν θελήσανε νὰ τὸν ξυπνήσουνε, εἴδανε πὼς ἐκείνη ἡ ἁγιασμένη κι᾿ ἀγγελικὴ ψυχὴ εἶχε πετάξει ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ ἤτανε φυλακωμένη, καὶ πῆγε στὴν ἀληθινὴ ζωή. Τότε θυμηθήκανε μία προφητεία τοῦ γέροντα, ποὺ εἶχε πῆ πὼς μὲ τὴ φωτιὰ θὰ φανερωνότανε ὁ θάνατός του.

Βάλανε τὸ σκήνωμα στὴ νεκρόκασα ποὺ τὴν εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἴδιος, καὶ τὸ πήγανε στὴ μεγάλη ἐκκλησία τοῦ μοναστηριοῦ. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα, κ᾿ ἡ ἐκκλησία γέμισε ἀπὸ προσκυνητὲς ποὺ φτάξανε ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, κι᾿ ὅλο φθάνανε καινούριοι. Ὀχτὼ μέρες ἔμεινε τὸ ἅγιο λείψανο γιὰ νὰ μπορέσουνε νὰ τὸ προσκυνήσουνε ὅλοι. Ἕνας ἐρημίτης εἶδε, τὰ χαράγματα τῆς 2ας Ἰανουαρίου, τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ νὰ ἀνεβαίνη μὲ λάμψη στὸν οὐρανό, καὶ τὸ εἶπε στὸν ὑποτακτικό του.

Ἡ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε ἅγιο στὰ 1903, δηλαδὴ ὕστερα ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια, στὶς 19 Ἰουλίου. Κείνη τὴ μέρα χτύπησε ἡ μεγάλη καμπάνα τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ, ποὺ καλοῦσε τοὺς πιστοὺς στὴν τελετή. Παρεκτὸς ἀπὸ τὸ καθολικὸ (τὴ μεγάλη ἐκκλησία), ὅλη ἡ μεγάλη αὐλὴ τῆς μονῆς ἤτανε γεμάτη κόσμο. Ἤτανε βράδυ, κι᾿ ὅλοι βαστούσανε ἀναμμένα κεριά, σὰν νὰ καιγόντανε ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἁγίου Σεραφείμ. Ὅλα τὰ μάτια ἤτανε δακρυσμένα σὲ κείνη τὴ μυσταγωγία. Τὰ ἅγια λείψανα ποὺ εὐωδιάζανε, ἤτανε βαλμένα σὲ μία λειψανοθήκη ἀπὸ κυπαρισσόξυλο, μέσα σ᾿ ἕνα μαρμαρένιο κουβούκλιο ποὺ εἶχε στὶς γωνιὲς τοῦ τέσσερα Σεραφείμ. Πολλὰ θαύματα γινήκανε κατὰ τὴν ἀκολουθία καὶ κατὰ τὶς ἄλλες μέρες. Πρὶν νὰ κοιμηθῆ εἶχε κάνει ζωντανὸς 94 θεραπεῖες.

Αὐτὸς εἶναι ὁ βίος, οἱ ἀγῶνες καὶ ἡ μακαρία κοίμηση τοῦ ἁγίου Σεραφείμ, ποὺ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἁγίους της Ρωσίας. Ἡ δόξα του δὲν εἶναι ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρη, ἀλλὰ οὐράνια κ᾿ αἰώνια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔλεγε τὸν ἑαυτό του «φτωχὸ Σεραφεὶμ καὶ ταπεινὸ δοῦλο τῆς Παναγίας». Ὅσα χρόνια κι᾿ ἂν περάσουν, αὐτὸς ὁ πολυαγαπημένος ἅγιος θὰ εἶναι ὁλοζώντανος μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι ἅγιοι κι᾿ ἀγαπημένοι. Μὰ ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ εἶναι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἁγίους ποὺ ἤτανε χαρούμενοι σὰν τὰ παιδιά, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν».
 
Κόντογλου Φώτης