Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Τα Ολόφωτα Φώτα του "αγίου" των Γραμμάτων μας


 


 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Φῶτα - Ὁλόφωτα (1894)

Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει* (=μαζέψει) τὸ πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη * (=χωρίς πανιά ) καὶ ὠρτσάριζε* (=έπλεε κόντρα στον άνεμο με κατεβασμένο το πανί) κ᾽ ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες* (=πλαγιοδρομούσε). Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ θάλασσα ἐπῆρε τὸν ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Πλαντάρης ἐξέμαθεν* (=ξέχασε) εἰς τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ εὕρισκεν ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις τόσην θάλασσαν διὰ νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ τόσους. Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης* (=της ετοιμόγεννης που πονούσε). Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης. Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ κύματα, καὶ δύο παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των κάτω ἀπὸ τὸν ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ τὰς συρμένας ἔξω φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἦλθαν νὰ πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς* (=βαρκάρηδες, περαματάρηδες), οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ ᾽πῇ νά ᾽χῃ κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ ἔφθανεν αἰσίως ὁ υἱός της, νὰ ἐγέννα μὲ τὸ καλὸν καὶ ἡ νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ υἱοῦ της, ὁ κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της γεννήσῃ αἰσίως… θῆλυ.
*
* *
Ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου, εὑρίσκετο μονῆρες τὸ σπιτάκι, καὶ κάτω εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ἦτο κτισμένον τὸ χωρίον. Διακόσια σπίτια ἁλιέων, πορθμέων καὶ ναυτῶν. Ἓν μίλιον ἀπεῖχε τὸ σπιτάκι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ὑπῆρχε μικρὸς ἐπισφαλὴς ὅρμος, ἀλλὰ δὲν ἦτο λιμήν. Ἔβλεπε μόνον πρὸς μεσημβρίαν. Ἡ ἀγωνία τῆς βάρκας τοῦ Πλαντάρη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην, ὁρατὴ καὶ ἀπὸ τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον.
Ἡ Πλανταροὺ ἤρχισε τότε νὰ μέμφεται πικρῶς τὸν υἱόν της διὰ τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀποκοτιά του. Τί ἤθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, νὰ κάμῃ ταξίδι; Δὲν ἄκουε, ὁ βαρυκέφαλος, τὴ μάννα του, τί τοῦ ἔλεγε. Ἀκόμη τὰ Φῶτα δὲν εἶχαν ἔλθει. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶχε πέσει στὸ γιαλό. Τὸν ἀβάσταχτο* (=ανυπομονησία)  εἶχε; Δὲν ἐκαρτεροῦσε ὁ ἀπόκοτος δύο τρεῖς ἡμέρες, νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά, ν᾽ ἁγιασθοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ ποτάμια, νὰ φύγουν τὰ σκαλικαντζούρια; Καλὰ νὰ πάθῃ, γιατὶ δὲν τὴν ἄκουσε.
Ὅσον ὑψώνετο ὁ ἥλιος πρὸς τὸ μεσουράνημα, τόσον ηὔξανε καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς. Ἡ νύμφη της ὑποστηριζομένη ὄπισθεν ἀπὸ τὴν Μπαλαλοὺ καὶ κρεμαμένη ἔμπροσθεν ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Σωσάννας, ἐμούγκριζεν ὡς ἀγελάδα. Ὁ ἄνεμος ἐκεῖ κάτω, εἰς τὸ πέλαγος, ἐφαίνετο ὅτι ἀπεμάκρυνε τὸ πλοιάριον ἀντὶ νὰ τὸ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Ἡ βάρκα ὁλονὲν ἐξέπεφτε μακρύτερα, αἰσθητῶς εἰς τὸ βλέμμα. Εἰς τὴν νύμφην της ἡ Πλανταροὺ ἐφυλάχθη νὰ εἴπῃ τίποτε. Μόνον ἐξήρχετο συχνὰ εἰς τὸν ἐξώστην, προσποιουμένη ὅτι ἤθελε νὰ κουβαλήσῃ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἔμενεν ἐπὶ μακρὸν κ᾽ ἐκοίταζε. Δὲν ἐπανήρχετο εἰμὴ ἂν τὴν ἀνεκάλει* (=ξαναφώναζε) ἡ μαμμὴ ἡ Μπαλαλού.
Ἐπλησίαζεν ἤδη μεσημβρία, καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον. Δὲν ἐφαίνετο πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ὁ υἱός της θὰ ἐπνίγετο ἐκεῖ εἰς τὸ ἄσπλαγχνον πέλαγος, καὶ τὴν νύμφην της ὁμοῦ μὲ τὸ ἔμβρυον θὰ τὴν ἐσκέπαζεν ἡ «μαύρη γῆς».
Τέλος, ἡ γραῖα ἀπέκαμε. Ἡ βάρκα ἔγινεν ἄφαντη… Καὶ ἡ σύζυγος τοῦ υἱοῦ της ἐγέννησεν… ἄρρεν. Ὤ! τὸ στρίγλικο, τὸ κακοπόδαρο, ὤ! τὸ γρουσούζικο, ὁποὺ ψωμόφαγε τὸν πατέρα του! Πνῖξτέ το! Σκοτῶστέ το! Τί τὸ φυλᾶτε; Πετᾶτέ το στὸ γιαλό, νὰ πᾷ νὰ βρῇ τὸν πατέρα του. Κι αὐτή, ἡ γουρουνοποδαρούσα ἡ μάννα του, αὐτὴ ἡ πρωτάρα, ἡ στερεμένη* (=άκληρη,στείρα), αὐτὴ ἡ λεχώνα ἡ λοχεμένη* (μτφ. = ακάθαρτη) !… Ἠμπορεῖς, μαμμή, νὰ τὴν καρυδοπνίξῃς, κειδὰ ποὺ θὰ ψοφολογήσῃ, στὸ κρεβάτι της, νὰ στραμπουλίξῃς μὲ τὴ χεράρα σου καὶ τῆς κλήρας*  (=το παιδί [αποδοκιμαστικά])τὸ λαιμό, νὰ ποῦμε πὼς ἐγεννήθηκε πεθαμένο τὸ παιδί, καὶ πὼς ἡ μάννα ἐτελείωσε, καθὼς κάθισε στὰ σκαμνιά* (=δύο σκαμνιά όπου καθόταν η ετοιμόγεννη,  για να "πέσει" το παιδί μέσα από το μεσοδιάστημά τους) , ἠμπορεῖς;

*
* *
Δὲν τὴν ἐσκέπασεν ἡ μαύρη γῆς τὴν ταλαίπωρον μητέρα ὁμοῦ μὲ τὸν καρπὸν τῶν σπλάγχνων της, καὶ τὸ πέλαγος ἵλεων δὲν ἔπνιξε τὸν πατέρα. Ὁ Πλαντάρης εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ τὴν προσευχήν του, καὶ ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχε φορέσει ἐκ νέου τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα του. Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς ἐπείσθη ὅτι ἦτο καλὸς χριστιανὸς καὶ ὅτι ἦτο προωρισμένος νὰ ταφῇ εἰς εὐλογημένον χῶμα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει περὶ τὸ δειλινόν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἀνέλαβε τὸ κράτος του ἐπὶ τοῦ μικροῦ σκάφους. Ἔπιασε δυνατὰ τὸ τιμόνι καὶ μὲ τὰ πολλὰ ὀρτσαρίσματα ἦλθεν ἡ φελούκα εἰς μέρος ἀπαγκερόν* (=υπήνεμο), δίπλα εἰς τὴν ξηράν, ὀλίγα μίλια ἀπώτερον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Διὰ τοῦτο ἡ βάρκα εἶχε γίνει ἄφαντος εἰς τὰ ὄμματα τῆς Πλανταροῦς, ἥτις δὲν εἶχε παύσει ν᾽ ἀγναντεύῃ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἐξώστου. Ἔφθασε δὲ ἀσφαλῶς εἰς τὸν ὅρμον, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐντελῶς ὁ ἄνεμος, βασίλευμα ἡλίου.
Δεύτερα συχαρίκια ἐπῆραν τῆς Πλανταροῦς. Ὁ υἱός της, ἀποστάζων ἅλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, ἔφθασεν εἰς τὸ σπιτάκι ἅμα ἐνύκτωσε, κ᾽ ἐκεῖ μόνον ἔμαθε τὴν εὐτυχῆ εἴδησιν, ὅτι ἡ συμβία του τοῦ εἶχε γεννήσει κληρονόμον.

*
* *
Τὴν ἐπαύριον ἦσαν Φῶτα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν Ὁλόφωτα. Τὴν ἑσπέραν τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ἅμα τῇ τριημερεύσει τῆς λεχοῦς καὶ τοῦ παιδίου, ἔβαλαν τὴν σκαφίδα κάτω εἰς τὸ πάτωμα καὶ τὴν ἐγέμισαν μὲ χλιαρὸν νερὸν βρασμένον μὲ δάφνας καὶ μὲ μύρτους. Ἐπρόκειτο νὰ τελέσουν τὰ «κολυμπίδια»* (=πλύσιμο νεογέννητου)  τοῦ παιδίου.
Ἡ καλὴ μαμμή, ἡ Μπαλαλού, ἐξήπλωσε τὸ βρέφος μαλακὰ ἐπὶ τῶν ἡπλωμένων κνημῶν της καὶ ἤρχισε νὰ λύῃ τὰ σπάργανα. Εἶχε νυκτώσει. Μία λυχνία καὶ δύο κηρία ἔκαιον ἐπὶ χαμηλῆς τραπέζης. Τὸ παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, μὲ ἀόριστον ροδίζοντα χρῶτα* (=ροδαλό δέρμα), μὲ βλέμμα γαλανίζον καὶ τεθηπός* (=φοβισμένο), ἀνέπνεε καὶ ᾐσθάνετο ἄνεσιν, καθ᾽ ὅσον ἀπηλλάσσετο τῶν σπαργάνων. Ἐμειδία * (=χαμογελούσε) πρὸς τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔβλεπε, κ᾽ ἔτεινε τὴν μικρὰν χεῖρα διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν φλόγα. Τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν εἶχε βάλει εἰς τὸ στόμα του, κ᾽ ἐπιπίλιζεν, ἐπιπίλιζε. Τί ᾐσθάνετο; Ἀπερίγραπτον.
Ἡ καλὴ μαμμὴ ἀφῄρεσεν ὅλα τὰ σπάργανα, ἀπέσπασεν ἁβρῶς τὴν φουστίτσαν καὶ τὸ ὑποκάμισον τοῦ βρέφους καὶ τὸ ἔρριψεν ἁπαλῶς εἰς τὴν σκαφίδα. Ἤρχισε νὰ τὸ πλύνῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ἅλατα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε πιτυρίσει* (=πασπαλίσει) κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεως, ἀφοῦ τὸ εἶχεν ἀφαλοκόψει. Ἀφῄρεσε καὶ τὸ βαμβάκιον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε περιβάλει τὰς παρειὰς καὶ τὴν σιαγόνα τοῦ παιδίου, διὰ νὰ κάμῃ ἄσπρα γένεια.
Ἔλαβε τὴν «μασά», τὴν σιδηρᾶν λαβίδα ἀπὸ τὴν ἑστίαν, καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὴν σκάφην διὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδίον σιδεροκέφαλον.
Τὸ βρέφος ἤρχισε νὰ κλαυθμυρίζῃ, ἐνῷ ἡ μαμμὴ ἐξηκολούθει νὰ τὸ πλύνῃ μαλακά, καὶ νὰ τὸ ὑποκορίζεται ἅμα: «Ὄχι, χαδούλη μ᾽, ὄχι, χαδιάρη μ᾽! ὄχι κεφαλά μ᾽, πάπο* (=αρσενική πάπια) μ᾽, χῆνό μ᾽!» Καὶ συγχρόνως ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ μάμμη ἡ Πλανταροὺ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι παρόντες, ἔρριπτον ἀργυρᾶ νομίσματα, διὰ ν᾽ ἀσημώσουν τὸ παιδίον. Τὰ ἐπέθετον ἁβρῶς ἐπὶ τοῦ στέρνου καὶ τῆς κοιλίας τοῦ βρέφους, καὶ ὀλισθαίνοντα ἔπιπτον εἰς τὸν πάτον τῆς σκάφης.
Τὸ παιδίον δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ, καὶ ἡ μαμμὴ τὸ ἐκολύμβιζεν ἀκόμη, τὸ ἐκολύμβιζε. Κολύμβα, τέκνον μου, εἰς τὴν σκάφην σου, κολύμβα, καὶ ἀπόβαλε τὴν ἅλμην σου εἰς τὸ γλυκὸν νερόν. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅτε θὰ κολυμβᾷς εἰς τὸ ἁλμυρὸν κῦμα, καθὼς ἐκολύμβησεν ὅλος, χθὲς ἀκόμη, ὁ πατήρ σου μὲ τὴν σκάφην του. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».

*
* *
Τὴν ἐπαύριον, ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἔμελλε νὰ βαπτισθῇ τὸ παιδίον, ἐπειδὴ εἶχε συμβῆ νὰ γεννηθῇ οὕτω τὰς παραμονὰς τῆς ἑορτῆς, πρὶν περάσουν ὅλως τὰ Φῶτα. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὰ κολυμπίδια, δεῖπνον παρετέθη εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ μαμμὴ ἐμάζωξε μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, ἡμιτάλληρα καὶ σβάντζικα* ( ή σφάντσικα= κέρματα είκοσι λεπτών) καὶ δραχμάς, τὰ ἐκομβόδεσεν εἰς τὸ μανδήλιόν της, ἐνῷ οἱ παρεστῶτες* (=παρευρισκόμενοι) ἐφώναζαν γύρωθεν: «Νὰ ζήσῃ! σιδεροκέφαλος!» καὶ ἐπηύχοντο εἰς τὴν μαμμὴ «καλὴ ψυχή».
Εἶτα ἡ Μπαλαλοὺ ἐσπόγγισε καλῶς τὸ παιδίον μὲ μέγα λευκὸν προσόψιον, τοῦ ἐφόρεσε καινούργιο καθαρὸν ὑποκαμισάκι καὶ ποδίτσαν, τὸ ἀνέκλινεν ἐπὶ τῶν κνημῶν της, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιβάλλῃ μὲ τὰ σπάργανα.
Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς εἶχεν ἔλθει εἰς τὰ κολυμπίδια, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ἀνάδοχος τοῦ βρέφους, εἰς μνήμην τοῦ προχθεσινοῦ ἐν θαλάσσῃ κινδύνου καὶ τῆς διασώσεως.
Ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχεν ἔλθει ἕως τὴν θύραν, καὶ ἵστατο θεωρῶν μακρόθεν τὴν τελετὴν τοῦ κολυμβήματος. Ὁ γείτων ὁ Δημήτρης ὁ Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, δὲν εἶχε φανῆ εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ πέρυσι, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπῆρε τὴν γυναῖκά του τὴν Δελχαρὼ καὶ τὰ παιδιά του, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἐκράτει αὐτὸς ἁρμαθιαστὰ ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα, τὸ ἓν πενταετὲς καὶ τὸ ἄλλο τετραετές, τρίτον διετὲς ἔφερεν ὑπὸ τὴν μασχάλην, ἓν πενταμηνίτικον βρέφος ἐβύζανεν εἰς τοὺς κόλπους της ἡ γυνή του, καὶ δύο ἄλλα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν τὴν ἠκολούθουν κρατούμενα ἀπὸ τὸ φουστάνι της, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη χαμογελῶν, χαίρων διὰ τὴν χαρὰν τοῦ συγγενοῦς του, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχὰς καὶ συγχαρητήρια.
Ἐκάθισαν ὅλοι εἰς τὴν τράπεζαν. Δεξιὰ ἡ Μπαλαλοὺ ἡ μαμμή, ἀριστερὰ ἡ μπροσθινὴ ἡ Σωσάννα, καταμεσῆς ὁ πατὴρ τοῦ νεογνοῦ. Δεξιόθεν τῆς Σωσάννας ἡ Πλανταρού, κατόπιν ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς καὶ δύο τρεῖς ἄλλοι. Τὸ λοιπὸν τοῦ χώρου κατείχετο ἀπὸ τὸν Δημήτρην τὸν Σκιαδερὸν καὶ ἀπὸ τὴν φαμελιά του.
Ἤρχισαν νὰ τρώγουν. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημήτρη τοῦ Σκιαδεροῦ δὲν ἐταιριάζοντο εὔκολα. Ἐφώναζαν, ἐγρίνιαζαν, κ᾽ ἐθορυβοῦσαν. Τὸ ἕνα ἤθελε τσιτσί, δὲν ἤθελε μαμμά. Τὸ τρίτον κλαυθμυρίζον ἐζήτει βρῦ* (=νερό). Τὸ τέταρτον ἤθελε γλυκό, δὲν τοῦ ἤρεσκε τὸ τυρί. Ἡ ταλαίπωρος ἡ λεχὼ ὑπέφερε κάπως ἀπὸ τὸν θόρυβον. Ἤρχισαν αἱ προπόσεις. Ηὔχοντο εἰς τὸν πατέρα νὰ τοῦ ζήσῃ καὶ εἰς τὴν λεχὼ «καλὴ σαράντιση». Πρώτη ἔπιεν ἡ μαμμή, δεύτερος ὁ πατήρ, τρίτη ἡ γραῖα Σωσάννα ἡ μπροσθινή.
Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς Πλανταροῦς νὰ πίῃ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς νύμφης της, εὐχήθη μὲ τρεῖς διαφόρους τόνους φωνῆς:

―Ἐβίβα, νύφη, μὲ καλὸ νὰ σαραντίσῃς… Κι ὅ,τ᾽ εἶπα, παιδάκι μ᾽… ἀστοχιὰ στὸ λόγο μου!
(1894)

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

3 Ιανουαρίου: μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη († 1911)






Το έργο και το παράδειγμά του επίκαιρο. Ένας "άγιος της διπλανής πόρτας", αφιλοχρήματος, σαλός, ελεήμων, ευλαβής, περιθωριακός για την "καθώς πρέπει" κοινωνία, και συγχρόνως ένας από τους σημαντικότερους (αν όχι ο σημαντικότερος, τουλάχιστον ως προς το διήγημα) Νεοέλληνες λογοτέχνες.
Σήμερα η λογοτεχνία κατά κανόνα δεν βλέπουμε να εκφράζει τη σιγουριά του πολιτισμού μας, αλλά και την ανθρωπιά που εκφράζει ο Παπαδιαμάντης (και την εξέφρασαν κι άλλοι Νεοέλληνες κλασικοί φυσικά). Ας μην πω για το αν εκφράζει την αγάπη στο Χριστό και την Εκκλησία... Γνωστά αυτά.
Σήμερα, επίσης, η σαλότητα (τρέλα - κυρίως προσποιητή) είναι της μόδας και έχει γίνει επάγγελμα, στις εν πολλοίς αλλοπρόσαλλες σατιρικές εκπομπές της τηλεόρασης, του στυλ "Ράδιο Αρβύλα", "Ελληνοφρένια" και "Ό,τι να 'ναι", όπου ο καθένας πουλάει τρέλα, αλλά λείπει από εκεί η αγάπη και ο Χριστός - αντίθετα, λοιδορείται η Εκκλησία ευκαίρως ακαίρως. Η τάση προς τη σαλότητα (με την έντονη αντισυμβατικότητά της) χαρακτηρίζει και τους εφήβους, αλλά και πάλι με μια τραγικότητα. Αυτός ο συρμός (ή, ενίοτε, και διασυρμός, για να επιχειρήσω ένα λογοπαίγνιο) κάνει ακόμη πιο επιτακτική τη μελέτη της ζωής και του έργου του Παπαδιαμάντη.

[...] Η θέση του καλυτέρευσε κάπως, όταν γνωρίστηκε με τον προοδευτικό δημοσιογράφο και εκδότη Βλάση Γαβριηλίδη, που ίδρυσε την περίφημη για την εποχή της εφημερίδα Ακρόπολη. Η ζωή του όμως δεν άλλαξε. Αν και η αμοιβή του από την εργασία του στην "Ακρόπολη" ήταν υπέρογκη (έπαιρνε 200 και 250 δραχμές το μήνα), ενώ κέρδιζε αρκετά και από τις -περιζήτητες- συνεργασίες του με άλλες εφημερίδες και περιοδικά, η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. 
Ήταν σπάταλος και ανοργάνωτος όσον αφορά τη διαχείριση των χρημάτων του. Όταν έπαιρνε το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη (όπου έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια), έδινε το νοίκι, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς, σπαταλούσε χωρίς σκέψη για την αυριανή μέρα. Κι έτσι έμενε πάντα φτωχός και στενοχωρημένος, χωρίς να μπορεί να αγοράσει ακόμη και τα στοιχειώδη, ακόμα και ρούχα. 
Δεν μπορούσε να περιποιηθεί τον εαυτό του και η μεγάλη ανεμελιά του, συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία και νωθρότητα, με μια πλήρη αδιαφορία για τα βιοτικά, τον κρατούσε σε κατάσταση αθλιότητας. Άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του. «Κατ' έκείνην την ήμέραν συνέβη να είμαι πλούσιος..» έχει γράψει κάπου. Ενδεικτικό της σχέσης του με τα χρήματα είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Παύλος Νιρβάνας: όταν ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα "Το Άστυ", ο διευθυντής του προσέφερε για μισθό 150 δραχμές. Η απάντηση του Παπαδιαμάντη ήταν: «Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουνε εκατό». Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το ποτό, που σιγά-σιγά του έγινε πάθος, καθώς και το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση, κατέστρεψαν την υγεία του και τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο. [...]
[...] Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Κάποιοι φίλοι του (μεταξύ των οποίων οι Μιλτιάδης Μαλακάσης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Παύλος Νιρβάνας, Δημήτριος Κακλαμάνος, Αριστομένης Προβελέγγιος) διοργάνωσαν μια γιορτή στο Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" το 1908 για τα λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθήσουν να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του και να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε να τον πείσει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908 έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως ο ίδιος έγραψε. [...]
[...] Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση του ίδιου : «Το έπ' έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη». [...]
Μερικοί φίλοι του δημοσιογράφοι, όπως ο Γαβριηλίδης, ο Ιωάννης Καμπούρογλου, ο Δημήτριος Κορομηλάς, ο Ιωάννης Ζερβός, ο Δημήτρης Χατζόπουλος (Μποέμ) είναι οι πρώτοι που μίλησαν, χωρίς επιφυλάξεις, εγκωμιαστικά για το έργο του. Όλοι όμως οι άλλοι και κυρίως οι κριτικοί λογοτέχνες, όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Άγγελος Βλάχος, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Ιωάννης Δαμβέργης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος δεν ανέφεραν ούτε λέξη για το έργο του, ειδικά όταν ζούσε. Έτσι, τον διεκδικούσαν οι δημοτικιστές, γιατί το έργο του ανήκει στην πρωτοπορία του καιρού του, αλλά δεν τον συμπαθούσαν για τη γλώσσα του. Το ίδιο και οι καθαρευουσιάνοι, γιατί είναι μεν γλωσσικά συντηρητικός, όμως λογοτεχνικά βρίσκεται έξω από το κλίμα τους. Κριτική, όσο ζούσε, εκτός από του Παλαμά στα 1899, και του Νιρβάνα στα 1906, δε γράφτηκε καμιά (με εξαίρεση τη Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας) και στα είκοσιπεντάχρονά του στον Παρνασσό, το 1908, μόνο ο Νιρβάνας μίλησε. Μάταια, ο Γαβριηλίδης έγραφε: «Δεν είναι απλούς διηγηματογράφος, είναι πνευματικός και ηθικός εργάτης, αγωνιστής της προόδου, της ενημερώσεως, της δικαιοσύνης». Οι επιφυλάξεις εξακολουθούσαν. Ο πάντοτε παρατηρητικός Ξενόπουλος δίσταζε να διακηρύξει την αξία του Παπαδιαμάντη. Μόνο ο Παλαμάς, ο επισημότερος κριτικός της μεταψυχαρικής περιόδου, συνόψισε τα χαρακτηριστικά της διηγηματογραφικής φυσιογνωμίας του, που «δίνει την άυλη χαρά της τέχνης». Όπως γράφει, «ένα περιβόλι είναι ο κόσμος πού μας παρουσιάζει στις ιστορίες του... Παντού τα συγκεκριμένα και τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα... Πρόσωπα, όχι δόγματα. Εικόνες, όχι φράσεις. Κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα, όχι αγορεύσεις». Το ίδιο κάνει κι ο Νιρβάνας στα 1906: «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν... την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον... Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής».
Αμέσως όμως μετά τον θάνατό του όλοι, ομόφωνα σχεδόν, τον εγκωμίασαν αυθόρμητα. Ο Γρ. Ξενόπουλος τον τίμησε με μια από τις καλύτερες κριτικές μελέτες του. Όπως έγραψε, «ο Παπαδιαμάντης δεν εψεύστηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν έπροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Έκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής και αδιαφθόρου... Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμέικη λαϊκή ψυχή», ενώ θεωρεί αριστούργημα του Παπαδιαμάντη την Φόνισσα και την χαρακτηρίζει «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην». Ο Κώστας Αθάνατος κήρυξε ότι: «μετά τον Σολωμόν μόνον ο Παπαδιαμάντης υπάρχει σοβαρός εις τα νεοελληνικά γράμματα». Ο Φώτος Πολίτης με ένα αξιοπρόσεκτο άρθρο του, ανάμεσα στα άλλα έγραψε: «Ελλην γνήσιος καί συγγραφεύς ισχυρός εχάρισε σελίδας εξόχου αγνότητος και ηθικής ρώμης». Αργότερα τον συνέδεσε με τον Σολωμό: «Μόνο ο Παπαδιαμάντης κι ο Σολωμός μας έδωσαν έργα με συνολική σύλληψη ζωής, λυτρωμένα από το τυχαίο και το επεισοδιακό». [...]


Φωτο από το άρθρο Ο παπά Νικόλας Πλανάς μέσα από τη γραφίδα του Παπαδιαμάντη 
(αριστερά στη φωτο ο άγιος Νικόλαος Πλανάς)

Ο άγιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος της Πάρου (1884-1980) καταθέτει τη μαρτυρία του (εδώ):
 
«Είχα γνωριμία καί φιλία με τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη. Τον γνώρισα στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισαίου, ένα Σάββατο απόγευμα. Δεν έλειψα ποτέ από κοντά του, έψαλλα δίπλα του ως βοηθός του. Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά καί με ευλάβεια, με κατάνυξη, φόβο Θεού καί τρόμο. Πριν τον γνωρίσω έψελνα με υπερηφάνεια, δυνατά, για να ευχαριστούνται οι εκκλησιαζόμενοι καί για να με επαινούν στη συνέχεια. Από τον Παπαδιαμάντη έμαθα να ψάλλω ταπεινά καί με συναίσθηση. Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού.
Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε το Θεό χαρμόσυνα. Ήταν ακτήμων όπως οι Άγιοι Απόστολοι. Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή καί μάταιο. Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος. Ό,τι του έδιναν για τον κόπο του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς. Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα. Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε. Όταν οι φίλοι, του πρόσφεραν καινούργια ρούχα, δεν τα δεχόταν. Εγύρισα όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα πολύ λίγους».
 
Το επίγειο τέλος του (από εδώ):

Αντιγράφω από το ημερολόγιο του 1998 (εκδόσεις Διάμετρος) στη σειρά "Συγγραφείς στο χρόνο" :
Ο δε θάνατός του συνέβη ως εξής: Ησθένησε την 29ην Νοεμβρίου του 1910. Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε, "Τι μου συνέβη;" είπε, "Δεν είναι τίποτε/ μια λιποθυμία μικρά" του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του. "Τόσα έτη", λέγει ο Αλέξανδρος, "εγώ δεν ελιποθύμισα/ δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου; Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε". Εθρήνουν τότε αι αδελφαί του, ο δε Παπαδιαμάντης βλέπων αυτάς και συλλογιζόμενος ότι εάν αποθάνη δεν έχουσιν άλλον βοηθόν και συντηρητήν, ταις απέτεινε τους εξής παρηγόρους λόγους: "Έχω καλούς φίλους, οι οποίοι θα εκδώσουν τα έργα μου/ ησυχάσατε φιλόστόργές μου αδελφές". 
Μετ' ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής, Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν: "Τι θέλεις εσύ εδώ;" "Ήρθα να σε ιδώ" του λέγει ο ιατρός. "Να ησυχάσης" του λέγει ο ασθενής "εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ".
- "Ήθελα να κάμω το παλληκάρι" έλεγε κατά το διάστημα της ασθενείας του "αλλά την έπαθα". - "Άμα λείψω απ' αυτόν τον κόσμον, τότε θα καταλάβουν πόσον χρήσιμος είμαι", έλεγε κατά τας προ του θανάτου του ημέρας. Είχε σώας τα φρένας του μέχρι τέλους και επεθύμει να συγγράψη διήγημά τι.
Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. "Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!" έλεγε. - Ήτο παραμονή του θανάτου του και ως τις ειρωνεία του ανηγγέλη η απονομή της παρασημοφορίας του δια του Σταυρού του σωτήρος. 
- Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, "Ανάψτε ένα κηρί", είπε, "φέρτε μου ένα βιβλίο" (Σημ.: δηλ. εκκλησιαστικόν βιβλίον). Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε/ "Αφήστε το βιβλίο/ απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ' όξω". Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά "Την χείρα σου την αψαμένην" (Σημ.: Είναι τούτον τροπάριον εκ των Ωρών της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.

(Απόσπ. επιστολής Γ. Ρήγα στον εκδότη Δικαίο, Αλ. Παπαδ. ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ, σελ. 218-9, "Δόμος)

πηγή 

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Άνθος του Γιαλού

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjM1Zxu3Vf8LR25VbRSqwezauPGfgySrGftJJxAo_g3YXNqEmx19vu6g5roUb4LHlsPE3zCC0xDVBy-GPRRASNgOjlysNSJGE9QbQ5R5pF0Ieql5m9iaJ1CagEJWem61lT6wQLI7mci5vM/s400/anthos+gialoy.jpg

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911). Δημοσιεύτηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1906 στην εφημερίδα Εστία.
 
    Eπὶ πολλὰς νύκτας κατά συνέχειαν έβλεπεν ο Μάνος του Κορωνιού, εκεί όπου έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρώνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα εις δυο υψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλαιόν ερημόσπιτον κατηρειπωμένον, - εκεῖ έστρωνε συνήθως την κάπαν επάνω στην πλώρην της βάρκας, κι᾿ εκοιμάτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ύπνον, τρεις σπιθαμές υψηλότερ᾿ από το κύμα, θεωρών τα άστρα, και μελετών την Πούλιαν καὶ όλα τα μυστήρια του ουρανού - έβλεπε, λέγω, ανοικτὰ εις το πέλαγος, έξω από τα δυο ανθισμένα νησάκια, τα φυλάττοντα ως σκοποί το στόμιον του λιμένος, εν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ή άστρον πεσμένον - να τρεμοφέγγῃ, εκεί μακράν, εις το βάθος της μελανωμένης εικόνος, επιπολής εις το κύμα, και να στέκη επί ώρας, φαινόμενον ως να έπλεε, και μένον ακίνητον.
    Ο Μάνος του Κορωνιοῦ, λεμβούχος ψαράς, ήτον αδύνατος στα μυαλὰ όπως και πας θνητός. Αρκετὸν ήτο ήδη οπού έδενε την βάρκαν του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα εις τους δυο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτον εκείνο, τ᾿ ολόρθον άψυχον φάντασμα, το οποίον είχε την φήμην, ότι ήτο στοιχειωμένον. Εκαλεῖτο κοινώς «της Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δεν ήξευρεν. Ή, αν υπήρχον ολίγα γραίδια «λαδικά», ή και δυο τρεις γέροι, γνωρίζοντες τας παλαιάς ιστορίας του τόπου, ο Μάνος δεν έτυχεν ευκαιρίας να τους ερωτήση.
    Έβλεπε, βραδιές τώρα, το παράδοξον εκεῖνο μεμακρυσμένον φως να τρέμη και να φέγγη εκεί εις το πέλαγος, ενώ ήξευρεν, ότι δεν ήτο εκεί κανεὶς φάρος. Η Κυβέρνησις δεν είχε φροντίσει δι᾿ αυτὰ τα πράγματα εις τα μικρά μέρη, τα μη έχοντα ισχυρούς βουλευτάς.
    Τι, λοιπόν, ήτο το φως εκείνο; Ησθάνετο επιθυμίαν, επειδὴ σχεδὸν καθημερινώς επέρνα με την βάρκα του από εκείνο το πέραμα, ανάμεσα εις τα δυο χλοερὰ νησάκια, και δεν έβλεπε κανὲν ίχνος εκεί την ημέραν, το οποίον να εξηγή την παρουσίαν του φωτὸς την νύκτα, να πλεύση τα μεσάνυχτα, διακόπτων τον μακάριον ύπνον του, και τους ρεμβασμούς του προς τ᾿ άστρα και την Πούλιαν, να φθάση έως εκεῖ, να ιδή τι είναι, και, εν ανάγκῃ, να το κυνηγήση το μυστηριώδες εκείνο φέγγος. Όθεν ο Μάνος, επειδή ήτο ασθενής άνθρωπος, καθὼς είπομεν, νέος εἰκοσαετής, εκάλεσεν επίκουρον και τον Γιαλήν τῆς Φαφάνας, δέκα έτη μεγαλύτερον του, αφού του διηγήθη τὸ νυκτερινὸν όραμά του, δια να του κάμη συντροφιὰν εις την ασυνήθη εκδρομήν.
Αλλαγή κεφαλαίου μία λευκή σειρά
    Eπήγαν μίαν νύκτα, όταν η σελήνη ήτο εννέα ημερών, κι᾿ έμελλε να δύση περί την μίαν μετά τα μεσάνυχτα. Το φως εφαίνετο εκεί, ακίνητον ως καρφωμένον, ενώ ο πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ήρεμα προς δυσμάς κι᾿ έμελλε να κρυφθή οπίσω του βουνού. ΄Οσον έπλεαν αυτοί με την βάρκαν, τόσον τούς έφευγε, χωρίς να κινήται οφθαλμοφανώς, ο μυστηριώδης πυρσός. Έβαλαν δύναμιν εις τα κουπιά, «εξεπλατίσθηκαν». Το φως εμακρύνετο, εφαίνετο απώτερον ολονέν. Ήτο άφθαστον. Τέλος έγινεν άφαντον από τους οφθαλμούς των.
    Ο Μάνος, μαζί με τον Φαφάναν, έκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Αντήλλαξαν ολίγας λέξεις:
    - Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καίκι, όχι.
    - Και τι είναι;
    - Είναι...
    Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξευρε τι να είπῃ.
    Την νύκτα της τρίτης ημέρας, και πάλιν δυο ή τρεις ημέρας μετ᾿ αυτήν, οι δυο ναυτίλοι επεχείρησαν εκ νέου την εκδρομήν. Πάντοτε έβλεπαν την μυστηριώδη λάμψιν να χορεύη εις τα κύματα. Είτα, όσον επλησίαζαν αυτοί, τόσον το όραμα έφευγε. Και τέλος εγίνετο άφαντον. Τι άρα ήτο;
    Εiς μόνον γείτων είχε παρατηρήσει τας επανειλημμένας νυκτερινὰς εκδρομὰς των δυο φίλων με την βάρκαν. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα ολίγα κολλυβογράμματα που ήξευρε, και είχεν ομιλήσει με πολλάς γραίας σοφάς, αίτινες υπῆρξαν το πάλαι. Εκάθητο όλην την νύκτα, αγρυπνών, σιμὰ εις το παράθυρόν του, βλέπων προς την θάλασσαν, και πότε εδιάβαζε τα βιβλία του, πότε ερρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβη του, όπου έρημος και μόνος εκατοικούσεν, έκειτο ολίγους βράχους παραπέρα απὸ το σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε την βάρκαν του ο Μάνος, ανάμεσα εις το σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας.
    Μίαν νύκτα, ο Κορωνιὸς και ο εγγονὸς της Φαφάνας ητοιμάζοντο να λύσουν την βάρκαν, και να κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, δια να κυνηγήσουν το ασύλληπτον θήραμά των.
    Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδεν, εξήλθεν απὸ την καλύβην του, φορών άσπρον σκούφον και ράσον μακρύ, όπως εσυνήθιζε κατ᾿ οίκον, επήδησε δυο τρεις βράχους προς τα εκεί, κι᾿ έφθασε παραπάνω απὸ το μέρος, όπου ευρίσκοντο οι δυο φίλοι.
    - Για που, αν θέλη ο Θεός, παιδιά; τους εφώναξεν. Είναι βραδιὲς τώρα που τρέχετε έξω απὸ το λιμάνι, χωρὶς να γιαλεύετε, χωρὶς να πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως σας ωνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, για να βρήτε τίποτα θησαυρό;
    Ο Μάνος παρεκάλεσε τον Κόκοϊαν να κατεβή παρακάτω και να ομιλή σιγανώτερα. Είτα δεν εδίστασε να του διηγηθη το όραμά του.
    Ο Λίμπος ήκουσε μετά προσοχῆς. Είτα εγέλασε:
    - Αμ᾿ που να τα ξέρετε αυτὰ εσεῖς, οι νέοι, είπε, σείων σφοδρώς την κεφαλήν. Τον παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σαν αυτὸ που είδες, Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγὼ δε βλέπω τίποτα!.. Το ίδιο κι ο Γιαλὴς βλέπει αυτὸ που λες πως βλέπεις;
    Ο Γιαλὴς ηναγκάσθη με συστολὴν κατωτέραν της ηλικίας του να ομολογήση, ότι δεν έβλεπε το φως, περὶ ου ο λόγος, αλλ᾿ επείθετο εις την διαβεβαίωσιν του Μάνου, όστις έλεγεν ότι το βλέπει.
    Ο Κόκοϊας, ήρχισε τότε να διηγήται:
    «- Ακοῦστε να σας πω, παιδιά. Εγὼ που με βλέπετε, έφθασα τη γριά-Κοεράνω του Ραγιά, τὴν μαννοὺ αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα της Γκαβαλογίνας, ακόμα κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθή πολλὰ πρωτινά, παλαιϊκὰ πράματα, καθὼς κι αυτὸ που θα σας πω τώρα:
    »Βλέπετε αυτὸ το χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδῶ τον παλαιὸν καιρὸ εκατοικούσε μιὰ κόρη, η Λουλούδω, οπού την είχαν ονοματίσει για την εμορφιά της, - έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτὴ - μαζὶ με τον πατέρα της τον γερό-Θεριὰ (ελληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), όπου εκυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά, με την ασημένια σαγίτα καὶ με φαρμακωμένα βέλη.Ένα Βασιλόπουλο απὸ τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωκε το δαχτυλίδι του, κ᾿ εκίνησε να πάη στο σεφέρι και της έταξε με όρκον ότι, άμα νικήση τους βαρβάρους, την ημέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, θα έρθη να την στεφανωθή.
    »Επῆγε το Βασιλόπουλο. Έμεινεν η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυά της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχὴ στα ουράνια, να βγή νικητὴς το Βασιλόπουλο, να έρθη η μέρα που θα γεννηθή ο Χριστός, να γυρίση ο σαστικός της, νὰ τὴν στεφανωθῆ.
    »Έφθασε η μέρα που ο Χριστὸς γεννᾶται. Η Παναγία με αστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε το Βρέφος μες στη Σπηλιά, το εσήκωσε, το εσπαργάνωσε με χαρά, και το ῾βαλε στο παχνί, για να το κοιμίση. Ένα βοϊδάκι κ᾿ ένα γαϊδουράκι εσίμωσαν τα χνώτα τους στο παχνὶ κ᾿ εφυσούσαν μαλακὰ να ζεστάνουν το θεῖο Βρέφος. Να, τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Ήρθαν οι βοσκοί, δυο γέροι με μακριὰ ασπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ έπεσαν κ᾿ επροσκύνησαν το θεῖο Βρέφος. Είχαν ιδεί τον Άγγελον αστραπόμορφον, με χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, είχαν ακούσει τ᾿ αγγελούδια που έψαλλαν: Δόξα εν υφίστοις Θεώ! Έμειναν γονατιστοί, μ᾿ εκστατικὰ μάτια, κάτω απὸ το παχνί, πολλὴν ώρα, κ᾿ ελάτρευαν αχόρταγα το θάμα το ουράνιο. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη την Λουλούδω!
    »Έφτασαν κι᾿ οι τρεις Μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσὲς μίτρες στο κεφάλι, κι᾿ εφορούσαν μακριὲς γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και τ᾿ αστεράκι, ένα λαμπρὸ χρυσὸ αστέρι, εχαμήλωσε κι᾿ εκάθισε στη σκεπὴ της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκὸ ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρεις βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν απ᾿ τις καμήλες τους, εμπήκαν στο Σπήλαιο, κι᾿ έπεσαν κι᾿ επροσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκια τους, κι᾿ επρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Να! τώρα θα ῾ρθη το Βασιλόπουλο, να πάρη τὴν Λουλούδω!
    »Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρη την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το Βασιλόπουλο. Το φουσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλάμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμὸ τα κάστρα των βαρβάρων. Το Βασιλόπουλο είχε χυμήξει με ακράτητην ορμή, απάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!
    »Τα δάκρυα της κόρης επίκραναν το κύμα τ᾿ αρμυρό, οι αναστεναγμοί της εδιαλύθηκαν στον αέρα, κι᾿ η προσευχή της έπεσε πίσω στη γῆ, χωρὶς να φθάση στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυὸ αυτοὺς βράχους, οπού το λεν Ανθὸς του Γιαλού, αλλὰ μάτι δεν το βλέπει. Και το Βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, επαρακάλεσε να γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ του πελάγους, για να φτάση εγκαίρως, ως την ημέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξη τον όρκο του, που είχε δώσει στη Λουλούδω.
    »Μερικοὶ λένε, πως το Άνθος του Γιαλοῦ έγινε ανθός, αφρὸς τοῦ κύματος. Κι᾿ η Σπίθα εκείνη, η φωτιὰ του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχὴ του Βασιλόπουλου, που έλιωνε, σβήσθηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανεὶς δεν την βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Όνειρον Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, αμίσθου ιεροψάλτου


Όνειρον Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη - Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου
Σκίτσα: Παιδικά σχέδια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε σχολικά τετράδια. 
«Μικρός εζωγράφιζα Αγίους ...» λέει ο ίδιος.

Όνειρον Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Περιεχόμενα
1. Πρόλογος
2. Αὐτοβιογραφικὸ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη
3. «Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἀμίσθου ἱεροψάλτου» Διήγημα-μυθοπλασία πού αναφέρεται στο επιθανάτιο όνειρο του κυρ Αλέξανδρου, την παραμονή της μεταστάσεως του.
4. ΒΙΝΤΕΟ: «Τὴν Χεῖρά Σου Τὴν Ἁψαμένην» Δίχορο δοξαστικό Θ' ώρας των Θεοφανείων, προαπαγγελομένης της «φήμης», μέλος Ιακώβου Πρωτοψάλτου. Ήχος πλάγιος του α'. Ψάλει χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Από το CD: «Βατοπαιδινή Μουσική Βιβλιοθήκη Β' - Ύμνοι των Θεοφανείων»

1. Πρόλογος
Σαν σήμερα, 3 Ιανουαρίου 1911, πεθαίνει ο μεγάλος λογοτέχνης μας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Αιωνία η μνήμη του ανθρώπου που έζησε ενάντια στο ρεύμα της εποχής του και που δεν ήθελε παρά να «ομοιάζει μόνο με τον εαυτόν του» και να «ασχολείται με το Ωραίον».

Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ένας μεγάλος συγγραφέας και μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, που έζησε μία ζωή στα πλαίσια της αγιοσύνης, έχοντας για συντροφιά την απέραντη αγάπη του για τούς φτωχούς ανθρώπους του νησιού του και της πόλης, τον άσβεστο έρωτά του προς τη φύση, και τη θρησκευτική λατρεία του προς τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας μας.

2. Αὐτοβιογραφικὸ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Το σύντομο βιογραφικό που έφτιαξε ο ίδιος για τον εαυτό του κατά παράκληση του Γιάννη Βλαχογιάννη, αναφέρει ότι:

«Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ τῇ 4ῃ Μαρτίου 1851. Ἐβγῆκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α´ καὶ Β´ τάξιν. Τῇ Γ´ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἶτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1872 ἐπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ' τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν ὅπου ἤκουσα κατ᾿ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ᾿ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας. 

Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, κι ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμωδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη ἡ «Μετανάστις» ἔργον μου, εἰς τὸν «Νεολόγον» Κωνσταντινουπόλεως. Τῷ 1881 ἓν θρησκευτικὸν ποιημάτιον εἰς τὸ περιοδικὸν «Σωτῆρα». Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθησαν «Οἱ Ἔμποροι τῶν ἐθνῶν»εἰς τὸ «Μὴ χάνεσαι». Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες. Α.Π. 

Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σοφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη· ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαί σοι ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου (Ἀ. Π., Λαμπριάτικος Ψάλτης).»

Στις 3 Ιανουαρίου 1911, εκοιμήθη εν Κυρίω, ο άγιος των ελληνικών Γραμμάτων, κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αφού εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, έχοντας στα χείλη το δοξαστικόν της ενάτης ώρας των Θεοφανείων:

«Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, Μεθ' ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας, Ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παῤῥησίαν ἔχων πολλήν, Καὶ γὰρ μείζων τῶν Προφητῶν ἁπάντων, ὑπ' αὐτοῦ μεμαρτύρησαι· Τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας, ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν, Ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος· Καὶ δεῦρο στῆθι μεθ' ἡμῶν, Ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον, καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως.»

3. Το παρακάτω διήγημα είναι μυθοπλασία πού αναφέρεται στο επιθανάτιο όνειρο του κυρ Αλέξανδρου, την παραμονή της μεταστάσεως του.

Ὄνειρον Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ἀμίσθου ἱεροψάλτου

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος

Ὁ γέρων τῆς Σκιάθου σχεδιάζει τὸ τελευταῖο του διήγημα, λίγο προτοῦ ἀποδημήσει, παραμονὲς τῶν Φώτων.

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, υἱὸς τοῦ ἱερέως Ἀδαμαντίου Ἐμμανουήλ, διηγηματογράφος καὶ ἱεροψάλτης, ὠνειρεύθη τὴν νύκτα τῆς 2ας πρὸς 3ην Ἰανουαρίου 1911, εἰς τὴν Σκίαθον, ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔλαβε δὲ σημείωμα τοῦ Βλ. Γαβριηλίδου, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ διευθυντὴς τῆς «Ἀκροπόλεως» τὸν ἐκάλει νὰ περάσῃ τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος. Μολονότι ἐνόησεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀναθέσεως ἐργασίας καὶ μολονότι ἡ οἰκονομική του κατάστασις πᾶν ἄλλο ἢ ἀνθηρὰ ἦτο, ἐδυσφόρησεν ἐλαφρῶς, ἔκαμε βῶλον τὸ σημείωμα καὶ τὸ κατέπιεν, ἀλλ᾿ ἡ κατάποσις ὑπῆρξεν ὀδυνηρά πως καὶ ηὐχήθη τότε νὰ εἶχεν ὀλίγον γάλα.

Αἰφνιδίως ἐπαρουσιάσθη ὁ φίλος του Νιρβάνας, ὅστις τοῦ ἔτεινε ποτήριον γάλακτος λέγων: «Ἀλέξανδρε, τόσον καιρὸν ἐπιμένω ὅτι, ἐὰν ἔπινες τακτικώτερα γάλα, θὰ ὠφελεῖσο πολύ, ἀλλ᾿ ἐσὺ μὲ πεῖσμα μοῦ ἀντιτάσσεις τὴν ἀπαράγραπτον τήρησιν τῆς νηστείας. Σήμερα ὅμως ἠμπορεῖς ἀνενόχως νὰ καταλύσῃς, καθ᾿ ὅτι διανύομεν τὸ Δωδεκαήμερο». Ὁ Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὸ ποτήριον, ἀλλ᾿ ὅταν τὸ ἔφερεν εἰς τὰ χείλη του διεπίστωσεν ὅτι περιεῖχε διάλυμα ἀσβέστου, ταυτοχρόνως δὲ εἶδεν ὅτι ὁ Νιρβάνας διελύετο ὡς καπνός! Τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί, παίγνια τοῦ Βεελζεβούλ!

Τοῦτο τὸν ἐνέβαλεν εἰς τὴν ὑποψίαν ὅτι ἐνδεχομένως καὶ ὁ Γαβριηλίδης ἤθελε νὰ τὸν βάλῃ εἰς πειρασμόν. Ἐνθυμήθη ὅτι πρὸ ἐτῶν τοῦ ἐζήτησεν ἀσυστόλως νὰ μεταφράσῃ, Μεγαλοβδομαδιάτικα κιόλας, τὰ πρακτικὰ τῆς διεξαγομένης τότε ἐν Ἀγγλίᾳ δίκης θηλυπρεποῦς καὶ ἀκολάστου συγγραφέως. Εἶχε μετὰ βδελυγμίας ἀρνηθῆ, ἀλλ᾿ εἷς τῶν συντακτῶν τῆς «Ἀκροπόλεως» εὗρε τὴν εὐκαιρίαν, ὡς ἐνόμισε, νὰ τοῦ δώσῃ, ἀκαίρως καὶ δωρεάν, μάθημα φιλοχριστίας εἰπών: «Κύριε Ἀλέξανδρε, δὲν κινδυνεύετε νὰ φανῆτε ἀντίχριστος, ὅταν ἀντιμετωπίζετε μὲ τόσην ἀνεπιείκειαν τὰς ἀδυναμίας τῶν ἀνθρώπων;». Τρομερῶς ἐξερράγη τότε αὐτὸς καὶ ἀνταπέδωσεν ἐντόκως τὴν διδαχήν, τοῦ ἔκοψε δὲ τὴν καλημέραν ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα διὰ τὸ βλάσφημον «ἀντίχριστος».

Θὰ ἐπήγαινε, λοιπόν, εἰς συνάντησιν τοῦ Γαβριηλίδου, πλὴν ὅμως «κουμπωμένος».

Καθ᾿ ὁδὸν εὑρέθη ἀντίπρωρος πρὸς τὸν συμπατριώτην του Λαλεμῆτρον, ὅστις τὸν ἐχαιρέτισεν μὲ ἄκραν διαχυτικότητα καὶ μὲ ἴσην ἀφελότητα τὸν ἐκάλεσε νὰ καθίσωσιν εἰς παρακείμενον ζαχαροπλαστεῖον, ὀνομαστὸν διὰ τοὺς λουκουμᾶδες του. Ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν, εἰσῆλθον εἰς τὸ κατάστημα καὶ ὁ Λαλεμῆτρος παρήγγειλε δυὸ μερίδας. Ἦσαν λουκουμᾶδες ἐξαίρετοι καὶ τοὺς ἐτίμησαν δεόντως. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐποτίσθη μέχρις ὀνύχων ἀπὸ τὴν ἡδύτητά των, ὅλην ἄρωμα!

«Εὐχαριστῶ διὰ τὸ κέρασμα», εἶπεν εἰς τὸν Λαλεμῆτρον, «μὲ ἔκαμες νὰ θυμηθῶ τὴν πατρίδα!». «Ἔχω ὅμως ἕνα παράπονο», ἀπήντησεν, ἀπροσδοκήτως ἀλλὰ καὶ μετὰ συστολῆς ἐκεῖνος. Θορυβηθεὶς ὁ Παπαδιαμάντης τὸν ἠρώτησεν ἂν τυχὸν τοῦ ὀφείλει χρήματα καὶ τὸ ἐλησμόνησεν· ἂν περὶ αὐτοῦ πρόκειται, νὰ μὴ ἀνησυχῇ, θὰ λάβῃ σήμερα καλὴν παραγγελίαν καὶ προκαταβολήν, θὰ τὸν ἐξοφλήσῃ ἀμέσως. Πάσχων νὰ τὸν πείσῃ ἠσθάνετο νὰ ἀναπέμπωνται ἐκ τοῦ στομάχου εἰς τὸ στόμα οἱ λουκουμάδες ὡς γεῦσιν χολῆς.

Ὁ ἄνθρωπος συνεστάλη ἔτι περισσότερον, ὅταν ὡς ὁ Παπαδιαμάντης ἐπῆρε τὸν ἀνασασμόν του, ἐμορμύρισεν ὅτι οὐδέποτε ἔτυχε νὰ ἔχουν χρηματικὰς δοσοληψίας, καὶ πῶς εἶχε σκεφθῆ αὐτὰ τὰ περὶ χρέους; Ἄλλης λογῆς ἦτον τὸ παράπονό του, ὅτι δηλαδὴ τὴν ἱστορίαν τοῦ Γιάννη τ᾿ Μοθωνιοῦ, ὅπου ἐγύρισε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπανδρεύθηκε τὴ σαστικιά του, τὸ Μελαχρὼ τῆς Κουμπουρτζίνας, ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος τὴν εἶχε βάλει στὸ χαρτί, ἀλλὰ τὴν ἰδικήν του, ὁποὺ καὶ αὐτὸς ἐβασανίσθη πέντε χρόνια στὴν Ἀλάσκα κ᾿ ἐτυφλώθη, καὶ ἐπέστρεψε στὴ Σκιάθο θαμματουργὰ θεραπευμένος, αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐλησμόνησεν.

Ἐξέφραζε τὸ παράπονον μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω νεύουσαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης μειδιῶν τοῦ ὑπενθύμισεν ὅτι ὁ ἐξάδελφός του Ἀλέκος εἶχεν ἀφηγηθῆ εἰς ὑπερεβδομήκοντα σελίδας τὸν νόστον του, ἄρα ἀδίκως παρεπονεῖτο, κινδυνεύων οὕτω νὰ θεωρηθῇ ἀχάριστος. Ὁ Λαλεμῆτρος ἠκροᾶτο ταπεινῶς, ἐντούτοις εὗρε τὸ θάρρος ν᾿ ἀπαντήσῃ:

«Ἔχεις δίκιο, κυρ-Ἀλέξανδρε, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν τὸ πῶ· ἐσὺ θὰ τὴν ἔγραφες νοστιμώτερα. Ὡστόσο, σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴν κάνῃς λόγο στὸν ἐξάδελφό σου γιὰ τὴν κουβέντα μας· γιατί νὰ τὸν πικράνω;».

Ὁ Παπαδιαμάντης ἠσθάνθη ὑποχωροῦσαν τὴν πικρότητα τῆς γεύσεώς του. «Ἰδοὺ ὅτι καὶ ὁ Λαλεμῆτρος ἔχει, καθὼς λέγουν, προτιμήσεις ὕφους!» εἶπεν ἐνδομύχως καὶ παρευθὺς ἄκανθα οἰήσεως ἀνεφύη ἐν τῇ καρδίᾳ του καὶ ἦτο εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ κομπάσῃ «Ἀλέκο, σέ...», ἀλλὰ συνῆλθε πάραυτα καὶ ἀνελογίσθη τὸ ἀποστολικὸν· «Τί ἔχεις, ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰδὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;». Ἔτεινε τὴν χεῖρα του πρὸς τὸν Λαλεμῆτρον.

«Ὡραῖοι οἱ λουκουμᾶδες! Θὰ εἰπῶ εἰς τὸν Μωραϊτίδην ὅτι ἐκεῖνον ἤθελες νὰ κεράσῃς, ἀλλὰ δὲν τὸν εὖρες καὶ ἐπωφελήθην ἐγώ...».

Ἀπεχωρίσθησαν, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἐτάχυνε τὸ βῆμα. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν», ὁ Γαβριηλίδης τὸν ὑπεδέχθη μὲ πλαστὴν ἀγανάκτησιν:

—Ἀλέξανδρε, εἶπεν, ἐχάθηκαν τὰ μόνιππα; Ἂς ἔπαιρνες ἕνα, ἀδελφέ, κι ἂς τὸ ἐχρέωνες εἰς ἐμέ! Βουλιάζουμε, Ἀλέξανδρε!

Τοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἡ ἐφημερὶς εἶχε κατακλυσθῆ ἀπὸ χείμαρρον ἐπιστολῶν ἐξ ὅλης της Ἑλλάδος καὶ τῶν ὁμογενῶν τῆς ἀλλοδαπῆς. Διεμαρτύροντο οἱ ἀναγνῶσται διὰ τὴν ἀπουσίαν ἑορτίου διηγήματός του εἰς τὸ χριστουγεννιάτικον καὶ πρωτοχρονιάτικον φύλλον καὶ διεμήνυον ὅτι ἂν καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν Θεοφανείων στερῆται παπαδιαμαντικοῦ ἀφηγήματος, δὲν θὰ ἠγόραζον τὴν ἐφημερίδα καὶ ἂς κρατήσῃ ὁ κύριος διευθυντὴς τὰς ἐπιστροφὰς τῶν φύλλων διὰ νὰ τυλίγῃ τὸ προσφάγι του ἢ νὰ ψήνῃ ρέγγες!

—Ἀκοῦς, Ἀλέξανδρε, ἐπέφερε μὲ βεβιασμένον πως γέλωτα, ἀκοῦς τὰ ἀπειλητικὰ αἰτήματα τοῦ ἀναγνωστικοῦ συνδικάτου; Κακὴν δημοκρατίαν τοὺς ἐδιδάξαμεν, φίλτατε, ἀλλὰ παρέλκει τώρα πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ἀρίστου τῶν πολιτευμάτων. Λοιπόν, ἔχομεν τέσσαρας ἡμέρας ἕως τὰ Φῶτα, φρόντισε, Ἀλέξανδρε τὴν Παραμονὴν τὸ πρωΐ, νὰ μοῦ παραδώσῃς τὸ διήγημα.

—Μόνον ἂν ἐπήγαινα στὴν Σκιάθον, ὑπέλαβεν ὁ Παπαδιαμάντης, θὰ ἠμποροῦσα, ἴσως, νὰ τὸ γράψω.

φώτο: Υπαίθρια Αγρυπνία στα ερείπια της Παναγίας της Πρέκλας, 
στο Κάστρο της Σκιάθου.

—Λοιπόν, τί περιμένεις; ἐβρυχήθη ὁ Γαβριηλίδης. Ναυλώνω πλοῖον καὶ ἀποπλέεις εἰς τρεῖς ὥρας, μόλις φθάσῃς στρώνεσαι στὸ γράψιμο, οὔτε κεφάλι θὰ σηκώσῃς, Ἀλέξανδρε, οὔτε νερὸ θὰ πιῇς, οὔτε λέξιν θὰ ἀπευθύνῃς εἰς ἄλλον καὶ τὴν Παραμονὴν τηλεγραφεῖς τὸ διήγημα.

—Ἀλλὰ ἐνδέχεται λόγῳ τοῦ καιροῦ νὰ μὴ λειτουργᾷ ἡ τηλεγραφικὴ γραμμή, εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος.

—Τότε πλέεις εἰς Χαλκίδα καὶ τηλεγραφεῖς ἐκεῖθεν, καὶ δὲν ἀναχωρεῖς εἰς τρεῖς ὥρας ἀλλὰ τώρα ἀμέσως, καὶ λάβε τὸ ἥμισυ τῆς ἀμοιβῆς, εἶπεν ἐν ἐξάψει ὁ Γαβριηλίδης καὶ τοῦ ἐνεχείρισε φάκελον.

Ἀνάρπαστοι κατέβησαν εἰς Πειραιᾶ, ὁ Γαβριηλίδης ἐναύλωσε ταχύπλουν, ὁ Παπαδιαμάντης ἐπεβιβάσθη, καὶ τὸ σκάφος ἀπέπλευσεν. Ἐκ πείσματος τοῦ πλοιάρχου δὲν εἰσῆλθον εἰς τὸν Εὐβοϊκόν, τοῦ ὁποίου ὁ διάπλους εἶναι καταφανῶς ὀλιγότερον τρικυμιώδης ἀπὸ τὴν θαλασσίαν ὁδόν, τὴν διὰ τοῦ Αἰγαίου.

Ἀνελπίστως ἐπέρασαν τὰ ἐπικίνδυνα τοῦ Καφηρέως ἄνευ ἰσχυρῶν κλυδωνισμῶν, ἀργότερα ὅμως ὁ καιρὸς ἤρχισε νὰ χειροτερεύῃ καὶ ὅταν πλέον προσήγγιζαν εἰς τὴν Σκύρον ἦτο ξίδι μοναχό, θάλασσα κιαμέτ!

Ὁ καπετάνιος ἠγκυροβόλησε στὲς Τρεῖς Μποῦκες, τὸν ἀσφαλέστατον λιμένα τῆς νήσου, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν πρόκειται «νὰ σηκώσῃ ἄγκυραν, ἂν δὲν ξανοίξῃ». Εἰς μάτην διεμαρτυρήθη ὁ Παπαδιαμάντης, λέγων ὅτι τὸ πλοῖον εἶχεν ἀδρῶς ναυλωθῆ καὶ ὁ πλοίαρχος ὤφειλε νὰ κάμῃ νόμο-τρόπο, ὥστε αὔριον, τὸ βραδύτερον, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Σκιάθον.

Ἐκεῖνος ἀντέτεινεν ὅτι καμμία ναύλωσις δὲν εἶναι ὑπερτέρα τῆς σωτηρίας τοῦ σκάφους, καὶ ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ὁ ἴδιος ἔχει περιγράψει εἰς διήγημά του ἀβαρίας ἀναγκαίας πρὸς ἀποφυγὴν καταποντισμοῦ σκάφους καὶ ψυχῶν.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἐκλείσθη εἰς τὸν θαλαμίσκον του. Ἦτο ἡ τετάρτη πρὸ τῆς ἑορτῆς ἡμέρα. Ἐξάπλωσεν εἰς τὴν κουκέταν του καὶ ἐσυλλογίζετο ὅτι, ἂν δὲν «ἔπεφτε ὁ καιρός» ἐκινδύνευε νὰ μὴ γράψῃ τὸ διήγημα καί, τὸ χειρότερον, νὰ χάσῃ τὰς Ὥρας τῶν Θεοφανίων. Ἀλλ᾿ ἂν ἐνέδωσεν εἰς τὴν παράλογον ἀπαίτησιν τοῦ Γαβριηλίδου, τὸ ἔκαμεν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς Ἀκολουθίας τῶν Ὡρῶν ἐν τῇ προσφιλέστατῃ νήσῳ. Ὄχι, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ὁ Θεὸς νὰ μὴ τὰς συμψάλῃ μὲ τὸν κὺρ Ἀλεξανδρῆν, τὸν ψάλτην τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν!

Ἤρχισε νὰ αἰσθάνεται θέρμην, καὶ μικρὸν ρίγος τὸν διεπέρασεν. Ἐσκεπάσθη καλῶς καὶ ἐσκέπτετο πλέον ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἀναχώρησις δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μηνύσῃ εἰς τὸν ἐξάδελφον Ἀλέκον νὰ μὴ λείψῃ ἐκεῖνος κἂν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλισσαῖον. Ἀλλ᾿ ἐνεφανίσθη τότε ὅμιλος ἐνοριτῶν καί, κυρίως, ἐνοριτισσῶν τοῦ ναϋδρίου, οἱ ὁποῖοι ἐπρόβαλαν τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐπιστρέψῃ διὰ νὰ ψάλῃ αὐτὸς τὰς Ὥρας. Ἄλλως, ἠπείλουν, θὰ ἐκκλησιάζοντο ἀλλοῦ.

Τοὺς ἐνουθέτησε καὶ τοὺς ἐξώρκισε νὰ μὴ ἐκπειράζωσι Κύριον τὸν Θεόν των, εἰς τὰ θεῖα δὲν χωροῦν ἐκβιασμοί, καὶ πῶς ἦτον δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πάλιν εἰς Ἀθήνας ἄνευ θαύματος; Ἀπεδείχθησαν ὅμως «ἀγύριστα κεφάλια», καὶ ἐκεῖνος, διὰ νὰ μὴ κολασθῶσιν, ἀνέβη εἰς τὸ κατάστρωμα καὶ ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν.

Συντόνως κολυμβῶν ἔφθασεν αἰσίως εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐκεῖθεν ἀνῆλθε διάβροχος εἰς Ἀθήνας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν θαλπερὸν ναΐσκον, καθ᾿ ἣν στιγμὴν ὁ τριτεξάδελφός του ἡτοιμάζετο νὰ ψάλῃ τὸ ἐξαίσιον καὶ ἀθάνατον Δοξαστικὸν τῆς Ἐνάτης Ὥρας. Θεωρῶν ὅμως, ἄνευ ἐκπλήξεως, εἰσερχόμενον τὸν καταστάζοντα Παπαδιαμάντη τοῦ λέγει φυσικότατα:

—Ἀλέξανδρε, ἰδικόν σου τὸ Δοξαστικόν!

Ἠσθάνθη φρικίασιν εὐφροσύνης καὶ ἐξύπνησε καὶ ἐνόησεν ὅτι δὲν θὰ προλάβῃ τὰς Ὥρας τῶν Φώτων. Ἡ ἀδελφή του Κυρατσούλα, ποὺ εἶχε τὴν ἔγνοια του, τὸν ἠρώτησεν, ἐν συνοχῇ καρδίας· «Τί θέλεις, Ἀλέξανδρε;» Ἀφυπνίσθησαν σχεδὸν ἔντρομοι καὶ αἱ ἄλλαι, ὁποὺ ἐλαγοκοιμῶντο εἰς τὴν διπλανὴν κάμαρην.

— «Ἡσυχάσατε!», εἶπε πραέως, «θὰ ψάλω τὸ Δοξαστικόν».

Εἶτα μὲ τρέμουσαν φωνήν, ὡς πτηνὸν ἀποδημητικὸν ἀπερχόμενον εἰς θερμοτέρους οὐρανούς, ἐμινύρισε τὸ πανηγυρικὸν ᾆσμα: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἀψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου... ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά».. Καὶ βλέπων ὅτι ὁ μέγιστος ἐν γεννητοῖς γυναικῶν τὸν ἐπεσκίαζεν ἤδη διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν πτερύγων του, ἔκλινε πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς καρδίας καὶ ἀπέπτη.

Μίμησις Ant. Tab. Ὁ κ. Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος εἶναι φιλόλογος, ὑπεύθυνος γιὰ τὴν κριτικὴ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη. (www.papadiamantis.org)

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικη ξενάγηση στην Αθήνα του Παπαδιαμάντη


Οι ήρωες από τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ζωντανεύουν αυτές τις ημέρες στο κέντρο της Αθήνας, μέσα από το θεατρικό δρώμενο «Christmas Number's», που ξεκινά σήμερα Δευτέρα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Η Αθήνα γιορτάζει» του Δήμου Αθηναίων.
Ζωντανεύουν και «αφηγούνται τις ιστορίες τους, δημιουργώντας μικρές ατμόσφαιρες» λέει στο ΑΠΕ η ηθοποιός και σκηνοθέτις Ειρήνη Μαργαρίτη.
«Christmas Number's, είναι τα έκτακτα φυλλάδια που έβγαζαν τα εικονογραφημένα περιοδικά κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων, στα οποία αναφέρεται ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης σε άρθρο του στην «Εφημερίς», στις 25/12/1887», εξηγεί για τον τίτλο του δρώμενου, που θα επαναληφθεί στις 17 και 20 Δεκεμβρίου.


Τα μέρη που έζησε και σύχναζε ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων»
Τέσσερις ηθοποιοί, η Αθηνά Αλεξοπούλου, ο Μάνος Κανναβός, ο Συμεών Τσακίρης και ο Απόστολος Φράγκος, η λυρική τραγουδίστρια Ειρήνη Τζανετουλάκου και ο μουσικός Θέμος Σκανδάμης, μαζί με τον Ανδρέα Φατούρο, που θα έχει το ρόλο του ξεναγού, ακολουθούν μια διαδρομή που ξεκινά από τον «Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό» και περνά μέσα από τα μέρη που έζησε και σύχναζε ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων».
Ο θεατής, μπορεί να παρακολουθήσει ολόκληρη τη διαδρομή ή μόνο ένα κομμάτι της επιλέγοντας ώρα, σημείο και διήγημα.
«Επιχειρούμε μια ξενάγηση στη ζωή του Παπαδιαμάντη. Μια ξενάγηση, συνδυασμένη, λόγω των ημερών, με αποσπάσματα από τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα. Η πομπή θα περάσει από τα μέρη που περπάτησε ο σκιαθίτης συγγραφέας, όσο έζησε στην Αθήνα: Τη Βαρβάκειο, που ήταν η Σχολή του, το σπίτι του στην Αριστοφάνους, στου Ψυρρή, το κελί του στην Εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, το πρώην μπακάλικο του Καχριμάνη, τον 'Αγιο Ελισσαίο που έψαλλε... Η διαδρομή μας καταλήγει, μαζί με όσους έχουν ενωθεί μαζί μας, στο καφενείο 'Ωραία Ελλάς', στην στοά Πανδρόσου, όπου θα γίνει η τελευταία ανάγνωση με « Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη», όπου μέσα από παράλογες εξελίξεις αναδεικνύεται και η αστεία πλευρά των πραγμάτων», σημειώνει η Ειρήνη Μαργαρίτη.

«Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους...»
«Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας» αναφέρει, εξάλλου, ο ίδιος ο Αλ. Παπαδιαμάντης σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμά του.
«Διακατέχεται από μια ησυχία και μια πνευματικότητα, που λειτουργεί καθαρτικά» απαντά η Ειρήνη Μαργαρίτη, στην ερώτηση τι έχει να δώσει στις μέρες μας ο Παπαδιαμάντης και το έργο του.
«Την αίσθηση μια άλλης διάστασης. Πιο ανθρώπινης. Δουλεύοντας πάνω στα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, όλο αυτό το διάστημα, γνωρίσαμε έναν Παπαδιαμάντη με αγωνίες και άγχη σημερινά. Γράφοντας πριν έναν αιώνα και πλέον, μιλά για τις σχέσεις των ανθρώπων, φωτίζοντας αυτό που έχει ουσιαστικά σημασία. Φτάνει στην ουσία των πραγμάτων. Με αυτή τη δύσκολη γλώσσα, που τελικά σου γίνεται οικεία, γιατί ακριβώς αναφέρεται σε πράγματα παντοτινά. Ακόμα και η θρησκευτικότητά του, με την έννοια της πίστης, η δική του ματιά πάνω στις τελετές, μας άγγιξε. Στις συγκεκριμένες ιστορίες, που τυχαίνει να συμβαίνουν Χριστούγεννα, βρίσκεις μια διαφορετική προσέγγιση, αυτού λέμε σήμερα πνεύμα των Χριστουγέννων. Πολύ μακριά και πολύ κοντά μ'έναν τρόπο σ'αυτό» προσθέτει.

Το πρόγραμμα των διαδρομών
Στάσεις διαδρομής:

1. Το Άνθος του Γιαλού
17:30: Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσού, πλατεία Αγίου Γεωργίου Καρύτση 8
2. Βαρβάκειο Σχολείο
18:00: Πλατεία Βαρβακείου Αγοράς, Αθηνάς 53
3. Το Χριστόψωμο - Το σπίτι στου Ψυρρή
18:15: Αριστοφάνους 18
4. Η Σταχομαζώχτρα - Το μπακάλικο του Καχριμάνη
18:30 Αγ. Αναργύρων 45
5. Το κελί των Αγίων Αναργύρων
19:00 εκκλησία Αγ. Αναργύρων, οδός Αγαθάρχου 2 και Αγ. Αναργύρων 16-18
6. Πρώτες δημοσιεύσεις
19:30: πλατεία Ηρώων Ψυρρή
7. Ψάλλοντας στον Άγιο Ελισσαίο
19:45: Εκκλησία Αγίου Ελισσαίου, 'Αρεως 14
8. Το Μοναστηράκι στα Διηγήματα
20:00: Τζαμί Τζισδαράκη, πλατεία Μοναστηρακίου
9. Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη
20:15: Καφενείο η «Ωραία Ελλάς», Μητροπόλεως 59 (στοά Πανδρόσου 36) 
πηγή

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Ο άγιος των γραμμάτων μας...δίγλωσσος


 

(Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1889)
Έκπληξιν μεγάλην έξέφρασεν ή γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ. ιδοϋσα τη ήμερα των Χριστουγέννων τοΰ 187... την θειά-Άχτί τσα φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και τήν Πα­τρώνα μέ καθαρά ϋποκαμισάκια και μέ. νέα πέδιλα.
Τοϋτο δε διότι ήτο γνωστότατον ότι η θειά-Άχτίτσα είχε ιδεί τήν προίκα τής κόρης της πωλουμένην επί δημοπρασίας προς πληρωμήν των χρεών αναξίου γαμβρού, διότι ήτο έρημος κα\ χήρα, και διότι ανέτρεφε τά δύο ορφανά έγγονά της μετερ-χομένη ποικίλα επαγγέλματα. Ητον (ας ήτο μοναχή της !) άπ εκείνας που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Ή γειτόνισσα. τό Ζερ­μπινιώ. ώκτειρε τάς στερήσεις τής γραίας και τών δυο ορφανών αλλά μήπως ήτο και αυτή πλούσια, δια νά ελθη αυτοϊς αρωγός και παρήγορος ;

Ευτυχής ό μακαρίτης, ό μπάρμπα-Μιχαλιός, όστις προηγήθη εις τον τάφον τής συμβίας Άχτίτσας, χωρίς νά ίδη τά δεινά τά επικείμενα αυτή μετά τον θάνατον του. Ητο καλής ψυχής, —ας είχε ζωή !— ο συχωρεμένος. Τά δύο παιδία «τά άδιαφό-ρετα», ο Γεώργης καΐ ο Βασίλης, έπνίγησαν βυθισθείσης τής βρατσέρας των τον χειμώνα του έτους 186... Ή βρατσέρα ε­κείνη άπωλέσθη αύτανδρος,—τί φρίκη ! τί καϋμός ! Τέτοια τρο­μάρα καμμιάς καλής χριστιανής νά μήν τής μέλλη.
Ό τρίτος ο γυιός της, ο σουρτούκης, το χαμένο κορμί, έξε-νητεύθη καΐ εύρίσκετο, έλεγαν, είς τήν Άμερικήν. Πέτρα ερρι-ξε πίσω του. Μήπως τον είδε ; Μήπως τον ήκουσεν ; Αλλοι πάλιν πατριώταις είπαν ότι ένυμφεύθη είς εκείνα τά χώματα, κ' επήρε, λέει, μιά φράγκα, μιά 'γγλεζοποϋλα, ένα ξωθικό, ποΰ δέν ήξευρε νά μιλήση ρωμέϊκα. Μή χειρότερα ! Τί νά πή κανείς ! Εΐμπορεΐ νά καταρασθή το παιδί του, τά σωθικά του, τά σπλάγχνα του ;

******************************

Ή κόρη της άπέθανεν είς τον δεύτερον τοκετόν, άφεΐσα αύτη τά δύο ορφανά κληρονομίαν. Ό πατεριασμένος τους, έζοϋσε ακόμα (ποϋ νά φτάσουν τά μαντάτα του ώρα-τήν-ώρα !), μά τί νοικοκύρης! Το πρόκοψε, αλήθεια! Χαρτοπαίκτης, μέθυσος και μέ άλλας άρετάς ακόμη. Είπαν πώς ξαναπαντρεύτηκε αλλού, διά νά πάρη και άλλον κόσμον εις τον λαιμόν του, ο ασυνείδητος ! Τέτοιοι άντρες ! "Εκαμε δά κι' αυτή ένα γαμπρό, μά γαμπρό (το λαμπρό τ' νά βγή!)
Τί νά κάμη, έβαλε τά δυνατά της, κ' επροσπαθοΰσε όπως - ό πως νά ζήση τά δΰο ορφανά. Τί αξιολύπητα, τά καϋμένα! Κατά τάς διαφόρους ώρας τοϋ έτους έβοτανιζεν, αργολογοϋσε, έμάζω-νε έληαίς, έξενοδούλευε. Έμάζωνε κούμαρα και τά έβγαζε ρακί. Μερικά στέμφυλα άπ' εδώ, κάμποσα βότσια αραβοσίτου άπ' εκεί, όλα τά εχρησιμοποίει. Είτα, κατά Όκτωβριον, άμα ήνοιγαν τά ελαιοτριβεία, έπαιρνεν Ινα είδος πήχυν, Εν πενηντάρι έκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ' έγύριζεν εις τά ποτόκια, όπου κατεστάλαζον αί ύποστάθμαι τοϋ ελαίου, κ' έμάζωνε τήν μούρ­γα. Διά της μεθόδου ταύτης ώκονόμει δλον το ένιαύσιον έλαιον -τοϋ λυχναρίου της.λλα το πρώτιστον εισόδημα της θειά-Άχτίτσας προήρχε-το έκ τοϋ σταχομαζώματος. Τον Ίούνιον, κατ' έτος, έπεβιβάζε-το εις πλοΐον, έπλεεν υπερπόντιος καΐ διεπεραιοΰτο εις Εϋβοιαν. Περιεφρόνησε το όνειδιστικόν έπίθετον της «καραβωμένης», ό­περ έσφενδόνιζον άλλα γύναια κατ' αυτής, διότι όνειδος ακόμη εθεωρείτο το νά πλέη γυνή εις τά πελάγη. Έκεΐ, μετ' άλλων πτω­χών γυναικών, ήσχολεϊτο συλλέγουσα τους άστάχεις, τους πί­πτοντας από τών δραγμάτων τών θεριστών, από τών φορτωμά­των καΐ κάρρων. Κατ' έτος οι χωρικοί τής Ευβοίας και τά χω­ριατόπουλα, έρριπτον κατά πρόσωπον αυτών το σκώμμα :  «Νά! ή φ'στάναις! μας ήρθαν πάλι ή φ'στάναις !>. Άλλ' αΰτη έκυπτεν ύπομονητική, σιωπηλή, συνέλεγε τά ψυχία εκείνα της πλούσιας συγκομιδής τοϋ τόπου, άπήρτιζε τρεις ή τεσσάρας σάκκους, όλόκληρον ένιαυσίαν έσοδείαν δι' έαυτήν καΐ διά τά δύο ορφανά, τά όποια εΐχεν έμπιστευθή έν τφ μεταξύ εις τάς -φροντίδας τής Ζερμπινιως, καΐ αποπλέουσα έπέστρεφεν εις το παραθαλάσσιον χωρίον της.

Πλην εφέτος, δηλ. το έτος εκείνο, άφορία είχε μαστίσει τήν
Εΰβοιαν. Άφορία είς τον ελαιώνα της μικράς νήσου, όπου κατώ-κει ή θειά-Άχτίτσα. Άφορία είς τάς αμπέλους καΐ είς τους α­ραβοσίτους, άφορία σχεδόν και είς αυτά τά κούμαρα, άφορία πανταχού.
Είτα, επειδή ουδέν κακόν έρχεται μόνον, βαρύς χειμών ένέσκηψεν είς τά βορειότερα εκείνα μέρη. Άπό τοϋ Νοεμβρίου μηνός, χωρίς σχεδόν νά πνεύση νότος και νά πέση βροχή, ήρ-χιζε νά χιονίζη. Μόλις έπαυεν είς νιφετός και ήρχιζεν άλλος. Ενίοτε έπνεε ξηρός βορράς, σφιγγών έτι μάλλον τά χιόνιια, τά. οποία δεν έλυωναν είς τά βουνά. «Έπερίμεναν άλλα».
Ή γραία μόλις είχε προλάβει νά μεταφέρη έπί τών ώμων της, άπό τών φαράγγων και δρυμών, άγκαλίδας τινάς ξηρών ξύ­λων, όσαι μόλις θά ήρκουν διά δυο εβδομάδας ή τρεις, και βαρύς ό χειμών έπέπεσε. Περί τά μέσα Δεκεμβρίου μόλις επήλθε μι­κρά διακοπή, και δειλαί τινες ακτίνες ηλίου έπεφάνησαν, έπι-χρυσοϋσαι τάς ύψηλοτέρας στέγας. Ή θειά-Άχτίτσα έτρεξεν εις τά «ορμάνια», ίνα προλάβη καΐ είσκομίση καυσόξυλα τίνα. Την επαύριον ό χειμών κατέσκηψεν άγριώτερος. Μέχρι τών Χριστουγέννων, ουδεμία ήμερα εύδιος, ουδεμία γωνία ουρανού ορατή, ουδεμία άκτίς ηλίου.
Κραταιός και βαρύπνοος βορράς, «χιονιστής», έφύσα κατά. τάς παραμονάς της αγίας ημέρας. Αί στέγαι τών οίκιών ήσαν κατάφορτοι έκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τά συνήθη παίγνια τών οδών και τά χιονοβολήματα έπαυσαν. Ό χειμών εκείνος δεν ήτο φιλοπαίγμων. Άπό τών κεράμων τών στεγών έκρέμαντο ως ώ­ριμοι καρποί σπιθαμιαϊα κρύσταλλα, τά δποΐα οί μάγκαι της γει­τονιάς δεν είχον πλέον όρεξιν νά τρώγουν.
******************************
Την έσπέραν τής 23, ο Γέρος είχεν έλθει άπό το σχολεϊον περιχαρής, διότι άπό τής αύριον έπαυον τά μαθήματα. Πρίν ξε-κρεμάση τον «φύλακα» άπό τής μασχάλης του, ό Γέρος πεινα­σμένος ήνοιξε το δουλάπι, άλλ' ουδέ ψωμόν άρτου εύρεν έκεΐ. Ή γραία εΐχεν εξέλθει, ίσως προς ζήτησιν άρτου. Ή ατυχής. Πατρώνα έκάθητο ζαρωμένη πλησίον τής εστίας, άλλ' ή εστία, ήτο σβεστή. Έσκάλιζε τήν στάκτην, νομίζουσα έν τη παιδική άφελεία της (ήτο μόλις τετραετές το πτωχόν κοράσιον), ότι η εστία έχει πάντοτε τήν δυνατότητα νά θερμαίνη, καΐ ας μή καίη. Άλλ' ή στάκτη ήτον υγρά. Σταλαγμοί ύδατος, εκ χιόνος τακεί-σης ίσως διά τινος λαθραίας και παροδικής άκτΐνος ηλίου, εΐχον ρεύσει διά της καπνοδόχου. Ό Γέρος, όστις ήτο επταετής μόλις, έτοιμος να κλαύση, διότι δέν εύρισκε ψυχίον τι προς κορεσμόν τής πείνης του, ήνοιξε τό μόνον παράθυρον, έχον τριών σπιθα­μών μήκος. Ό οικίσκος όλος, χθαμαλός, ήμιφάτνωτος, μέ είδος σοφά, εΐχεν ΰψος δύο ίσως όργυών άπό τοϋ εδάφους μέχρι τής οροφής.
Ό Γέρος άνεβίβασε σκαμνίον τι επί τοϋ λιθίνου ερείσματος τοϋ παραθύρου, άνέβη επί τοϋ σκαμνιού, έστηρίχθη διά τής αρι­στεράς έπι τοϋ παραθυροφύλου, άνοικτοϋ, έστηλώθη μετά τόλ­μης προς τήν οροφήν, άνέτεινε τήν δεξιάν, καΐ άπέσπασεν έν κρύσταλλον έκ τών κοσμούντων τους «σταλασμους» τής στέγης. Ήρχισε νά το έκμυζά βραδέως καΐ ηδονικώς, και έδιδε καΐ είς την Πατρώναν νά φάγη. Έπείνων τά κακόμοιρα.

Ή γραΐα-Άχτίτσα επανήλθε μετ' ολίγον φέρουσα πράγμα τι τυλιγμένον είς τον κόλπον της. Ό Γέρος, όστις έγνώριζεν έκ τής παιδικής του πείρας ότι ποτέ άνευ αίτιας δεν έφούσκωναν οΐ κόλποι τής μάμμης του, άναπηδήσας έτρεξεν είς το στήθος της, ένέβαλε τήν χείρα, και άφήκε κραυγήν χαράς. Τεμάχιον άρτου είχεν «οικονομήσει» και τήν έσπέραν έκείνην ή καλή, καίτοι ολί­γον αυστηρά, μάμμη, τις εΐδεν αντί ποίων εξευτελισμών, και διά πόσων εκλιπαρήσεων!
Και τί δέν ήθελεν ύποστή, προ ποίας θυσίας ήδύνατο νά: οπισθοδρόμηση, διά τήν άγάπην τών δύο τούτων παιδίων, τά ό­ποια ήσαν δίς παιδία δι' αυτήν, καθόσον ήσαν τέκνα τοΰ τέκνου· της '.Εν τούτοις δέν ήθελε νά δεικνύη αύτοΐς μεγάλην άδυνα-μίαν καΐ «ήμερο μάτι δέν τους έδιδε». Έκάλει τον άρρενα «Γέ-ρον», διότι είχε το όνομα τοϋ άληθοϋς γέρου της, τοϋ μακαρί-του μπάρμπα-Μιχαλιοϋ, τοΰ όποιου τό όνομα τής έπόνει ν' ά-κούση ή νά προσφέρη. Το ταλαίπωρον το θήλυ το έκάλει Πα­τρώναν θωπευτικώς, καΐ ολίγον «σάν άρχοντοξεπεσμένη που ήτον», μή άνεχομένη ν' άκούη το Άργυρώ, το όνομα τής κόρης της, όπερ εδόθη ώς κληρονομιά είς το ορφανόν, λεχοϋς θανού-οης εκείνης. Πλην τοϋ υποκορισμού τούτου, ούδεμίαν αλλην έ πιδεικτικήν τρυφερότητα άπένεμεν είς τά δυο πτωχά πλάσματα, αλλά μάλλον πρακτικήν αγάπην καΐ προστασίαν.
Ή ταλαίπωρος γραία έστρωσε διά τά δυο ορφανά, ίνα κοι-μηθώσιν, άνεκλίθη και αυτή πλησίον των, τοις είπε νά φυσή-σωσιν ύποκάτω τοΰ σκεπάσματος των διά νά ζεσταθούν, τοις ύπεσχέθη, ψευδομένη, άλλ' ελπίζουσα νά επαληθεύση, ότι αΰριον ο Χριστός θά φέρη ξύλα και ψωμί και μίαν χύτραν κοχλάζουσαν επί τοΰ πυρός, και εμεινεν άϋπνος πέραν τοΰ μεσονυκτίου, αναλογιζομένη τήν πικράν τΰχην της.
******************************
Το πρωί, μετά τήν λειτουργίαν (ήτο παραμονή των Χριστουγέννων) ό παπά-Δημήτρης ,ο ενορίτης της,έπαρουσιάσθη αίφνης είς τήν θΰραν τοΰ πενιχρού οικίσκου.
—Καλώς ταδέχθης, της είπε μειδιών.
«Καλώς τάδέχθη» αυτή ! Και από ποίον έπερίμενε τίποτε ;
—Έλαβα ένα γράμμα διά σέ, Άχτίτσα, προσέθηκεν ο ιε­ρεύς, τινάσσων τήν χιόνα άπό το ράσον και το σάλι του.
—Όρίστε, δέσποτα ! Και μακάρι εχω τή φωτιά, έψιθύρισε προς εαυτήν, ή το γλυκό και το ρακί νά τον φιλέψω ;
Ό ιερεύς άνέβη τήν τετράβαθμον κλίμακα καί έλθών έκά-θισεν επί τοΰ σκαμνίου. Ήρεύνησε δε εις τον κόλπον του και εξήγαγε μέγαν φάκελλον μέ πολλάς και ποικίλας σφραγίδας και γραμματόσημα.
—Γράμμα, είπες, παπά, έπανέλαβεν ή Άχτίτσα, μόλις τότε άρχίσασα νά έννοή τί της ελεγεν ο ιερεύς.
Ό φάκελλος, όν εΐχεν εξαγάγει άπό τοΰ κόλπου του, έφαί-νετο ανοικτός άπό τό έν μέρος.
—Απόψε έφθασε τό βαπόρι, εϊπεν ό εφημέριος· εμένα μοΰ τό έφεραν τώρα, μόλις έβγαινα άπό τήν έκκλησίαν.
Καί ένθείς τήν χείρα έσω τοΰ φακέλλου εξήγαγε διπλωμέ-νον χαρτίον.
—Τό γράμμα είναι προς έμέ, προσέθηκεν, αλλά σέ άποβλέπει.
—Έμενα ; έμενα ; έπανέλαβεν έκπληκτος ή γραία.
Ό παπα-Δημήτρης έξεδίπλωσε τό χαρτίον.
—Είδεν ο Θεός τον πόνον σου και σοΰ στέλλει μικράν βοή θείαν, εΐπεν ο αγαθός ιερεύς. Ό γυιός σου, σοΰ γράφει από την Άμερικήν.
—Άπ' την Άμέρικα ; ό Γιάννης! ο Γιάννης με θυμήθη-κεν ; άνέκραξε περιχαρής, ποιούσα το σημείον του Σταυρού η γραία. Καί είτα προσέθηκε :—Δόξα σοι ο Θεός !
Ό ιερεύς έβαλε τά γυαλιά του και έδοκίμασε ν' αναγνώση.
—Είναι κακογραμμένα, κ' εγώ δυσκολεύομαι να διαβάζω αύταίς της τζίφραις ποΰ έβγαλαν τώρα, αλλά θά προσπαθήσω-μεν να βγάλωμεν νόημα. Καί ήρχισε μετά δυσκολίας, καΐ σκον-τάπτων συχνά ν' άναγινώσκη :

«Παπά-Δημήτρη, το χέρι σου φιλώ. Πρώτον ερωτώ διά τό αΐσιον κτλ. κτλ. Εγώ λείπω πολλά χρόνια και δεν εϊξεύρω αύτοϋ τι γίνονται, οΰτε αν ζουν ή άπέθαναν. Είμαι εις μακρυνόν μέ­ρος, πολύ βαθειά, εις τον Παναμάν, και δεν εχω καμμίαν συγ-κοινωνίαν με άλλους πατριώταις πού ευρίσκονται είς την Α­μερικην. Προ τριών χρόνων έντάμωσα τον (δείνα) και τον (δείνα), αλλά καί αυτοί έλειπαν χρόνους πολλούς, καί δέν εΐ-ξευραν τί γίνεται είς το σπίτι μας.
»  Έάν ζη ο πατέρας ή ή μητέρα μου, ειπέ τους νά με συγ­χωρήσουν, διότι διά καλό πάντα πασχίζει ό άνθρωπος καί είς κακό πολλαίς φοραίς βγαίνει. 'Εγώ αρρώστησα δυο φοραΐς από κακαΐς ασθένειες τοΰ τόπου έδώ και έκαμα πολύν'καιρόν είς τά σπιτάλια. Τά ο,τι είχα καί δεν είχα επήγαν καί μόλις έγλύτωσα την ζωήν μου. Είχα ύπανδρευθή προ δέκα χρόνων κατά τήν συνήθειαν τοΰ τόπου έδώ, αλλά τώρα είμαι άπόχηρος, καί άλλο καλλίτερον δέν ζητώ, παρά νά πιάσω ολίγα χρήματα νά έλθω είς τήν πατρίδα, άν προφθάσω τους γονείς μου νά μ' ευλογή­σουν. Καί νά μήν έχουν παράπονο είς έμέ, διότι έτσι θέλει δ Θεός, καί δέν είμποροΰμε εμείς νά πάμε κόντρα. Καί νά μή βαρυγνωμοΰν, διότι, αν δέν είναι θέλημα Θεοΰ, δέν μπορεί άν­θρωπος νά προκόψη...Σοΰ στέλλω έδώ έσωκλείστως ένα συνάλλαγμα έπ' ονόμα­τι σου, νά ύπογράψης ή άγιωσύνη σου, καί νά φροντίσουν νά τδ εξαργυρώσουν ο πατέρας ή ή μητέρα, έάν ζουν. Καί άν, ό μή γένοιτο, είναι    άποθαμμένοι, νά το εξαργύρωσης ή άγιωσύνη σου, νά δώσης είς κανέναν άδελφόν μου, έάν είναι αΰτοϋ, ή εις κανέν ανίψι μου καΐ είς άλλα πτωχά. Καΐ νά κρατήσης καΐ η αγιωσύνη σου, εάν οί γονείς μου είναι αποθαμμένοι, έν μέρος τοϋ ποσοΰ αυτού διά τα σαρανταλείτουργα...».


Πολλά έλεγεν ή επιστολή αΰτη καΐ έν σπουδαϊον παρέλι-πε. Δεν ανέφερε το ποσόν των χρημάτων, δι' όσα ήτο ή συναλ­λαγματική. Ό παπα-Δημήτρης, παρατηρήσας το πράγμα, εξέ­φερε τήν είκασίαν, ότι ό γράψας τήν έπιστολήν, λησμονήσαν, νομίζων ότι είχεν ορίσει το ποσόν τών χρημάτων παραπάνω, ένό-μισε περιττόν νά το έπαναλάβη παρακατιών, διό καΐ έλεγε «τοΰ ποσοΰ αΰτοϋ».
Έν τούτοις άφατος ήτο ή χαρά της Άχτίτσας, λαβούσης μετά τόσα έτη ειδήσεις περί τοΰ υίοΰ της.. Ως ΰπό τέφραν κοι-μώμενος άπό τόσων ετών ο σπινθήρ της μητρικής στοργής άνέ-θορεν έκ τών σπλάγχνων εις τό πρόσωπόν της καΐ ή γεροντική, ρικνή, καΐ έρρυτιδωμένη όψις της ήγλαΐσθη μέ ακτίνα νεότητος καΐ καλλονής.
Τά δΰο παιδία, άν καΐ δέν ένόουν περί τίνος επρόκειτο, ι δόντα τήν χαράν τής μάμμης των, ήρχισαν νά χοροπηδώσιν.
******************************
Ό κΰρ - Μαργαρίτης δεν ήτο ιδίως προεξοφλητής, ή τοκι-στής, ή έμπορος, ήτον όλα αυτά ομοΰ. Ένα φόρον επιτηδεύμα­τος έπλήρωνεν, άλλ' έκαμνε τρεις τέχνας.
Ή γραϊα-Άχτίτσα, είς φοβεράν διατελούσα ένδειαν, έλα­βε το παρά τοΰ υίοΰ της άποσταλέν γραμμάτιον, έφ' οΰ έφαίνον-το γράμματα κόκκινα και μαΰρα, άλλα έντυπα καί άλλα χειρό­γραφα, εξ ών δέν ένόει τίποτε οΰτε ο γηραιδς εφημέριος οΰτε αυτή,   καϊ μετέβη είς τό μαγαζί τοΰ κΰρ-Μαργαρίτη.

Ό κΰρ-Μαργαρίτης έρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου, έτίνα-ξε τήν βράκαν του, έφ' ής έπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατε-βίβασε μέχρι τών οφρύων τήν σκούφιαν του, έβαλε τά γυαλιά του, και ήρχισε νά έξετάζη διά μακρών τό γραμμάτιον.
—Έρχεται άπ' τήν Άμέρικα ; είπε. Σ' έθυμήθηκε, βλέπω, ο γυιός σου. Μπράβο, χαίρομαι.
Είτα έπανέλαβεν :—Έχει τον άριθμόν 10, αλλά δέν ξέρουμε τί είδους μονέ δα νά είναι, δέκα σελλίνια, δέκα ρούπιαις, δέκα κολοννάτα ή δέκα... Διεκόπη, παρ' ολίγον νά έλεγε «δέκα λίραις».
—Νά φωνάξουμε το δάσκαλο, έμορμύρισεν ό κύρ-Μαρ-γαρίτης- ίσως εκείνος ξεύρει νά το διάβαση. Τί γλώσσα νά εί­ναι τάχα ;

Ό ελληνοδιδάσκαλος, όστις έκάθητο βλέπων τους παίζον­τας το κιάμο είς παράπλευρον καφενεΐον, παρακληθείς μετέβη εις το μαγαζί τοϋ κύρ-Μαργαρίτη. Είσήλθεν ορθός, δύσκαμπτος, έλαβε το γραμμάτιον, παρεκάλεσε τον κύρ-Μαργαρίτην νά του δανείση τά γυαλιά του καΐ ήρχισε νά συλλαβίζη τους λατινικούς χαρακτήρας.
—Πρέπει νά είναι αγγλικά, είπεν, εκτός άν είναι γερμα­νικά. Από ποϋ έρχεται αύτό το δελτάριον ;
—Άπ' τήν Άμερικήν ; τότε θά είναι άγγλικόν. Και ταϋτα λέγων προσεπάθει νά συλλαβίση τάς λέξεις :
ten pounds sterling, άς έφερε χειρογράφους ή επιταγή.
—
sterling, είπε' sterling
θά σημαίνη τάλληλον, πι­στεύω. Ή λέξις φαίνεται νά είναι της αυτής ετυμολογίας, απεφάνθη δογματικώς. Καί επέστρεψε το γραμμάτιον είς χείρας τοϋ κύρ-Μαργαρίτη.—Αύτό θά είναι, είπε, καΐ επειδή υπάρχει έπι της έπικε-φαλίδος ό άριθμός 10, θά είναι χωρίς άλλο γραμμάτιον διά δέ-κα τάλληρα. Τό κάτω-κάτω, οφείλω νά σας είπω ότι δέν γνωρί­ζω άπό χρηματιστικά. Είς άλλα ημεϊς ασχολούμεθα, οΐ άνθρωποι των γραμμάτων.
Και τοϋτο ειπών, επειδή ήσθάνθη ψϋχος εις τό πλακόστρω-τον και κατάψυχρον μαγαζεΐον τοϋ κύρ-Μαργαρίτη, έπέστρε-ψεν είς τό καφενεΐον, ίνα θερμανθή.


Ό κύρ-Μαργαρίτης εΐχεν αρχίσει νά τρίβη τάς χείρας και κάτι έφαίνετο σκεπτόμενος.--Τώρα, τί τά θέλεις, είπε στραφείς προς την γραΐαν. Οί καιροί είναι δύσκολοι, μεγάλα κεσάτια. Νά το πάρω, νά σοΰ το εξαργυρώσω, ξέρω πως είναι σίγουρος ό παράς μου, ξέρω αν δέν είναι ψεύτικο ; Άπό κει κάτω, άπ' τον χαμένον κόσμον, πε­ριμένεις αλήθεια!  Όλαις ή ψευτιαίς, ή καλπαζουνιαίς, άπό κειμας έρχονται. Γυρίζουν τόσα χρόνια οί σουρτούκηδες (με συγ­χωρείς, δεν λέγω τδν γυιό σου), εκεί που ψένει ο ήλιος το ψω­μί καΐ δεν νοιάζονται νά στείλουν έναν παρά, ένα σωστον παρά, μοναχά στέλνουν παληόχαρτα.

Έφερε δύο βόλταις περί το τεράστιον λογιστήριόν του και επανέλαβε :—Και δεν είναι μικρό πράγμα αυτό, νά σε χαρώ, είναι δέκα τάλλαρα. Νά είχα δέκα τάλλαρα έγώ, παντρευόμουνα.    
Είτα έξηκολούθησε :—Μα τί νά σοϋ πώ ; σε λυπούμαι ποϋ είσαι καλή γυναίκα, κ' έχεις και κείνα τά ορφανά. Νά κρατήσω έγώ ενάμισυ τάλλαρο διά τους κινδύνους πού τρέχω, και γιά τά οχτώμισυ πλειά... Κα! γιά νάμαστε σίγουροι, μή γυρεύεις κολονάτα, νά σοϋ δώσω· πεντόφραγκα, γιά ναμαστε μέσα... Όχτώμισυ πεντόφραγκα λοι­πόν ! Ά !... ξέχασα....
Τουναντίον , δεν είχε ξεχάσει· άπ' αρχής της συνεντεύξε­ως, αυτό έσκέπτετο. --Ό συχωρεμένος ό Μιχαλιός κάτι έκανε νά μοϋ δίνη, δεν θυμούμαι τώρα...
Και έπέστρεψεν είς το λογιστήριόν του. —Μα κ' εκείνος ο τελμπεντέρης ο γαμπρός σου, μοϋ έφαγε δύο τάλλαρα θαρρώ...
Και ώπλίσθη με τό πελώριον κατάστιχόν του. —Είναι δίκηο νά τά κρατήσω... εσένα, όσα σοϋ δώσω θά σοϋ φανοΰν χάρισμα.


Ήνοιξε τό κατάστιχόν. Αι κατάπυκνοι και μυροβολοΰσαι σελίδες τοϋ κατάστιχου τούτου ώμοίαζον με πίονας αγρούς, με γήν άγαθήν. "Ο,τι έσπει­ρε τις εν αύτώ, έκαρποφόρει πολλαπλασίως. Ήτο, ως νά έκοπτέ τις τά φύλλα τοϋ δενδρυλλίου, εκάστοτε ότε έγίνετο έξόφλησις κονδυλίου τινός, άλλ' ή ρίζα εμενεν ύπό τήν γήν, μέλλουσα κα! πάλιν ν' άναβλαστήση.
Ό κύρ-Μαργαρίτης εύρε παρευθύς τους δύο λογαριασμούς. —Έννηά και δεκαπέντε    μοϋ χρεωστοϋσεν ο μακαρίτης ο άντρας σου, είπε,    καΐ δυο τάλλαρα δανεικά   κι' αγύριστα ταϋ γαμπρού σου γίνονται...
Και λαβών κάλαμον να έκτελή τήν πρόσθεσιν πρώτον καΐ τήν άναγωγήν τών ταλληρων είς δραχμάς, είτα τήν άφαίρεσιν από τοϋ ποσοΰ   τών δέκα γαλλικών ταλληρων.  —-Κάνει να σοϋ δίνω... ήρχισε νά λέγη ό κΰρ - Μαργαρίτης.

Τη στιγμή εκείνη εισήλθε νέον πρόσωπον.
******************************
Ήτο έμπορος Συριανός, παρεπιδημών δι' υποθέσεις είς τήν μικράν νήσον. Άμα είσελθών διηυθύνθη μετά μεγίστης ελευθε­ρίας καΐ θάρρους εις το λογιστήριον, όπου ίστατο ό κύρ-Μαργαρίτης.
—Τί έχουμε, κύρ-Μαργαρίτη ; Τ' εΐν' αυτό ; εΐπεν, ίδών πρόχειρον επί τοΰ λογιστηρίου το γραμμάτιον της πτωχής γραίας.
Και λαβών τοΰτο είς χείρας :
—Συναλλαγματική δια δέκα άγγλικάς λίρας άπό τήν Άμε-ρικήν, είπε καθαρά τή φωνή, ποϋ ευρέθη εδώ ; Κάμνεις και τέ­τοιες δουλειές, κΰρ-Μαργαρίτη;
—Γιά δέκα λίραις! έπανέλαβεν αυθορμήτως ή Άχτίτσα, άκούσασα ευκρινώς τήν λέξιν.
—Ναί, γιά δέκα άγγλικάς λίρας, είπε και πάλιν στραφείς προς αυτήν ο Έρμουπολίτης. Μήπως είναι δικό σου;
—Μάλιστα.
Ή θεια Άχτίτσα, εν καταφάσει, έλεγε πάντοτε ναί, άλλα νΰν, ήπόρει καΐ αυτή πώς είπε μάλιστα και ποϋ εύρε τήν λέξιν ταύτην
—Γιά δέκα ναπολεόνια θά είναι ίσως, είπε δάκνων τά χείλη ο κύρ-Μαργαρίτης
—Σοϋ λέγω διά δέκα άγγλικάς λίρας, επανέλαβε καΐ αύθις δ Συριανός έμπορος. Παίρνεις από λόγια;
Καί έρριψε δεύτερον μακρόν βλέμμα επί τοϋ γραμματίου.
—Είναι σίγουρος παράς, άρζάν-κοντάν. σοϋ λέγω. Θά το εξόφλησης, ή το εξοφλώ ἀμέσως;
Και έκαμε κίνημα διά νά έξαγάγη το χρηματοφυλάκιόν του.
—Μπορεί νά τό πάρη κανείς γιά εννέα λίραις.. γαλικαίς, είπε διστάζων ο κύρ-Μαργαρίτης.
—Γαλλικαίς;... το παίρνω έγώ γιά έννηά άγγλικαίς.    
Και στρέψας όπισθεν το φύλλον του χάρτου, είδε τήν ύπο-γραφήν, ήν είχε βάλει ο αγαθός ιερεύς, παρέβαλεν αυτήν μέ τό όνομα τό φερομενον έν τω κειμένφ, καί τήν εΰρε σύμφωνον καί, άνοίξας τό χρηματοφυλάκιον, έμέτρησεν εις τήν χείρα της θειά-Άχτίτσας καί προ τών εκθάμβων οφθοίλμών αυτής εννέα στιλ­πνότατος άγγλικάς λίρας.

Καί ΐδοΰ διατί ή πτωχή γραία έφόρει τη ήμερα τών Χρι­στουγέννων καινουργή «άδολην» μανδηλαν, τά δέ δύο ορφανά εϊχον καθαρά ύποκαμισάκια διά τά ισχνά μέλη των καί θερμήν ύπόδεσιν διά τους παγωμένους πόδας των.


THE GLEANER (Title of the original: Η Σταχομαζώχτρα)
By Alexandros Papadiamantis
Translated by Dr Elizabeth Key Fowden
A CHRISTMAS STORY
HER NEIGHBOUR ZERBINIO was most surprised that Christmas Day in 187_ when she saw Aunt Achtitsa wearing a new headscarf and both Yeros and Patrona with clean shirts and new shoes. And rightly so, as it was very well known that Aunt Achtitsa had witnessed the sale of her daughter’s dowry at public auction in order to pay off the debts of her worthless son-in-law, that she was destitute and widowed, and that she was rearing her orphaned grandchildren by resorting to odd jobs. She was one of those people who never get a lucky break. Her neighbour Zerbinio pitied the poverty of the old woman and the two orphans. But it was hardly as if she herself had the money to help them out and be their comforter. The late Barba-Michalios, who had preceded his wife Achtitsa to the grave, was fortunate not to have seen the hardships that loomed after his death. He was a good soul — if only he were still alive, poor man. The two children, ‘our lost ones’, Yorgos and Vasilis, went down with their schooner and were drowned in the
winter of 186_ . The schooner was lost with all hands on board — what a tragedy, what a fate! I wouldn’t wish such a dreadful thing on any good Christian woman. Her third son, the idler, the good-for-nothing, went abroad and was living, they said, in America. He had shaken the dust from his feet. Had anyone seen him, or heard from him? Some fellow countrymen claimed that he had married in those parts and had taken, it was said, a Frankish bride, an English-speaking girl, a stranger, who did not know a word of Greek. What worse fate! But what can you do? Can you curse your child, your own flesh and blood? Her daughter died giving birth to a second child, leaving Achtitsa
to inherit two orphans. Their poor excuse for a father was still alive (how far could his endless demands go?), but, really, what a head of family, what a lazy good-for-nothing! A card-player, a drunk, and with still other virtues to boot. Rumour had it that he remarried elsewhere, in order to drag down yet another family, the scoundrel! Such men! . . . She’d found a husband alright, but what a husband! (a curse on his head!). . . What else could she do? She pushed herself as hard as she could, trying to make a living for the orphans. How pitiable, the poor things! Depending on the season, she collected herbs, pruned vines, picked olives, worked as a day labourer. She gathered arbutus berries to make raki. Some scrapings from the pressed grapes here, some maize husks there, everything was used. Then in October, once the olive presses opened, she took a fifty-dram tin scoop and a small jug and went around to the reservoirs where the dregs were deposited and gathered the oil from the sediment. By this means she saved enough oil for her lantern to last a year. But Aunt Achtista derived her primary income from gleaning corn. Every year in June she took a boat, set sail and crossed over to Euboea. She endured the scornful name ‘boat-woman’ which other women hurled at her because it was still considered a disgrace for a woman to travel by sea. There, along with the other poor women, she gathered the wheat that had fallen from the sheaves of the harvesters, from the loading of the carts. Year after year, the peasants of Euboea and their womenfolk mocked them to their faces: ‘Hey! Here come those skirts! The skirts are back again!’1
But she would bend down patiently, quietly, pick up the fallen grains of Euboea’s rich harvest, fill three or four bags, an entire year’s supply for herself and the two orphans, whom she had entrusted in the meanwhile to the care of Zerbinio, and sail back to her seaside village. Except that this year the crops had failed in Euboea. The olives failed on the little island where Aunt Achtitsa lived. The vines failed and the maize, even the arbutus berries nearly failed, all around the crops had failed. Then, because troubles never come singly, a heavy winter set in over those northern parts. Already from November, when the south wind had hardly begun to blow or the rains to fall, the snows came. One snowfall would stop and right away another would start up. Sometimes a dry north wind blew, packing even harder the snow, which did not melt at all on the mountains. ‘More was expected.’ The old woman had just managed to transport on her back a couple of armfuls of dry wood from the ravines and woods — enough to last two or three weeks — when the heavy winter descended.
Round about the middle of December there was a short break in the weather, and a few timorous rays of sun appeared, shining like gold on the higher rooftops. Aunt Achtitsa rushed out to the forest in order to bring inside some firewood while she had
the chance. The next day the winter pressed in on them more bitterly. Until Christmas there was not a single fine day, no clear patch of sky to be seen, no ray of sun. A piercing north wind, the ‘snow-bringer’, blew on Christmas Eve. The roofs of the houses were loaded down with packed snow. The usual street games and snowball fights had stopped. That winter was not for game-playing. Dwarf crystals hung from the rooftiles like ripe fruit, but even the neighbourhood urchins no longer had the appetite to eat them.
On the evening of the twenty-third, Yeros had come home from school full of cheer since lessons were finishing the next day. Even before taking his school satchel from under his arm, he hungrily opened the cupboard, but found not even a crust. The old woman had gone out, perhaps to find some bread. Miserable Patrona sat slumped over near the hearth, but the hearth was cold. She poked around in the ashes, thinking in her childish simplicity (she was only four, the poor girl) that the fireplace meant warmth, even if it was not alight. But the ash was wet. Drops of water from melting snow, thanks perhaps to some secret and transient sunbeam, had leaked in through the chimney. Yeros, who was just seven, was on the verge of tears not having found anything to sate his hunger. He opened the only window, which was three spans wide. The entire house, with its low ceiling, half paneling and loft of sorts, was only about two arms’ breadth in height from the floor to the ceiling. Yeros lifted a stool onto the stone window sill, climbed up onto the stool, supported himself with his left hand on the open shutter and, reaching up daringly toward the eaves, he stretched out his right hand and broke off an icicle from the ‘stalagmites’ which adorned the roof. He began to suck it slowly and with pleasure, and gave one also to Patrona to eat. The poor things were starving.
A little while later, old Achtitsa returned carrying something wrapped up in her bosom. Yeros, recognizing from experience that his grandmother’s bosom was never puffed up without reason, leapt up and ran to her breast, stuck in his hand and let out a cry of joy. That evening the good, if a little strict, grandmother had ‘saved’ a piece of bread — who knows how much she’d had to beg and plead for it. But what wouldn’t she do, what sacrifices wouldn’t she make for the love of those two children who were hers twice over, her child’s children! Still, she did not want to indulge them, to be too soft with them. She called the boy ‘Yeros’ because he bore the name of her real ‘yeros’, that is to say, ‘old man’, the late Barba-Michalios, whose name it pained her to hear and to say aloud. The hapless little girl she called by the flattering name Patrona, ‘as the impoverished lady that she was’, since she could not endure hearing Argyro, her daughter’s name which had been bequeathed to the orphan by her mother as she lay dying after giving birth to the girl. Except for these little nicknames, she bestowed no signs of tenderness on the two poor creatures, but provided for their everyday needs and protected them as she could.
The long-suffering old woman prepared a bed for the two orphans to sleep and lying down beside them herself told them to breathe down under their blanket to keep warm. Uttering an untruth, but wishing it might be true, she promised them that the next day Christ would bring wood and bread and a kettle boiling on the fire. She lay awake until past midnight, brooding over her bitter fortune.
In the morning, after the liturgy (it was Christmas Eve), the parish priest, Papa-Dimitris, suddenly appeared at the door of the humble dwelling:
‘Glad tidings!’ he addressed her with a smile.
Glad tidings indeed. Who could she expect glad tidings from?
‘I received a letter for you, Achtitsa,’ said the old priest, brushing the snow from his cassock and shawl.
‘Come in, Master!’
‘If only I had a fire,’ she whispered to herself, ‘or a sweet and raki to offer him.’
The priest climbed up the four steps and went over to sit on the stool. He reached into his cassock and pulled out a large envelope covered with a variety of official seals and postage stamps.
‘A letter, you said, Father?’ Achtitsa repeated, just beginning to register what the priest had said.
The letter which he had pulled out from his breast appeared to be open at one end.
‘The ship arrived this morning,’ the priest resumed, ‘and they brought me this now, just as I was leaving church.’
And putting his hand into the envelope, he pulled out a folded paper.
 ‘The letter is addressed to me,’ he added, ‘but it concerns you.’
‘What, me? Me?’ repeated the old woman with surprise.
Papa-Dimitris unfolded the letter.
‘God saw your suffering and has sent you a little relief,’ said the good priest. ‘Your son has written to you from America.’
‘From America? Yannis! Yannis remembered me?’ the old woman cried for joy, making the sign of the cross and then adding, ‘Glory be to God!’
The priest put on his glasses and began trying to read:
‘It is poorly written,’ he said, ‘and I have a hard time reading the characters they use these days, but I will try to get the sense of it.’
And he started to read, with difficulty and much stumbling:
‘Papa-Dimitris, I kiss your hand. First of all, I trust that you are well, etc., etc. I’ve been away for many years and I don’t know what has happened there, whether they are alive or dead. I’m far away, deep in Panama, and have no contact with other Greeks living in America. Three years ago I met (so and so) and (so and so), but they
too had been abroad for many years and had no news of my family. ‘If my mother or father is alive, tell them to forgive me, because even though we always struggle for the good, often things go wrong. I twice fell seriously ill with one of the nasty infections you catch here, and I spent a lot of time in hospital. I gave all my money to the doctors and I only just escaped with my life. I was married ten years ago according to the local custom, but am now a widower, and want nothing more than to get together enough money to return home in time to receive my parents’ blessing. Tell them that they shouldn’t hold anything against me, for it is God’s will and we can’t go against it. And they shouldn’t hold a grudge, since, unless God desires it, man can’t get anywhere. ‘I am sending you the enclosed bill of exchange written in your name, Father, for your Reverence to sign and take care to cash for my father or mother, if they are still living. If, and I dearly hope it is not so, they are dead and buried, would your Reverence be so kind as to cash it and give the money to one of my siblings, if they are alive, or to a nephew, or some other poor soul. And, Father, if
my parents are dead, please reserve part of the money for the forty liturgies in their memory. . .’*
The letter had a lot to say, but it also omitted one important thing. It did not refer to the amount of money that he intended to be cashed. Noting the omission, Papa-Dimitris guessed that the author of the letter had assumed through oversight that he had already specified the amount of money earlier in the letter, and considered it unnecessary to repeat it again below. For that reason he wrote simply, ‘this amount’.
Achtitsa’s joy was ineffable, receiving news of her son after so many years. As if it had been sleeping beneath ashes for long years, the spark of maternal love rose up to her face from deep within her and the aged, shrivelled and wrinkled visage was transformed, shining forth youth and beauty. Even if they did not understand what had transpired, the two children, seeing their grandmother’s joy, began to skip and gambol about.
Kyr-Margaritis was not principally a money changer, or lender or merchant, he was all these together.* He paid tax on one trade, but practised three. Old Achtitsa, being in urgent need, took her son’s promissory note, on which there appeared black and red characters, both typed and hand-written, about which neither the parish priest nor she knew anything, and went to the shop of Kyr-Margaritis. Kyr-Margaritis took a pinch of snuff, dusted off his full breeches onto which some of it always fell, lowered his cap down to his eyebrows, put on his glasses, and began to examine the promissory note at length.
‘It comes from America?’ he said. ‘Your son remembered you, I see. Bravo. I’m happy for you.’ Then he went on: ‘It has the number 10, but I don’t know in
what currency, ten shillings, ten rupees, ten crowns, or ten . . .’
He stopped before saying ‘ten pounds’.
‘Let’s call the teacher,’ muttered Kyr-Margaritis, ‘perhaps he will know how to read it. What language is it anyway?’
The schoolmaster, who was sitting next door watching a game of chiamo, was summoned and walked over to the shop of Kyr- Margaritis. Stiff and erect in his gait, he entered and picked up the letter, asked Kyr-Margaritis to lend him his glasses and began to sound out the Latin characters.
‘It must be English,’ he said, ‘unless it is German. Where does this document come from?’
‘America, Sir,’ answered Aunt Achtitsa.
‘America? Then it is English.’
And saying this, he tried to sound out the words ‘ten pounds sterling’, as it was written by hand on the cheque.
‘Sterling,’ he said. ‘Sterling would mean taler, I believe. The word appears to be of this derivation,’ he pronounced dogmatically. He returned the letter to the hands of Kyr-Margaritis.
‘That will be it, then,’ he said, ‘and since the number ten is written at the top of the page, it must be a promissory note for ten talers. But to tell you the truth, I’m not an expert in financial matters. We men of letters occupy ourselves with other things.’
And with that, since he was feeling a chill in the flagstone-paved shop of Kyr-Margaritis, he returned to the coffee house to warm up.
Kyr-Margaritis had started rubbing his hands and appeared to be lost in thought.
‘Now then, what shall we do?’ he said turning to the old woman. ‘Times are hard. Business sluggish. Do I accept it and cash it for you, do I know that my money is guaranteed, or whether the bill is forged? Does one expect honesty from over there, from that lost world? All the frauds, all the counterfeiters come from there. Those vagabonds — I beg your pardon, I don’t include your son — roam around for so long there in the land where the sun bakes the bread and they don’t bother to send home real money, proper cash, they only send worthless scraps of paper.’
He took two turns around his enormous accounting office and said: ‘And it is not a slight undertaking, I’ll have you know.We are talking about ten talers! If I had ten talers, I would get married.’
Then he went on: ‘But what can I say? I feel sorry for you — a good woman with those orphans to look after. I’ll keep a taler and a half for the risks I’m running and, as for the eight and a half that remain. . . well, to be sure, so that you don’t go looking for crowns, I’ll give you five francs to make it even between us. . . So that makes eight and a half and five francs . . . Oh! and I forgot! . . .’
To the contrary, he had not forgotten. He had been thinking about it from the start of their conversation.
‘Your late husband Michalios owed me something, I don’t remember what it was just now . . .’
And he turned to his accounts book: ‘Ah yes, and I believe your good-for-nothing son-in-law made off with two talers from me.’ And armed with his gigantic accounts register, he added, ‘It is right and proper, after all, for me to withhold this money . . . however much you get, it will seem a gift from heaven to you.’ He opened the register.
The densely annotated pages of that register resembled fertile fields, rich earth. Whatever was sown therein bore fruit many times over. It was like pruning the leaves of a sapling, each time he made an outlay of money. But the root remained underground, preparing to sprout forth again.
Straightaway Kyr-Margaritis located the record of the two accounts. ‘Your late husband owed me nine and fifteen,’ he said, ‘and two talers borrowed and not paid back by your son-in-law, that makes. . .’ Taking up his pen he started to add up the amount owed and the conversion from talers to drachmas, and then to subtract the sum from ten French talers.
 ‘So it all comes out to my giving you . . . ,’ Kyr-Margaritis started to say.
Just then a new figure appeared on the scene.
It was a merchant from Syros, on their island briefly for business.
With an air of confidence and self-assurance, he strode up to the desk where Kyr-Margaritis stood.
‘What do we have here, Kyr-Margaritis?. . . What is this?’ he asked with a quick glance at the poor widow’s promissory note that lay on the desk. And then, picking it up: ‘A bill of exchange for ten English pounds from America,’ he said in a clear voice. ‘Where did this come from? You do this sort of business too, Kyr-Margaritis?’
‘For ten pounds!’ Aunt Achtitsa repeated spontaneously, having heard the word pronounced with no uncertainty.
‘Why, yes, for ten English pounds,’ the businessman from Hermoupolis said again, this time turning to her. ‘Is it yours perhaps?’
‘Indeed.’
Usually, when Aunt Achtitsa wanted to agree with something, she always said ‘yes’. But this time she herself could not quite understand how it came to her to use the more formal ‘indeed’, or where she found this word.
‘Or is it maybe for ten napoleons?’ Kyr-Margaritis murmured, biting his lip.
‘I tell you, it is for ten English pounds,’ the man from Syros repeated. ‘Don’t you understand?’
He took another long look at the promissory note: ‘It is guaranteed money, argent comptant, (In other words, ‘as good as cash’).I tell you. Are you going to cash it, or shall I do it here and now?’ he asked, starting to get out his purse.
‘Could somebody take it for nine . . . French pounds,’ asked Kyr- Margaritis, hesitating.
 ‘French? I’ll take it for nine English.’
And turning the sheet of paper over, he saw the good priest’s signature, checked it against the name that appeared in the text, and found it to be identical.
Then, opening his purse, he counted out into the hand of the widow Aunt Achtitsa, right before her bedazzled eyes, nine shining English pounds.
This was how it came about that on Christmas Day the poor widow was wearing a new white headscarf and the two orphans had clean shirts on their thin frames and warm shoes on their frozen little feet.
[1889]
1 The fabric of the skirts worn by the women of Skiathos was more like that of
the Europeans, in contrast to the heavy traditional weaves of the Euboean women.

Elizabeth Fowden studied Classics, specializing in late antique history and material culture in the Eastern Mediterranean and Middle East. Her PhD thesis, supervised by Peter Brown at Princeton University and later published as The Barbarian Plain: Saint Sergius between Rome and Iran (Berkeley 1999), examines religious, political and architectural crosspollination in late antique and early Islamic Syria. The after-life of artistic forms and religious ideas freed from their original contexts is a dominant theme throughout her teaching and research. In her current book project, The Parthenon Mosque, Fowden applies her interest in Islamic re-formulation of the Classical and Christian inheritance to the early modern conjunction of Greek, European and Ottoman views of Athens’ most celebrated building.

Key Publications
‘Schreine und Banner : Paläomuslime und ihr materielles Erbe’, in A. Neuwirth, N. Schmidt and N. K. Schmid, Denkraum Spätantike. Szenarien der Reflexion von Antike im Umfeld des Koran (Wiesbaden, forthcoming 2016)
‘Rural converters among the Arabs’, in A. Papaconstantinou, N. McLynn and D. Schwartz, (edd.), Conversion in late antiquity: Christianity, Islam and beyond (Farnham 2015)
‘The lamp and the wine flask: Early Muslim interest in Christian monasticism’, in A. Akasoy, J.E. Montgomery and P. Pormann (edd.), Islamic crosspollinations: Interactions in the Medieval Middle East (Cambridge 2007) 1-28 
Studies on Hellenism, Christianity and the Umayyads (with Garth Fowden), (Athens 2004)
The Barbarian Plain: Saint Sergius between Rome and Iran (Berkeley, 1999)

πηγή