Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Τα Ολόφωτα Φώτα του "αγίου" των Γραμμάτων μας


 


 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Φῶτα - Ὁλόφωτα (1894)

Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει* (=μαζέψει) τὸ πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη * (=χωρίς πανιά ) καὶ ὠρτσάριζε* (=έπλεε κόντρα στον άνεμο με κατεβασμένο το πανί) κ᾽ ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες* (=πλαγιοδρομούσε). Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ θάλασσα ἐπῆρε τὸν ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Πλαντάρης ἐξέμαθεν* (=ξέχασε) εἰς τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ εὕρισκεν ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις τόσην θάλασσαν διὰ νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ τόσους. Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης* (=της ετοιμόγεννης που πονούσε). Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης. Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ κύματα, καὶ δύο παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των κάτω ἀπὸ τὸν ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ τὰς συρμένας ἔξω φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἦλθαν νὰ πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς* (=βαρκάρηδες, περαματάρηδες), οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ ᾽πῇ νά ᾽χῃ κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ ἔφθανεν αἰσίως ὁ υἱός της, νὰ ἐγέννα μὲ τὸ καλὸν καὶ ἡ νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ υἱοῦ της, ὁ κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της γεννήσῃ αἰσίως… θῆλυ.
*
* *
Ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου, εὑρίσκετο μονῆρες τὸ σπιτάκι, καὶ κάτω εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ἦτο κτισμένον τὸ χωρίον. Διακόσια σπίτια ἁλιέων, πορθμέων καὶ ναυτῶν. Ἓν μίλιον ἀπεῖχε τὸ σπιτάκι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ὑπῆρχε μικρὸς ἐπισφαλὴς ὅρμος, ἀλλὰ δὲν ἦτο λιμήν. Ἔβλεπε μόνον πρὸς μεσημβρίαν. Ἡ ἀγωνία τῆς βάρκας τοῦ Πλαντάρη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην, ὁρατὴ καὶ ἀπὸ τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον.
Ἡ Πλανταροὺ ἤρχισε τότε νὰ μέμφεται πικρῶς τὸν υἱόν της διὰ τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀποκοτιά του. Τί ἤθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, νὰ κάμῃ ταξίδι; Δὲν ἄκουε, ὁ βαρυκέφαλος, τὴ μάννα του, τί τοῦ ἔλεγε. Ἀκόμη τὰ Φῶτα δὲν εἶχαν ἔλθει. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶχε πέσει στὸ γιαλό. Τὸν ἀβάσταχτο* (=ανυπομονησία)  εἶχε; Δὲν ἐκαρτεροῦσε ὁ ἀπόκοτος δύο τρεῖς ἡμέρες, νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά, ν᾽ ἁγιασθοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ ποτάμια, νὰ φύγουν τὰ σκαλικαντζούρια; Καλὰ νὰ πάθῃ, γιατὶ δὲν τὴν ἄκουσε.
Ὅσον ὑψώνετο ὁ ἥλιος πρὸς τὸ μεσουράνημα, τόσον ηὔξανε καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς. Ἡ νύμφη της ὑποστηριζομένη ὄπισθεν ἀπὸ τὴν Μπαλαλοὺ καὶ κρεμαμένη ἔμπροσθεν ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Σωσάννας, ἐμούγκριζεν ὡς ἀγελάδα. Ὁ ἄνεμος ἐκεῖ κάτω, εἰς τὸ πέλαγος, ἐφαίνετο ὅτι ἀπεμάκρυνε τὸ πλοιάριον ἀντὶ νὰ τὸ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Ἡ βάρκα ὁλονὲν ἐξέπεφτε μακρύτερα, αἰσθητῶς εἰς τὸ βλέμμα. Εἰς τὴν νύμφην της ἡ Πλανταροὺ ἐφυλάχθη νὰ εἴπῃ τίποτε. Μόνον ἐξήρχετο συχνὰ εἰς τὸν ἐξώστην, προσποιουμένη ὅτι ἤθελε νὰ κουβαλήσῃ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἔμενεν ἐπὶ μακρὸν κ᾽ ἐκοίταζε. Δὲν ἐπανήρχετο εἰμὴ ἂν τὴν ἀνεκάλει* (=ξαναφώναζε) ἡ μαμμὴ ἡ Μπαλαλού.
Ἐπλησίαζεν ἤδη μεσημβρία, καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον. Δὲν ἐφαίνετο πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ὁ υἱός της θὰ ἐπνίγετο ἐκεῖ εἰς τὸ ἄσπλαγχνον πέλαγος, καὶ τὴν νύμφην της ὁμοῦ μὲ τὸ ἔμβρυον θὰ τὴν ἐσκέπαζεν ἡ «μαύρη γῆς».
Τέλος, ἡ γραῖα ἀπέκαμε. Ἡ βάρκα ἔγινεν ἄφαντη… Καὶ ἡ σύζυγος τοῦ υἱοῦ της ἐγέννησεν… ἄρρεν. Ὤ! τὸ στρίγλικο, τὸ κακοπόδαρο, ὤ! τὸ γρουσούζικο, ὁποὺ ψωμόφαγε τὸν πατέρα του! Πνῖξτέ το! Σκοτῶστέ το! Τί τὸ φυλᾶτε; Πετᾶτέ το στὸ γιαλό, νὰ πᾷ νὰ βρῇ τὸν πατέρα του. Κι αὐτή, ἡ γουρουνοποδαρούσα ἡ μάννα του, αὐτὴ ἡ πρωτάρα, ἡ στερεμένη* (=άκληρη,στείρα), αὐτὴ ἡ λεχώνα ἡ λοχεμένη* (μτφ. = ακάθαρτη) !… Ἠμπορεῖς, μαμμή, νὰ τὴν καρυδοπνίξῃς, κειδὰ ποὺ θὰ ψοφολογήσῃ, στὸ κρεβάτι της, νὰ στραμπουλίξῃς μὲ τὴ χεράρα σου καὶ τῆς κλήρας*  (=το παιδί [αποδοκιμαστικά])τὸ λαιμό, νὰ ποῦμε πὼς ἐγεννήθηκε πεθαμένο τὸ παιδί, καὶ πὼς ἡ μάννα ἐτελείωσε, καθὼς κάθισε στὰ σκαμνιά* (=δύο σκαμνιά όπου καθόταν η ετοιμόγεννη,  για να "πέσει" το παιδί μέσα από το μεσοδιάστημά τους) , ἠμπορεῖς;

*
* *
Δὲν τὴν ἐσκέπασεν ἡ μαύρη γῆς τὴν ταλαίπωρον μητέρα ὁμοῦ μὲ τὸν καρπὸν τῶν σπλάγχνων της, καὶ τὸ πέλαγος ἵλεων δὲν ἔπνιξε τὸν πατέρα. Ὁ Πλαντάρης εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ τὴν προσευχήν του, καὶ ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχε φορέσει ἐκ νέου τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα του. Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς ἐπείσθη ὅτι ἦτο καλὸς χριστιανὸς καὶ ὅτι ἦτο προωρισμένος νὰ ταφῇ εἰς εὐλογημένον χῶμα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει περὶ τὸ δειλινόν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἀνέλαβε τὸ κράτος του ἐπὶ τοῦ μικροῦ σκάφους. Ἔπιασε δυνατὰ τὸ τιμόνι καὶ μὲ τὰ πολλὰ ὀρτσαρίσματα ἦλθεν ἡ φελούκα εἰς μέρος ἀπαγκερόν* (=υπήνεμο), δίπλα εἰς τὴν ξηράν, ὀλίγα μίλια ἀπώτερον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Διὰ τοῦτο ἡ βάρκα εἶχε γίνει ἄφαντος εἰς τὰ ὄμματα τῆς Πλανταροῦς, ἥτις δὲν εἶχε παύσει ν᾽ ἀγναντεύῃ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἐξώστου. Ἔφθασε δὲ ἀσφαλῶς εἰς τὸν ὅρμον, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐντελῶς ὁ ἄνεμος, βασίλευμα ἡλίου.
Δεύτερα συχαρίκια ἐπῆραν τῆς Πλανταροῦς. Ὁ υἱός της, ἀποστάζων ἅλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, ἔφθασεν εἰς τὸ σπιτάκι ἅμα ἐνύκτωσε, κ᾽ ἐκεῖ μόνον ἔμαθε τὴν εὐτυχῆ εἴδησιν, ὅτι ἡ συμβία του τοῦ εἶχε γεννήσει κληρονόμον.

*
* *
Τὴν ἐπαύριον ἦσαν Φῶτα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν Ὁλόφωτα. Τὴν ἑσπέραν τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ἅμα τῇ τριημερεύσει τῆς λεχοῦς καὶ τοῦ παιδίου, ἔβαλαν τὴν σκαφίδα κάτω εἰς τὸ πάτωμα καὶ τὴν ἐγέμισαν μὲ χλιαρὸν νερὸν βρασμένον μὲ δάφνας καὶ μὲ μύρτους. Ἐπρόκειτο νὰ τελέσουν τὰ «κολυμπίδια»* (=πλύσιμο νεογέννητου)  τοῦ παιδίου.
Ἡ καλὴ μαμμή, ἡ Μπαλαλού, ἐξήπλωσε τὸ βρέφος μαλακὰ ἐπὶ τῶν ἡπλωμένων κνημῶν της καὶ ἤρχισε νὰ λύῃ τὰ σπάργανα. Εἶχε νυκτώσει. Μία λυχνία καὶ δύο κηρία ἔκαιον ἐπὶ χαμηλῆς τραπέζης. Τὸ παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, μὲ ἀόριστον ροδίζοντα χρῶτα* (=ροδαλό δέρμα), μὲ βλέμμα γαλανίζον καὶ τεθηπός* (=φοβισμένο), ἀνέπνεε καὶ ᾐσθάνετο ἄνεσιν, καθ᾽ ὅσον ἀπηλλάσσετο τῶν σπαργάνων. Ἐμειδία * (=χαμογελούσε) πρὸς τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔβλεπε, κ᾽ ἔτεινε τὴν μικρὰν χεῖρα διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν φλόγα. Τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν εἶχε βάλει εἰς τὸ στόμα του, κ᾽ ἐπιπίλιζεν, ἐπιπίλιζε. Τί ᾐσθάνετο; Ἀπερίγραπτον.
Ἡ καλὴ μαμμὴ ἀφῄρεσεν ὅλα τὰ σπάργανα, ἀπέσπασεν ἁβρῶς τὴν φουστίτσαν καὶ τὸ ὑποκάμισον τοῦ βρέφους καὶ τὸ ἔρριψεν ἁπαλῶς εἰς τὴν σκαφίδα. Ἤρχισε νὰ τὸ πλύνῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ἅλατα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε πιτυρίσει* (=πασπαλίσει) κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεως, ἀφοῦ τὸ εἶχεν ἀφαλοκόψει. Ἀφῄρεσε καὶ τὸ βαμβάκιον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε περιβάλει τὰς παρειὰς καὶ τὴν σιαγόνα τοῦ παιδίου, διὰ νὰ κάμῃ ἄσπρα γένεια.
Ἔλαβε τὴν «μασά», τὴν σιδηρᾶν λαβίδα ἀπὸ τὴν ἑστίαν, καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὴν σκάφην διὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδίον σιδεροκέφαλον.
Τὸ βρέφος ἤρχισε νὰ κλαυθμυρίζῃ, ἐνῷ ἡ μαμμὴ ἐξηκολούθει νὰ τὸ πλύνῃ μαλακά, καὶ νὰ τὸ ὑποκορίζεται ἅμα: «Ὄχι, χαδούλη μ᾽, ὄχι, χαδιάρη μ᾽! ὄχι κεφαλά μ᾽, πάπο* (=αρσενική πάπια) μ᾽, χῆνό μ᾽!» Καὶ συγχρόνως ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ μάμμη ἡ Πλανταροὺ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι παρόντες, ἔρριπτον ἀργυρᾶ νομίσματα, διὰ ν᾽ ἀσημώσουν τὸ παιδίον. Τὰ ἐπέθετον ἁβρῶς ἐπὶ τοῦ στέρνου καὶ τῆς κοιλίας τοῦ βρέφους, καὶ ὀλισθαίνοντα ἔπιπτον εἰς τὸν πάτον τῆς σκάφης.
Τὸ παιδίον δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ, καὶ ἡ μαμμὴ τὸ ἐκολύμβιζεν ἀκόμη, τὸ ἐκολύμβιζε. Κολύμβα, τέκνον μου, εἰς τὴν σκάφην σου, κολύμβα, καὶ ἀπόβαλε τὴν ἅλμην σου εἰς τὸ γλυκὸν νερόν. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅτε θὰ κολυμβᾷς εἰς τὸ ἁλμυρὸν κῦμα, καθὼς ἐκολύμβησεν ὅλος, χθὲς ἀκόμη, ὁ πατήρ σου μὲ τὴν σκάφην του. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».

*
* *
Τὴν ἐπαύριον, ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἔμελλε νὰ βαπτισθῇ τὸ παιδίον, ἐπειδὴ εἶχε συμβῆ νὰ γεννηθῇ οὕτω τὰς παραμονὰς τῆς ἑορτῆς, πρὶν περάσουν ὅλως τὰ Φῶτα. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὰ κολυμπίδια, δεῖπνον παρετέθη εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ μαμμὴ ἐμάζωξε μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, ἡμιτάλληρα καὶ σβάντζικα* ( ή σφάντσικα= κέρματα είκοσι λεπτών) καὶ δραχμάς, τὰ ἐκομβόδεσεν εἰς τὸ μανδήλιόν της, ἐνῷ οἱ παρεστῶτες* (=παρευρισκόμενοι) ἐφώναζαν γύρωθεν: «Νὰ ζήσῃ! σιδεροκέφαλος!» καὶ ἐπηύχοντο εἰς τὴν μαμμὴ «καλὴ ψυχή».
Εἶτα ἡ Μπαλαλοὺ ἐσπόγγισε καλῶς τὸ παιδίον μὲ μέγα λευκὸν προσόψιον, τοῦ ἐφόρεσε καινούργιο καθαρὸν ὑποκαμισάκι καὶ ποδίτσαν, τὸ ἀνέκλινεν ἐπὶ τῶν κνημῶν της, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιβάλλῃ μὲ τὰ σπάργανα.
Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς εἶχεν ἔλθει εἰς τὰ κολυμπίδια, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ἀνάδοχος τοῦ βρέφους, εἰς μνήμην τοῦ προχθεσινοῦ ἐν θαλάσσῃ κινδύνου καὶ τῆς διασώσεως.
Ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχεν ἔλθει ἕως τὴν θύραν, καὶ ἵστατο θεωρῶν μακρόθεν τὴν τελετὴν τοῦ κολυμβήματος. Ὁ γείτων ὁ Δημήτρης ὁ Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, δὲν εἶχε φανῆ εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ πέρυσι, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπῆρε τὴν γυναῖκά του τὴν Δελχαρὼ καὶ τὰ παιδιά του, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἐκράτει αὐτὸς ἁρμαθιαστὰ ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα, τὸ ἓν πενταετὲς καὶ τὸ ἄλλο τετραετές, τρίτον διετὲς ἔφερεν ὑπὸ τὴν μασχάλην, ἓν πενταμηνίτικον βρέφος ἐβύζανεν εἰς τοὺς κόλπους της ἡ γυνή του, καὶ δύο ἄλλα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν τὴν ἠκολούθουν κρατούμενα ἀπὸ τὸ φουστάνι της, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη χαμογελῶν, χαίρων διὰ τὴν χαρὰν τοῦ συγγενοῦς του, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχὰς καὶ συγχαρητήρια.
Ἐκάθισαν ὅλοι εἰς τὴν τράπεζαν. Δεξιὰ ἡ Μπαλαλοὺ ἡ μαμμή, ἀριστερὰ ἡ μπροσθινὴ ἡ Σωσάννα, καταμεσῆς ὁ πατὴρ τοῦ νεογνοῦ. Δεξιόθεν τῆς Σωσάννας ἡ Πλανταρού, κατόπιν ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς καὶ δύο τρεῖς ἄλλοι. Τὸ λοιπὸν τοῦ χώρου κατείχετο ἀπὸ τὸν Δημήτρην τὸν Σκιαδερὸν καὶ ἀπὸ τὴν φαμελιά του.
Ἤρχισαν νὰ τρώγουν. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημήτρη τοῦ Σκιαδεροῦ δὲν ἐταιριάζοντο εὔκολα. Ἐφώναζαν, ἐγρίνιαζαν, κ᾽ ἐθορυβοῦσαν. Τὸ ἕνα ἤθελε τσιτσί, δὲν ἤθελε μαμμά. Τὸ τρίτον κλαυθμυρίζον ἐζήτει βρῦ* (=νερό). Τὸ τέταρτον ἤθελε γλυκό, δὲν τοῦ ἤρεσκε τὸ τυρί. Ἡ ταλαίπωρος ἡ λεχὼ ὑπέφερε κάπως ἀπὸ τὸν θόρυβον. Ἤρχισαν αἱ προπόσεις. Ηὔχοντο εἰς τὸν πατέρα νὰ τοῦ ζήσῃ καὶ εἰς τὴν λεχὼ «καλὴ σαράντιση». Πρώτη ἔπιεν ἡ μαμμή, δεύτερος ὁ πατήρ, τρίτη ἡ γραῖα Σωσάννα ἡ μπροσθινή.
Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς Πλανταροῦς νὰ πίῃ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς νύμφης της, εὐχήθη μὲ τρεῖς διαφόρους τόνους φωνῆς:

―Ἐβίβα, νύφη, μὲ καλὸ νὰ σαραντίσῃς… Κι ὅ,τ᾽ εἶπα, παιδάκι μ᾽… ἀστοχιὰ στὸ λόγο μου!
(1894)

Ολονύκτια Αγρυπνία απόψε απ΄ άκρου εις άκρον της χερσονήσου του Άθω. Πανηγυρίζει η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα


   Τα Χριστούγεννα γιορτάζουν αύριο (25.12/7.1) οι Αγιορείτες.
Ο μοναχός, ο οποίος έχει μια συνεχή, θερμή, προσωπική κι αλη­θινή σχέση με τον Χριστό, αγρυπνώντας την εξαί­σια νύχτα των Χριστουγέννων στο Καθολικό της μονής του, στο Κυριακό της σκήτης του, στο ερημικό του κελλί, μετά από μακρά νηστεία και προσεκτική προετοιμασία, ακούει τους ταπεινούς ψάλτες των αναλογίων ως βηθλεεμικούς αγγέλους και γίνεται ένα με τους αγραυλούντες ποιμένες. Δέχεται το «επί γης ειρήνη» που χαρίζει στις καθαρές ψυχές ο Ειρηνοδότης Θεός και θυμάται τους εξαίσιους λόγους του οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ: «Βρες την ειρήνη στην καρδιά σου και χιλιάδες κό­σμος θα σωθεί»!
Θωρεί τους λαμπρώς φορεμένους παπάδες, με τα ερυ­θρά λιβανοκαπνισμένα άμφια ως αγγέλους ειρήνης και φωτός, που έρχονται στην κατά το δυνατόν ευτρεπισμένη καρδιά του που γίνεται σπήλαιο, για να κατοικήσει εκεί Αυτός που δεν τον χωρούν οι ουρανοί των ουρανών.
Μετατίθεται η Βηθλεέμ με την κοινή Θεία Μετάληψη των αγρυπνούντων μοναχών στις ψυχές τους. Το νόημα όλο της μεγάλης εορτής είναι σε αυτή τη Θεία Λειτουργία της ωραίας νύχτας, της όντως άγιας νύχτας. Έτσι, η πο­λύωρη αγρυπνία δεν κουράζει, γίνεται πηγή αληθινής χα­ράς. Δόξα ενυψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, ψάλλουν όλοι μαζί, εκ βαθέων, ολοψύχως, ολοθέρμως, και το εννο­ούν και το κατανοούν και το βιώνουν και το διαλαλούν μυστικά και σιωπηλά στα βάθη τής καρδιάς τους…


   Στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα τα Χριστούγεννα προσλαμβάνουν ιδιαίτερα πανηγυρικό χαρακτήρα αφού το Καθολικό της Μονής τιμάται στην Γέννηση του Σωτήρος.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι – Πηνελόπη Δέλτα


 
ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗ Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο»,μουρμούρισε,«διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί,με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές,μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα,σιδηρόδρομοι και καραβάκια,που σκέπαζαν το κρεβάτι του,έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

- Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;


-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... και είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

- Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

- Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

- Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια... είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω...

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.

Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης... μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

- Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς...

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

- Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε' άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα είναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

- Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

- Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τι γίνεται έξω...

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

- Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν...

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!

- Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί...

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια...

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος' με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα...

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει...

Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια' τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης... ψιθύρισε.

- Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

- Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

- Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό...

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ' άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα...

- Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου...

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Από το βιβλίο Πηνελόπη Δέλτα - Παραμύθια και Άλλα

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Την σάρκα περιτέμνεται ο τον Νόμον πληρώσας, ως βρέφος οκταήμερον, των αιώνων ο Κτίστης, και σπάργανα ειλίσσεται, ως βροτός και γάλακτι, εκτρέφεται ο τα πάντα, τη απείρω ισχύϊ, ως Θεός διακρατών και τη ροπή διεξάγων.

https://vatopaidi.files.wordpress.com/2010/01/cf83ceaccf81cf89cf83ceb700021-e1262408999402.jpg?w=600&h=424

Καλή χρονιά αδέρφια

http://www.orthodoxfathers.com/sites/default/files/megas-vasileios-skripou.jpg

Κατούνα Κου πε πε

Καλαντα της Πρωτοχρονιας και τραγουδια απο διαφορες περιοχες της Ελλαδας


Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αιτωλίας & Ακαρνανίας κ. Κοσμάς: "Αγαπητοί, όσοι θέλουμε την αληθινή ευτυχία, σήμερα αρχή του νέου έτους, ας έλθουμε σε αυτογνωσία και σωτήριες αποφάσεις. "

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEglDmGKk0zBLJAhyphenhyphen7NidjJYLptQjcZ5AvwQMGoQi24bruxNfu8ClY6JrOAYaVCEK_l0Tm14AZFfYOhmI3xhUz7SNkg1gBPqSHGJLVN28pWfxaFTmV5gwuhV7Rqh3PGWN4tUac3iYEGkUWM/s1600/DSC_0194+%255B1600x1200%255D.JPG

Κ Ο Σ Μ Α Σ
Ο  ΧΑΡΙΤΙ  ΘΕΟΥ  ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΚΑΙ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΤΗΣ  ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
Προς  τους Παν/τους Ιεροκήρυκας, Ευλαβεστάτους Ιερείς,
Οσιωτάτους Μοναχούς και Μοναχάς 
και το  Χριστεπώνυμον  Πλήρωμα
της  καθ’ ημάς  Ιεράς  Μητροπόλεως.
 Αγαπητοί,
 Νέο έτος ανέτειλε σήμερα. Αφήσαμε το παλαιό και εισήλθαμε στο νέο. Ένας ακόμη χρόνος προστέθηκε στην ηλικία μας και είμαστε ένα έτος μεγαλύτεροι.
 Και σήμερα, με πρόσωπα που ακτινοβολούν, με καρδιές που σκιρτούν, ευχόμαστε να είναι ευτυχισμένο το νέο έτος.
 Ομολογουμένως δεν θα μπορούσε να υπάρξη πιο επιτυχημένη ευχή. Η ανθρώπινη ψυχή διψάει την ευδαιμονία, ζητάει να είναι το μέλλον μακάριο, ευτυχισμένο … Και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήση την ειλικρίνεια των ευχομένων συνανθρώπων μας.
 Όμως, οφείλουμε να ομολογήσουμε και να βεβαιώσουμε ότι η αληθινή ευτυχία θα έλθη στις καρδιές μας και στην ζωή μας, όταν το Ιερό Ευαγγέλιο, η ευλογία του Χριστού μας και η θεία Χάρι Του έλθουν με την ολοπρόθυμη θέλησί μας στην ύπαρξι και στη ζωή μας.
 Ο Χριστός είναι η αστείρευτη πηγή της ευτυχίας του ανθρώπου, ο ακένωτος, της αληθινής σοφίας και της χάριτος, θησαυρός. Ο Χριστός είναι ο πλούσιος των αγαθών χορηγός. Ο Χριστός είναι ο αλάθητος οδηγός και παιδαγωγός των νέων, το αληθινό, το αδιάσειστο θεμέλιο της ενότητος και της ευτυχίας της οικογενείας ο αιώνιος αναμορφωτής της κοινωνίας μας.
 Μόνο ο Χριστός μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από τα πάθη του, από τις ρίζες των αδυναμιών του που φέρουν πικρία στη ζωή του, να φέρη την καλλιέργεια των αρετών, να εδραιώση την αληθινή και την αναφαίρετη ειρήνη στις καρδιές, στην οικογένεια, στα έθνη.
 Όλοι μας ζούμε σήμερα την αποστασία της εποχής μας και παρακολουθούμε τον πόλεμο κατά του Χριστού μας.
 Ναι, αρνούνται, διώχνουν τον Χριστό από τον κόσμο μας, με οργανωμένο μίσος μάλιστα. Ποιά κοινωνία; Τι κοινωνική ζωή μας προσφέρουν; Γεμάτη σύγχυσι, ανασφάλεια, ταραχή, άγχος, φόβο, αβεβαιότητα, εγκληματικότητα. Μας τάζουν την ευτυχία χωρίς Χριστό και μας βύθισαν μέσα στην δοκιμασία, στην κρίσι - πνευματική και οικονομική - στη φθορά, στη θλίψι, στη δυστυχία.
 Αν όλοι εκείνοι που ταράσσουν, που απειλούν, που τυραννούν και βασανίζουν σήμερα την κοινωνία μας, ζούσαν το Ιερό Ευαγγέλιο και φωτίζονταν από το μήνυμα του Χριστού μας δε θα ήταν «ωφέλιμοι προς πάντας;»
 Ο Χριστός μας αναδεικνύει αγίους και οι άγιοι μόνο την αγάπη, την ειρήνη, τη χαρά, την ευτυχία φέρουν και απλώνουν παντού.
 Αγαπητοί, όσοι θέλουμε την αληθινή ευτυχία, σήμερα αρχή του νέου έτους, ας έλθουμε σε αυτογνωσία και σωτήριες αποφάσεις.
 Τα έτη έρχονται και παρέρχονται. Ο χρόνος ρέει. Η ζωή μας, φθίνει. Δεν πρέπει να τη χάσουμε. Πρέπει να την κάνουμε ευτυχισμένη και άξια να γίνη αιώνια.
 Το νέο έτος να το ζήσουμε με συνειδητή υπακοή στο Ευαγγέλιο και με θερμή αγάπη προς τον Χριστό μας.
 Σήμερα, πρώτη του νέου έτους με υπευθυνότητα ας αποφασίσουμε: Αν έχουμε γνωρίσει το Χριστό, αν ζούμε το θέλημά Του, ας Τον γνωρίσουμε καλύτερα, ας αγωνιστούμε για να γίνουμε «τέλειοι ολόκληροι εν μηδενί λειπόμενοι» (Ιακ. α , 4). Αν ζούμε μακράν του Χριστού, ας επιστρέψουμε με ειλικρινή μετάνοια. Ο Χριστός μας, μας αγαπά, μας περιμένει για να μας χαρίσει την ευτυχία.
 Αυτό το νέο έτος με την υιική επιμονή μας ας Τον φέρουμε στις καρδιές μας, στην οικογένειά μας, στην κοινωνία, στην πατρίδα μας. Έτσι θα γίνη το  νέο έτος αληθινά ευτυχισμένο.
Καλή, ευτυχισμένη και αγία νέα χρονιά αγαπητοί,
Με πατρική αγάπη
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
  

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ  ΚΟΣΜΑΣ

Προσφυγικά κάλαντα (Φώκαια Μικράς Ασίας)


Καταγραφή Μέλπως Μερλιέ, 1930.
Τραγουδά η Ειρήνη Μπογιατζή από την Π. Φώκαια της Μικράς Ασίας. Οι φωτογραφίες εικονίζουν ελληνικά κτίρια στην Φώκαια.
Οι πρόσφυγες μέσα από τα "προσφυγικά κάλαντα" εκφράζουν τον κατατρεγμό τους τόσο στον πρώτο διωγμό, του 1914, όσο και στον οριστικό ξεριζωμό τους το 1922, όταν σβήνει οριστικά και κάθε ελπίδα τους για την "Μεγάλη Ιδέα".


Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
δεν έχομε παρηγοριά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εξορίστηκεν ο κόσμος.
κι εκεί που ήρτε ο Χριστός
ήρτε κεμαλικός στρατός
μες στην Μικρά Ασία
και μας κάναν εξορία.
Και που να στήσομε φωλιά,
ωσάν τα έρημα πουλιά.
Όλοι μας κυνηγούνε,
και δε θένε να μας δούνε.
Στην Πόλη στην Αγιά Σοφιά,
θα στήσουμε καμπάνες
να βγουν τα μισοφέγγαρα,
να στηριχτούν λαμπάδες
να βγουν οι Τούρκοι απ' τα τζαμιά,
να φύγουν κι οι χοτζάδες
να 'ρθουν τα ελληνόπαιδα,
με τους Πατριαρχάδες.
Τότες θα 'χομε ελπίδα
πως θα πάμε στην πατρίδα.

Και του χρόνου, εις έτη πολλά.




Ευχές για τα Χριστούγεννα από τον Άγιο Παϊσιο:

- Γέροντα, δώστε μου μια ευχή για τα Χριστούγεννα.
- Εύχομαι ο Χριστός και η Παναγία να σε έχουν κοντά τους σαν το αρνάκι που είναι δίπλα στην φάτνη. Νομίζω, περνάει καλά, όπως και το βοϊδάκι και το γαϊδουράκι που ζεσταίνουν τον Χριστό στην φάτνη…
“΄Εγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού”, λέει ο Προφήτης Ησαΐας (Ης. 1,3). Γνώρ
ισε δηλαδή το βοϊδάκι το αφεντικό του και το γαϊδουράκι την φάτνη του Κυρίου του. Γνώρισαν τι ήταν μέσα στη φάτνη και με τα χνώτα τους το ζέσταιναν! Κατάλαβαν τον Δημιουργό τους! Αλλά και το γαϊδουράκι, τι τιμή να πάει τον Χριστό μετά στην Αίγυπτο! Οι άρχοντες είχαν άρματα χρυσοκέντητα, και ο Χριστός τι χρησιμοποίησε! Τι καλά να ήμουν αυτό το γαϊδουράκι!

(Αγίου Παϊσίου, Λόγοι, τόμος Ε', σ. 231)

Κρητικά κάλαντα Πρωτοχρονιάς

 
 
Κρητικά πρωτοχρονιάτικα κάλαντα σε μια εκτέλεση του Αντώνη Μαρτσάκη.
Αντώνης Μαρτσάκης (βιολί), Νίκος Μαρεντάκης και Γιώργος Κλωστράκης (Λαούτο).



Τα κάλαντα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις από τόπο σε τόπο. Όπως σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
"Ταχιά ταχιά 'ναι 'αρχιχρονιά
πρώτη γιορτή του χρόνου,
αρχή που βγήκε ο Χριστός
στη γη να περιπατήσει.

Και εβγήκε και χαιρέτησε
όλους τους ζευγολάτες.
Και ο πρώτος που χαιρέτησε
ήταν Άγιο Βασίλης

Καλώς τα κάνεις Βασιλειό,
καλόν ζευγάριν έχεις.
Καλό το λες αφέντη μου καλό
και ευλογημένο,
η χάρη σου το βλόγησε
με το δεξιό σου χέρι,
με το δεξιό με το ζερβό
με το μαλαματένιο.

Για πες μου Άη Βασίλη μου
πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα,
κριθάρι δέκα πέντε
ταγή και ρόβι δεκαοχτώ
κι από νωρίς στο στάβλο.

Μάλαμα είν'τ'αλέτρι μου
κι ασήμι ο ζυγός μου,
ως και το βουκεντράκι μου
τ' ΑΪ Γιωργιού κοντάρι
και τ 'αποζεύλι του ζυγού
κουκί μαργαριτάρι."

Ξύπνησε Αφέντη, ξύπνησε
κι εκκλησιές συμένουν,
το εν υψίστη ψάλουσι
κι εσένα ανιμένουν.

Μα ακόμη δεν τον ηύρηκες
το μάνταλο ν' ανοίξεις,
να μας εδώσεις κατιτίς
κι ύστερα να σφαλίξεις.

Και από την μαύρη όρνιθα
κανένα αβγουλάκι
και αν είναι από τη γαλανή
ας είν' και ζευγαράκι

Και από το λαδοπίθαρο
κια μια οκά λαδάκι
και ας είναι και περισσότερο
κρατούμε εμείς ασκάκι

Κι αν είναι με το θέλημα
χρυσή μου περιστέρα,
άνοιξε και την πόρτα σου
να πούμε καλησπέρα.

Επά που καλαντρίσαμε
καλά μας επληρώσαν
πολλά να έχει τα έχη τους
και τα ποδομάτά τους...

Και αν έχουν και αρσενικό παιδί
στη σέλα καθισμένο
να σιέται να λυγίζεται
να πέφτει το λογάδι
να το μαζώνει η μάνα του,
να'χει χαρά μεγάλη."



Τα κάλαντα παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις από τόπο σε τόπο. Όπως σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
"Ταχιά ταχιά 'ναι 'αρχιχρονιά
πρώτη γιορτή του χρόνου,
αρχή που βγήκε ο Χριστός
στη γη να περιπατήσει.

Και εβγήκε και χαιρέτησε
όλους τους ζευγολάτες.
Και ο πρώτος που χαιρέτησε
ήταν Άγιο Βασίλης

Καλώς τα κάνεις Βασιλειό,
καλόν ζευγάριν έχεις.
Καλό το λες αφέντη μου καλό
και ευλογημένο,
η χάρη σου το βλόγησε
με το δεξιό σου χέρι,
με το δεξιό με το ζερβό
με το μαλαματένιο.

Για πες μου Άη Βασίλη μου
πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα,
κριθάρι δέκα πέντε
ταγή και ρόβι δεκαοχτώ
κι από νωρίς στο στάβλο.

Μάλαμα είν'τ'αλέτρι μου
κι ασήμι ο ζυγός μου,
ως και το βουκεντράκι μου
τ' ΑΪ Γιωργιού κοντάρι
και τ 'αποζεύλι του ζυγού
κουκί μαργαριτάρι."

Ξύπνησε Αφέντη, ξύπνησε
κι εκκλησιές συμένουν,
το εν υψίστη ψάλουσι
κι εσένα ανιμένουν.

Μα ακόμη δεν τον ηύρηκες
το μάνταλο ν' ανοίξεις,
να μας εδώσεις κατιτίς
κι ύστερα να σφαλίξεις.

Και από την μαύρη όρνιθα
κανένα αβγουλάκι
και αν είναι από τη γαλανή
ας είν' και ζευγαράκι

Και από το λαδοπίθαρο
κια μια οκά λαδάκι
και ας είναι και περισσότερο
κρατούμε εμείς ασκάκι

Κι αν είναι με το θέλημα
χρυσή μου περιστέρα,
άνοιξε και την πόρτα σου
να πούμε καλησπέρα.

Επά που καλαντρίσαμε
καλά μας επληρώσαν
πολλά να έχει τα έχη τους
και τα ποδομάτά τους...

Και αν έχουν και αρσενικό παιδί
στη σέλα καθισμένο
να σιέται να λυγίζεται
να πέφτει το λογάδι
να το μαζώνει η μάνα του,
να'χει χαρά μεγάλη."

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Ποιοι ήταν οι σοφοί αυτοί άνθρωποι που ήρθαν από ανατολών;

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ.
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς – «Ο Πρόλογος της Αχρίδος» – Δεκέμβριος εκδ. Άθως

Όταν ο Κύριος Ιησούς Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ, Τον προσκύνησαν πρώτοι οι ποιμένες και οι σοφοί (οι αστρονόμοι) από ανατολών, δηλαδή οι πιο απλοί και οι πιο σοφοί άνθρωποι του κόσμου τούτου!
Ποιοί ήταν οι σοφοί αυτοί άνθρωποι που ήρθαν από ανατολών; Το ερώτημα μελέτησε επισταμένως ο άγιος Δημήτριος του Ροστώφ.

Λέει, λοιπόν, ότι την εποχή εκείνη υπήρχαν κάποιοι βασιλείς ορισμένων μικρότερων περιοχών ή και μεμονωμένων πόλεων στην Περσία, την Αραβία και την Αίγυπτο.
Αυτοί ήταν επίσης και ειδήμονες αστρονόμοι. Το λαμπρό άστρο, που είδαν, τους φανερώθηκε για να αναγγείλει τη γέννηση του Νέου Βασιλέως.

Κατά τον άγιο Δημήτριο του Ροστώφ το αστέρι αυτό εμφανίστηκε σ’ αυτούς εννέα μήνες πριν από τη γέννηση του Ιησού Χριστού, ήτοι κατά τον χρόνο της υπερφυούς συλλήψεως Αυτού στην παρθενική μήτρα της Ύπεραγίας Θεοτόκου.
Οι σοφοί αστρονόμοι πέρασαν εννέα μήνες μελετώντας αυτό το αστέρι και προετοιμαζόμενοι για το ταξίδι το οποίο τελικώς πραγματοποίησαν. Έφτασαν στη Βηθλεέμ λίγο αφότου γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου.

Ο ένας εξ’ αυτών ονομαζόταν Μελχιώρ. Ήταν γέροντας με κατάλευκα μαλλιά και γένια. Αυτός πρόσφερε το χρυσάφι ως δώρο στον Κύριο.
Ο δεύτερος ονομαζόταν Γάσπαρ· ήταν νέος με ροδαλό πρόσωπο και αγένειος. Αυτός πρόσφερε το λιβάνι ως δώρο στον Κύριο.
Ο τρίτος ονομαζόταν Βαλτάσαρ· είχε μελαχρινή επιδερμίδα και δασύτριχη γενειάδα. Αυτός πρόσφερε ως δώρο στον Κύριο το μύρο. Αυτοί ήταν οι «μάγοι με τα δώρα».

Μπορούμε επίσης να πούμε ότι οι τρεις αυτοί σοφοί άνδρες εκπροσωπούσαν τις τρεις κύριες φυλές των ανθρώπων, που κατάγονταν από τους τρεις γιους του Νώε: Σημ, Χαμ και Ιάφεθ.
Ο Πέρσης σοφός εκπροσωπούσε τους Ιαφεθίτες, ο Άραβας τους Σημίτες και ο Αιγύπτιος τους Χαμίτες.
Έτσι μπορούμε να πούμε ότι διά μέσου των τριών αυτών, τρόπον τινά, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος προσκύνησε τον Ενανθρωπήσαντα Θεό και Κύριο!



Η χαρά τού να δίνεις αντί να παίρνεις δώρα



Ὄμορφο, αἰσιόδοξο βίντεο που περιγράφει σκηνές ἀπό ἕνα κοινωνικό πείραμα, ὄπου περαστικοί καλούνται νά γίνουν ἐθελοντικά κομιστές δώρων σέ διερχόμενους ἐπισκέπτες ἐμπορικοῦ κέντρου.

Ένα αλλιώτικο Χριστουγεννιάτικο μήνυμα από το Άγιο Όρος



66893_1547125898935062_7752778630356158601_n
Αντί για Χριστουγεννιάτικες ευχές η Βασιλική Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους έδωσε στην δημοσιότητα μιαν ανακοίνωση που προειδοποιεί για την επερχόμενη οργή του Θεού και προτρέπει όσους ακόμη έχουν ακοή να στραφούν σε δακρύρροη μετάνοια!
Και επειδή δεν είναι όλοι εξοικειωμένοι με την αρχαΐζουσα ελληνική γλώσσα παραθέτουμε και μία απόδοση στην δημοτική νεοελληνική:
«Δεν ανατέλλει από την Ανατολή νέος λαμπρός αστέρας που να δείχνει την οδό προς την Βηθλεέμ, αλλά (αντί γι αυτόν υψώνεται) αλλοίμονο το δίκοπο ξίφος ακονισμένο από την οργή του Παντοκράτορα Κυρίου, επάνω στην εκτεταμένη υβριστική Δύση.
Οι ουράνιοι άγγελοι παίρνουν την ειρήνη από την γη ρίχνοντας το φονικό χέρι του Ηρώδη σε σφαγές. Η μετάνοια όλου του γένους όπως των κατοίκων της Νινευή (που φόρεσαν τρίχινους σάκκους και έρριχναν στάχτη στο κεφάλι τους ζητώντας συγχώρεση), έχει αποδράσει και δεν υπάρχει κανείς (σαν τον δίκαιο) Φινεές*.
Αλλά όσοι είμαστε ακόμα πιστοί ας έλθουμε προς τον Θεό που έγινε άνθρωπος και σαν βρέφος κοιμώμενο βρίσκεται στην ταπεινή φάτνη, φέρνοντας σ΄αυτόν αντί για γήινα δώρα, τα δάκρυα της μετανοίας μας, για να μας λυπηθεί. Ας γίνει έτσι.»  
*Ο Δίκαιος Φινεές ήταν αρχιερέας των Εβραίων εγγονός του Ααρών ο οποίος ἔπαυσε τὸν θυμόν του Θεού, φονεύσας τοὺς ἐνόχους πρωταιτίους της δίκαιης οργής Του.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Άνθος του Γιαλού

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjM1Zxu3Vf8LR25VbRSqwezauPGfgySrGftJJxAo_g3YXNqEmx19vu6g5roUb4LHlsPE3zCC0xDVBy-GPRRASNgOjlysNSJGE9QbQ5R5pF0Ieql5m9iaJ1CagEJWem61lT6wQLI7mci5vM/s400/anthos+gialoy.jpg

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911). Δημοσιεύτηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1906 στην εφημερίδα Εστία.
 
    Eπὶ πολλὰς νύκτας κατά συνέχειαν έβλεπεν ο Μάνος του Κορωνιού, εκεί όπου έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρώνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα εις δυο υψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλαιόν ερημόσπιτον κατηρειπωμένον, - εκεῖ έστρωνε συνήθως την κάπαν επάνω στην πλώρην της βάρκας, κι᾿ εκοιμάτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ύπνον, τρεις σπιθαμές υψηλότερ᾿ από το κύμα, θεωρών τα άστρα, και μελετών την Πούλιαν καὶ όλα τα μυστήρια του ουρανού - έβλεπε, λέγω, ανοικτὰ εις το πέλαγος, έξω από τα δυο ανθισμένα νησάκια, τα φυλάττοντα ως σκοποί το στόμιον του λιμένος, εν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ή άστρον πεσμένον - να τρεμοφέγγῃ, εκεί μακράν, εις το βάθος της μελανωμένης εικόνος, επιπολής εις το κύμα, και να στέκη επί ώρας, φαινόμενον ως να έπλεε, και μένον ακίνητον.
    Ο Μάνος του Κορωνιοῦ, λεμβούχος ψαράς, ήτον αδύνατος στα μυαλὰ όπως και πας θνητός. Αρκετὸν ήτο ήδη οπού έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα εις τους δυο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτον εκείνο, τ᾿ ολόρθον άψυχον φάντασμα, το οποίον είχε την φήμην, ότι ήτο στοιχειωμένον. Εκαλεῖτο κοινώς «της Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δεν ήξευρεν. Ή, αν υπήρχον ολίγα γραίδια «λαδικά», ή και δυο τρεις γέροι, γνωρίζοντες τας παλαιάς ιστορίας του τόπου, ο Μάνος δεν έτυχεν ευκαιρίας να τους ερωτήση.
    Έβλεπε, βραδιές τώρα, το παράδοξον εκεῖνο μεμακρυσμένον φως να τρέμη και να φέγγη εκεί εις το πέλαγος, ενώ ήξευρεν, ότι δεν ήτο εκεί κανεὶς φάρος. Η Κυβέρνησις δεν είχε φροντίσει δι᾿ αυτὰ τα πράγματα εις τα μικρά μέρη, τα μη έχοντα ισχυρούς βουλευτάς.
    Τι, λοιπόν, ήτο το φως εκείνο; Ησθάνετο επιθυμίαν, επειδὴ σχεδὸν καθημερινώς επέρνα με την βάρκα του από εκείνο το πέραμα, ανάμεσα εις τα δυο χλοερὰ νησάκια, και δεν έβλεπε κανὲν ίχνος εκεί την ημέραν, το οποίον να εξηγή την παρουσίαν του φωτὸς την νύκτα, να πλεύση τα μεσάνυχτα, διακόπτων τον μακάριον ύπνον του, και τους ρεμβασμούς του προς τ᾿ άστρα και την Πούλιαν, να φθάση έως εκεῖ, να ιδή τι είναι, και, εν ανάγκῃ, να το κυνηγήση το μυστηριώδες εκείνο φέγγος. Όθεν ο Μάνος, επειδή ήτο ασθενής άνθρωπος, καθὼς είπομεν, νέος εἰκοσαετής, εκάλεσεν επίκουρον και τον Γιαλήν τῆς Φαφάνας, δέκα έτη μεγαλύτερον του, αφού του διηγήθη τὸ νυκτερινὸν όραμά του, δια να του κάμη συντροφιὰν εις την ασυνήθη εκδρομήν.
Αλλαγή κεφαλαίου μία λευκή σειρά
    Eπήγαν μίαν νύκτα, όταν η σελήνη ήτο εννέα ημερών, κι᾿ έμελλε να δύση περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Το φως εφαίνετο εκεί, ακίνητον ως καρφωμένον, ενώ ο πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ήρεμα προς δυσμάς κι᾿ έμελλε να κρυφθή οπίσω του βουνού. ΄Οσον έπλεαν αυτοί με την βάρκαν, τόσον τούς έφευγε, χωρίς να κινήται οφθαλμοφανώς, ο μυστηριώδης πυρσός. Έβαλαν δύναμιν εις τα κουπιά, «εξεπλατίσθηκαν». Το φως εμακρύνετο, εφαίνετο απώτερον ολονέν. Ήτο άφθαστον. Τέλος έγινεν άφαντον από τους οφθαλμούς των.
    Ο Μάνος, μαζί με τον Φαφάναν, έκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Αντήλλαξαν ολίγας λέξεις:
    - Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καίκι, όχι.
    - Και τι είναι;
    - Είναι...
    Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξευρε τι να είπῃ.
    Την νύκτα της τρίτης ημέρας, και πάλιν δυο ή τρεις ημέρας μετ᾿ αυτήν, οι δυο ναυτίλοι επεχείρησαν εκ νέου την εκδρομήν. Πάντοτε έβλεπαν την μυστηριώδη λάμψιν να χορεύη εις τα κύματα. Είτα, όσον επλησίαζαν αυτοί, τόσον το όραμα έφευγε. Και τέλος εγίνετο άφαντον. Τι άρα ήτο;
    Εiς μόνον γείτων είχε παρατηρήσει τας επανειλημμένας νυκτερινὰς εκδρομὰς των δυο φίλων με την βάρκαν. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα ολίγα κολλυβογράμματα που ήξευρε, και είχεν ομιλήσει με πολλάς γραίας σοφάς, αίτινες υπῆρξαν το πάλαι. Εκάθητο όλην την νύκτα, αγρυπνών, σιμὰ εις το παράθυρόν του, βλέπων προς την θάλασσαν, και πότε εδιάβαζε τα βιβλία του, πότε ερρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβη του, όπου έρημος και μόνος εκατοικούσεν, έκειτο ολίγους βράχους παραπέρα απὸ το σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε την βάρκαν του ο Μάνος, ανάμεσα εις το σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας.
    Μίαν νύκτα, ο Κορωνιὸς και ο εγγονὸς της Φαφάνας ητοιμάζοντο να λύσουν την βάρκαν, και να κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, δια να κυνηγήσουν το ασύλληπτον θήραμά των.
    Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδεν, εξήλθεν απὸ την καλύβην του, φορών άσπρον σκούφον και ράσον μακρύ, όπως εσυνήθιζε κατ᾿ οίκον, επήδησε δυο τρεις βράχους προς τα εκεί, κι᾿ έφθασε παραπάνω απὸ το μέρος, όπου ευρίσκοντο οι δυο φίλοι.
    - Για που, αν θέλη ο Θεός, παιδιά; τους εφώναξεν. Είναι βραδιὲς τώρα που τρέχετε έξω απὸ το λιμάνι, χωρὶς να γιαλεύετε, χωρὶς να πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως σας ωνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, για να βρήτε τίποτα θησαυρό;
    Ο Μάνος παρεκάλεσε τον Κόκοϊαν να κατεβή παρακάτω και να ομιλή σιγανώτερα. Είτα δεν εδίστασε να του διηγηθη το όραμά του.
    Ο Λίμπος ήκουσε μετά προσοχῆς. Είτα εγέλασε:
    - Αμ᾿ που να τα ξέρετε αυτὰ εσεῖς, οι νέοι, είπε, σείων σφοδρώς την κεφαλήν. Τον παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σαν αυτὸ που είδες, Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγὼ δε βλέπω τίποτα!.. Το ίδιο κι ο Γιαλὴς βλέπει αυτὸ που λες πως βλέπεις;
    Ο Γιαλὴς ηναγκάσθη με συστολὴν κατωτέραν της ηλικίας του να ομολογήση, ότι δεν έβλεπε το φως, περὶ ου ο λόγος, αλλ᾿ επείθετο εις την διαβεβαίωσιν του Μάνου, όστις έλεγεν ότι το βλέπει.
    Ο Κόκοϊας, ήρχισε τότε να διηγήται:
    «- Ακοῦστε να σας πω, παιδιά. Εγὼ που με βλέπετε, έφθασα τη γριά-Κοεράνω του Ραγιά, τὴν μαννοὺ αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα της Γκαβαλογίνας, ακόμα κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθή πολλὰ πρωτινά, παλαιϊκὰ πράματα, καθὼς κι αυτὸ που θα σας πω τώρα:
    »Βλέπετε αυτὸ το χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδῶ τον παλαιὸν καιρὸ εκατοικούσε μιὰ κόρη, η Λουλούδω, οπού την είχαν ονοματίσει για την εμορφιά της, - έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτὴ - μαζὶ με τον πατέρα της τον γερό-Θεριὰ (ελληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), όπου εκυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά, με την ασημένια σαγίτα καὶ με φαρμακωμένα βέλη.Ένα Βασιλόπουλο απὸ τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωκε το δαχτυλίδι του, κ᾿ εκίνησε να πάη στο σεφέρι και της έταξε με όρκον ότι, άμα νικήση τους βαρβάρους, την ημέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, θα έρθη να την στεφανωθή.
    »Επῆγε το Βασιλόπουλο. Έμεινεν η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυά της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχὴ στα ουράνια, να βγή νικητὴς το Βασιλόπουλο, να έρθη η μέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, να γυρίση ο σαστικός της, νὰ τὴν στεφανωθῆ.
    »Έφθασε η μέρα που ο Χριστὸς γεννᾶται. Η Παναγία με αστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε το Βρέφος μες στη Σπηλιά, το εσήκωσε, το εσπαργάνωσε με χαρά, και το ῾βαλε στο παχνί, για να το κοιμίση. Ένα βοϊδάκι κ᾿ ένα γαϊδουράκι εσίμωσαν τα χνώτα τους στο παχνὶ κ᾿ εφυσούσαν μαλακὰ να ζεστάνουν το θεῖο Βρέφος. Να, τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Ήρθαν οι βοσκοί, δυο γέροι με μακριὰ ασπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ έπεσαν κ᾿ επροσκύνησαν το θεῖο Βρέφος. Είχαν ιδεί τον Άγγελον αστραπόμορφον, με χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, είχαν ακούσει τ᾿ αγγελούδια που έψαλλαν: Δόξα εν υφίστοις Θεώ! Έμειναν γονατιστοί, μ᾿ εκστατικὰ μάτια, κάτω απὸ το παχνί, πολλὴν ώρα, κ᾿ ελάτρευαν αχόρταγα το θάμα το ουράνιο. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη την Λουλούδω!
    »Έφτασαν κι᾿ οι τρεις Μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσὲς μίτρες στο κεφάλι, κι᾿ εφορούσαν μακριὲς γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και τ᾿ αστεράκι, ένα λαμπρὸ χρυσὸ αστέρι, εχαμήλωσε κι᾿ εκάθισε στη σκεπὴ της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκὸ ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρεις βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν απ᾿ τις καμήλες τους, εμπήκαν στο Σπήλαιο, κι᾿ έπεσαν κι᾿ επροσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκια τους, κι᾿ επρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρη την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το Βασιλόπουλο. Το φουσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλάμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμὸ τα κάστρα των βαρβάρων. Το Βασιλόπουλο είχε χυμήξει με ακράτητην ορμή, απάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!
    »Τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ᾿ αρμυρό, οι αναστεναγμοί της εδιαλύθηκαν στον αέρα, κι᾿ η προσευχή της έπεσε πίσω στη γῆ, χωρὶς να φθάση στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυὸ αυτοὺς βράχους, οπού το λεν Ανθὸς του Γιαλού, αλλὰ μάτι δεν το βλέπει. Και το Βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, επαρακάλεσε να γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ του πελάγους, για να φτάση εγκαίρως, ως την ημέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξη τον όρκο του, που είχε δώσει στη Λουλούδω.
    »Μερικοὶ λένε, πως το Άνθος του Γιαλοῦ έγινε ανθός, αφρὸς τοῦ κύματος. Κι᾿ η Σπίθα εκείνη, η φωτιὰ του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχὴ του Βασιλόπουλου, που έλιωνε, σβήσθηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανεὶς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Η ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΙ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjLO7Pjn5gUFE553p00dI5lJuXdTd9DsALUKm3f8SL4OVN_jfWuSdKnRuHyHVitioeX-GHtS7GCX_691FkvLc6E72F8GMseXDZCc7peuTK5VcezzrRtH2UNacTpQXbJgnQ7aDMIknsVScI/s1600/img460.jpg

Τὰ σύμπαντα σήμερον χαρᾶς πληροῦνται,
Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου

Τοῦ ρχιμ. Γεωργίου (†2014),
Προηγ. Ἱ. Μονς σίου Γρηγορίου
γίου ρους

.             Πράγματι, κάθε πιστὸς καὶ εὐσεβὴς χριστιανός, ὅπου γῆς, χαίρεται χαρὰν μεγάλην, διότι ἐτέχθη ὁ Σωτήρ.
.             Συγχαίρουν οἱ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ οἱ ψυχὲς τῶν Ἁγίων.
.             Χαίρονται καὶ οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι, γιατί στὶς μεγάλες ἑορτὲς σπάζει ἡ μονοτονία τῆς καθημερινότητος καὶ ὁ ἑορταστικὸς διάκοσμος τοὺς ξεκουράζει. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες· «βίος ἀνεόρταστος, ὁδὸς ἀπανδόχευτος».
.             Ἀλλὰ χαρ τν πιστν ψυχν δν εναι μόνο ψυχολογική, ξωτερική, πρόσκαιρη. Εἶναι βαθειὰ πνευματική. Πηγάζει ἀπὸ τὴν αἴσθησι τῆς ἀπείρου ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας τοῦ Ἁγίου Θεοῦ ποὺ ἐκδηλώθηκε μὲ τὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Λόγου.
.             Ἀναφωνεῖ ἡ πιστὴ ψυχὴ μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο· «Ὢ τῆς καινῆς μίξεως! Ὢ τῆς παραδόξου κράσεως! Ὁ Ὢν γίνεται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται… Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γὰρ τὴν ἐμὴν σάρκα, ἵν᾿ ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης κενοῦται, ἵν᾿ ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τὸ περὶ ἐμὲ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καὶ οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώσῃ καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίση»1.
.             Πηγάζει ἀκόμη ἡ χαρὰ ἀπὸ τὴν δωρηθεῖσα στοὺς ἀνθρώπους εἰρήνη καὶ εὐδοκία τοῦ Οὐρανίου Πατρός.
.             Διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι καὶ πρὸ Χριστοῦ ὑπῆρχαν μερικοὶ δίκαιοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶχαν δεχθῆ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ εἰρήνη ἦταν χωρὶς τὴν «εὐδοκία», γιατὶ ὁ Λόγος δὲν εἶχε σαρκωθῆ. Δὲν ἦταν «τελεία καὶ ἀμετάθετος», οὔτε ἐδίδετο σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους2.
.             Μὲ τὴν σάρκωσι τοῦ Λόγου ἐπῆλθεν εἰρήνευσις, συμφιλίωσις καὶ καταλλαγὴ τοῦ ἐπαναστατημένου ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν.
.             Ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἐπιστροφὴ καὶ εἰρήνευσις διὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ συνετέλεσε, ὥστε νὰ ἀποκατασταθῇ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ πρὸς ἀλλήλους εἰρήνη καὶ ἀγάπη.
.             Μποροῦμε πραγματικὰ νὰ χαιρώμαστε, ὅταν ἀπολαμβάνουμε βαθειὰ εἰρήνη μὲ τὸν Θεό, τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν συνάνθρωπο.
.             Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ποὺ δὲν χαίρεται γιατὶ δὲν εἰρηνεύει, προσπαθεῖ μὲ τὴν ἐξωστρέφεια νὰ ξεχάσῃ τὴν δυστυχία του. Γι᾿ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ μείνῃ οὔτε γιὰ λίγο μόνος του, χωρὶς κάποιο ἐξωτερικὸ ἐρέθισμα νὰ τὸν ἀπασχολῇ.
.             Γράφει κάπου ὁ Πασκάλ, ὅτι ὁ πιὸ δυστυχὴς ἄνθρωπος εἶναι ὁ βασιλιᾶς. Γι᾿ αὐτὸ ἔχει πάντα κοντά του τὸν γελωτοποιό, γιὰ νὰ τὸν κάνῃ νὰ ξεχνᾷ τὴν δυστυχία του.
.             Σύγχρονες μορφς γελωτοποιν γι τν νθρωπο, πο το λείπει ερήνη κα χαρ το Χριστο, εναι τ ραδιόφωνο, τηλεόρασι, τ διαδίκτυο, τ κινητ τηλέφωνο, ο πρόσωπες κα θορυβώδεις διασκεδάσεις, μέθη τς ταχύτητας, κτιβισμός.
.             Εὐτυχεῖς ὅσοι θὰ μείνουν γιὰ λίγο μόνοι τους, θὰ διαπιστώσουν τὸ ἐσωτερικό τους κενὸ καὶ ἀνικανοποίητο καὶ θὰ ἀναζητήσουν τὸν Λόγο.
.             Ετυχες σοι θ τοιμάσουν τν σω νθρωπο γι ν νακλίνουν σ ατν τν σαρκωθέντα Θεό. Τότε πράγματι θ ερηνεύσουν κα θ χαρον.
.             Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μὲ τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ, θὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸν ἀγώνα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τὸν Θεό, τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν συνάνθρωπό μας·
.             «Αὐτὴν τὴν εἰρήνη νὰ φυλάσσωμε, ἀδελφοί, ὅσο μποροῦμε. Διότι αὐτὴν ἐλάβαμε ὡς κληρονομία ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας ποὺ ἐγεννήθη σήμερα καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ Πνεῦμα τῆς υἱοθεσίας, διὰ τῆς ὁποίας γινόμεθα «κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ»3.
.             Ἂς εἰρηνεύωμε λοιπὸν μὲ τὸν Θεό, τηρώντας ὅσα εἶναι εὐάρεστα σὲ Αὐτόν· τὴν σωφροσύνη, τὴν φιλαλήθεια, τὴν δικαιοπραγία, τὴν καρτερία στὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις, «ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν»4 καὶ ὄχι μόνο με τὰ χείλη.
.             Ἂς εἰρηνεύωμε μὲ τοὺς ἑαυτούς μας, ὑποτάσσοντας τὴν σάρκα τῷ πνεύματι (τὸ σαρκικὸ φρόνημα στὸν νόμο τοῦ Πνεύματος), ἐκλέγοντας νὰ ζοῦμε ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ συνείδησίς μας καὶ φροντίζοντας, ὥστε ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος τῶν λογισμῶν νὰ κινῆται μὲ κοσμιότητα καὶ καθαρότητα. Διότι ἔτσι μόνο θὰ καταστείλωμε τὸν ὄντως ἐμφύλιο πόλεμο ποὺ διεξάγεται μέσα μας.
.             Ἂς εἰρηνεύωμε μεταξύ μας, «ἀνεχόμενοι ὁ ἕνας τὶς ἀδυναμίες τοῦ ἄλλου καὶ συγχωρώντας, ἂν τυχὸν κάποιος ἔχει παράπονο ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς συνεχώρησε»5 καὶ δείχνοντας μεταξύ μας εὐσπλαγχνία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν μεταξύ μας ἀγάπη, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του καὶ μόνο πρὸς ἐμᾶς μᾶς εὐσπλαχνίσθηκε καὶ γιὰ χάρι μας ἐνηνθρώπησε.
.             Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ ἀνορθωθοῦμε ἀπὸ τὴν πτῶσι τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν δική Του βοήθεια καὶ Χάρι καὶ ἀφοῦ ἀνεβοῦμε (πνευματικά) διὰ τῶν ἀρετῶν, θὰ ἀποκτήσουμε «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς»6 ἀπὸ ὅπου περιμένουμε τὴν ἐλπίδα μας νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ νὰ ἀπολαύσωμε τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια ἀγαθὰ ὡς τέκνα τοῦ Οὐρανίου Πατρός.
.             Αὐτὴ τὴν ἀπόλαυσι εὔχομαι ὅλοι ἐμεῖς νὰ ἐπιτύχωμε κατὰ τὴν μέλλουσα ἔνδοξη Παρουσία καὶ Ἐπιφάνεια τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖον ἀνήκει δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν»7.

για Χριστούγεννα 2005
  1. Λόγος ΛΗ´, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, 13.
  2. Ὁμιλία ΝΗ´
  3. Ρωμ. η´ 17.
  4. Ἐφ. ε´ 19
  5. Πρβλ. Κολ. γ´ 13.
  6. Φιλ. γ´ 20.
  7. Ὁμιλία ΝΗ´, Εἰς τὴν κατὰ σάρκα σωτήριον Γέννησιν του Κυρίου, 15                    πηγή

Ἀνδρέας Καρκαβίτσας: Θεῖον Ὅραμα


Ἀνδρέας Καρκαβίτσας
Τὸ διήγημα περιέχεται στὴ συλλογὴ 
Λόγια τῆς Πλώρης (1899)
Δὲ λέτε, ρὲ παιδιά, τίποτα νὰ ζεσταθοῦμε;
Καὶ μὲ τὸ λόγο φάνηκε μαῦρο κορμὶ στὴν ἀνοιχτὴ θυρίδα, κύλησε ἀπὸ τὴ σκάλα κάτω ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, βαρυτυλιγμένος στὴν πατατούκα του. Ἔκανε κρύο δυνατό. Βοριὰς ἐξύριζε τὰ πέλαγα, πάγωνε τ᾿ ἀκρογιάλια, κρουστάλλιαζε τὰ στοιβαγμένα χιόνια στὰ βουνά. Καὶ τὸ πλήρωμα, ναῦτες καὶ θερμαστές, συναγμένοι ὁλόγυρα στὴ θερμάστρα, φρόντιζαν νὰ ζεσταθοῦν μὲ τὴ φασκομηλιὰ καὶ τὸ ψωμοτύρι.
Ὁ λύχνος, καρφωμένος στὴ μέση ἑνὸς στύλου, φώτιζε καὶ κάπνιζε μαζὶ τὰ περίγυρα σωθέματα. Διπλὰ-τριπλὰ τὰ κρεβάτια κολλημένα στὰ πλευρά, μὲ τὰ μαῦρα τους στρωσίδια, θύμιζαν νεκροθῆκες στ᾿ ἀνήλιαστα βάθη τῆς γῆς ταιριασμένες. Κοντὰ ἡ καμαρούλα τοῦ ναύκληρου, ἀνοιχτόπορτη, ἔδειχνε ἄλλο κρεβάτι στρωμένο, δυό-τρεῖς φωτογραφίες παλιές, μιὰ χρωμολιθογραφία χανούμισσας, χρυσοφορεμένης καὶ ξαπλωμένης σὲ πουπουλένια προσκέφαλα. Καὶ ὁλοῦθε κρεμασμένα τὰ ροῦχα, στὸ λάδι καὶ στὸ κάρβουνο βουτημένα. Οἱ μουσαμάδες ξεσχισμένοι καὶ μυριομπαλωμένοι. Τὰ χοντρὰ ποδήματα καὶ τὰ κασκέτα καὶ οἱ χρωματιστοὶ σκοῦφοι ἔδειχναν τὸ χώρισμα καλογερικὸ κελλί. Ἀλλὰ τὸ φλίφλισμα τοῦ νεροῦ ποὺ ἀκουόταν στὰ πλευρά, ἡ μυρωδιὰ τοῦ κατραμιοῦ καὶ τὰ ψημένα πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων ἔδειχναν πὼς ἡ ζωὴ ἐδῶ ἀγωνίζεται τὸν τελευταῖο ἀγώνα της. Γιὰ τοῦτο καὶ κανένας δὲν πρόσεξε...
τώρα στὸ ἀστεῖο κατρακύλημα τοῦ θερμαστῆ.
– Δὲ λέτε, ρὲ παιδιά, καὶ τίποτα νὰ ζεσταθοῦμε; ξαναδευτέρωσε ἐκεῖνος, ἀγκαλιάζοντας τὴ θερμάστρα σὰν ἐρωμένη.
– Τί νὰ εἰποῦμε; ρώτησε μελαγχολικὸς ὁ Κώστας ὁ Ἀξιώτης.

Νυχτιὰ σὰν τὴν ἀποψινὴ δὲ θέλει παραμύθια. Ὄχι, δὲ θέλει παραμύθια! Ἐδῶ στὸν ἄγριο κόρφο ποὺ εἴμαστε κλεισμένοι, τριγυρισμένοι ἀπὸ τὸ μούγκρισμα τῆς Μαύρης Θάλασσας, σαβανωμένοι ἀπὸ τὸν πουπουλένιο θυμὸ τ᾿ οὐρανοῦ, ἂς ποῦμε κατιτὶ θεϊκὸ καὶ παρήγορο. Στὰ παλιὰ χρόνια οἱ γέροντές μας δὲν εἶχαν τὴν καταδίκη ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς τώρα. Περνοῦσαν τὶς ἅγιες ἡμέρες κάτω ἀπὸ τὴ στέγη τους, κοντὰ στὴ φωτιά, ἀνάμεσα στὴ φαμίλια τους. Ὅπως ὁ ἀμπελοφυτευτὴς τ᾿ ἀμπέλι του, τρυγούσανε καὶ κεῖνοι τὸ καλοκαίρι τὴ θάλασσα καὶ χαίρονταν τὸ χειμώνα τὰ καλὰ τῆς ἄφοβα. Ἤξεραν τὴ γιορτὴ καὶ τὴν καματερή τους. Εἶχαν καιρὸ γιὰ τὴ χαρὰ καὶ γιὰ τὴ θλίψη τους. Ἐμεῖς τίποτ᾿ ἀπ᾿ αὐτά! Χειμώνα-καλοκαίρι τ᾿ ὀργώνουμε τὸ κύμα. Βόδια καματερὰ στὴ βουκέντρα τῆς Ἀνάγκης, ὑποταχτικὰ θ᾿ αὐλακώνουμε τ᾿ ἁρμυρὸ χωράφι, μονάχα τὴ φάκνα μας ἔχοντας γιὰ πληρωμή. Γιὰ τοῦτο καλὰ ποὺ ἔτυχε ἡ κακοκαιρία ν᾿ ἀφήσουμε λίγο τὸν κάματο. Δὲ λέω πὼς θὰ μείνουμε τώρα ἥσυχοι. Ὁ ἀφέντης θέλει δουλειὰ ἀπὸ τὸ δουλευτή, γιατί φοβᾶται μὴν ὀκνέψη μὲ τὴν ἀκαμωσιά. Φαντάσου ὅμως, ἂν ἦταν καλωσύνη, τί δρόμο θὰ παίρναμε τώρα. Ἔτσι τουλάχιστο ἔχω ἐλεύθερο τὸ νοῦ νὰ συλλογιστῶ τὸ σπίτι μου.

Ἄχ, τὸ σπίτι μου! Ἄρχισα τὸ παραπόνο καὶ κοντεύω νὰ δακρύσω σὰν ἄπραγο παιδί. Μὰ δὲ φταίω γώ. Φταίει αὐτὴ ἡ νύχτα. Φταίει τὸ ἀποψινὸ ἀποσπέρισμα, τ᾿ ἀστέρι τὸ λαμπρὸ ποὺ ἔτρεμε βασιλεύοντας πίσω ἀπὸ τὰ χιονισμένα βουνὰ καὶ τάραξε τὸ εἶναι μου. Ὅπως τοὺς Μάγους ὡδήγησε καὶ μένα πίσω ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ τὰ πέλαγα στὴ Νάξο, στὸ Γρίτι μου τὸ πρασινοντυμένο, τὸ ταπεινὸ μὰ ὁλόχαρο σπιτάκι μου. Καὶ ὄχι ὡς ἐδῶ. Παραμπρός, παραμπρὸς ἀκόμη. Μ᾿ ἔφερε στὰ παιδιάτικα χρόνια μου, πρὶν ἀφήσω τὴ στεριὰ καὶ πρὶν ταξιδέψω στὴ θάλασσα.
Καθόμαστε ὅλοι στὸ παραγώνι, διπλοπόδι στὰ μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι μὲ τὰ ζεστὰ φορεματάκια μας, ποὺ τὰ ἔρραψε τῆς μάννας μας ἡ φροντίδα καὶ τῆς ἀδερφῆς μας, τῆς ὀμορφούλας τὰ πιδέξια χέρια. Ὁ πατέρας μου, θεριακωμένος καὶ νιοφάνταχτος γέροντας, καθότανε στὶς προσκεφαλάδες ψηλὰ καὶ ρουφοῦσε ἀπολαυστικὰ τὸ τσιμπούκι του.

Ὅταν μας ἔβλεπε ἔτσι συναγμένους, τοῦ ἄρεσε νὰ διηγέται παραμύθια καὶ ἱστορίες τῆς ζωῆς του. Τῆς θάλασσας οἱ κίνδυνοι, τῆς στεριᾶς οἱ χαρές, ὁ τρόμος τῶν κουρσάρων, τὰ ναυτικὰ κατορθώματα τῆς Ἐπανάστασης διάβαιναν ζωντανὰ καὶ ὁλοφώτιστα μπροστά μας. Μὰ κείνη τὴ νύχτα δὲ θέλησε νὰ μιλήση οὔτε γιὰ παραμύθια, οὔτε γιὰ ταξίδια του. Μόλις βάλαμε τὸ λύχνο στὸ λυχνοστάτη καὶ φάγαμε τὴ λειψόπητα, μᾶς ἄρχισε θρησκευτικὲς κουβέντες. Ἦταν θρῆσκος ὁ ἁγιοχώματος καὶ τὰ ἱερὰ βιβλία δὲν τ᾿ ἄφηνε ἀπὸ κοντά του. Ἀλήθεια, στὰ ταξίδια του εἶχε πρόχειρα τὰ τροπάρια καὶ τὶς βλαστήμιες. Μὰ τώρα ποὺ ἔπαψε τὸν ἀγώνα τῆς ζωῆς, φρόντιζε γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του.
-Δὲ μοῦ λές, εἶπε στὸν ἀδερφό μου τὸ μικρότερο, τί ὅραμα εἶδε ἡ Παναγία τὴ νύχτα ποὺ γέννησε τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό;
Κόκκαλο ἐκεῖνος. Ρωτάει ἐμένα, τὸ ἴδιο.

Ἄ, δὲν τὸ ξέρετε ! πρόσθεσε μὲ ἤρεμη φωνή. Μὰ δὲν φταῖτε σεῖς, φταίω γῶ ποὺ δὲν σᾶς τὸ ἒμαθ᾿ ἀκόμη. Ἔγινε πέρα στὴν Ἀνατολή, στὸν τόπο τὸν παράδοξο. Ποιὸ χρόνο δὲ σᾶς λέω. Φτάνει νὰ μετρήσετε τὸ φετεινὸ καὶ τὸ βρίσκετε ἀμέσως. Ἐκείνη τὴ νύχτα μία γυναίκα, συντροφιασμένη ἀπὸ τὸν τέχτονα τὸν ἄντρα της, στάθηκε μισοστρατὶς σὲ μιὰ σπηλιὰ καὶ γέννησε ἕνα παιδί. Φτωχὰ ἦταν τὰ ροῦχα της, ἡ ὄψη της πικραμένη· μὰ εἶχε κατιτὶ τόσο λαμπρὸ στὴ ματιά, ποὺ ἔλεγες θ᾿ ἀναστήση καὶ τὴν πέτρα. Κάτω ἀπὸ τὸ γαλάζιο φόρεμα καὶ τὸ κόκκινο στηθοπάνι, τὸ κορμὶ φάνταζε λυγερό, ἄξιο γιὰ νὰ θρονιάση μία πάναγνη ψυχή. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ἄσπρο της κεφαλοδέτη τὰ μυγδαλωτὰ μάτια, τὰ φρύδια τὰ σμιχτά, τὸ λεφαντένιο μέτωπο, λαμπρότερο κι ἀπὸ τὰ χρυσὰ στολίδια του, φανέρωναν τὴν αἰσθαντικὴ πηγὴ ποὺ θὰ σάρκωση τὴν ἀγάπη καὶ τὴν Καλωσύνη.

Γέννησε τὸ παιδί, τὸ βύζαξε, τὸ τύλιξε στὸ σάλι της καὶ τ᾿ ἀπίθωσε στὴ φάτνη πάνω στ᾿ ἄχυρα νὰ κοιμηθῆ. Σὲ λίγο ὁ ἀνασασμὸς ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στηθάκι του ἥσυχος, σὰν ἀνασασμὸς βαλσαμόδεντρου. Γύρω τὸ σκοτάδι ἁπλωνόταν πίσσα. Κάτω στὸ χῶμα πλαγιασμένα τὰ ζωντανά, βόδια καὶ πρόβατα καὶ ἄλογα μαζί, ἔνιωθαν κάποια φρίκη νὰ χαμοπετᾶ πάνω τους, σύγκρυο νὰ τὰ περιγλείφη κ᾿ ἔμεναν ἄγρυπνα. Μὰ οὔτε βέλασμα, οὔτε χλιμίντρισμα, οὔτε βούγεμα ἠχολογοῦσε. Ἡ φάκνα ἔτριζε κάποτε. Ἀλλὰ καὶ κείνη ἔμενε ξερομασσημένη στὸ στόμα τους. Ἀπάνω ἡ σπηλιὰ μὲ τὸν οὐρανὸ τῆς νεροστάλαχτο, μὲ τὰ πλευρὰ τῆς αὐλακωμένα ἀπὸ τὶς νεροσυρμές, πράσινα ἀπὸ τὰ πολυτρίχια, σκισμένα ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ ὄρνιου, τρύπια ἀπὸ τοῦ σφαλαγγιοῦ τὸ κεντρί, κλεισμένα μὲ τὸν πλοκὸ τῆς ἀράχνης, ξεθεμελιωμένα ἀπὸ τὸν ποντικό, ψήλωνε βουβὴ κι ἀτάραχη. Καὶ κάτω ἀπὸ τὴ χαμηλὴ ἐμπατή, τὸ φῶς ἀστροστόλιστης νύχτας χυνόταν στὶς πλαγιὲς καὶ τὰ λακκώματα. 

Οἱ κουρμάδες ἐκεῖ ψήλωναν λαμπάδες, μὲ τὰ καμαρωτὰ κλωνιὰ καρποφορτωμένα. Ἐκεῖ τ᾿ ἀμπέλια ἔδειχναν κλαδιὰ ἕτοιμα ν᾿ ἀνοίξουν μάτια χλωροπράσινα στὸ πρῶτο φύσημα τῆς ἄνοιξης. Ἐκεῖ ἀσπραργυρανθισμένες οἱ ἐλιὲς λαγάριζαν ἀπὸ τώρα τὸ χυμὸ ποὺ θὰ καῆ θυσία στὸ νεογέννητο. Ἐκεῖ καὶ τὰ σπίτια τῆς Βηθλεὲμ μικρά, τετράγωνα, μὲ τὸ δῶμα πάνω καὶ τὴν πόρτα στὸ πλάγι, ἔλαμπαν στὸν ἀσβέστη, λὲς καὶ στολίσθηκαν νὰ καλωσορίσουν Ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοὺς χαρίση τὴ δόξα. Βαθιὰ ὁ Ἰορδάνης στέναζε μέσα στὴ χαλκοστρωμένη κοίτη του καὶ πρόσμενε μὲ τρόμο τὸ θεϊκὸ κορμὶ ποὺ θ᾿ ἅγιαζε τὰ νερά του. Δεξιὰ στὴ χούνη σὰν κατάρατο πνεῦμα βρουχιόταν ἡ Νεκρὴ θάλασσα, λὲς κ᾿ εἶχε ἀκόμη μέσα της τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα. Ἀριστερά, ἀπάνω ἀπὸ τοὺς ζυγούς, ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔφτανε τὸ ἀνθρώπινο μάτι, ἦταν ὅμως ἀσήκωτος ὁ λογισμὸς τοῦ Θεοῦ, στὴ χαρὰ καὶ στὴν ἀκολασία παραδομένα οὔρλιαζαν τὰ Γεροσόλυμα, τὸ ᾄσμα τῶν Προφητῶν κ᾿ ἡ λατρεία λαοῦ μεγάλου.

Ὁ Ἰωσήφ, μόλις εἶδε κοιμισμένο τὸ παιδί, κατέβηκε στὸ χωρίο νὰ φροντίση γιὰ τὴ λεχώνα. Καὶ κείνη ὁλομόναχη, ἀδυνατισμένη, μὲ τὴ μητρικὴ λαχτάρα στὰ στήθη, σταύρωσε τὰ χέρια, ἀκούμπησε τὸ κορμὶ σ᾿ ἕνα στύλο κ᾿ ἔκλεισε τὰ ματόφυλλα. Μὰ στάθηκε ἀδύνατο νὰ κοιμηθῆ. Ἡ τύχη τοῦ θεόσταλτου ἦρθε νὰ τῆς τυραννήση τὴν ψυχή. Τί θ᾿ ἀπογένη στοῦ κόσμου τὴν ἀντάρα ὁ τρυφερός της Κρίνος, Ἐκεῖνος ποῦ τῆς δόθηκε μὲ τὸ χέρι ἀσπροντυμένου Χερουβεὶμ; Ποιὰ θὰ εἶνε ἡ ζωὴ καὶ ποιὸ τὸ τέλος του; Θὰ περάσῃ δρόμο πορφυρόστρωτο ἢ θὰ βάψη μὲ τὸ αἷμα του τ᾿ ἀγκάθια καὶ τὶς στουρναρόπετρες; 

Ὁ κόσμος παραλυμένος δὲν προσέχει πιὰ στὰ λόγια τῶν Προφητῶν. Ὁ Ἰσραὴλ στενάζει κάτω ἀπὸ τὸ ψέμα τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Ρωμαίων τὸ ζυγό. Δὲν κιθαρίζει ὁ Δαβὶδ οὔτε ἡ Δεβόρρα δικάζει τὸ λαὸ κάτω ἀπὸ τοὺς κουρμάδες. Τοῦ Ἀαρὼν τὰ τέκνα λῃστεύουν. Ἀπιστίας σύγνεφο κάθεται στὴν Ἱερὴ Κιβωτὸ καὶ στοῦ Μεγάλου Ναοῦ τὰ ἄδυτα. Πίνει τὸ αἷμα τῶν Μακκαβαίων ἡ γῆ, χωρὶς ν᾿ ἀποδώση ἐλευθερία καὶ δικαιοσύνη. Ὁ Γαυλωνίτης Ἰούδας χάθηκε χωρὶς ν᾿ ἀνορθώση τὸ Νόμο. Ἡ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, χωρισμένη σὲ βασίλεια καὶ τοπαρχίες, φθείρεται ἀπὸ τὸν ἐμφύλιο σπαραγμό, σὰ νὰ τὴ βαραίνη ἀκόμη ἡ ἀπείθεια τῶν προγόνων στὴν ἔρημό του Σίν. Κόλαση ἔγινε ὁ ποτε Παράδεισος! Ἐγωιστὴς καὶ ἐκδικητικὸς καὶ ἄδοξος ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Κυρίου! Πῶς θὰ ζήση σὲ τέτοιον κόσμο τὸ παιδί της;

Ἄξαφνα λύχνος ἠλιοστάλαχτος κρεμάστηκε μπρὸς στῆς μάννας τὴν ψυχή, ἕτοιμος νὰ δείξη τὸ μέλλον τοῦ νιογέννητου, ὅπως ἡ νεφέλη ἔδειξε ἄλλοτε τὸν ἄγνωστο δρόμο στὴ φυλή της. Καὶ τὸν εἶδε τριαντάχρονο λεβεντονιὸ νὰ μαγνητίζη τὶς ψυχὲς τοῦ λαοῦ. Ψηλός, λυγερός, μὲ σεβαστὴ μελαγχολία στὸ ροδοζύμωτο πρόσωπο, μὲ τὰ καστανὰ μαλλιὰ κυματιστὰ στοὺς ὤμους, μὲ τὸ στόμα γλυκοστάλαχτο καὶ τὰ γαλανὰ μάτια, μιλοῦσε στὸ λαὸ καὶ τὸν ἔπειθε. Ἐκήρυττε στὶς συναγωγὲς καὶ χίλιοι τὸν ἄκουαν ἀνέβαινε στὸ βουνὸ καὶ μύριοι τὸν ἀκολουθοῦσαν. Διαβαίνει ἀνάλαφρα τὴ λίμνη τῆς Γενησαρὲτ καὶ ρίχνονται λαμνοκοπώντας οἱ κόσμοι στὰ βήματά του. Οἱ Προφῆτες ποὺ τὸν προσπερνοῦσαν, τώρα πισωδρομοῦν ὑποταχτικοί του. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ ἀναζῆ στὰ λόγια του καὶ συμπληρώνεται. 

Ἡ ἔρμη γῆ ἀναδροσίζεται τ᾿ ἀπελπισμένα στήθη ξαναθαρρεύουν τὰ πλανημένα πρόβατα γυρίζουν πάλι στὴ μάντρα τους. ἡ ἀγάπη τρέχει ἀδαπάνητη ἀπὸ τὰ πλατειὰ στέρνα του καὶ δροσίζει τὸ καμίνι τῆς κακομοιριᾶς. Οἱ ἄπιστοι πιστεύουν καὶ σηκώνονται οἱ ταπεινοί, τυφλοὺς φωτίζει, χωλοὺς ὁδηγεῖ. Τὰ Γεροσόλυμα στρώνουν τοὺς δρόμους μὲ βάγια νὰ τὸν δεχτοῦν. Σύγκαιρα ὅμως καρφώνουν τὸ σταυρό. Ὁ φθονερὸς μαθητὴς τὸν παραδίνει μὲ φίλημα. Ὁ δειλὸς φίλος του τὸν ἀρνιέται πρὶν λαλήση ὁ πετεινός. Μὰ Ἐκεῖνος, ἀνώτερος ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀνθρώπων, συγχωρεῖ τὴν ἄρνηση καὶ τὴν προδοσία, διαβαίνει πράος μέσα ἀπὸ τὶς κοροϊδίες καὶ τὰ φτυσίματα, πίνει τὸ ξίδι καὶ τὴ χολή, φορεῖ τὸ ἀγκαθερὸ στεφάνι, τὴν περιφρονητικὴ χλαμύδα, κρατεῖ τὸ καλαμένιο σκῆπτρο καὶ ἀνεβαίνει στὸ μαρτύριο.

– Γυναίκα, νὰ ὁ γιός σου, λέει τὴν τελευταία στιγμή.
Καὶ ἀποχαιρετᾶ, μ᾿ ἕνα βλέμμα μελαγχολικό, τὴ μάννα ποὺ τὸν γέννησε, τοὺς φίλους ποὺ τὸν πίστεψαν, τὸ λαὸ ποὺ τὸν τυράννησε, τὴ Γῆ ποὺ εἶδε τὶς πίκρες του καὶ τὸν Οὐρανὸ ποὺ θὰ δεχόταν τὸ Σῶμα του.
Ἡ μάννα ἦταν ἐκεῖ καὶ τὰ ἔβλεπε ὅλα. Ἤθελε νὰ φωνάξη, νὰ τρέξη γιὰ νὰ τὸν σώση ἀπὸ τὰ χέρια τῶν κακούργων ἀλλὰ δὲ μποροῦσε νὰ βγάλη φωνή. Τὸ σῶμα δὲν ἀκολουθοῦσε τοὺς πόθους τῆς ψυχῆς. Μὰ ὅταν εἶδε ἕνα στρατιώτη ἀγριοπρόσωπο, ἕτοιμο νὰ λογχίση τὰ πλευρά του,
– Μή! … ἐφώναξε μὲ ὅλη της τὴ δύναμη.

Καὶ μὲ τὸ μή! ξύπνησε. Δὲν εἶδε ὁλόγυρα της τίποτα ἀπὸ τὸ φριχτὸ δράμα. Τὸ βρέφος κοιμότανε ἀκόμη πλάγι της, μέσα στὴ φάτνη, ἀπάνω στὸ ἄχυρο. Μὰ δὲ βασίλευε ἡ σιγὴ καὶ τὸ σκοτάδι, ὅπως πρίν. Ἀγγελικὴ ἁρμονία κατέβαινε ἀπὸ ψηλὰ καὶ λαμπρομέτωπο ἀστέρι ἔχυνε θάλασσα τὸ φῶς του στὴ σπηλιά.
Καὶ μπρὸς στὰ πόδια της, οἱ Μάγοι γονατιστοὶ μὲ τὰ δῶρα τους, τὴ σμύρνα καὶ τὸ μόσχο καὶ τὸ λιβάνι, ὠνόμαζαν τὸ γιό της βασιλέα καὶ Θεό.

Ἐκείνη τὴν ὥρα φάνηκε στὴν ἐμπατὴ χλωμὸς ὁ Ἰωσήφ.
-Νὰ φύγουμε, λέει τρέμοντας στὴ γυναίκα του. Ὁ Ἡρῴδης θέλει τὸ παιδὶ κ᾿ οἱ ἀνθρώποι τὸν ψάχνουν στὴ χώρα. Γλήγορα νὰ φύγουμε!
Ἐκείνη ἅρπαξε ἀμέσως τὸ βρέφος, τὸ ἕσφιξε στοὺς κόρφους της καὶ πῆραν δρόμο γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Ἡ νύχτα τοὺς ἔκρυψε. Μὰ τὰ αἵματα τῶν ἄλλων παιδιῶν κι ὁ θρῆνος τῶν μαννάδων ἀνέβαιναν ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς Γαλιλαίας, πρωτόλουβη θυσία στὸν ἀναμορφωτὴ τοῦ κόσμου.
-Πόσα αἵματα θὰ χυθοῦν ἀκόμη! ψιθύρισε προφήτης ἡ γυναίκα. Πόσα αἵματα! …»

Τέλειωσε ὁ Ἀξιώτης τὸ διήγημά του κ᾿ οἱ σύντροφοι ἔμειναν ἀκόμη ἀκίνητοι σὰν ὀνειροπλανεμένοι. Μερικοὶ σταυροκοπήθηκαν ἄλλοι στέναξαν βαθιὰ σὰ νὰ ξύπνησε κάτι παρήγορο μέσα τους. Μὰ ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, ἴδιος στ᾿ ἀστεῖα καὶ στὰ σοβαρά, ρώτησε πονηρὰ τὸ σύντροφό του:
-Δὲ μοῦ λές, βλάμη. Εἶδε ἡ Παναγιὰ στ᾿ ὄνειρό της καὶ τὸν πατριώτη σου τὸ Βαραββᾶ;
Ἐκεῖνος χολοταράχτηκε. Φοβερὴ βλαστήμια ἀνέβηκε στὰ χείλη του. Μὰ τὴν κατάπιε. Δὲν ἦταν καιρὸς τώρα νὰ κολαστῆ κανείς! Χαμογέλασε, ἔκαμε τὸ σταυρό του καὶ ξαπλώθηκε στὸ ἔρημο κρεβάτι του.
-Καὶ τοῦ χρόνου, παιδιά, στὰ σπίτια μας! εὐχήθηκε.
-Στὰ σπίτια μας, μὰ θὰ μᾶς θερίζη ἡ πείνα, εἶπε ὁ θερμαστής.
Καὶ γέλασε δυνατά.