Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Να είστε ευγνώμονες για αυτά που έχετε!


 
Ένα τυφλό αγόρι καθόταν στα σκαλιά ενός κτιρίου και είχε ένα μεγάλο καπέλο μπροστά από τα πόδια του.Δίπλα υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε:"Είμαι τυφλός,παρακαλώ βοηθήστε με".
Μέσα στο καπέλο υπήρχαν λίγα κέρματα.
Ένας άντρας που περνούσε εκείνη την ώρα,κοντοστάθηκε και σταμάτησε μπροστά από το τυφλό αγόρι.Έβγαλε μερικά κέρματα από τη τσέπη του και τα έριξε στο καπέλο.Ύστερα πήρε την πινακίδα,τη γύρισε ανάποδα,κι έγραψε κάποιες λέξεις.Τοποθέτησε την πινακίδα πίσω στη θέση της,έτσι ώστε όσοι περνούσαν από μπροστά να βλέπουν τις λέξεις που έγραψε.Σύντομα το καπέλο άρχισε να γεμίζει από κέρματα.Το απόγευμα ο άνθρωπος που είχε αλλάξει την πινακίδα γύρισε να διαπιστώσει πως πάνε τα πράγματα.
Το αγόρι τον αναγνώρισε από τα βήματά του και τον ρώτησε:"Εσύ είσαι αυτός που άλλαξε την πινακίδα μου σήμερα το πρωί;Τι έγραψες;"
Ο άντρας απάντησε:"Έγραψα το ίδιο που είχες γράψει,αλλά με διαφορετικές λέξεις".
Αυτό που είχε γράψει ήταν το εξής:"Σήμερα είναι μια υπέροχη μέρα και δεν μπορώ να την δω."


Υ.Γ Και οι δύο προτάσεις έλεγαν στους περαστικούς ότι το αγόρι είναι τυφλό.Η πρώτη πρόταση έλεγε απλά ότι είναι τυφλό ενώ η δεύτερη υπονοούσε πόσο τυχεροί ήταν που είχαν την όρασή τους.
Ηθικό δίδαγμα:Να είστε ευγνώμονες για αυτά που έχετε!!!

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

"Εγώ πήγα στο Χριστούλη και στην Παναγίτσα ψηλά στον ουρανό, όπου έχει πολλά σύννεφα. Με το άσπρο άλογο του Αγίου Γεωργίου. Είδα το θείο Φάνη (γείτονά μας που πέθανε πριν 8 μήνες) και τη Δεσπούλα (ένα κοριτσάκι που πέθανε πριν 3 χρόνια), ήταν πολλοί άγνωστοι άνθρωποι εκεί και φορούσαν χρυσά αγγελουδίστικα και όλοι τραγουδούσαν…"

«Εγώ πήγα στον Χριστούλη και στην Παναγίτσα ψηλά στον ουρανό...»

Συγκλονιστική Μαρτυρία...

 
 
Αφηγούνται ο Ηλίας και η Θεοφανώ Τσιραμπίδη, από το Δροσάτο N. Κιλκίς, γονείς τριών παιδιών. 

Στις 30-3-2001 πήγαμε το Μιχαλάκη μας ηλικίας 4,5 χρονών επειγόντως στο Νοσοκομείο Γεννηματάς Θεσσαλονίκης με ανυπόφορο κοιλόπονο. Μετά τις απαραίτητες εξετάσεις και διάγνωση αποφρακτικό ειλεό, χειρουργήθηκε επί 3,5 ώρες, και του αφαιρέθηκε μισό μέτρο σάπιο έντερο.
Οι γιατροί μας είπαν ότι το παιδί πέρασε πολύ μεγάλη μπόρα, αλλά δεν ξεπέρασε τον κίνδυνο. Το βράδυ της Δευτέρας ως το επόμενο πρωΐ είχε 40 πυρετό. Την Τρίτη μεταφέρθηκε επειγόντως στη μονάδα εντατικής θεραπείας με σηψαιμία και οξύ αναπνευστικό σόκ. Οι ελπίδες να ζήσει μόλις 10%.

Στο μεταξύ, χωρίς να γνωρίζει τίποτα μια γειτόνισσα, βλέπει σε όνειρο τον άγιο Ραφαήλ και της λέει: «Αντωνία, εγώ θα φύγω, εσύ δεν με χρειάζεσαι άλλο. Θα πάω στον Ηλία, εκείνος με έχει ανάγκη τώρα!» Η γυναίκα ύστερα έμαθε για το γιό μας. Μιά γνωστή μας οικογένεια από τη Γουμένισσα, του κ. Πολυβίου Σαμαρά, πήγαν στον Άγιο Ραφαήλ στη Γρίβα και γονατιστοί με τον Ιερέα διάβασαν παράκληση για τη σωτηρία του παιδιού μας.

Ο αδελφός μας Αβραάμ το απόγευμα ήρθε στο άδειο σπίτι μας να κάνει Παράκληση στον άγιο Γεώργιο για την υγεία του Μιχάλη. Κάποια στιγμή έλαμψε το δωμάτιο, τόσο που τρόμαξε. Από που ήρθε τόσο φώς ; Ίσως η Χάρη του Αγίου.

Μετά απ' αυτά, η κατάσ ταση του παιδιού άρχισε συνέχεια να βελτιώνεται, μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου που άνοιξε τα ματάκια του. Την Μ. Δευτέρα ήταν εντελώς καλά και βγήκε από τη Μ.Ε.Θ. Μετά από εικοσιτρείς ημέρες νοσηλείας φύγαμε από το Νοσοκομείο.

Όταν συνήλθε, άρχισε να μάς λέει διάφορα: «Εγώ πήγα στο Χριστούλη και στην Παναγίτσα ψηλά στον ουρανό, όπου έχει πολλά σύννεφα. Με το άσπρο άλογο του Αγίου Γεωργίου. Είδα το θείο Φάνη (γείτονά μας που πέθανε πριν 8 μήνες) και τη Δεσπούλα (ένα κοριτσάκι που πέθανε πριν 3 χρόνια), ήταν πολλοί άγνωστοι άνθρωποι εκεί και φορούσαν χρυσά αγγελουδίστικα και όλοι τραγουδούσαν…
Ο Χριστούλης και η Παναγίτσα με ρώτησαν αν έχω αδέλφια, πως τα λένε και μου είπαν, μη φοβάσαι θα πας πάλι στη μαμά και τα αδέλφια σου.
- Δεν ξέρω πως να πάω πάλι εκεί.
- Με το άλογό μου, είπε ο άγιος Γεώργιος.
- Φοβάμαι, δεν ξέρω να οδηγήσω το άλογο.
- Μη φοβάσαι, θα το οδηγήσω εγώ». Ο Μιχάλης είναι κοντά μας, γερό παιδί όπως και πριν, κάθε μέρα δοξάζουμε τον Θεό την Παναγία και όλους τους Αγίους που μας τον χάρισαν πάλι κοντά μας.

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία.

Ένας νεαρός άνδρας 24 χρονών κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του τρένου φώναξε: 
«Μπαμπά κοίτα, τα δέντρα πηγαίνουν προς τα πίσω!»…
Ο πατέρας του χαμογέλασε, ενώ ένα ζευγάρι που καθόταν δίπλα τους έδειξε να αισθάνεται οίκτο για την παιδιάστικη συμπεριφορά του 24χρονου.

Ξαφνικά ο νεαρός αναφώνησε πάλι:
«Μπαμπά κοίτα, τα σύννεφα τρέχουν μαζί μας!»

Το ζευγάρι δεν μπόρεσε να αντισταθεί και είπε στον πατέρα:
«Γιατί δεν πηγαίνετε τον γιο σας σε έναν καλό γιατρό;»
Εκείνος χαμογέλασε και είπε:
«Αυτό έκανα και τώρα μόλις επιστρέφουμε από το νοσοκομείο. O γιος μου ήταν τυφλός εκ γενετής, αλλά από σήμερα μπορεί να βλέπει»…


Κάθε άνθρωπος στον πλανήτη έχει τη δική του ιστορία.
Αν το σκεφτούμε όλοι μας αυτό πριν ασκήσουμε κριτική, τότε ο κόσμος μας θα γίνει πολύ καλύτερος.
Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

 

Κάποτε υπήρχε μια φτωχή γυναίκα που για ότι καλό της συνέβαινε, με το παραμικρό έλεγε «Δόξα τω Θεώ».
Κοντά της όμως ζούσε ένας πλούσιος ο οποίος κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το σπίτι της την άκουγε να λέει «Δόξα τω Θεώ, ευχαριστώ Κύριε» και κάθε φορά τον
εκνεύριζε.

Ώσπου μια μέρα λέει στο υπηρέτη του «Πήγαινε στην αγορά πάρε δυο καρότσια τροφές και πήγαινε την σ’ αυτήν την γυναίκα. Και όταν σε ρωτήσει ποιος τα έφερε να της πεις
ο Διάβολος τα έφερε».

Πράγματι λοιπόν την άλλη μέρα χτυπάει το κουδούνι της γυναίκας και καθώς ανοίγει βλέπει τα δυο καρότσια με τα τρόφιμα και τον υπηρέτη από πίσω. «Δόξα τω Θεώ, ευχαριστώ
Κύριε» λέει εκείνη λάμποντας από χαρά. «Δεν θέλετε να μάθετε ποιος σας έφερε τα καρότσια;» ρώτησε ανυπόμονα ο υπηρέτης…

«Όχι παιδί μου, δεν έχει σημασία, όταν ο Θεός θέλει, ακόμη και ο διάβολος τον υπηρετεί!» είπε η γυναίκα και μπήκε μέσα χαρούμενη με τα καρότσια.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Θεραπεία δαιμονισμένης ἀπό τόν Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο

http://www.monastiriaka.gr/img/d057fdb062ea7c839e10cd54392a8c56philotheos3.jpg


Η κ. Γιακουμίνα Κοντού το 1962 προσεβλήθη από ακάθαρτο πνεύμα κατόπιν βλασφημίας που εδέχθη από μία συγγενή της. Η κατάστασή της ήταν απελπιστική. Ο σύζυγός της αδυνατούσε να την δαμάσει. Για να την πάει στους γιατρούς έπρεπε να τον βοηθήσουν χειροδύναμοι άνδρες διότι ήταν αδύνατον να το κατορθώσει μόνος του. Οι γιατροί όμως δεν μπόρεσαν να της προσφέρουν τίποτε. Τότε η μητέρα της συνέστησε στον σύζυγό της να την οδηγήσει στην Λογγοβάρδα, στον π. Φιλόθεο. Πως όμως να την μεταφέρουν; Την έδεσαν επάνω στο υποζύγιο και κρατώντας την έφθασαν στην Μονή.
Παρ’ όλη την σύγχυσή της θυμάται πολύ καθαρά πως ο π. Φιλόθεος βγαίνοντας από την πύλη της Μονής δεν πατούσε στην γη. Στη θέα του π. Φιλοθέου το ακάθαρτο πνεύμα την ετάραξε υπερβολικά. Εκείνος όμως την επλησίασε και με πατρική αγάπη της είπε: Δεν με θέλεις παιδάκι μου που είμαι ο πατέρας σου;
 Αφού την σταύρωσε και της διάβασε διάφορες ευχές συνέστησε ιδιαιτέρως στον σύζυγό της να νηστεύουν και να προσευχηθούν πολύ. Από τότε έγινε τελείως καλά και δοξάζει τον Άγιο Θεό, την Κυρία Θεοτόκο και τον πιστό δούλο τους π. Φιλόθεο.
 
 Πηγή: Αφιέρωμα εις τον Άγιον Γέροντα της Πάρου, Αρχιμ. π. ΦΙΛΟΘΕΟΝ ΖΕΡΒΑΚΟΝ + , Εκδ. Ιερόν Γυν. Ησυχαστήριον  «Παναγία η Μυρτιδιώτισσα» Θαψανών Πάρου

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Αντιμετώπιζα τη ζωή ως ένα δοχείο ηδονής, το οποίο θα έπρεπε καθημερινά να φροντίζω να γεμίζω...


Ο Κωνσταντίνος που συνήθιζε να κάθεται στις τελευταίες πάντα θέσεις του Ναού με εμφανή αρχικά δισταγμό σηκώθηκε και πήγε κοντά στον κυρ- Αναστάση. Καθώς διάβαινε προς τον άμβωνα παρατήρησε το πόσο περίεργα τον κοιτούσαν όλοι. Είδε στα μάτια των παρευρισκομένων να καθρεφτίζεται μία αόριστη απορία. Και εκείνος απορούσε γιατί ο κυρ-Αναστάσης κάλεσε μόνο αυτόν να παρευρεθεί δίπλα του την ώρα της ανάγνωσης της επιστολής.

Κάτι όμως ασυνήθιστο τον παρακίνησε και αφού έριξε μία κλεφτή ματιά στην αγαπημένη του Κατερίνα παρακάλεσε τον κυρ -Αναστάση να πει δυό λόγια στη μνήμη του τρελο- Γιάννη. Ο κυρ -Αναστάσης θέλησε να διαβάσει πρώτα την επιστολή και μετά να του δώσει το λόγο. Τότε ο παπα-Βασίλης παρενέβη στη συζήτηση και είπε: «Άσε το παιδί να μιλήσει Αναστάση».

Ο Κωνσταντίνος τότε με χαμηλωμένο το πρόσωπο πήγε μπροστά στο μικρόφωνο. «Θεωρώ και εκλαμβάνω τον εαυτό μου ως το χειρότερο μίασμα που υπήρξε ποτέ στην ανθρωπότητα. Ξέρω ακόμη πως ως «μίασμα» της κοινωνίας με αντιμετωπίζετε όλοι λόγω της αμαρτωλής πρώην δραστηριότητάς μου. Έχετε απόλυτα δίκαιο.
Έτσι μου αξίζει να με αντιμετωπίζετε γιατί με τη ζωή που έκανα όχι μόνο έβλαπτα τον εαυτό μου αλλά και τους πλησίον μου, εσάς δηλαδή αλλά και όλους αυτούς που έπιανα στα δίκτυα της ανομίας. Παίρνω λοιπόν ως ευκαιρία τη δυνατότητα αυτή που μου έδωσε ο κυρ-Αναστάσης για να ζητήσω από τον καθένα προσωπικά να με συγχωρήσετε. Δεν αξίζω βέβαια ούτε καν τη συγνώμη γιατί σας έβλαψα όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε. Έβλαψα την πόλη μας, τη συνοικία, τη γειτονιά μας. Έβλαψα φίλους και γνωστούς μου, γονείς και συγγενείς γιατί μετέφερα με τη βιοτή μου, το βούρκο της ακολασίας στην καθημερινότητά σας.


Στην κατρακύλα μου αυτή που είχα πάρει έδωσε τέλος οριστικό ο τρελο-Γιάννης. Οι προσευχές του σαλού με έβγαλαν από την παγίδα όχι ενός δαιμονίου αλλά ολάκερης λεγεώνας που είχαν φωλιάσει μέσα μου.

74218_1579402258905_1651118102_1351818_6513752_n.jpg

Ήμουν για σχεδόν δέκα χρόνια τραβεστί. Πίστευα τότε ότι η ευτυχία βρίσκεται στην εφήμερη απόλαυση που προκαλεί η σαρκική επαφή. Ντυνόμουν προκλητικά, οργιζόμουν με τους ανθρώπους. Αντιμετώπιζα τη ζωή ως ένα δοχείο ηδονής, το οποίο θα έπρεπε καθημερινά να φροντίζω να γεμίζω.
Έζησα το βούρκο της κολάσεως, όσο δεν μπορείτε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Συνήθιζα λοιπόν σε τακτά διαστήματα να αλλάζω κατοικία, αφού με το δίκιο της η κοινωνία με εκλάμβανε ως απόβλητο. Και αυτό στην ουσία ήμουν. Οι τσακωμοί, οι βρισιές και οι απογοητεύσεις πίστευα ότι ήταν η καλύτερη άμυνα στην παθιασμένη κατά κυριολεξία μανία μου να ακολουθήσω κάτι που διέφερε από το κοινωνικά πρέπον, από τα ιδανικά και τις αξίες του Ευαγγελίου. Θεωρούσα τότε ως ανθρώπινο δικαίωμα την ασθένεια μου και είχα την ψευδαίσθηση πως ήταν πέρα ως πέρα φυσιολογικό. Κάτι που είθισται σήμερα κάποιοι ακόμη και ανώτατοι άρχοντες να διαφημίζουν ως δήθεν διαφορετικότητα.

Δεν υπήρξε λοιπόν αστυνομικό τμήμα στην Αθήνα που να μην με γνωρίζει. Δεν υπήρξε δικαστήριο που να μην ήμουν «πελάτης» του είτε ως κατηγορούμενος επειδή πρόσβαλα τα χρηστά ήθη είτε ως μάρτυρας κατηγορίας η υπεράσπισης σε διάφορες παρόμοιες υποθέσεις. Είχα την ψευδαίσθηση πως με την όλη ανήθικη δραστηριότητά μου υπηρετούσα μία σιωπηλή επανάσταση κοινωνικής αποδοχής της ομοφυλοφιλίας. Κυνηγημένος έφθασα και στη γειτονιά σας και παρουσιάστηκα στην καλή και φτωχή γερόντισσα την κυρά Χρυσούλα προκειμένου να ζητήσω την γκαρσονιέρα που νοίκιαζε. Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά τον τρελο- Γιάννη, ο οποίος είχε φέρει ψωμί στην σχεδόν άπορη γιαγιούλα.

Η κυρά Χρυσούλα σε αντίθεση με άλλους ενοικιαστές δεν με ρώτησε πολλά πράγματα. Απλώς μου είπε πως οι 30.000 δρχ. που ζητούσε για ενοίκιο, ήταν και τα μόνα χρήματά της για να τα φέρει βόλτα και με παρακάλεσε να μην τα καθυστερώ γιατί μ' αυτά πληρώνει τη ΔΕΗ, το νερό και τα κοινόχρηστα και αγοράζει τα απαραίτητα προς το ζην. «Αχ καλέ μου Κωνσταντίνε ο Θεός σε έστειλε. Τρεις μήνες έχω ξενοίκιαστο το σπίτι και ζω με τη βοήθεια του φούρναρη του κυρ-Αποστόλη και του μπακάλη του κυρ-Παντελή που μου στέλνουν ψωμί και τρόφιμα μ' αυτόν τον σαλό» είπε δείχνοντάς μου τον τρελο-Γιάννη.
«Μα ποτέ δεν έστειλα ψωμί κυρά Χρυσούλα, αφού δεν ήξερα για την κατάστασή σου»γύρισε τότε αυθόρμητα και της είπε ο κυρ-Αποστόλης. «Ούτε εγώ έστειλα ποτέ τρόφιμα», συμπλήρωσε ο κυρ-Παντελής. Μα έτσι μου έλεγε ο τρελο-Γιάννης είπε εμφανώς απορημένη η κυρά Χρυσούλα.
5t6.jpg
Μετά την μικρή αυτή «ευχάριστη» παρέμβαση ο Κωνσταντίνος συνέχισε. «Συνήθιζε ο τρελο- Γιάννης να μην αποκαλύπτει τις πράξεις του. Σε εσένα κυρά Χρυσούλα μου, έφερνε φαγητό, σε εμένα όμως έφερε τον ίδιο το Θεό». Τα μάτια του Κωνσταντίνου βούρκωσαν και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν. Μαζί του έκλαιγαν όλοι. Πήρε μία βαθιά ανάσα και είπε: «Μετά τρεις ημέρες μετακόμισα στην γκαρσονιέρα.
Ο τρελο- Γιάννης με βοήθησε να μεταφέρω τα πράγματα. Μάλιστα όταν ο μεταφορέας άφησε κάποιο υπονοούμενο εξ αφορμής της συμπεριφοράς και του τρόπου ομιλίας μου ο τρελο-Γιάννης τον αποστόμωσε λέγοντάς του πως δεν έχει δικαίωμα να σχολιάζει κάποιος που συστηματικά ζούσε στη μοιχεία και συμπεριφερόταν βάναυσα στα δυό παιδιά του. Ο μεταφορέας σάστισε και σταμάτησε τότε να ειρωνεύεται. Πίστεψα πως θα ήταν γνωστοί αλλά απόρησα όταν φεύγοντας στράφηκε στον τρελο-Γιάννη και του είπε: «Εσύ τι είσαι μάγος;» Ναι, Γιώργο έχω «μαγευτεί» από την αγάπη του Χριστού μας, απάντησε ο σαλός. Ζήτησε μάλιστα από τον μεταφορέα να πάψει να στεναχωράει τον Χριστό που παρ' όλη τη συμπεριφορά του γιάτρεψε την κόρη του Θεοδώρα από σοβαρότατη ασθένεια. Με σκυμμένο το κεφάλι ο Γιώργος τότε έφυγε. Είναι ο κύριος που κάθεται εκεί μαζί με τη γυναίκα του και μπορεί να επιβεβαιώσει το συμβάν. Μου έκανε εντύπωση ο διάλογος αλλά τότε τον λογάριασα ως τρέλες του σαλού.
Το βράδυ λοιπόν της ίδιας ημέρας ντύθηκα με γυναικεία ενδύματα κατά τη συνήθειά μου και πήγα σε γνωστό στέκι των τραβεστί στην λεωφόρο Συγγρού. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν είδα τον τρελο- Γιάννη να με κοιτά από την απέναντι γωνιά του τετραγώνου. Από τη σκέψη μου πέρασε πως επεδίωκε ερωτική συντροφιά. Αλλά πως άραγε με βρήκε; Με παρακολούθησε ο σαλός και τώρα θα τα πει στη κυρά Χρυσούλα. Αχ πάλι θα αναζητώ σπίτι. Καθώς σκεφτόμουν όλα αυτά σταμάτησε ένας υποψήφιος πελάτης μπροστά μου.
Σαν ελατήριο τότε σηκώνεται ο τρελός και αρχίζει να φωνάζει. «Αυτός έχει AIDS, είναι άρρωστος και θα σας κολλήσει. Φύγετε -φύγετε». Αιφνιδιάστηκα από την αλλοπρόσαλλη αυτή συμπεριφορά ενός ανθρώπου που ούτε καν γνώριζα. Βέβαια ο υποψήφιος πελάτης έφυγε. Άρχισα τότε να βρίζω τον τρελο- Γιάννη. Με έπιασε μία υστερία... Αυτό συνεχίστηκε σχεδόν για ένα μήνα. Δεν μπόρεσα να καταλάβω ως σήμερα πως ανακάλυπτε τα παράνομα στέκια. Ένα βράδυ, τον βάρεσα μάλιστα πολύ άσχημα.
Φανταστείτε όμως την έκπληξή μου, όταν κάθε βράδυ που γύριζα στο σπίτι έβρισκα ένα φάκελο με σχεδόν τα διπλά χρήματα απ' αυτά που συνήθιζα να εισπράττω από την βρώμικη αυτή δραστηριότητά μου και απέξω έγραφε: «Ευλογία για τον δούλο του Χριστού Κωνσταντίνο». Δεν ήξερα τότε τι να υποθέσω με όλα αυτά τα περίεργα που ζούσα. Τα απογεύματα που συνήθιζα να βγαίνω από το σπίτι και έβλεπα τον τρελο- Γιάννη θύμωνα. Εκείνος όμως έλεγε. «Κωνσταντίνε μου πάψε να στεναχωρείς τον Χριστό και την Παναγιά μας που κλαίνε αδιάκοπα για σένα». Σκεπτόμουν ακόμη και να φύγω από το σπίτι αλλά κάτι με κρατούσε εκεί. «Ρε μήπως σε ερωτεύτηκε και συμπεριφέρεται έτσι αλλόκοτά» μου έλεγαν οι άλλοι τραβεστί. «Όχι, δεν δείχνει τέτοιες διαθέσεις» απαντούσα.
65416_1369915506752_1797672678_739959_5191198_n.jpg

Για να μην τα πολυλογώ αποφάσισα να προσκαλέσω τον τρελο -Γιάννη στο σπίτι προκειμένου να δώσω ένα τέλος σ' όλα αυτά. Νόμιζα πως κάποιος τον βάζει επίτηδες για να με τρελάνει. Στην πρόσκλησή μου ο τρελο -Γιάννης παρά το γεγονός ότι επανειλημμένως τον είχα προπηλακίσει ανταποκρίθηκε θετικά. Δεν ξέρω τι με έπιασε εκείνη την ημέρα και καθάρισα το σπίτι, μαγείρεψα κάτι πρόχειρο και το έριξα στο διάβασμα. Ξεφύλλιζα ένα περιοδικό ποικίλης ύλης και κέντρισε την προσοχή μου ένα δημοσίευμα για κάποιο γέροντα ονόματι Πορφύριο που υπηρέτησε σε παρεκκλήσιο νοσοκομείου στην Ομόνοια.

Δεν πρόλαβα να το διαβάσω όταν άκουσα τον τρελο-Γιάννη να χτυπά την πόρτα. Μόλις του άνοιξα μου είπε: «Ευλογημένος να είσαι Κωνσταντίνε μου στο νυν αιώνα και στον μέλλοντα». Πρώτη φορά άκουγα αυτόν τον χαιρετισμό, αλλά και για πρώτη φορά άκουσα το δαιμόνιο να μιλά από μέσα μου. «Ήρθες και εδώ στο σπίτι μου τρελέ να με εκδιώξεις; Δεν είμαι μόνος αλλά έχω συντροφιά και άλλους 365 φίλους. Δεν πρόκειται να φύγω. Φύγε εσύ γιατί θα σε σκοτώσω».
Ο τρελο- Γιάννης τότε ύψωσε μπροστά μου ένα σταυρό και είπε. «Στο όνομα της Αγίας και ομοουσίου Τριάδος...» Δεν άκουσα τίποτε άλλο γιατί λιποθύμησα. Όταν συνήλθα αντίκρυσα τον σαλό να μου χαμογελάει. Ένιωθα μία χαρά που βρισκόταν εκεί αλλά δεν ήξερα την αιτία. «Σου έφερα ένα δώρο Κωνσταντίνε μου. Είναι το Ψαλτήριο, ένα βιβλίο που έγραψε ο βασιλιάς και Προφήτης Δαυίδ». Τι έγινε, τι συνέβη; Ρώτησα. «Κωνσταντίνε μου έχεις μεγάλη ευλογία.
Ο Χριστός σε επέλεξε. Σε ετοιμάζει για μεγάλους άθλους. Όμως, θα πρέπει να δώσεις μεγάλο αγώνα γιατί αυτό που έχεις μέσα σου δεν πρόκειται να φύγει εύκολα». Εάν βλέπατε τη λάμψη στο πρόσωπο του τρελο -Γιάννη θα κατανοούσατε το φόβο μου. Θεωρούσα αηδίες τα περί δαιμονίων. Πίστευα ότι αποτελούν σκαρίφημα των παπάδων και της θρησκείας για να φοβίζουν τον κόσμο και να απομυζούν εύκολα χρήματα, να περνούν καλά, να πλουτίζουν και άλλα τέτοια συναφή. Και να τώρα που υπήρξα μάρτυρας της φθονερής για τον άνθρωπο δράσης τους.
Ο τρελο-Γιάννης από τότε έγινε αδελφός και φίλος. Το ίδιο βράδυ μάζεψα όλα τα γυναικεία ρούχα και τα παπούτσια και τα καλλυντικά και τα πέταξα στα σκουπίδια. Την επόμενη ημέρα άλλαξα το τηλέφωνό μου. Με τη βοήθεια του σαλού μάλιστα έπιασα δουλειά σε λογιστήριο μίας μεγάλης εταιρίας. Ο ιδιοκτήτης της εταιρίας ήταν φίλος του τρελο-Γιάννη. Με προσέλαβε με ικανοποιητικό μισθό.

Ταυτόχρονα σχεδόν καθημερινά με τον τρελο-Γιάννη πηγαίναμε σε ένα ναό ψηλά στον Υμηττό και ο ιερέας διάβαζε τις ευχές του Μεγάλου Βασιλείου (εξορκισμούς) ενώ ο τρελο- Γιάννης διάβαζε ψαλμούς. Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι έζησα. Αυτό που μπορώ τώρα να βροντοφωνάξω από την εμπειρία αυτή είναι πως η ομοφυλοφιλία και εν γένει η πορνεία δεν είναι διαφορετικότητα ούτε ασθένεια είναι ένα φοβερό δαιμόνιο, που εξοργίζει τον Παντοκράτορα. Αυτό επίσης που θέλω να σας πω είναι πως η αγία μας Εκκλησία έχει τα κατάλληλα όπλα για να εξολοθρεύει ολοσχερώς όλα αυτά που σήμερα η εκσυγχρονισμένη κοινωνία μας θεωρεί όπως και εγώ πίστευα κάποτε ότι είναι βλακείες.

44402_107136336010416_100001421517087_66810_760057_n.jpgΟι προσευχές του αγίου της γειτονιάς μας με γλύτωσαν. Άλλαξε τη ζωή μου ολάκερη η γνωριμία μαζί του. Αυτά που έζησα τα τελευταία πέντε χρόνια στην ευλογημένη αυτή γειτονιά συνθέτουν ένα αληθινό θαύμα του τριαδικού και μόνου αληθινού Θεού. Ξέφυγα μέσα από μία πραγματική κόλαση και ζω μέσα σ' έναν κόσμο που ούτε στα καλύτερα όνειρά μου δεν είχα ζήσει.

Με τη συνεχή συμπαράσταση του αγίου αυτού ανθρώπου που κάθε άλλο παρά τρελός ήταν κατανόησα το λάθος, συνειδητοποίησα πράγματα και καταστάσεις που αποτελούν τα θεμέλια της κοινωνίας μας, γνώρισα την αγάπη του Χριστού. Λειτουργούσα ως εθισμένος σε τοξικές ουσίες, δεν ξεχώριζα από τους τοξικομανείς, ζούσα έναν εφιάλτη, στον οποίο έδωσε τέλος ο τρελο -Γιάννης ο υπέροχος αυτός άγιος του Θεού. Δεν θέλω άλλο να σας κουράσω με την ιστορία μου. Άλλωστε καταγράφω όπως πρότεινε ο κυρ-Αναστάσης όλη την ιστορία μου με λεπτομέρειες. Ζητώ συγγνώμη και από εσάς και από τα πάμπολλα θύματα που παρέσυρα στα δίκτυα της ανομίας, όπου ήμουν παγιδευμένος.
Ζητώ συγνώμη και από την αγαπημένη μου Κατερίνα, η οποία άνοιξε την αγκαλιά της στον πιο αμαρτωλό όλης της οικουμένης, έκλεισε τα αυτιά της στα δυσμενή σχόλια και τις δίκαιες κριτικές και δέχτηκε την πρότασή μου να προχωρήσουμε σε γάμο. Δέχτηκε να ζήσει με ένα μηδενικό, με ένα απόβλητο, ένα μωρό. Και στον επικείμενο γάμο μας είχε επενδύσει με δάκρυα και προσευχές ο άγιος τούτος άνθρωπος, ο τρελο -Γιάννης. Τα τελευταία λόγια του Κωνσταντίνου χάθηκαν μέσα στους λυγμούς του. Μαζί του έκλαιγε ο παπά Βασίλης που έτρεξε και τον αγκάλιασε αλλά καί όλοι οι παρευρισκόμενοι. "Σκέφτομαι παπά-Βασίλη να φύγω από τη γειτονιά όχι για μένα αλλά για την Κατερίνα" ψέλλισε ο Κωνσταντίνος με δυσκολία.

Τότε ο παπά-Βασίλης πήρε το λόγο και είπε: "Αγαπητοί μου ο Κωνσταντίνος εξεδήλωσε την επιθυμία να φύγει από τη γειτονιά μας. Τι λέτε; Θα αφήσουμε μια ζωντανή μαρτυρία ενός θαύματος του εκλιπόντος αδελφού μας Ιωάννη, τον Κωνσταντίνο μας αλλά και την Κατερίνα μας να φύγουν;"

Όχι, Όχι. φώναξαν όλοι.



 πηγη

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Νύχτα Τσικνοπέμπτης…

Νύχτα Τσικνοπέμπτης....!


«Πώς αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; Πώς μεμιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές καί στίς τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης; Πώς κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη; Θαρρείς καί δέν τήν κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα πού άλλος μέ κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν νά προλάβουν νά γλεντήσουν, νά μεθύσουν, νά άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο. Γιατί απόψε είναι Τσικνοπέμπτη καί γέμισε ή πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δέν ξεμυτίζει από τό σπίτι του».Αυτά σκεφτότανε ό παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε ατό σπίτι του γυρνώντας από τό ναό.
- ’Α, παπαδιά μου, τό κακό παράγινε! Ο Θεός νά μας συγχωρέσει, είπε στή γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα.Εκείνη τόν κοίταξε μέ κατανόηση.
- Ο Θεός νά μας φυλάει, είπε καί άρχισε νά ετοιμάζει τό βραδινό φαγητό.
Στό σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πιά τά μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τά παιδιά καί ή παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ό παπα-Θανάσης ετοιμαζότανε καί κείνος νά πάει γιά ύπνο,όταν ακούστηκε τό κουδούνι τής πόρτας. Τινάχτηκε μέσα στόν ύπνο της η παπαδιά καί βρέθηκε δίπλα στόν παπα-Θανάση.
- Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τόν παρακάλεσε φοβισμένη.
- Γιατί φοβάσαι; τήν καθησύχασε εκείνος. Είναι η πρώτη φορά πού μάς κτυποϋν τέτοια ώρα τήν πόρτα; Αφού τό ξέρεις τό σπίτι του Ιερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.
- Ναι, μά απόψε...
Της χαμογέλασε ό παπα-Θανάσης καί άνοιξε τήν πόρτα.
- Πάτερ μου, μέ συγχωρείτε πού ήρθα τέ­τοια ώρα, όμως ή μάνα μου πεθαίνει καί ζητά νά έξομολογηθεί καί νά κοινωνήσει.
'Ο άνθρωπος πού στεκόταν μπροστά του, παρό­λο πού ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τά δάκρυά του δίχως ντροπή νά τρέχουν.
- Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, καί γώ πάω ώς τήν εκκλησία νά πάρω τή θεία Κοινωνία καί έρχομαι αμέσως.
’Έφυγε ό άντρας αφήνοντας στόν παπα-Θανάση τή διεύθυνσή του.
- Που θά πας, πάτερ μου, μόνος σου τέτοια ώρα, μιά τέτοια νύχτα; Δέ φοβάσαι; Γ ιατί δέν τόν κρατούσες νά πάτε συντροφιά;»
Ή παπαδιά μιλούσε καί κείνος τήν κοίταζε αυστηρά.
- Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος; Κι ό Κύριος πού θά κουβαλάω στά χέρια μου;’Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε καί δέ μιλάς γνωστικά.
Ντύθηκε ό παπα-Θανάσης καί βγήκε στό δρό­μο. Ξέχασε πώς ήταν νύχτα Τσικνοπέμπτης. Δέν τόν άπασχολούσαν καθόλου οί μασκαράδες πού έβλεπε γύρω του.Ένα μόνο τόν απασχολούσε, νά προλάβει νά δώσει τό «φάρμακο τής αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη.
Πήρε με δέος στά χέρια του τό Σώμα καί τό Αίμα του Χρίστου καί ξαναβγήκε στό δρόμο. Δέν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μόνο έτρεχε νά προλάβει.Σέ μιά στροφή του δρόμου ακούσε γέλια καί φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά: «Τήν ευχή σου Δέσποτα!», μά δέν γύρισε νά κοιτάξει. Καί τότε, δέν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μιά παρέα μασκαράδων, πού προσπαθούσαν νά τόν σταματήσουν.
- Συνάδελφε, που πάμε;
Ένας νεαρός μασκαρεμένος σέ παπά, μέ χνώτο πού μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στό χέρι ένα σταυρό. Τα’χασε ό παπα-Θανάσης καί πριν προλάβει νά πει τίποτα, δέχτηκε τήν επίθεση όλου του τσούρμου. Άλλος τόν τραβούσε άπό τά ράσα κι άλλος του έβγαζε τό καλυμμαύχι.
'Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στό στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια καί προσπάθησε νά τούς μι­λήσει, μά κανένας δέν άκουγε. Κάποιος τότε του τράβηξε τή γενειάδα καί -σάν νά τόν κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα- άρχισε νά φωνάζει;
- Είναι αληθινός, ρέ, είναι αληθινός!
Ή παρέα κοκκάλωσε στή θέση της κι ό παπα- Θανάσης, μέ τό πρόσωπο μουσκεμένο από τόν ιδρώτα της αγωνίας καί τά δάκρυα του, τούς κοίτα­ξε χωρίς νά μιλα.
- Συγγνώμη, πάτερ! είπε εκείνος που του τρά­βηξε τή γενειάδα. Νομίζαμε πώς ήσασταν ψεύτικος σάν κι αύτόν καί...
- Σας είδαμε καί τέτοια ώρα έξω καί ήμασταν σίγουροι πώς ήσασταν μασκαρεμένος. Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.
- Πάω νά κοινωνήσω μιά ετοιμοθάνατη, παιδιά μου.'Ο θάνατος δέν έχει ώρες κατάλ­ληλες καί ακατάλληλες κι εγώ τρέχω νά τόν προλάβω. Καί σύ, παιδί μου, βγάλε τά ράσα τά τιμημένα. Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα. Είναι πολύ ιερό τό ράσο, γιά νά μασκαρεύεσαι μ’ αυτό. Τραβάτε στά σπίτια σας, παιδιά μου, κι ό Θεός νά σας συγχωρέσει.
Άνοιξε τό βήμα του ό παπα-Θανάσης, γιά νά κερδίσει τό χαμένο χρόνο.Ήταν πικραμένος ώς τά κατάβαθά του. Τόσο πολύ, λοιπόν, χάλασαν σι άνθρωποι, ώστε μασκαρεύονται καί Ιερείς;
- Πάτερ, Πάτερ!
Ή φωνή πού έφτασε στά αυτιά του ήταν γεμά­τη αγωνία. Σταμάτησε καί περίμενε. Ένας νεαρός κατακόκκινος από τήν τρεχάλα καί τήν ντροπή έφτασε κοντά του λαχανιασμένος.
- Πάτερ! Είμαι κείνος πού ντύθηκε παπάς. Τό έκανα εντελώς απερίσκεπτα, πάτερ και... καί θέλω νά ’ρθω μαζί σας στό σπίτι της έτοιμοθάνατης. Δέν... δέν θέλω νά σας πάρουν κι άλλοι γιά ψεύτικο...
Ό παπα-Θανάσης του έκανε νόημα νά τόν ακολουθήσει. Στά χέρια του ό νεαρός κρατούσε τό σταυρό πού είχε μαζί του. Μπήκαν στό σπίτι τής ετοιμοθάνατης σιωπηλοί.
- Χαίρομαι, πάτερ, πού βρήκατε καί παπαδάκι καί δέν ήρθατε μόνος, είπε ό αντρας πού τόν είχε καλέσει.
Ό νεαρός ξανακοκκίνησε καί κοίταξε μέ αγωνία τόν παπα-Θανάση.
Ναι, ό Θεός μου τόν έστειλε, είπε εκείνος καί τά λόγια του καρφώθηκαν στήν καρδιά του νεαρού.
- Πάτερ, δέν θά σας εγκαταλείψω ποτέ, έλεγε ό νεαρός λίγη ώρα αργότερα, όταν ό παπα-Θανάσης κλείδωνε τό ναό, αφήνοντας ξανά μεσα τό Σώμα καί τό Αίμα του Χριστού, θά γίνω ό βοη­θός σας, τό παπαδάκι σας.’Ίσως έτσι μέ συγχω­ρήσει ό θεός γιά τήν ιεροσυλία πού έκανα.
-'Αμποτε, παιδί μου, νά τό φορέσεις τό ράσο κι αληθινά, είπε ό παπα-Θανάσης καί τόν ευλόγησε με τά δυό του χέρια, εκείνα πού πριν από λίγο κρατούσαν τόν Ίδιο τόν Κύριο. Καί παράξενο ό παπα-Θανάσης είχε τή σιγουριά πώς αύτό θά γινό­ταν κάποια μέρα! Καί ακόμα πιό παράξενο τήν ίδια σιγουριά ένιωθε μέσα του κι ό νεαρός...

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Το Μέγα Μυστήριο της Ορθοδόξου λειτουργίας (Συγκλονιστικό θαύμα!)



Στό τέλος τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου (23η Ἀπριλίου) διαβάζουμε ἕνα συγκλονιστικό θαῦμα πού ἀποκαλύφθηκε ὄχι σ᾿ ἕνα Ὀρθόδοξο ἱερέα ἤ Χριστιανό, ἀλλά σ᾿ ἕναν εἰδωλολάτρη.
Τό θαῦμα αὐτό θά εἶναι καί μία τρανή ἀπάντησις στήν Παπική ἐκκλησία, ἡ ὁποία κατήργησε τήν Ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς, ἀπηγόρευσε τήν κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς χριστιανούς της καί καθιέρωσε τήν ἄζυμη ὄστια ἀντί τοῦ κανονικοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Λυτρωτοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ἀμιρᾶς τῆς Συρίας (Ἀμιρᾶς, περσική λέξις, σημαίνει ἡγεμόνας, ἀρχηγός) ἀπέστειλε κάποτε τόν ἀνεψιό του στήν πόλι Λύδδα (ἄλλοτε ὠνομαζόταν Ράμελ καί Διόσπολις)  τῆς Παλαιστίνης, πατρίδα τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου γιά νά ἐξετάση διάφορες ὑποθέσεις αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας του. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μεγαλοπρεπής ναός τοῦ Ἁγίου, στόν ὁποῖον ὁ νεαρός Σαρακηνός ἔδωσε ἐντολή νά μεταφερθοῦν ἐκεῖ στόν γυναικωνίτη οἱ ἀποσκευές του. Ἐνῶ τίς 12 καμῆλες του διέταξε νά τίς βάλουν μέσα στόν κυρίως ναό γιά ἀσφάλεια. Οἱ ἱερεῖς τοῦ ναοῦ τόν παρεκάλεσαν νά μή κάνη τέτοιο ἀπαίσιο καί παμβέβηλο πρᾶγμα, ἀλλά ἐκεῖνος δέν τούς ἄκουσε καί οἱ καμηλιέρηδες μετέφεραν τά ζῶα μέσα στόν ναό. Ἀλλά, ὤ τοῦ θαύματος, τοῦ Τροπαιοφόρου ἁγίου Γεωργίου, ἀμέσως τά ζῶα ἀπέθαναν. Ἐξεπλάγη ἀπό τό παράδοξο αὐτό θαῦμα ὁ νεαρός μουσουλμᾶνος καί διέταξε νά σύρουν ἔξω τά νεκρά ζῶα καί κἄπου νά τά θάψουν.
Τήν ἑπομένη ἡμέρα ἐπῆγε στόν ναό νά λειτουργήση ὁ ἱερεύς. Ὁ νεαρός ἡγεμόνας ἐζήτησε νά μείνη μέσα στόν ναό νά παρακολουθήση τόν ἱερέα τί θά κάνη. Γνωρίζοντας ὁ Παντογνώστης καί Φιλάνθρωπος Θεός μας τήν καρδιά τοῦ νεαροῦ, τοῦ ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς του καί τόν ἀξίωσε νά ἰδῆ συνταρακτικά γεγονότα. Ὅταν ἐπλησίαζε ἡ ὥρα τῆς μεταβολῆς τῶν Τιμίων Δώρων σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, εἶδε ὁ Σαρακηνός ὅτι ἔλαβε ὁ ἱερεύς ἕνα νήπιο καί τό ἔσφαξε. Τό Αἷμα του τό ἔριξε στό Ἅγιο Ποτήριο καί τό Σῶμα του τό κατέκοψε σέ μικρά τεμάχια καί τά ἔβαλε ἐπάνω στό ἅγιο Δισκάριο. Ὅταν τελείωσε τό ψάλσιμο τοῦ Κοινωνικοῦ εἶδε τόν ἱερέα, ὁ ὁποῖος στάθηκε στήν Ὡραία Πύλη καί μετέδιδε στόν λαό ἀπό τίς σάρκες καί τό αἷμα αὐτοῦ τοῦ νηπίου. Μετά τήν Θεία Λειτουργία ἐπῆρε μερικά πρόσφορα ὁ ἱερεύς καί τά προσέφερε σάν δῶρο τιμῆς στόν νεαρό ἡγεμόνα.Ἐκεῖνος τόν ἐρώτησε:
-Τί εἶναι αὐτά, πού μοῦ δίνεις; Ὁ ἱερεύς τοῦ ἀπήντησε:
-Εἶναι πρόσφορα ἀπό τά ὁποῖα λειτουργοῦμε ἐμεῖς στήν Ἐκκλησία μας. Καί ὁ Σαρακηνός τοῦ εἶπε μέ θυμό:
-Μέ αὐτά τά ψωμιά δέν λειτούργησες σήμερα; Δέν σέ εἶδα ἐγώ πού ἅρπαξες τό παιδάκι, τό ἔσφαξες καί ἔρριξες τό αἷμα του στό Ποτήριο αὐτό καί κατόπιν κατέκοψες τό σῶμα του σέ τεμάχια καί τά ἔβαλες στόν δίσκο καί μετά τά μοίρασες στόν λαό; Νομίζεις, δέν σέ ἔβλεπα ἐγώ τί ἔκανες; Εἶσαι φονιᾶς καί μιαρός.
Ὅταν ἄκουσε τά λόγια του αὐτά ὁ ἱερεύς φοβήθηκε πολύ. Ἔπεσε στά πόδια τοῦ Σαρακηνοῦ καί τοῦ εἶπε: «Ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος πού σέ ἀξίωσε, Αὐθέντη μου, νά ἰδῆς ἕνα τόσο φρικτό Μυστήριο. Πιστεύω, μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ὅτι θά γίνης μεγάλος ἄνθρωπος καί ὁ Θεός μέλλει νά σέ κατατάξη μεταξύ τῶν σωζομένων». Ὁ Σαρακηνός ξαφνιάστηκε μέ τά λόγια αὐτά τοῦ ἱερέως καί τόν ἐρώτησε πάλι:
-Δέν ἔγιναν, λοιπόν, αὐτά ὅπως ἀκριβῶς τά εἶδα; Ὁ ἱερεύς τοῦ ἀπήντησε:
-Ναί, Αὐθέντη μου, ἔτσι εἶναι ὅπως τά εἶδες καί ἔτσι πιστεύουμε ὅτι ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος πού προσφέρουμε ἐμεῖς στήν θεία Λειτουγία μας μεταβάλλονται πράγματι μέ τήν Χάρι τοῦ Κυρίου μας, σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Ὅμως τό ὅραμα αὐτό δέν ἀξιώθηκα νά τό ἰδῶ ἐγώ, διότι εἶμαι ἁμαρτωλός καί βλέπω μπροστά μου μόνοι ἄρτο καί οἶνο. Καί ἐπειδή ὁ Κύριος σέ ἀξίωσε, Ἐξοχώτατε, νά ἰδῆς ἕνα τέτοιο Μυστήριο, πιστεύω ὅτι εἶσαι μεγάλος ἄνθρωπος, διότι μόνο οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀξιώθηκαν νά βλέπουν τέτοια ὑπερφυῆ Μυστήρια.
Ὁ Σαρακηνός ἔσκυψε τό κεφάλι του γι᾿ ἀρκετή ὥρα καί συλλογιζόταν ὅλα αὐτά. Κατόπιν εἶπε στόν ἱερέα:
-Βλέπω καί πληροφοροῦμαι ὅτι ἡ Πίστις  τῶν Χριστιανῶν εἶναι ἀληθινή καί ἀλλοίμονο σέ μένα πού ἐπέρασα στήν ζωή μου στήν ἀσωτία, στό ψεῦδος καί στήν ματαιότητα. Στήν ἀκάθαρτη θρησκεία τῶν Σαρακηνῶν. Ἀλλά, ἐπειδή εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ νἀ βαπτισθῶ, βάπτισέ με γιά νά ἠμπορῶ στό ἑξῆς νά λατρεύω τόν Θεό μέ καθαρή συνείδηση.
Τότε ὁ ἱερεύς τοῦ εἶπε:
-Δέν τολμῶ, Ἀρχηγέ, νά σέ βαπτίσω, διότι ἔχεις θεῖο βασιλέα καί αὐτός, ὅταν πληροφορηθῆ τά γεγονότα, θά μέ φονεύση καί θά καταστρέψη τίς ἐκκλησίες μας. Μόνο, ἄν θέλης, φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ καί πήγαινε κρυφά στόν πατριάρχη Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος καί θά σέ βαπτίση, χωρίς νά τοῦ ἀποκαλύψης ποιός εἶσαι.
Ἔτσι, ὁ Σαρακηνός ἐφόρεσε τρίχινα ροῦχα. Ἐπῆγε στά Ἱεροσόλυμα καί συνάντησε τόν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος καί τόν ἐβάπτισε. Μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες τόν ἐρώτησε τί νά κάνη γιά νά εὕρη τήν σωτηρία του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ἐάν θέλης νά σωθῆς, πήγαινε στό Ὄρος Σινᾶ, ὅπου ζοῦν πολλοί καί ἐνάρετοι μοναχοί καί ἐκεῖ νά γίνης μοναχός. Φύλαξε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί ἔτσι θά σωθῆς».
Ἀφοῦ ἔγινε ἐκεῖ μοναχός καί προώδευσε στήν ἀρετή, μετέβη στήν Λύδδα, καί συνάντησε ἐκεῖνον τόν ἱερέα στόν ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Τοῦ εἶπε:
-Ἰδού βαπτίσθηκα. Ἔγινα καί μοναχός. Τώρα ἔχω ἐπιθυμία νά ἰδῶ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Σέ παρακαλῶ νά ἐκπληρώσης τήν ἐπιθυμία μου. Ὁ Ἱερεύς τοῦ εἶπε:
-Πήγαινε στόν βασιλέα, τόν θεῖον σου καί μπροστά σέ ὅλους νά ὁμολογήσης ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός καί Δημιουργός ὅλης τῆς κτίσεως, ὁ ὁποῖος γιά τήν σωτηρία μας ἦλθε στόν κόσμο, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε καί ἀναλήφθηκε μέ δόξα στούς οὐρανούς. Ὅταν κάνης αὐτά θά ἀξιωθῆς νά ἰδῆς τόν Κύριο μέ μεγάλη δόξα.
Ἐπῆγε πράγματι αὐτός ὁ εὐλογημένος μοναχός στό σπίτι τοῦ θείου του. Δέν μπῆκε μέσα ἀλλά ἀνέβηκε τό βράδυ στόν μιναρέ καί ἄρχισε νά φωνάζη: «Ἐλᾶτε, ἐδῶ Σαρακηνοί, ἔχω νά σᾶς εἰπῶ ἕνα μεγάλο λόγο». Ἦλθαν πολλοί Σαρακηνοί στούς ὁποίους εἶπε ὁ μοναχός:
-Ποῦ εἶναι ὁ ἀνεψιός τοῦ Ἀμιρᾶ, πού ἔφυγε πρό ἐτῶν στά κρυφά ἀπό κοντά του;
Ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν:
Ἄν μᾶς εἰπῆς ποῦ εἶναι, θά σοῦ δώσουμε ὅσα χρήματα μᾶς ζητήσεις. Καί ὁ Μοναχός ἀπήντησε:
-Νά μέ ὁδηγήσετε στόν Ἀμιρᾶ καί θά σᾶς εἰπῶ ποῦ εἶναι.
Ἐπῆραν οἱ Σαρακηνοί τόν μοναχό τόν πῆγαν στόν βασιλέα τους καί τοῦ εἶπαν:
-Αὐτός ὁ μοναχός γνωρίζει νά μᾶς εἰπῆ ποῦ εἶναι ὁ ἀνεψιός σου. Ὁ Ἀμιρᾶς τόν ἐρώτησε καί ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε:
-Ναί, τόν γνωρίζω. Εἶμαι ἐγώ ὁ ἴδιος. Τώρα ὅμως εἶμαι Χριστιανός καί πιστεύω στόν Πατέρα, στόν Υἱό καί στό Ἅγιο Πνεῦμα, Μία Θεότητα καί ὁμολογῶ ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε ἀπό τήν Παρθένο Μαρία καί ἔκανε στόν κόσμο μεγάλα καί ἐξαίσια ἔργα. Μετά σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε καί ἀναλήφθηκε καί ἐκάθισε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί πρόκειται νά ἔλθη πάλι γιά νά κρίνη ζῶντες καί νεκρούς.
Ὁ θεῖος του τόν ἄκουσε κατάπληκτος καί τοῦ εἶπε:
-Τί ἔπαθες, ταλαίπωρε, ν᾿ ἀφήσης τό σπίτι σου, τά πλούτη σου, τήν δόξα σου καί νά περπατᾶς ἔτσι σάν ζητιᾶνος; Δέν ἐπιστρέφεις στήν θρησκεία σου νά ὁμολογήσης προφήτη τόν Μωάμεθ καί νά γυρίσης πάλι στήν πρώτη σου κατάστασι; Καί ὁ μοναχός τοῦ ἀποκρίθηκε:
-Ἐγώ, ὅσα καλά εἶχα, ὅταν ἤμουν μουσουλμᾶνος, ἦταν ὅλα ἔργα τοῦ διαβόλου. Κι αὐτό τό τρίχινο ράσο πού φορῶ εἶναι καύχημά μου καί πλοῦτος μου καί ἀραββώνας τῆς αἰωνίου δόξης καί χαρᾶς, τήν ὁποία μέλλω ν᾿ ἀπολαύσω μέσῳ  τῆς ἀληθινῆς Πίστεώς μας στόν Ἰησοῦ Χριστό. Τόν Μωάμεθ πού σᾶς ἐπλάνησε καθώς καί τήν θρησκεία του, ἀναθεματίζω καί ἀποστρέφομαι.
Ὁ βασιλεύς, σύμφωνα μέ τούς νόμους τῆς θρησκείας τους, ἔπρεπε ἀμέσως νά διατάξη νά τόν θανατώσουν. Ἀλλά,  ἐπειδή τόν λυπήθηκε, εἶπε στούς παρευρεθέντας ἐκεῖ Σαρακηνούς: «Αὐτός ἔχασε τά μυαλά του καί δέν ξέρει τί λέγει. Βγάλτε τον ἔξω καί διῶξτε τον». Καί ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν:
-Αὐτός πού ἀνεθεμάτισε τήν θρησκεία μας τόν ἀπολύεις; Αὐτός εἶναι ἄξιος μυρίων θανάτων. Ν᾿ ἀρνηθοῦμε λοιπόν κι ἐμεῖς τήν θρησκεία μας καί νά γίνουμε Χριστιανοί.
Ὁ Ἀμιρᾶς φοβήθηκε τούς ὄχλους καί τούς εἶπε νά τόν πάρουν καί νά τόν κάνουν ὅ,τι θέλουν.
Αὐτοί τρίζοντας τά δόντια τους, ἅρπαξαν τό εὐλογημένο πρόβατο τοῦ Χριστοῦ καί τό ὡδήγησαν ἔξω ἀπό τήν πόλι τους. Ἐκεῖ τόν ἐλιθοβόλησαν, τήν στγμή πού ἐκεῖνος ἐπεκαλεῖτο τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἐτελείωσε ὁ ἀοίδιμος τόν μαρτυρικό του δρόμο καί ἔλαβε τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Πάνω ἀπό τούς λίθους πού σκέπασαν τό πάντιμο σῶμα του, φαινόταν γιά πολύ διάστημα ἕνα φωτεινό ἀστέρι, τό ὁποῖον ἔβλεπαν οἱ Μουσουλμᾶνοι καί ἀποροῦσαν.
Μετά ἀπό ἀρκετό καιρό ὁ θεῖος του ἔδωσε τήν ἄδεια στούς Χριστιανούς νά βγάλουν μέσα ἀπό τίς πέτρες τό Λείψανο τοῦ Μάρτυρος γιά νά τό ἐνταφιάσουν. Ἀλλά, ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος, τό Λείψανο ἦταν σῶο καί ἀδιάφθορο καί ἀπέπνεε μία γλυκυτάτη εὐωδία. Τό παρέλαβαν μέ πολλή εὐλάβεια οἱ Χριστιανοί καί τό ἐνεταφίασαν  δοξάζοντας τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, στόν Ὁποῖον ἀνήκει κάθε δόξα καί ἐξουσία στούς αἰῶνες.
από το βιβλίο: «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΛΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
2010)

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Μια υπέροχη ιστορία.

http://omothimadon.gr/wp-content/uploads/2016/02/%CE%91%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B9-%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CF%86%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%BF%CE%B9-3-768x1024.jpg
 
 
Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε την 21 Σεπτεμβρίου του 1957 στην εφημερίδα της Άρτας "Ελεύθερος Λόγος" από τον Αρτινό Ιατρό Κωνσταντίνο Κοντογιάννη (1912-1979), χειρούργο και γενικό διευθυντή του Νοσοκομείου του Μονάχου την περίοδο 1954-1961.
 
"Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Άρτα, δίπλα σ' ανθρώπους φτωχούς αλλά έντιμους, που στερήθηκαν πολλά για να μου δώσουν μια καλύτερη ζωή.
Μεγαλώνοντας με ψωμί κι αλάτι, κόπιασαν για να έχει το μοναχοπαίδι τους μόρφωση και αξία στην κοινωνία. Ο πατέρας μου δούλευε για το μεροκάματο απ' τα χαράματα ως το σούρουπο στον κάμπο της Άρτας, και τον θυμάμαι να γυρίζει στα σκοτάδια, τσακισμένος από την κούραση αλλά πάντα με το χαμόγελο, σαν να ήξερε ότι ο μόχθος ο δικός του ήταν η δικιά μου η λευτεριά.
Πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, εγώ αυτός και η μάνα μου. Όταν αυτή πέθανε, ο πατέρας μου συνέχισε να με πηγαίνει και να ακούμε την λειτουργία του παπα-Γιάννη, γιατί όπως μου έλεγε πάντα "ο Θεός έχει κοντά του τη μάνα σου, γιατί εμείς προσευχόμαστε κι ανάβουμε ένα κεράκι για την ψυχή της". Πάντα γελαστός, ακόμα και στα δύσκολα, μου έδινε κουράγιο για να προχωρήσω και να μορφωθώ. Με θυμάμαι πιο μεγάλο να ξενυχτάω στο φως το καντηλιού, ανάμεσα στα βιβλία, και το πρωί να πηγαίνω με τον πατέρα μου για δουλειά στα χωράφια.

Όταν πήγα στην Ιατρική Σχολή, ήξερα ότι τα χρώσταγα όλα στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου δε πρόλαβε να με δει γιατρό, πέθανε ένα χρόνο πριν τελειώσω τις σπουδές μου, αλλά ορκίστηκα να προσεύχομαι στο Θεό κάθε βράδυ, και γι αυτόν και για τη μάνα μου. Ο καιρός πέρασε και δεν ξαναγύρισα στην Άρτα, αλλά έμεινα στην Αθήνα που οι ευκαιρίες για τη δουλειά μου ήταν πιο πολλές. Έκανα περιουσία και παντρεύτηκα την Ευδοξία, κόρη ενός πλούσιου εμπόρου. Όμως ο Θεός δεν την είχε ευλογήσει με όλα τα δώρα του και παρ' όλες τις προσπάθειες και τις προσευχές μας, δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε ένα γιο, που ήταν και η ευχή του πατέρα μου.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τον Μουσολίνι, με στρατολόγησαν για να προσφέρω τις γνώσεις μου στους πολεμιστές μας που αντιστεκόταν στον Ιταλό δικτάτορα και με έστειλαν για μια περίοδο σε μία μονάδα κοντά στο Δυρράχιο. Ένιωθα περήφανος στην αρχή, αλλά εκείνα τα πράγματα που αντίκρισαν τα μάτια μου με είχαν κάνει να χάσω τον ύπνο μου. Κάποιοι μου έλεγαν πως τα βράδια έκλαιγα αλλά δε θυμόμουν ποτέ τίποτα το πρωί.
Εκείνη την εποχή άρχισα να αμφιβάλλω για κείνες τις Κυριακές στην εκκλησία με τη μάνα και τον πατέρα μου. Όσο περνούσε ο καιρός, σταμάτησα να προσεύχομαι. Που ήταν ο Θεός να ακούσει τις κραυγές των ετοιμοθάνατων; Αν δεν άκουγε αυτούς, πως θα μπορούσε να ακούσει την προσευχή μου; Σταμάτησα να προσεύχομαι και για τη μάνα μου και τον πατέρα μου, παρ' όλο που είχα ορκιστεί να μη το αμελήσω ποτέ. Άρχισα να ξεχνάω, και το μόνο που είχε μείνει από αυτούς ήταν το ρολόι που μου είχε δώσει ο πατέρας μου. Όταν κάποια στιγμή μου έσπασε κι αυτό, ήταν να σαν να είχα γίνει ένας άλλος άνθρωπος, γνωστικός και χωρίς τις πλάνες του Θεού.
Η γυναίκα μου πέθανε τον χειμώνα του 41 στην Αθήνα, μαζί με τόσους άλλους. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, δεν υπήρχε τίποτα που να κρατάει στην Ελλάδα, και έφυγα μετανάστης στη Γερμανία. Έκλαιγα όταν έφευγα. Πολεμούσα τόσα χρόνια τον Γερμανό και τώρα πήγαινα να δουλέψω γι αυτούς. Σκληροί άνθρωποι οι Γερμανοί, αγέλαστοι. Δεν ήθελαν ποτέ να κάνουν φίλους, ήθελαν μόνο τα χέρια μας. Όμως δούλεψα σκληρά και κέρδισα τον σεβασμό τους, και πρόκοψα. Έγινα γνωστός χειρούργος, και μετά διευθυντής σε μεγάλο νοσοκομείο στο Μόναχο. Δε ξαναπαντρεύτηκα ποτέ όμως. Μου έλειπε πάντα ο τόπος μου, οι άνθρωποι, πάντα πρόσχαροι και με φιλότιμο, έτοιμοι να σε βοηθήσουν. Ο Γερμανός δεν ήξερε από τέτοια.
Κάποια στιγμή επέστρεψα στον τόπο μου για λίγες μέρες. Ήταν καλοκαίρι και τα πανυγήρια έδιναν και έπαιρναν σε όλα τα χωριά. Ένιωσα σαν να μην είχα φύγει ποτέ. Μόνο το πατρικό μου ήταν σε κακά χάλια, διαλυμένο και ερημωμένο. Είχα κάνει περιουσία στην Γερμανία, τα λεφτά δε μου έλειπαν και ξόδεψα αρκετά για να το φτιάξω όπως το θυμόμουνα.
Μια μέρα περπατούσα μέσα στην πόλη και βρέθηκα μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Σαν να θυμήθηκα τις δύσκολες εποχές της νιότης μου, θέλησα να μπω μέσα, παρ' όλο που δεν είχα την ανάγκη να προσευχηθώ. Ήμουν άπιστος πια. Προχώρησα και είδα κάποιον παπά να κάθεται όρθιος μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Μόλις με είδε μου χαμογέλασε και ήρθε προς το μέρος μου. Εγώ ένιωσα άβολα και θέλησα να φύγω αλλά ντράπηκα και δε το έκανα. Άρχισε να μου μιλάει.
- Ήρθες να προσευχηθείς; μου είπε.
Δεν ήξερα τι να του πω αλλά σαν να με ώθησε ο διάβολος, του απάντησα "Δε πιστεύω σ' αυτά παπά".
Με κοίταξε και χαμογέλασε. "Όλοι μας είμαστε παιδιά του Θεού" μου είπε "και όλοι μας έχουμε τον Χριστό που μας καθοδηγεί".
- "Όχι εγώ", του απάντησα. "Εγώ ξέρω πως δεν υπάρχει Θεός". Βλασφημούσα μέσα στον Ιερό Χώρο σαν να με καθοδηγούσε μια διαβολική φωνή. Νόμισα πως ο παπάς θα με έδιωχνε αλλά αντί γι αυτό συνέχισε να χαμογελάει και να μου μιλάει.
- "Όμως βαφτίστηκες Χριστιανός. Γιατί Τον ξέχασες; Γιατί Τον απέρριψες";
- "Ήμουν στον πόλεμο παπά", του είπα. "Νέα παιδιά πέθαιναν από τις σφαίρες και το κρύο. Προσεύχονταν στο Θεό κάθε μέρα, και γω μαζί τους, και ο Θεός δεν βοήθησε ποτέ, δεν απάντησε καν. Είμαι άνθρωπος σπουδαγμένος, και ξέρω πως αν κάτι δε το βλέπεις, σίγουρα δεν υπάρχει".
Ο παπάς μου αποκρίθηκε. "Αυτή τη στιγμή πως ζεις; Ακούς την καρδιά σου να χτυπάει";
Δεν ήξερα τι να του πω και συνέχισε. "Μερικές φορές τα πράγματα τα καθημερινά είναι τόσο σημαντικά, αλλά εμείς δε τους δίνουμε καμία σημασία. Η καρδιά σου χτυπάει, και αυτό είναι χάρη στον αέρα που αναπνέεις. Όπως είπες είσαι σπουδαγμένος άνθρωπος, και το ξέρεις".
Έμεινα άφωνος απ' την απόκρισή του. Δε σταμάτησε εκεί: "Ο αέρας που αναπνέεις είναι η ζωή, όμως ποτέ δε τον βλέπεις, κι όμως ξέρεις πως είναι εκεί, για σένα και για όλους μας. Έτσι είναι κι ο Θεός μας, ζωοδόχος και άπειρος. Μας δίνει κουράγιο, μας περιτριγυρίζει σε κάθε μας στιγμή. Κι όπως τα βράδια, καθώς ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου μετά από μια κουραστική μέρα, μπορείς να ακούσεις τον χτύπο της καρδιάς σου πιο καθαρά, έτσι είναι κι η προσευχή. Μπορείς να δεις και να ακούσεις, αρκεί να ξέρεις πως να ζητήσεις".
Σάστισα. Ξαφνικά ένιωσα πως όλα αυτά τα χρόνια μου μακριά από το Θεό με είχαν οδηγήσει μακριά από το μονοπάτι της αλήθειας Του. Ήθελα να δακρύσω αλλά συγκρατήθηκα γιατί εκείνη η αόρατη δύναμη με παρακινούσε να αντισταθώ.
- "Παπά, δε ξέρω αν είναι αυτά τα πράγματα όπως τα λες. Πάντα προσευχόμουν στο Θεό μας, κι μόνο δυσκολίες και κακά γνώρισα σ' αυτή τη ζωή. Έφυγα στα ξένα, έζησα ανάμεσα σε κακούς και μοχθηρούς ανθρώπους, και ποτέ δεν ένιωσα την αγάπη Του".
- "Έτσι και ο Γιός Του", μου είπε. "Ήρθε στον κόσμο μας, έζησε ανάμεσα σε αμαρτωλούς και εξιλέωσε τον άνθρωπο με το Πάθος Του". Ανατρίχιασα στο άκουσμα των λόγων του και δεν είχα λέξεις να του πω. Όμως αυτός είχε πολλές ακόμη. "Ο Ρωμιός είναι καταδικασμένος να υποφέρει, γιατί τον φθονούν εκείνοι που ξέρουν πως δε μπορούν ποτέ να τον φτάσουν. Μας ξενίτεψαν για να μας καταστρέψουν και δε τα κατάφεραν. Θα το ξανακάνουν πάλι σε πολλά χρόνια από τώρα. Θα προσπαθήσουν να μας διαβάλλουν, να μας μολύνουν. Θα προσπαθήσουν να μας χωρίσουν, να βάλουν τον αδερφό εναντίον αδερφού ξανά. Αυτό θα προσπαθούν να το κάνουν για πολλά χρόνια ακόμα, και κάποια στιγμή σχεδόν θα το καταφέρουν".
Ξαφνιάστηκα με τα λόγια του. Μιλούσε σαν τους τρελούς του χωριού που βλέπουν το τέλος του κόσμου και τα πράγματα του μέλλοντος. Τα λόγια του άρχισαν να χάνουν την αξία τους.
-"Παπά, και συ που τα ξέρεις αυτά; Μη μου πεις πως στα είπε ο Θεός, γιατί ξέρω κι άλλους τέτοιους".
Μου χαμογέλασε και δεν απάντησε. "Η έλλειψη πίστης, στο Έθνος και στο Θεό είναι αυτό που θα μας οδηγήσει εκεί. Η έλλειψη της δικής σου πίστης και όλων αυτών που θα ακολουθήσουν. Όμως είμαστε Έλληνες και αν και χάνουμε συχνά το δρόμο μας, πάντα επιστρέφουμε σ' αυτόν. Εσύ θα επιστρέψεις σ' αυτόν. Οι μελλοντικές γενεές θα επιστρέψουν σ' αυτόν. Θα έρθει η παρακμή, η απαξίωση.
Όμως θα βρεθούν εκείνοι οι Έλληνες, που θα βάλουν τα πράγματα στη σειρά. Έλληνες που δεν ξέχασαν ποτέ την Πατρίδα τους, την Σημαία τους, τη Σημαία του Ιησού Χριστού, αυτή που κυματίζει περήφανα στα χώματα τα ματωμένα από το αίμα αυτών που την προστάτεψαν. Αυτοί οι άνθρωποι θα χλευαστούν, θα κυνηγηθούν, θα φυλακιστούν. Όμως στο τέλος θα θριαμβεύσουν, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι η Ελλάδα μας, και ότι είναι Ελληνικό είναι καταδικασμένο να είναι αιώνιο".
Είχα συγκλονιστεί τόσο πολύ που δε μπόρεσα να κρατηθώ και βγήκα τρέχοντας από την εκκλησία. Ένιωσα τον καθαρό αέρα να χτυπάει στο πρόσωπό μου και άρχισα να ανακτώ τα λογικά μου. Έκανα να φύγω, αλλά τότε ένιωσα άσχημα για τον παπά. Τρελός ή όχι, ήταν ένας γέροντας και θα έπρεπε να τον χαιρετίσω τουλάχιστον πριν φύγω. Ξαναμπήκα στην εκκλησία, δεν ήταν κανένας εκεί, όμως ήμουν σίγουρος πως ο παπάς δεν είχε βγει.
Πλησίασα προς την Αγία Τράπεζα και είδα πάνω της κάτι να γυαλίζει. Πλησίασα και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου. Ήταν το ρολόι του πατέρα μου, μόνο που δεν ήταν σπασμένο αλλά δούλευε όπως τότε που μου το είχε πρωτοδώσει. Κάθισα στο σκαλοπάτι του Ιερού και έκλαιγα για ώρες, προσευχόμενος στον Θεό να με συγχωρήσει για τις αμαρτίες μου.
Έφυγα ξανά για τη Γερμανία, αλλά πάντα με έτρωγε μέσα μου το σαράκι να πω την ιστορία. Λίγοι θα με πιστέψουν, και κινδυνεύω να γίνω το θέμα χλεύης όλων εκείνων που σαν εμένα κάποτε, απομακρύνθηκαν από το δρόμο Του. Όμως πιστεύω τα λόγια του παπά, όποιος κι αν ήταν αυτός. Πως θα έρθει η ώρα και η στιγμή που ο δρόμος του Θεού θα είναι πια φανερός σε όλους, όπως φανερώθηκε σε μένα εκείνη τη μέρα, τη σπουδαιότερη μέρα της ζωής μου.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

«Με χτυπούσαν εφτά κι ένας ξανθός οκτώ με ρόπαλα»



Διηγείται η Ιφηγένεια Κ. από τον Θεολόγο:
«Εγώ ήμουν εννέα χρονών όταν έγινε αυτό το θαύμα.
Εκείνα τα χρόνια έρχονταν πολλοί ρετσινάδες ξένοι στο χωριό και δούλευαν στα ρετσίνια. Μεταξύ αυτών ήταν και μια ξένη γυναίκα, που είχε δύο κορίτσια και καθόταν στη γειτονιά μας. Με τη μια κοπελλίτσα – κι αυτή εννέα χρονών είμασταν φιλενάδες.
Μια μέρα βγήκε έξω από το σπίτι κι εκεί, που έπαιζε, ήρθε κι έμεινε το παιδί. Παρέλυσε κι ούτε μιλούσε, ούτε τίποτα. Του έρχονταν κρίσεις, στράβωναν τα χέρια και τα πόδια του και τινάζονταν. Τώρα εγώ, επειδή ήμουν φιλενάδα του, πήγαινα και το έβλεπα, και όλη η γειτονιά. Γιατρικά, γιατροί πηγαινοερχόντουσαν, τίποτα το παιδί. Είπαν, ότι θα πεθάνει, γιατί ούτε έτρωγε, ούτε καταλάβαινε τίποτα. Μέχρι ψυχοκέρι το άναψαν, που ανάβουν στους νεκρούς. Η μάνα, αφού είδε, ότι οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, έπεσε στα θεία. Του έκανε τρία ευχέλαια, του διάβασαν εξορκισμούς και πολλά άλλα.
Φέρνουν και «το Μιχαήλ Αρχάγγελο» (τον Τίμιο Ήλο) μια βραδιά και τον είχαν στο κεφάλι του. Ήταν παραμονή του Αγίου Δημητρίου. Τάξαν και μια λαμπάδα στον Αρχάγγελο, έταξε και ο αδελφός του, ότι θα πήγαινε στον ώμο του με τα πόδια από το χωριό μέχρι τον Άγιο και το Αγίασμα.
Το πρωί λοιπόν του Αγίου Δημητρίου το παιδί μίλησε και ζήτησε νερό, μετά από είκοσι μέρες περίπου, που ήταν σ’ αυτήν την κατάσταση. Τότε του είπε η μητέρα του: «Παιδί μου τι έχεις, τι αισθάνεσαι;». Λέει: «Μαμά, με χτυπούσαν εφτά κι ένας ξανθός οκτώ με ρόπαλα – χτυπούσαν όλο μου το σώμα απόψε».
Αυτό είπε μόλις μίλησε. Μετά το πήραμε, το πήγαμε στον Μιχαήλ Αρχάγγελο κι όλη μαζί η γειτονιά, το κατεβάσαμε στο Αγίασμα και το κοριτσάκι έγινε τελείως καλά. Εμείς πιστεύουμε, ότι οι εφτά, που χτυπούσαν με ρόπαλα, ήταν τα ευχέλαια (με τα εφτά ευαγγέλια) και ο ξανθός, ο Μιχαήλ Αρχάγγελος (που παρουσιάζεται έτσι σε όλους) και βγάλαν το κακό από πάνω του».

Από το βιβλίο: «Το προσκύνημα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ της Θάσου» – Ι.Μ.Αρχαγγέλου Μιχαήλ Θάσου
πηγή 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Οι Χτύποι στον ταφο του Αγιου Νεκταρίου


8ecbd-34-ce86ceb3ceb9cebfcf82-ce9dceb5cebacf84ceaccf81ceb9cebfcf82-cea0ceb5cebdcf84ceb1cf80cf8ccebbceb5cf89cf82-ce95cebbceb1ceb9cebfceb3cΟ Άγιος Νεκτάριος το 1908 παραιτήθηκε από διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής για λόγους υγείας και γήρατος και εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα.
Δύο γεγονότα που έλαβαν χώρα τότε είχαν σαν αποτέλεσμα να γίνει άμεσα λαοφιλής. Θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νεαρό κάτι που μαθεύτηκε πολύ γρήγορα και οι χωρικοί τότε τον επισκέφτηκαν ζητώντας του να κάνει λειτουργία και δέηση στον Θεό να βρέξει, γιατί είχε 3 χρόνια να βρέξει στο νησί με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί εκτεταμένη ανομβρία και οικονομική ζημία.
Πράγματι λειτούργησε με σύσσωμη την παρουσία των νησιωτών, και την ίδια μέρα άρχισε να βρέχει. Αυτά, οι Αιγινίτες τα έλαβαν ως θεϊκά σημάδια με αποτέλεσμα να θεωρούν Άγιο τον Νεκτάριο, ακόμα και εν ζωή.
Επι 13 χρόνια αφοσιώθηκε στην καθοδήγηση των μοναχών, στην ανοικοδόμηση της μονής, στη συγγραφή και στην πνευματική και οικονομική στήριξη των αδυνάτων κατοίκων του νησιού.
Ο Άγιος συνέθεσε τον ύμνο “Αγνή Παρθένε Δέσποινα”, ο οποίος θεωρείται απο τους πιο κατανυκτικούς της ορθοδοξίας. Η παράδοση θέλει την Παναγία να εμφανίζεται ενώπιον του Αγίου Νεκταρίου στο μοναστήρι της Αίγινας, και να του ζητάει να καταγράψει σε χαρτί τον ύμνο.
 Η συνέχεια εδώ

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

''Αββά, τί να κάνω που χάνεται η ψυχή μου;''


http://3.bp.blogspot.com/_NQaHThX5uis/RoRVLBNgGzI/AAAAAAAAAPo/Unt36oRS7BU/s1600/rain.jpg


Ένας αδελφός πήγε στο όρος της Φέρμης, στον μεγάλο γέροντα, και του είπε: «Αββά, τι να κάνω που χάνεται η ψυχή μου;».

«Γιατί, παιδί μου;» τον ρώτησε ο γέροντας. Ο αδελφός αποκρίθηκε: «Όταν ήμουν στον κόσμο, έκανα στ’ αλήθεια πολλές νηστείες και αγρυπνίες και είχα μέσα μου πολλή κατάνυξη και θέρμη. Τώρα όμως (ενν.: τώρα, που έγινα μοναχός) δεν βλέπω μέσα μου κανένα καλό».

«Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε ο γέροντας, «όσα έκανες όταν ήσουν στον κόσμο, τα έκανες επειδή η κενοδοξία και ο έπαινος των ανθρώπων έβαζαν μέσα σου αυτή την προθυμία, ο Θεός όμως δεν τα δεχόταν.

Γι’ αυτό ούτε ο σατανάς σε πολεμούσε, γιατί δεν τον ένοιαζε να κόψει την προθυμία σου, αφού δεν είχες καμία ωφέλεια από αυτήν...

Τώρα όμως, που είδε ότι έγινες στρατιώτης του Χριστού και βγήκες να τον πολεμήσεις, πήρε και αυτός τα όπλα εναντίον σου. Πλην όμως στον Θεό αρέσει ο ένας ψαλμός που λες τώρα με κατάνυξη, παρά οι χίλιοι που έλεγες στον κόσμο· και δέχεται ο Θεός τη λίγη τωρινή νηστεία σου περισσότερο από τις εβδομάδες που νήστευες στον κόσμο...».

Ο αδελφός απάντησε: «Καθόλου δεν νηστεύω τώρα, αλλά όλα τα καλά που είχα στον κόσμο έφυγαν από εμένα». Και ο γέροντας του είπε: «Αδελφέ, σου φτάνει αυτό που έχεις. Μόνο κάνε υπομονή, και καλά είσαι».

Καθώς όμως ο αδελφός επέμενε και έλεγε: «Αλήθεια, αββά, χάνεται η ψυχή μου», ο γέροντας του είπε: «Πίστεψε, αδελφέ, δεν ήθελα να σου το πω, για να μη βλαφτεί ο λογισμός σου. Επειδή όμως βλέπω ότι ο σατανάς σε έριξε σε αποθάρρυνση, σου λέω:

Το ότι νομίζεις πως όταν ήσουν στον κόσμο έκανες καλά και είχες καλή ζωή, είναι υπερηφάνεια. Έτσι νόμιζε και ο Φαρισαίος και έχασε όλα τα καλά που είχε κάνει.

Επίσης, το ότι τώρα πιστεύεις πως τίποτε καλό δεν κάνεις, σου φτάνει, αδελφέ, για να σωθείς, γιατί είναι ταπείνωση. Έτσι δικαιώθηκε και ο τελώνης, χωρίς να κάνει κανένα καλό.

Γιατί στον Θεό είναι πιο αρεστός ένας άνθρωπος αμαρτωλός και αμελής με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση, παρά εκείνος που κάνει πολλά καλά και έχει την ιδέα ότι γενικά κάνει κάτι καλό».

Ο αδελφός ωφελήθηκε πάρα πολύ και έβαλε μετάνοια στον γέροντα λέγοντας:

«Σήμερα, αββά, σώθηκε η ψυχή μου με τη βοήθειά σου». 

πηγή 

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Όσο λοιπόν μπορεί να ξεδιψάσει κανείς από το νερό μιας ζωγραφισμένης βρύσης , άλλο τόσο μπορεί να ξεδιψάσει κανείς από τα έργα των ανθρώπων...

 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgHgq1QoGB9hzxCIZ0YV-xqzYdCUEp9-rcnO22SwEyhC-PK-LUJlr2Gj02aA77GxEKAYXsAUulF-rAhtuyKF8bo3fgKQEY3WxTW2rmnYWbtU04xqD_1VxbP-GMSlWkwgc7vT5FqG9R5Djur/s400/c08.gif

Κάποτε ένας ζωγράφος επισκέφτηκε τον Γέροντα Παΐσιο στο κελί του.
Ο γέροντας με εκείνο το πηγαίο και διδακτικό χιούμορ που τον διέκρινε, τον ρώτησε: Βρε παιδάκι μου, θα μπορούσες να με ζωγραφίσεις ένα πίνακα με το θέμα που θα σου πω; Θέλω να τον τοποθετήσω στο κελί μου!
Ο καλλιτέχνης προθυμότατα , λέει στον π. Παΐσιο: Γέροντα με τα χαράς. Αυτή είναι η δουλειά μου.Τι θα θέλατε να έχει ο πίνακας ζωγραφικής που θα ετοιμάσω;
Μπορείς να ζωγραφίσεις μερικά βουνά;
Εύκολο είναι γέροντα απαντάει ο Ζωγράφος.
Μπορείς να ζωγραφίσεις και μερικά δέντρα που θα σου πω;
Βεβαίως γέροντα.
Αφού λοιπόν ο γέροντας του είπε και μερικά πράγματα που θα ήθελε να έχει ο πίνακας, στο τέλος του λέει: Μπορείς να ζωγραφίσεις και μία βρύση που να τρέχει νερό;
Μα γέροντα, δεν είναι καθόλου δύσκολο για μένα, απαντάει με απλότητα ο ζωγράφος.
Και τότε ο π. Παΐσιος τον ρωτάει: Από την βρύση που θα είναι στον πίνακα μπορεί κάποιος να πιεί νερό και να ξεδιψάσει;
Ε όχι, βέβαια γέροντα, απάντησε ο ζωγράφος.
Και ο γέροντας του είπε : Τόσο λοιπόν διαφέρουν τα έργα των ανθρώπων από τα έργα του Θεού!
Όσο λοιπόν μπορεί να ξεδιψάσει κανείς από το νερό μιας ζωγραφισμένης βρύσης , άλλο τόσο μπορεί να ξεδιψάσει κανείς από τα έργα των ανθρώπων.
Η ανθρώπινη ύπαρξη ξεδιψά αληθινά και μόνο από τα έργα του Θεού ο οποίος άλλωστε προσφέρει το « ύδωρ το ζών...

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

«Εγώ είμαι Εκείνος που επιθυμούσες να γνωρίσεις. Θα σε επισκεφθώ για δεύτερη και τελευταία φορά στο τέλος της ζωής σου για να σε πάρω κοντά μου»



*Θαυμαστά περιστατικά από σύγχρονους γέροντες της εποχής μας.

ΓΕΡΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΞΕΝΟΦΩΝΤΙΝΟΣ († 1893 – 1984)

~ Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν 55-60 ἐτῶν, εἶχα μία μεγάλη ἀπορία.
῎Ηθελα νά μάθω πῶς εἶναι ὁ Χριστός. Προσεύχομαι συνεχῶς, ἀλλά ποτέ δέν τόν εἶδα μέ τά μάτια μου πῶς εἶναι.
Εἶναι ἄραγε, ἄνθρωπος ὅμοιος μέ ἐμένα; ῎Ετσι συχνά ἐρωτοῦσα τόν Χριστό μέ τόν λογισμό μου: «Πῶς εἶσαι Χριστέ μου; ῎Εχεις στόμα, χέρια μάτια, πόδια; Περπατᾶς ὅπως ἐμεῖς; Τώρα ποῦ εὑρίσκεσαι καί ἀπό ποῦ ἔρχεσαι ὅταν σέ καλῶ στήν προσευχή μου; Πῶς εἶσαι ἐδῶ καί συγχρόνως βρίσκεσαι καί στούς Οὐρανούς;
῾Οπότε, μία νύκτα, πρίν κτυπήσῃ ἡ καμπάνα γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, τοῦ ῎Ορθρου καί τῆς θείας Λειτουργίας, ἄκουσα στήν πόρτα τοῦ Κελλιοῦ μου δύο-τρεῖς κτύπους. Σηκώθηκα, ἄνοιξα, καί τί βλέπω μπροστά μου; ῏Ηταν ἕνας Ἀρχιερέας, νέος στήν ἡλικία, μαυρογένειος,  ντυμένος τά χρυσοποίκιλτα ἀρχιερατικά του ἄμφια. Τό πρόσωπό του ἦταν λουσμένο μέσα σ᾿ ἕνα ὑπερκόσμιο καί ὑπερφυσικό φῶς. ῞Οταν Τόν εἶδα, (τότε δέν εἶχα χάσει τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου), θαμπώθηκα ἀπό τήν λάμψη του. ῎Εκανα δύο τρία βήματα πρός τά πίσω φοβούμενος, καί ψιθύρισα τό «Κύριε ἐλέησον». ῎Εκανα ἐναγωνίως τόν σταυρό μου καί τόν ἐρώτησα διστακτικά:
-Ποῖος εἶσαι, Ἄνθρωπέ μου; Πῶς ἦλθες τέτοια ὥρα στό κελλί μου; Δέν μοιάζεις γιά ἁπλός ἄνθρωπος. Κάποιος ῞Αγιος Δεσπότης θά εἶσαι.  Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;
-Ἐγώ εἶμαι Ἐκεῖνος πού ἐπιθυμοῦσες νά γνωρίσῃς. Θά σέ ἐπισκεφθῶ γιά δεύτερη καί τελευταία φορά στό τέλος τῆς ζωῆς σου γιά νά σέ πάρω κοντά μου.
Μετά ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια ἐξαφανίσθηκε ἀπό κοντά μου. Κατάλαβα, ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Δεσπότης Χριστός, τοῦ ὁποίου τήν ἀνθρώπινη μορφή ἤθελα νά γνωρίσω τόν τελευταῖο καιρό. Μετά τήν ἀναχώρησί Του, ἡ καρδιά μου γέμισε ἀπό μία ἀπερίγραπτη χαρά καί γλυκύτητα. Τόν ἐδόξασα καί Τόν εὐχαριστοῦσα γι᾿ αὐτή τήν μεγάλη ἐπίσκεψί Του σ᾿ ἐμένα τόν ἄθλιο καί ἄσωτο.
***
~ Κάποια άλλη φορά, ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ Κελλιοῦ μου. Δέν ἄκουσα ἀπ᾿ ἔξω τό: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων…» γιά ν᾿ ἀπαντήσω ἐγώ μέ τό «Ἀμήν», καί ἔτσι νά μπῇ ὁ ἐπισκέπτης μέσα. Παραξενεύτηκα λοιπόν ποῖος νά ἦτο ὁ Ἐπισκέπτης πού ἔμπαινε μέσα, χωρίς νά κτυπήσῃ τήν πόρτα. Ἀνοίγω τά μάτια μου, καί βλέπω νά μπαίνῃ μέσα ἡ Κυρία Θεοτόκος, τῆς ὁποίας τό πρόσωπον ἔλαμπε σάν τόν ἥλιο. Στάθηκε ἐπάνω ἀπό τό κρεββάτι μου. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πού στεκόταν στόν ἀέρα. Δέν πατοῦσε πουθενά, καί μέ κύτταζε στά μάτια. Ἐγώ ἀπό τόν φόβον μου ἔτρεμα καί δέν τῆς εἶπα τίποτε. Ἐκείνη, ἐσταύρωσε τό μέρος ὅπου πονοῦσα, μέ εὐλόγησε καί ἐξαφανίσθηκε ἀπό τό ταβάνι. Ναί, ἀλήθεια, σοῦ λέγω παιδί μου, εἶδα ὅτι ἄνοιξε τό ταβάνι καί ἔφυγε.

από το βιβλίο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΘΩ, 2005)

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Το θαύμα που κατέγραψε ένας πρωθυπουργός...


Ήταν παραμονή του Αγίου Στεφάνου και στον πολιούχο της πόλεως του Μεσολογγίου, του Αγίου Σπυρίδωνα,
μια οικογένεια παρακαλεί τον ιερέα να ξενυχτήσει το παράλυτο παιδί τους μέσα στην εκκλησία.Με ικεσίες, παρακλήσεις και πολύ πίστη για ένα θαύμα.


Η αγάπη ενός γονιού για το παιδί του, εκεί που δεν το χωράει ο νούς του να βλέπει το παιδί του, το ίδιο του το σπλάχνο να μην μπορεί να περπατήσει και ειδικά εκείνες τις παλεές εποχές αυτό γινόταν πιο δύσκολο μιας και δεν μπορούσε να έχει ειδικές φροντίδες αυτό το παιδί από κανέναν πέραν αυτής, των γονιών του.Και τι θα απογίνονταν αν οι γονείς έφευγαν από την ζωή; Ποιος θα διακονούσε με τόση αγάπη και υπομονή το παράλυτο παιδάκι τους; Ποιος;


Ο Ιερέας δέχεται και τους επιτρέπει να ''ξενυχτήσουν'' το παιδί μέσα στον ναό. Τους αποχαιρετά ευχόμενος να πιάσουν οι παρακλήσεις τους.
Όλη την νύχτα ξάγρυπνοι οι γονείς, γονατιστοί, με ικεσίες προς τον Πανάγαθο Θεό μπροστά στην εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος, του προστάτου της πόλεως τους, αυτουνού που άκουγε κάθε μέρα τα παρακάλια τους.
Του ζήταγαν για ακόμη μια φορά να μεσιτεύσει στον Θεό να κάνει καλά το παιδί τους.
Και ω του θαύματος !!!!! εκεί κάπου στα ξημερώματα το παιδί ξαπλωμένο και ανήμπορο όπως ήταν να σταθεί στα πόδια του, μπροστά στην εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνα, βλέπει τον Άγιο Σπυρίδωνα να βγαίνει από την εικόνα του να του απλώνει το χέρι δίνοντάς του κάτι, σαν ένα μικρό κομμάτι αντίδωρου έμοιαζε, και να του λέει σήκω.
«Σήκω και περπάτα, μπορείς, είσαι καλά τώρα»
Το παιδί σηκώνεται και ξαφνικά το βλέπουν οι γονείς του να περπατά, άρχισαν τα κλάματα. Αυτήν την φορά δάκρυα χαράς κύλισαν στα ξάγρυπνα πρόσωπά τους.
Δεν πίστευαν στα μάτια τους και όταν ρώτησαν το παιδί τους τι έγινε αυτό τους είπε τι είχε δεί.
Γονατιστοί ευχαριστούσαν τον Θεό μα και τον Άγιο που πραγματοποίησε την μεγαλύτερη ευχή τους, να γιάνει το παιδί που τόσο αγαπούσαν.
Το θαύμα αυτό έγινε ξημερώνοντας του Αγίου Στεφάνου, δυστυχώς ο χρόνος μα και τα λοιπά στοιχεία δεν διεσώθησαν.
Διασώθηκε όμως η καταγραφή αυτού του θαύματος από τον έναν πρωθυπουργό της Ελλάδας. Τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.
Όχι μόνο κατέγραψε το θαύμα αλλά συνέταξε και ειδική ακολουθία για το γεγονός αυτό προς τιμήν του Αγίου Σπυρίδωνος και του Αγίου Στεφάνου ανήμερα της μνήμης του οποίο έγινε το θαύμα.
Από τότε και κάθε χρόνο ψάλετε ανήμερα του Αγίου Στεφάνου αυτή η ακολουθία που συνέταξε ένας πρωθυπουργός και εκείνη την ημέρα σαν σήμερα δηλαδή στο Μεσολόγγι έχουν την λεγόμενη Μονοεκκλησία.
Τελείται δηλαδή (εκτός αν πέσει ημέρα Κυριακή) Θεία Λειτουργία μόνο στον μητροπολιτικό ναό της πόλης, αυτόν του Αγίου Σπυρίδωνος παρευρισκόμενων όλων των ιερέων της πόλεως και σύσσωμου του πληρώματος της εκκλησίας.
Ενώ περίλαμπρο προσκυνητάρι με την εικόνα του μαρτυρίου του πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Στεφάνου κοσμεί τον ναό.
Θαυμαστά τα έργα σου Κύριε εν τοις Αγίοις σου.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Καπετάνιος Αγιογράφος - Φ. Κόντογλου

http://static.diary.ru/userdir/2/9/8/8/298883/50081849.jpg
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ Χριστούγεννα, στα 1864, έκανε μεγάλη φουρτούνα με χιονιά. Στ’ αγριεμένο πέλαγο δεν φαινότανε πουθενά πανί. Μοναχά ένα μικρό καΐκι πάλευε με το χάρο ανοιχτά από την Τήνο. Ήτανε ενός καπετάν Γιώργη από τη Νάξο, φορτωμένο κρασιά από τη Σαντορίνη. Όλη τη μέρα αγαντάριζε στον αγέρα, μα σαν σκοτείνιασε, ο βοριάς σκύλιαξε κι’ έσπασε τ’ άρμπουρο, έβγαλε και το τιμόνι από τα βελόνια. Οι άνθρωποι προφτάξανε και ρίξανε τη βάρκα στη θάλασσα και μπήκανε μέσα..
Δεν είχανε αλαργάρει ως μια τουφεκιά τόπο, και βούλιαξε το καΐκι. Τη βάρκα την άρπαξε το μπουρίνι και την πήγαινε όπου ήθελε μέσα στην πίσσα της νύχτας. Οι τρεις νοματέοι που βρισκόντανε μέσα, ήτανε ο καπετάν Γιώργης κι’ άλλοι δυό γεμιτζήδες, σε ελεεινή κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο με κείνον τον χιονιά, πουντιασμένοι από το τάντανο, δίχως καμιάν ελπίδα πως θα γλυτώνανε. Πιάσανε και κλαίγανε σαν τα μωρά, και τάξανε κι’ οι τρεις να πάνε να καλογερέψουνε, αν λάχαινε να γλυτώσουνε. Κι’ ο Θεός άκουσε τις φωνές που τον παρακαλούσανε, γιατί βγαίνανε σαν του Ιωνά μέσα από καρδιές απελπισμένες, και κει που δεν ξέρανε που βρισκόντανε, σαν ξημέρωσε, είδανε πως ο καιρός καλωσύνεψε ανέλπιστα, και πως βρισκόντανε κοντά στη Σύρα. Ήβγανε γεροί όξω και τους μαζέψανε κάτι ψαράδες, δεν αρρώστησε κανένας.
Καθίσανέ δυό τρεις μέρες στη Σύρα, κι’ είπανε πως έχουνε χρέος να κάνουνε το τάξιμό τους. Πουλήσανε τη βάρκα, και με κείνα τα λεφτά μπαρκάρανε, και πήγανε ίσια στ' Άγιον Όρος και γινήκανε κ' οι τρεις καλογέροι, δίχως να ειδοποιήσουνε τα σπίτια τους πως γλυτώσανε, αφού είπανε πως είναι πια πεθαμένοι για τον κόσμο. Ο καπετάν Γιώργης πήγε κι' ασκήτεψε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, κ' έφταξε σε μεγάλα μέτρα, με προσευχή, με νηστεία και με σκληρή κακοπάθηση του κορμιού, τόσο, που ξακούστηκε η αγιοσύνη του σ' όλό το Όρος. Έμαθε και την τέχνη κοντά σ’ έναν γέροντα μάστορα, κ' έγινε σπουδαίος αγιογράφος. Η γυναίκα του τον είχε για πνιγμένον κ' έκανε κάθε χρόνο τα κόλυβά του. Δεν έμαθε πως γλύτωσε και πως καλογέρεψε ο άντρας της. Μαυροφόρεσε αυτή και τα δυό παιδιά της τα πιο μεγάλα, γιατί το μικρό ήτανε μωρό βυζανιάρικο. Κι' ο καπετάν Γιώργης, που γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δεν θέλησε να μάθει τίποτα για το σπίτι του, μην τύχει και τον νικήσει η αγάπη των παιδιών του.
Αλλά σαν περάσανε δυό τρία χρόνια, δυνάμωσε η ψυχή του με τη θεία χάρη κ' ήθελε να βγει για λίγον καιρό από το Όρος, όπως βγαίνανε κι' άλλοι πατέρες για ελέη, και να πάγει στη Νάξο να δει τα παιδιά του και τη γυναίκα του, δίχως να φανερωθεί. Μάλιστα, σαν διάβασε το συναξάρι τ' άγιου Γιάννη του Καλυβίτη, που ήτανε μοναχογυιός κι’ αρχοντόπουλο, και πήγε κρυφά και καλογέρεψε, και για να πονέσει ακόμα πιο πολύ η καρδιά του για την αγάπη του Χριστού, πήγε στο πατρικό το σπίτι του κι’ έκανε τον υπηρέτη δίχως να τον ξέρουνε οι γονιοί του, κι’ έτσι παράδωσε το πνεύμα του στο Θεό, σαν διάβασε λοιπόν ο πάτερ Γεράσιμος τούτη τη συγκινητική την ιστορία, αποφάσισε σίγουρα να πάγει στη Νάξο. Πήρε λοιπόν την ευχή από τον γέροντά του, και μπήκε σ' ένα καΐκι και τον έβγαλε στην Πάρο.
Εκεί κάθισε κανένα μήνα, κι’ επειδής είχε πάρει μαζί του και τα σύνεργα της ζωγραφικής, ζωγράφισε και καμπόσα εικονίσματα που του παραγγείλανε. Και τόση ήτανε η ευλάβειά του κι’ η σεβασμιότητα που είχε το παρουσιαστικό του, που ξακούστηκε στα γύρωθε νησιά πως τα εικονίσματα που ζωγράφιζε ήτανε «έθαρμα» (θαυματουργά), γιατί δεν έτρωγε λάδι παρά έβαζε μονάχα λίγο, με του φτερού την άκρη, στο φαγητό του την Κυριακή που δεν δούλευε, κ' έτρωγε και το ψωμί με μέτρο, και το νερό ακόμα πούπινε. Τα γόνατά του ήτανε πληγωμένα από τις μετάνοιες που έκανε όλη τη νύχτα, κι' ο ύπνος του ήτανε μοναχά μια δυό ώρες, και τον έπαιρνε καθιστός απάνω στο σεντούκι πούχε τα εργαλεία του, είτε πλαγιαστός απάνω στο χώμα. Κι’ από τα λιγοστά λεφτουδάκια που έπαιρνε για τα κονίσματα που έκανε, για τη συντήρησή του ξόδευε τα πιο λίγα, και τ’άλλα τάδινε κρυφά στους φτωχούς.
  Πήγανε λοιπόν από τη Νάξο δυό τρεις ευλαβείς χριστιανοί και τον παρακαλέσανε να πάγει και στο νησί τους. Και δεν τον γνωρίσανε, γιατί είχε αλλάξει ολότελα το πρόσωπό του από τα γένεια κι’ από τα μαλλιά κι’ από τη μεγάλη εγκράτεια, και πιο πολύ από την αγιοσύνη. Και κείνος χάρηκε πολύ, και σαν βρέθηκε μοναχός του έκλαψε και φχαρίστησε τον Θεό, γιατί ήτανε φανερό πως θέλημά του ήτανε να πάγει στην πατρίδα του να δοκιμαστεί η πίστη του «ως χρυσός εν χωνευτηρίω».
  Βγήκε λοιπόν στη Νάξο, έξη χρόνια από τότε που γίνηκε καλόγερας. Οι θεοφοβούμενοι χριστιανοί κατεβήκανε και τον πήρανε από τη βάρκα, κι’ ο καθένας ήθελε να τον πάρει στο σπίτι του, για νάχει την ευλογία του. Πλην ο Χριστός έδειξε πάλι πως τον θεωρούσε στερεόν στην πίστη του και ήρθανε τα πράγματα τέτοιας λογής, ώστε να τον βάλουνε οι πιτρόποι της εκκλησίας σ' ένα κελλί που ήτανε αντίκρυ στο σπίτι του.
Δεν περάσανε δυό τρεις μέρες και πήρε παραγγελιά να ζωγραφίσει κάμποσες εικόνες, κ' έπιασε και δούλευε. Τη μέρα ήτανε κλεισμένος στο κελλί του και δεν κύταξε καθόλου από το παράθυρο. Μοναχά τη νύχτα, σαν ανάβανε τη λάμπα στο σπίτι του, καθότανε στα σκοτεινά δίχως να τον βλέπουνε, και κύτταζε μέσα τη χήρα τη γυναίκα του και τα παιδιά του μαυροντυμένα, που καθόντανε στο τραπέζι για να φάνε. Τότες τρέχανε σαν βρύσες τα μάτια του, κ' έπεφτε σε προσευχή και παρακαλούσε τον Θεό να τον βαστάξει με το δυνατό χέρι του για να μην λυγίσει, ώστε να βγάλει πέρα τούτον τον μεγάλον αγώνα που ήτανε παραπάνω απ' όσο μπορεί να αντέξει άνθρωπος. Γονάτιζε, κι’ έκλαιγε γονατιστός. Έλεγε το ψαλτήρι κ' η καρδιά του σα νάθελε να βγει
από το στήθος του, σαν περιστέρι να πετάξει. Που να πετάξει; στο σπίτι του η στο Θεό, που είπε «όποιος αγαπά πατέρα η μητέρα η γυναίκα η παιδιά περισσότερο από εμένα, αυτός δεν είναι άξιός μου; Κι’ έλεγε με κλάψιμο:
«Έως τίνος θήσομαι οδύνας εν τη καρδία μου, ημέρας και νυκτός; Επίβλεψον, εισάκουσόν μου, Κύριος ο Θεός μου. Φώτισον τους οφθαλμούς μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον μήποτε είπη ο εχθρός μου: Ίσχυσα προς αυτόν. Κύριε, εν σοι ρυσθήσομαι από πειρατηρίου, και εν τω Θεώ μου υπερβήσομαι τείχος. Συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με. Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη. Πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ' εμέ διήλθον. Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς, και πετασθήσομαι, και καταπαύσω; Ο Θεός, την ζωήν μου εξήγγειλά σοι, έθου τα δάκρυά μου ενώπιόν σου. Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι. "Οτι ερρύσω την ψυχήν μου εκ του θανάτου, τους οφθαλμούς μου από δακρύων, τους πόδας μου από ολισθήματος. Εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου, εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου».
Κι’ από τον πολύν αγώνα τον έπαιρνε ο ύπνος κατά τα ξημερώματα. Κι’ άνοιγε τα μάτια του κι’ έβλεπε τη μέρα που γλυκοχάραζε και στάλαζε ειρήνη στην καρδιά του, σαν νάτανε άλλος άνθρωπος. Έβαζε με τον νου του το θρήνο που έκανε τη νύχτα, κι’ έλεγε με σιγανή φωνή: «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, και εις το πρωί αγαλλίασις. Κύριος εγεννήθη βοηθός μου. Έστρεψας τον κοπετόν μου εις χαράν εμοί, διέρρηξας τον σάκκον μου και περιέζωσάς με ευφροσύνην».
Έτσι περνούσανε οι μέρες. Και δυνάμωνε η ψυχή του, τόσο, που απορούσε και δόξαζε τον Θεό. Γιατί έφταξε να καλημερίζει τ' αγοράκι του που έβγαινε το πρωί από το σπίτι του να πάγει να δουλέψει σ' ένα τσαγκαράδικο, και το μικρό το κοριτσάκι του που ήτανε βυζανιάρικο τον καιρό που θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στο κελλί του και του φιλούσε το χέρι και κουβεντιάζανε μαζί. Ήτανε τότε ως έξη χρονών και το λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπόν η Καλλιοπίτσα, στον παπού, και τούδινε κρύο νερό από τη στέρνα, και σαπούνιζε και τις βρούτσες που ζωγράφιζε, και δεν ήθελε να φύγει από κοντά, σα νάνοιωθε πως την τραβούσε το αίμα. Και κει που μιλούσανε, ώρες ώρες γύριζε ο Πάτερ Γεράσιμος το πρόσωπό του και σφούγγιζε τα μάτια του, κ' έλεγε πάλι: «Κτηνώδης εγενήθην παρά σοι• καγώ διαπαντός μετά σου, ήγουν: «Σαν τ' αναίσθητο το ζώο γίνηκα για σένα, Θεέ μου, μα εγώ παντοτινά είμαι μαζί  σου».
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα του κελλιού του, και σαν άνοιξε, βλέπει μπροστά του τη γυναίκα του. Και σαν νάτανε από πέτρα κι' όχι άνθρωπος με κορμί, δεν απόδειξε τίποτα, κι' ούτε ταράχτηκε στο παραμικρό. Και κείνη δεν τον γνώρισε ολότελα, και του λέγει: «Καλή μέρα, γέροντα», και φίλησε το χέρι του. Και κείνος της λέγει: «Ο Θεός να σε ευλογεί, τέκνο μου». Και σαν μπήκανε μέσα, κάθισε ο Πάτερ Γεράσιμος στο σκαμνί του, και κείνη κάθισε ντροπαλή και πικραμένη στο σεντούκι. Και θέλοντας να μιλήσει η κακομοίρα δάκρυσε. Η γυναίκα που δεν τον γνώρισε τον άντρα της, δάκρυσε, και κείνος που τη γνώρισε, δεν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα απόδειξε, παρά καθότανε με χαροποιό πρόσωπο, σαν τους μάρτυρες την ώρα που τους καίγανε και που ξεσκίζανε τα κορμιά τους. Λέγει του η γυναίκα δακρυσμένη: «Ήρθα, γέροντα να σε παρακαλέσω να μου φτιάξεις μιαν εικόνα τ' άγιου Γιώργη, σε μνημόσυνο του μακαρίτη τ’ αντρός μου, που πνίγηκε ανήμερα τα Χριστούγεννα πριν από έξη χρόνια». «Μετά χαράς», λέγει ο καλόγερας. «Βοήθεια σου. Μα δεν είναι καλό να κλαις, γιατί βαραίνεις την ψυχή του. Είσαι χήρα γυναίκα, δεν θέλω τίποτα για τον κόπο μου». Η γυναίκα τούκανε μετάνοια κ' έφυγε.
Την άλλη μέρα πρωί πρωί ο Πάτερ Γεράσιμος έβαλε μπροστά την εικόνα. Όσον καιρό τη δούλευε, τα μάτια του τρέχανε σαν βρύσες, οι μπογιές με τα δάκρυα ήτανε ζυμωμένες. Στο απάνω μέρος ζωγράφισε τον άγιο Γιώργη αρματωμένον και θλιμμένον καβάλλα στ' άλογο, κι' από κάτω το θεριό λαβωμένο από το κοντάρι του, κ' η βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ' έμοιαζε την Καλλιοπίτσα. Και στο κάτω μέρος χώρισε ένα μέρος, και ζωγράφισε ένα καράβι που βούλιαζε, και τρεις ναύτες που θαλασσοπαλεύανε μέσα στ' άγρια τα κύματα, κ' έγραψε: «Το ναυάγιον». Και σε μια γωνιά έγραψε πάλι τούτα τα λόγια: «Υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του δούλου του Θεού Γεωργίου Αντρή ον περ κατέπιε υδατόστρωτος τάφος, εν έτει 1864, μηνί Δεκεμβρίω 25». Κι' από κάτω έγραψε «Δια χειρός Γερασίμου μοναχού του αμαρτωλού. Έτους 1870».
  Ύστερα από κανέναν μήνα, ο Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε από τη Νάξο για να γυρίσει στο Όρος. Περνώντας από τη Σύρα έγραψε στη γυναίκα του πως έμαθε από έναν άλλον καλόγερα πως ο Καπετάν Γιώργης ζει και πως είναι στο Όρος, και πως να στείλει εκειπέρα το γυιό της τον μεγάλο για να του δώσει τις παραγγελιές του. Σαν γύρισε πίσω στη σκήτη της μετανοίας του, πήρε ένα γράμμα από το γυιό του πως σε λίγες μέρες θα πήγαινε να τον ανταμώσει. Κατέβηκε στη Δάφνη και τον περίμενε. Σαν βγήκε από τη βάρκα, τον καλωσόρισε ο Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε και κουβεντιάζανε για τη Νάξο, για το σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτούσε το παιδί: «Πότε θάρθει, γέροντα, ο πατέρας μου;» Και κείνος τούλεγε: «Πήγε ως του Ξηροποτάμου, κι' όπου νάνε θάρθει». Πάλι σε λίγο ξαναρωτούσε : «Πότε θάρθει, γέροντα, ο πατέρας μου;» Όπου σε μια στιγμή, τον πήρανε τα δάκρυα τον γέροντα, και λέγει του παιδιού του: «Εγώ είμαι, παιδί μου, ο πατέρας σου, εγώ ήμουνα μια φορά ο καπετάν Γιώργης. Μα θάμουνα πνιγμένος αν δε με γλύτωνε ο Θεός, κ' έταξα να γίνω καλόγερας. Τώρα εσύ δεν είσαι ορφανό, μα εγώ είμαι πια πεθαμένος για τον κόσμο. Έτσι θέλησε ο Παντοδύναμος που είπε πως θαν αφήσει γονιούς και παιδιά και γυναίκα όποιος τον αγαπά. Γεννηθήτω το θέλημά του».
                                                                                                                      
     Φώτης Κόντογλου, Χριστούγεννα 1949 

πηγή