Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Ω, ατέλειαι των ανθρώπων!

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgnyej1aSR8UA-ad_zbWRJnHAQBMZbZSDUwBi2L-BEmtV0PAFpK1jsDZnouDq-xOezF4xdJOZ4_fAvQ6W_8HbFVAGLCR2spnM7Q1GH9uXKi-hc4vTSxc-jvhyphenhyphenRoq62bdqC_OdtyE_OQFjo/s960/2%252C2.jpg 
 Α.Παπαδιαμάντης: "Ο ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου"
 Διήγημα



Στο προαύλιο του ναϊδρίου  της Παναγίας της Πρέκλας στο Κάστρο της Σκιάθου, έχει εγκατασταθεί ένας παράξενος ερημίτης-καλόγηρος . Πρόκειται για τον  Φραγκούλη Κ. Φραγκούλα, έναν  πρώην προύχοντα του νησιού που τώρα έχει ξεπέσει  . 
Ο Φραγκούλης στοχάζεται, παραμονή του Δεκαπενταύγουστου,  μέσα στη γαλήνια  ερημία του ερειπωμένου χώρου, τα τραγικά συμβάντα της ζωής του ,  που τον οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή και την εγκατάλειψη της συζυγικής εστίας, με τελειωτικό χτύπημα  την απώλεια της αγαπημένης του μικρής θυγατέρας, και ζητά από την Παναγία να έρθει "βοηθός και σώτειρα", για να τον προφυλάξει από τις αιώνιες συμφορές...

Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, είς έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον-εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ.Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.
Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενήντα πέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.
Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.

Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός , υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτο υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.
Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186... εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ’ ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ’ αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;
Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφιών ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι’ όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ’ επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τον έτρωγαν!». Είτα, αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρή κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.
Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ’ έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασιν, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκε προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς.

Αλλ’ επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κι εμπορεύοντο κι εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν η ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημισεία, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ’ εαυτών και τα κτήματα.
Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ’ επ’ εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισταί προθύμως του έδιδαν, αλλ’ απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε κατ’ αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου... Πλην φευ! αυτός δεν ήτο μόνος καϋμός του…
Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ’ ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του... Είχε πρόσφατον πένθος.

-Α! Τώχασα το καϋμένο μ’, το ευάγωγο, τόχασα!...
Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάξη. Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν –το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών- του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών...
Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνο του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτο ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας –και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν- σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρυίνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν του. Ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη δεν είχε αναφανεί εις τα μέρη αυτά.
Ήτον παραμονή της εορτής, ότε θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλας διά τον κόπον του εν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδον αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ’ άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τα εισέπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του...
Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν... και ανελογίζετο πώς, άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από τη γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλας.
-Τόχασα, το καημένο μου, το ευάγωγο, τόχασα!...

Ω, δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν –την οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα- όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνην της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη... Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του και εθλίβετο... Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν... Τον παλαιόν καιρόν, προ του Εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν’ ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ’ όλον τον Δεκαπενταύγουστον...
Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.

Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα , τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη».
Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους,ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:
«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε
Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,
Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα»,

...Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων...». Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως...
Ο γέρο-Φραγκούλας επίστευε και έκλαιεν... Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει... Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχε αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτσα του... και την ηγάπα ακόμη. Αλλ’ όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω, ατέλειαι των ανθρώπων!

Τώρα εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι! ». Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κι εξηκολούθουν να τίκτουν...
Ανελογίζετο αυτά, κι έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», -όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι προ δεκαπέντε ετών... Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.

Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της. πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου. Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου κι εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον... Και τότε ο Φραγκούλης ήτο σαράντα χρόνων και τώρα ήτο πενηνταπέντε.
Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ’ είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν’ αγαπήση... Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ’ έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν του, το Κουμπώ, «το καϋμένο το ευάγωγο!».
Εκείνην την φοράν, ο παππά-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς:
-Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.
-Τι τρέχει, παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις εμάντευσε πάραυτα.
-Θα σου έλθει τ’ ασκέρι... Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα…
Ο παπάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλη· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; -καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.
-Θάρθη μαζί κι’ η μάνα τους;
-Βέβαια... πιστεύω, είπεν ο παππάς.

Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και άρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσερα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον συζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά –εις ευτελές δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, το οποίον ονόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ’ έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.
Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον Ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κι εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.

Ήδη ενύκτωνε και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ’ ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κι’ εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!».
Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή εξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού, του ψάλτου και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κι εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η Ακολουθία της Αγρυπνίας.

Ο Φραγκούλης ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας, όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος –όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ – Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγει κι αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ – Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον». Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ’ ημών». Είτα έψαλε Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την θείαν Κοινωνίαν, και εις την λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοθινωνικόν κτλ. κτλ.
Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήταν χθες, ο γερο-Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις την ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχον κολλήσει πολλά και χονδρά; κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περικοκλάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίτσας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχον λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιά το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος κι επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μη πατή τα κηρία, γιατί είναι κρίμα.
Τότε εις των παρεστώτων υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες είς το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα –και όστις ελέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος-, ηκούσθη να λέγη ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!... η νύχτα μεγαλώνει... ισημερία τώρα κοντεύει... έχει νύκτα...»
Αλλ’ αι γυναίκες, ενώ ήξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννοούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία», αφού άπαξ είναι αγορασμένα και πληρωμένα και είναι μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ’αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι’ εν θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία –και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί και μη αμαρτάνης...»

Την ίδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ’ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν επέτρεπε να πη κ’ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κι εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου) έλαβε το θάρρος να κάμη παρατήρησιν.
- Πειο σιγά, πιο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να λες το Κύριε ελέησον, γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν αι γυναίκες να τ’ ακούνε.

Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παπάν να γράψη. Εννοούσαν να τ’ ακούη κι ο Θεός, κι η Παναγία, κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν’ ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ’ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατά του παππά, κι’ ο παπάς αν ήθελε να φάγη κι άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με τις ενορίτισσες.
Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά:
- Πατέρα, άφησε και τον μπαρμπα – Δημητρό να ψάλλη «Κύριε ελέησον!».
Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγει:
- Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».
Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν ήξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το «Κύριε ελέησον» λέγεται τρις και πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παππάς εβιάσθη ν’ απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και διά να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: «... υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.

Τέλος μετά την λειτουργίαν ο παπάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ’ έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.
Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.
Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή.
- Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λεγ’ η μητέρα, ζωνταρφανά.
Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:
- Τάμαθες, πατέρα; ... Θα παντρέψουμε τ’ Αργυρώ μας ... Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είναι πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ’ Αργυρώ μας ... για να μην κακιώση ο γαμπρος! ...
Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κι εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν
την Αργυρώ, είτα μετ’ ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν ... Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου και μ’ ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμο της πρωτοτόκου.

Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν’ αγαπήση με την μητέρα.
Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν:
- Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα ... Είναι κάτι κακές γυναίκες εκεί στον μαχαλά στο δρόμο που περνώ, και τις άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της…». Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα...
Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.
-Τι έχεις κορίτσι μου; της είπεν ο πατήρ της.
-Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω απ’ τον καημό μου!
-Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.

Τω όντι,, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ’ η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχεν δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθεν παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της διά να χαρή, ήτο αργά πλέον. Η τρυφερή παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με τη λαλιάν εις το στόμα.
-Πατέρα! Πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία ... με την μητέρα μαζύ!...
Είπε και απέθανε!
Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του ... Κατόπιν απεσύρθη, κ’ εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν ...

Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον να γίνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο μίαν τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί!». Μόνον εν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως ... και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».
Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν... αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το καλλίτερον κτήμα –ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα, με νερόμυλον –και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν.«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...»
Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και επεκαλείτο μεγάλη τη φωνή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα:

«Αντιλαβού μου και ρύσαι
των αιωνίων βασάνων...»

Πρώτη δημοσίευση :  Περιοδικόν Παναθήναια , 15 Αυγούστου 1906 , τχ 141-142 .

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ο ΑΝΑΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

 http://olympiada.files.wordpress.com/2014/08/wpid-20140814121904.jpg

 

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης Τον Δεκέμβριο του 1998, λίγους μήνες πριν από τον μεγάλο σεισμό της Τουρκίας στις 17/8/1999, το νησί των Πριγκιποννήσων, Burgaz, η Αντιγόνη στα ελληνικά, είχε συγκλονιστεί από ένα καταπληκτικό γεγονός. Το νησί αυτό ήταν κάποτε καθαρά ελληνικό, αλλά σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι Έλληνες και Τούρκοι από διάφορες περιοχές της Τουρκίας. Το νησί έχει μια ορθόδοξη εκκλησία, τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, τον αγαπητό μαθητή του Χριστού και της Παναγίας, αυτόν που ο Θεάνθρωπος άφησε όταν σταυρώθηκε σαν τον υιό και προστάτη στην Μητέρα Του. Ο ναός δεσπόζει μπροστά σου καθώς πλησιάζεις στο νησί από την θάλασσα από την Κωνσταντινούπολη. Την περίοδο εκείνη, κάθε βράδυ έξω από την εκκλησία και σε όλη την γύρω περιοχή ακούγονταν έντονα μια αναπνοή αγωνίας η οποία φούσκωνε και ξεφούσκωνε σαν να αναστέναζε. Ήταν ένας μεγάλος αναστεναγμός. Οι Τούρκοι κάτοικοι της περιοχής είχαν ανησυχήσει αλλά δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να πάρουν… ιατρικά ακουστικά και αφού πλησίαζαν τους εξωτερικούς τοίχους της εκκλησίας, προσπαθούσαν να αποκαλύψουν την πηγή των ηχηρών αυτών αναστεναγμών, που τους είχαν αναστατώσει.
Η φημολογία είχε οργιάσει στο νησί αλλά το εκπληκτικό ήταν ότι οι ίδιοι οι Τούρκοι ομολογούσαν ότι ο αναστεναγμούς αυτός επρόκειτο για την φωνή της Παναγιάς, της Ανά Μαριέμ στα τουρκικά, που ήθελε να προειδοποιήσει ότι επέκειτο μια μεγάλη καταστροφή. Το νέο έφτασε και στην Κωνσταντινούπολη και ένας γνωστός Τούρκος δημοσιογράφος, ο Sadettin Teksoy από το τουρκικό κανάλι STAR, αποφάσισε να πάει στο νησί να ερευνήσει την υπόθεση. Αφού έφτασε εκεί, πήγε στην εκκλησία την ώρα που ο ελληνορθόδοξος ιερέας τελούσε σχεδόν μόνος του τον εσπερινό. Ο Τούρκος δημοσιογράφος αφού περίμενε να τελειώσει η τελετή, τον πλησίασε και τον ρωτήσει τι νομίζει πως συμβαίνει. Ο ιερέας απάντησε πως πραγματικά ακούγεται κάθε βράδυ ένας ηχηρός αναστεναγμός, αλλά δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει την πραγματική αιτία, ενώ από το ύφος του έδειχνε πως δεν θα ήθελε να εμπλακεί σε πιθανή πρόκληση προς το θρησκευτικό αίσθημα των μουσουλμάνων Τούρκων. Ο δημοσιογράφος όμως επέμενε και τελικά αφού στήθηκε επί ώρες στο περίγυρο του ναού κατάφερε να μαγνητοφωνήσει το αναστεναγμό ενώ πήρε και αρκετές συνεντεύξεις από Τούρκους κατοίκους του νησιού. Ένας από αυτούς, ο τότε διευθυντής του σχολείου, δήλωσε μπροστά στην κάμερα ότι εδώ και πολλά χρόνια στο Μπουργάζ ζούσαν πολλοί Έλληνες και το νησί ήταν καθαρά ορθόδοξο χριστιανικό, γι’ αυτό έχει και μια μεγάλη χριστιανική παράδοση και πρόσθεσε με έμφαση, «Τώρα, ίσως η Παναγία των χριστιανών ήρθε ξανά πιθανώς θέλοντας να κάνει μια παρέμβαση και να προειδοποιήσει ότι έρχονταν μια μεγάλη συμφορά». Αυτά από ένα Τούρκο, (υπάρχουν στο αρχείο μας τα σχετικά video). Και πράγματι η μεγάλη συμφορά ήρθε πολύ γρήγορα. Οχτώ μήνες μετά, μια μόλις μέρα μετά την μεγάλη γιορτή της Παναγίας, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο μεγάλος σεισμός στις 17 Αυγούστου του 1999 έπληξε την Τουρκία με πολλές χιλιάδες θύματα. Για τους Τούρκους της Αντιγόνης ο «αναστεναγμός της Παναγίας» ήταν η μεγάλη προειδοποίηση γι’ αυτή την επερχόμενη μεγάλη φονική καταστροφή.
Αλλά ο σεισμός αυτός είχε και μια άλλη, πολύ σημαντική και πολύ σημαδιακή διάσταση. Να θυμηθούμε ότι την περίοδο εκείνη, παραμονές του σεισμού, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν στο ναδίρ. Είχε προηγηθεί η κρίση των Ιμίων το 1996 και στη συνέχεια η μεγάλη κρίση του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Πολλοί πίστευαν τότε ότι οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι για την μεγάλη έφοδο προς την χώρα μας. Πράγματι οι πληροφορίες ανέφεραν ότι οι Τούρκοι ετοίμαζαν μια μεγάλη επιχείρηση-πρόκληση στο Αιγαίο με «αιχμή του δόρατος» για την πρόκληση το τουρκικό ναυτικό. Αυτό όμως που επακολούθησε σίγουρα τους χάλασε τα όποια σχέδια τους. Και πράγματα ότι έγινε εκείνο το βράδυ ήταν πολύ σημαδιακό.
Στις 16 Αυγούστου 1999, δηλαδή το βράδυ του μεγάλου σεισμού στην ναυτική βάση του Gölcük γίνονταν η μεγάλη τελετή αλλαγής της ηγεσίας του Επιτελείου Ναυτικού της Τουρκίας. Στον ναύσταθμο ήταν συγκεντρωμένες αρκετές τουρκικές φρεγάτες, ενώ μεγάλος αριθμός ανωτάτων αξιωματικών του τουρκικού ναυτικού παρακολούθησαν την τελετή. Γύρω στις 3 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα άρχισαν οι σεισμικές δονήσεις. Εκείνη την στιγμή και ενώ οι περισσότεροι στην βάση ησύχαζαν μετά τις τελετές, αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι είχε παρατηρηθεί μια μεγάλη πηγή φωτιάς να ξεπηδάει από το έδαφος πολύ κοντά στην ναυτική βάση και σε μεγάλο ύψος. Μέχρι σήμερα κανείς από τους ερευνητές δεν μπόρεσε να εξηγήσει την αιτία και την προέλευση αυτής της φωτιάς. Το κυρίως κτίριο της βάσης κλονίστηκε συθέμελα και αμέσως κατέρρευσε από τις σεισμικές δονήσεις με ένα τρομακτικό και ανατριχιαστικό θόρυβο εν μέσω κραυγών απελπισίας. Στα ερείπια του έθαψε ένα μεγάλο μέρος της αφρόκρεμας του τούρκικου ναυτικού. Όπως ανέφερε με επίσημη ανακοίνωση το τουρκικό Επιτελείο Ναυτικού από τον σεισμό και την κατάρρευση της βάσης βρήκαν ακαριαίο θάνατο δυο ναύαρχοι, 27 ανώτεροι αξιωματικοί, 136 υπαξιωματικοί, 82 ναύτες, 9 ναυτικοί εμπειρογνώμονες, ένας μαθητής της σχολής Δοκίμων και 126 «ειδικοί εργάτες» της βάσης. Σύνολο 441 άτομα θαφτήκαν κάτω από τα ερείπια της μεγαλύτερης ναυτικής βάσης της Τουρκίας εκείνης της εποχής. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το χτύπημα ήταν καίριο σε μια περίοδο που το τουρκικό ναυτικό ετοιμάζονταν για την μεγάλη εξόρμηση της πλήρης επικράτησης του στο Αιγαίο και σίγουρα θα χρειάζονταν πολλά χρόνια για να ανακτήσει τις δυνάμεις του από το χτύπημα αυτό. Τα ερωτήματα όμως παρέμειναν για την ναυτική βάση του Gölcük και την παράξενη μεγάλη λάμψη που προηγήθηκε δευτερόλεπτα μετά την κατάρρευση μέσα σε εκκωφαντικό θόρυβο του κεντρικού κτιρίου της βάσης. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Τούρκοι δεν επέτρεψαν κανένα ξένο σωστικό συνεργείο να πλησιάσει στην βάση, ενώ είχαν μεγάλη ανάγκη καθώς κάτω από τα ερείπια της βάσης ακόμα αγωνίζονταν να σωθούν εκατοντάδες αξιωματικοί και ναύτες και φυσικά κανένα δημοσιογράφο να βγάλει φωτογραφίες από την καταστροφή. Μόνο ορισμένα Ισραηλινά, «ειδικά εξοπλισμένα» συνεργεία, είχαν τότε την δυνατότητα πρόσβασης. Οι εξηγήσεις που είχαν δοθεί τότε αλλά δεν έγιναν πιστευτές, ήταν ότι δεν ήθελαν να δούνε ξένες κάμερες τις εγκαταστάσεις της βάσης.
Γεγονός ήταν ότι στα ερείπια της ναυτικής βάσης θαφτήκαν οι τότε υπερφίαλες τουρκικές φιλοδοξίες για την «μεγάλη επίθεση» κατά της Ελλάδας, μια μόλις μέρα μετά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

Η προσευχή του Αγίου Ανδρέα δια Χριστόν Σαλόν



για τους άστεγους


Πάτερ, Υιέ και άγιο Πνεύμα, ομόθρονη Τριάς, ομοούσιε και αχώριστε. Σε παρακαλούμε εμείς οι φτωχοί, οι ξένοι, οι γυμνοί και ταλαίπωροι, που για την αγάπη Σου δεν έχουμε σ’αυτή τη ζωή «που την κεφαλήν κλίναι» κάμπτουμε τα γόνατα της ψυχής και του σώματος, της καρδιάς και του πνεύματος, και δεόμεθα και σε παρακαλούμε και σε ικετεύουμε ύψιστε Θεέ, το μέγα όνομα Σαβαώθ. «Κλίνον το ούς σου» αγαθέ και άγιε Δέσποτα, πλαστουργέ, ποιητά, παντοκράτορ, και δέξου με ευμένεια την ικετέρια προσευχή και ταπεινή δέησή μας και καταξίωσέ μας ν’ αγιασθούμε με τη δύναμή Σου και τ’ονομά Σου οικτίρμον, ελεήμον, μακρόθυμε και πολυέλεε Κύριε. Δείξε συμπάθεια στα παραπτώματά που κάναμε είτε με λόγο είτε με έργο είτε με τη διάνοια. Σε παρακαλούμε εύσπλαγχνε, μη μας καταισχύνεις και μη μας απορρίψεις απο το προσωπό Σου εσύ, που απ’την υπερβολική Σου αγάπη κάμπτεσαι στις προσευχές όσων σε αγαπούν.

πηγή 

ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΧΑΡΑΚΩΝΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΔΙΨΑΣΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ

chcchch

ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΣΧΙΖΟΥΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΓΙΑ ΓΛΥΤΩΣΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΑΦΥΔΑΤΩΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΥΤΟ ΗΛΙΟ. ΓΟΝΕΙΣ ΑΝΑΓΚΑΖΟΝΤΑΙ ΝΑ ΞΕΔΙΨΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ.

Πορφύρης Δ / Σταφυλά Π

Γονείς κόβονται για να πιούν τα διαψασμένα παιδιά τους από το αίμα τους. Άλλοι πεθαίνουν από αφυδάτωση κι άλλους τους θάβουν κάτω από τους βράχους. Αυτές είναι μόνο κάποιες από τις τρομακτικές ιστορίες των κουρδόφωνων ιρακινών που έχουν διαφύγει στα βουνά για να γλιτώσουν από τους τρομοκράτες. Περίπου 6.000 με 8.000 πρόσφυγες κατάφεραν να φθάσουν στον καταυλισμό της επαρχίας Dohuk ενώ άλλοι 30000 περιπλανιούνται στο βουνό Sinjar προσπαθώντας να προσεγγίσουν το πρόχειρο καταφύγιο.jbjbjbbj

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της κουρδοβρετανής εθελόντριας Τaban Shoresh που βρίσκεται στον καταυλισμό και υποδέχεται τους νέους πρόσφυγες, οι διηγήσεις τους είναι σπαρακτικές (skynews).

IRAQ-UNREST-YAZIDIS-RELIEF
καταυλισμός στο Dohuk

“Μας είπαν φοβερές ιστορίες. Ένας άνδρας μας διηγήθηκε ότι είδε 4 παιδιά να πεθαίνουν από δίψα. Δεν υπήρχε μέρος να τα θάψουνε κι απλώς τοποθετήσανε βράχους από πάνω τους.”

jbjjjv
αφυδατωμένη γυναίκα αργοπεθαίνει

 “Ένας άλλος άνδρας είπε ότι τα παιδιά ήταν τόσο αφυδατωμένα που οι γονείς έκοβαν τα χέρια τους για να δώσουν στα παιδιά να πιουν από το αίμα τους”.

“Όταν αυτοί οι άνθρωποι φτάνουν μετά από 12 ώρες περιπλάνηση στο προσφυγικό καταυλισμό επιβιώνουν χάρη στο νερό και το φαγητό που τους προσφέρουν οι ντόπιοι. O καταυλισμός διαθέτει μόνο 230 σκηνές δωρεά του δημάρχου του Sinjar και δεν υπάρχει καμιά άλλη υποδομή”.

IRAQ-UNREST-YAZIDIS-RELIEF
καταυλισμός, μάχη για λίγο νερό

“O μόνος τρόπος για να γλιτώσουν αυτοί οι περίπου 30000 άνθρωποι που περιπλανώνται στο βουνό είναι με ελικόπτερα διάσωσης. Δεν έχουν ούτε νερό, ούτε φαγητό, είναι αφυδατωμένοι. Tα παπούτσια τους είναι κατεστραμμένα, δεν έχουν ρούχα και είναι εκτεθειμένοι σε αυτόν τον ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες”.

 

πηγή 

Προσκύνημα της ενορίας Αγίου Αθανασίου Κατούνας στην Ιερά Μονή Προυσού.






πηγή

Η νηστεία του Δεκαπενταυγούστου




«εις τιμήν αποβλέπει της του Θεού Λόγου Μητρός»

Από την 1η Αυγούστου η Εκκλησία εισέρχεται στην περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, η οποία διαρκεί έως τις 14 Αυγούστου. Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι η νηστεία αυτή «εις τιμήν αποβλέπει της του Θεού Λόγου Μητρός, η οποία προγνωρίζουσα την αγίαν της μετάστασιν από τον κόσμον, πάντοτε ηγωνίζεται υπέρ υμών, και ενήστευεν, αν και χρείαν δεν είχε νηστείας, ως καθαρά και πανάμωμος, ζώσα δε αγγελικώς η
υψηλοτέρα και των Αγγέλων και προσευχομένη συνεχώς και πάντοτε δι’ ημάς ικετεύουσα. Διά τούτο και ημείς χρεωστούμεν να νηστεύσωμεν εκμιμούμενοι τον βίον της».
Κατά τη περίοδο αυτή νηστεύουμε όλες τις μέρες τις εβδομάδας, εκτός Σαββάτου και Κυριακής, που γίνεται κατάλυση μόνο οίνου και ελαίου. Ανήμερα της εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου, γίνεται κατάλυση ιχθύος. Επίσης, προβλέπεται κατάλυση ιχθύος αν η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (15 Αυγούστου) συμπέσει ημέρα Τετάρτη ή Παρασκευή.
Η νηστεία κατά τους ιερούς Πατέρες της Εκκλησίας
Όπως για πολλά πράγματα της Εκκλησίας, προκειμένου να τα νοήσουμε ορθά, καταφεύγουμε στη διερμηνεία των σοφότερων της Εκκλησίας, δηλαδή των αγίων Πατέρων και Διδασκάλων της Οικουμένης, έτσι και στο ζήτημα της νηστείας θα ζητήσουμε τη συμβουλή τους, διότι αυτοί, ως θεόπνευστοι φύλακες της Παραδόσεως, μεταλαμπαδεύουν σε μάς ανόθευτη την αγιοπνευματική εμπειρία των μαθητών του Κυρίου και των μεταποστολικών Πατέρων έως σήμερα, ιδίως σε ό,τι αφορά τα πράγματα που σχετίζονται με τη σωτηρία μας. Όσο αφορά, λοιπόν, στη νηστεία, από το πλούσιο πνευματικό καταστάλαγμα των Αγίων μαθαίνουμε ότι είναι αναγκαία για όλους τους Χριστιανούς, και γι’  αυτό η Εκκλησία πολύ νωρίς καθόρισε τις μέρες και τις περιόδους νηστείας.
Η τήρηση της νηστείας, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, είναι αγαθή νοουμένου ότι συμμετέχουμε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Κάθε αποσύνδεση της νηστείας από τη ζωή του Σώματος της Εκκλησίας μπορεί να έχει απρόβλεπτες πνευματικές επιπτώσεις. Για παράδειγμα, παρόλο που μπορεί να εκκλησιαζόμαστε, τηρώντας τη νηστεία χωρίς να ασκούμε τις αγίες αρετές της ταπείνωσης και της ελεημοσύνης ενδέχεται να οδηγηθούμε, σιγά-σιγά, στον φαρισαϊσμό. Στο σημείο, δηλαδή, που να νομίζουμε ότι με το να απέχουμε από ορισμένα φαγητά εκτελούμε το "καθήκον" μας και είμαστε άξιοι να σταθούμε ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού. Επίσης, όπως λένε οι Πατέρες, όταν αμαρτάνουμε και δεν εξομολογούμαστε, στο τέλος, κυριευόμαστε από την απελπισία, με αποτέλεσμα να θεωρούμε εσφαλμένα, μεταξύ άλλων, πως είναι μάταιο να νηστεύουμε ή ότι η νηστεία δεν είναι σπουδαία και σημαντική στη ζωή μας. Ωστόσο, αυτό είναι πράγμα που ο πιστός το κανονίζει σε συνεννόηση με τον πνευματικό του, αφού η νηστεία δεν είναι σωματοκτόνος, όπως λένε οι ιεροί Πατέρες, αλλά μέσο με το οποίο ο άνθρωπος αναμορφώνει το χαρακτήρα του, εργαλείο με το οποίο χαλκεύει τα πάθη του, συμπαραστάτης στην άσκηση των αγίων αρετών του Ευαγγελίου και ασπίδα που αποκρούει τα πονηρά βέλη των διαβόλων.
Ο Μέγας Βασίλειος στον Λόγο B΄, Περί Νηστείας, τονίζει ότι αυτοί που δεν παλεύουν με αίμα και σάρκα, αλλά με τις αρχές, με τις εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκότους τούτου, με τα πνευματικά της πονηρίας, «αυτοί είναι ανάγκη να ασκούνται για τον πόλεμο αυτόν, με τη νηστεία και την εγκράτεια. Διότι, το μεν λάδι παχαίνει τον αθλητή, η δε νηστεία ισχυροποιεί τον ασκητή της ευσεβείας. Ώστε, όσον αφαιρείς από τη σάρκα, τόσον θα κάμεις να απαστράπτει η ψυχή από την πνευματική λαμπρότητα. Διότι, όχι με σωματικές δυνάμεις, αλλά με την καρτερία της ψυχής και την υπομονή στις θλίψεις επιτυγχάνεται η κυριαρχία προς τις αόρατες δυνάμεις. Η νηστεία, λοιπόν, είναι ωφέλιμη για όλο το χρόνο για αυτούς που την προτιμούν, πολύ δε περισσότερο τώρα. Κανείς να μην εξαιρέσει τον εαυτό του από τον κατάλογο των νηστευτών. Σε αυτόν συμπεριλαμβάνονται όλα τα γένη και κάθε ηλικία και όλες οι διαφορές των αξιωμάτων. … Είσαι πλούσιος; Μη βρίζεις τη νηστεία. Μήτε να την αποπέμψεις από το σπίτι σου ατιμασμένη από την ηδονή, για να μη σε καταγγείλει κάποτε στο νομοθέτη των νηστειών και σου επιφέρει πολλαπλάσια την στέρηση από καταδίκη, ή σωματική αρρώστια, ή κάποια άλλη δυσχερή περίσταση. O φτωχός να μην ειρωνεύεται τη νηστεία, διότι από πολύ παλαιά την έχει συγκάτοικο και ομοτράπεζο. Στις γυναίκες, δε, όπως η αναπνοή, έτσι και η νηστεία είναι οικεία και φυσιολογική. Τα παιδιά, όπως τα θαλερά από τα φυτά, με το νερό της νηστείας ας ποτίζονται. Στους οδοιπόρους η νηστεία είναι καλός συνταξιδιώτης. Διότι, όπως ακριβώς η τρυφή τους αναγκάζει να σηκώνουν βάρη, κουβαλώντας μαζί τους τις απολαύσεις, έτσι η νηστεία τους κάνει ελαφρούς και ευκίνητους. … να αρκούμαστε σε αυτά τα αναγκαία, σαν να τρεφόμαστε σε στρατόπεδο. Να αθλείσαι σαν καλός στρατιώτης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
…Προκειμένου, λοιπόν, να νηστεύσεις μη σκυθρωπάσεις φαρισαϊκώς, αλλ’ ευαγγελικώς λάμπρυνε τον εαυτό σου, δηλαδή, να μην πενθείς για τη στέρηση της κοιλιάς, αλλά να χαίρεσαι ολόψυχα τις πνευματικές απολαύσεις. Διότι, γνωρίζεις ότι «η σάρκα επιθυμεί εναντίον του πνεύματος, το δε πνεύμα εναντίον της σάρκας». Επειδή, λοιπόν, αυτά αντιτίθενται μεταξύ τους, ας μειώσουμε την αδυναμία της σάρκας, ας αυξήσουμε δε τη δύναμη των ψυχών, ώστε με τη νηστεία, αφού λάβουμε τα νικητήρια κατά των παθών, να φορέσουμε και τα στεφάνια της εγκράτειας. Η νηστεία χωρίς οινοποσία, χωρίς μέθη. Γι’ αυτό στις μέρες της νηστείας δεν επιτρέπεται η κατάλυση oίνoυ και ελαίου. Εμπρός, κάμε, λοιπόν, τον εαυτό σου άξιο για την τόσο σεμνή νηστεία, μη διαφθείρεις με τη σημερινή μέθη την αυριανή εγκράτεια. Κακός ο συλλογισμός, πονηρή η σκέψη. Κανείς, ενώ πρόκειται να νυμφευθεί γυναίκα σεμνή σύμφωνα με τους νόμους του γάμου, δεν βάζει στο σπίτι του προηγουμένως παλλακίδες και πόρνες. Διότι, η νόμιμος σύζυγος δεν ανέχεται τη συνοίκηση με τις διεφθαρμένες. Μη, λοιπόν, και συ, ενώ αναμένεται νηστεία, οδηγείς πρώτα τη μέθη, τη δημόσια πόρνη, τη μητέρα της αναισχυντίας, τη φίλη του γέλωτα, τη μανιακή, την εύκολη σε κάθε ιδέα ασχημοσύνης. Δεν θα μπει η νηστεία και η προσευχή σε ψυχή, που λερώθηκε από τη μέθη. Τον νηστευτή μέσα στις ιερές αυλές προσδέχεται ο Κύριος, τον μέθυσο σαν ακάθαρτο και ανίερο δεν τον δέχεται. Εάν έρχεσαι μεθυσμένος στη νηστεία, ποιο είναι το όφελός σου; Διότι, εάν σε αποκλείει η μέθη από τη βασιλεία, πού σου είναι, λοιπόν, χρήσιμη η νηστεία;».
Η νηστεία προφυλάσσει τα νήπια, σωφρονίζει το νέο, κάνει σεβαστό το γέροντα, διότι τα γεράματα είναι πιο σεβαστά, όταν στολίζονται με τη νηστεία. Για τις γυναίκες στολίδι ταιριαστό, φυλακτήριο της συζυγικής ζωής, τροφός της παρθενίας. Τρυφερά γέλια και πορνικά, τραγούδια και έξαλλοι χοροί αμέσως από την πόλη απομακρύνονται, σαν να έχουν φυγαδευθεί από κάποιο αυστηρό δικαστή, τη νηστεία.
Η νηστεία είναι η βάση της ειρήνης του κόσμου. Εάν δε όλοι αυτήν εδέχοντο ως σύμβουλο για αυτά, που πρέπει να πράττουμε, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να είναι άκρα ειρήνη σε ολόκληρη την οικουμένη. Ούτε τα έθνη θα επαναστατούσαν μεταξύ τους, ούτε τα στρατεύματα θα έρχονταν σε σύρραξη. Δεν θα κατασκευάζονταν όπλα, εάν επικρατούσε η νηστεία, δεν θα γίνονταν δικαστήρια, ούτε θα φυλακίζονταν μερικοί, ούτε γενικώς θα φιλοξενούσαν οι ερημιές κακοποιούς ή οι πόλεις τους συκοφάντες ή η θάλασσα τους πειρατές.
Εάν όλοι ήταν μαθητές της νηστείας, δεν θα ήταν τόσον πολυστένακτη η ζωή μας και γεμάτη από κατήφεια. Διότι, είναι φανερό ότι θα δίδασκε σε όλους όχι μόνον την εγκράτεια από τα φαγητά, αλλά και της φιλαργυρίας και πλεονεξίας και κάθε κακίας την ολοκληρωτική αποστροφή και αποξένωση. Εάν αυτά είχαν αποβληθεί, τίποτε δεν θα εμπόδιζε με βαθειά ειρήνη και αταραξία ψυχών τη ζωή μας να περάσουμε.
Τι είναι η νηστεία; Η νηστεία, είναι η ομοίωση των Αγγέλων, η συγκάτοικος των δικαίων, η εγκράτεια της ζωής. Αυτή τον Μωϋσή έκαμε νομοθέτη. O, δε, Σαμουήλ είναι καρπός της νηστείας. Αυτή ανέθρεψε τον μεγάλο Σαμψών, και έως τότε που συντρόφευε τον άνδρα, κατά χιλιάδες φονεύονταν οι εχθροί, και κατακρημνίζονταν οι πύλες των πόλεων, και τα λιοντάρια δεν άντεχαν την δύναμη των χεριών του. Όταν, δε, τον κατέλαβε η πορνεία και η μέθη, αιχμαλωτίσθηκε από τους εχθρούς του, και αφού τον τύφλωσαν έγινε παιχνίδι στους δούλους των αλλοφύλων. Αφού νήστευσε ο Ηλίας σταμάτησε τον ουρανό επί τρία χρόνια και έξι μήνες για να μη βρέξει.
Δεχθείτε αυτήν, οι φτωχοί, τη συγκάτοικό σας και ομοτράπεζο. Οι δούλοι, την ανάπαυση από τους συνεχείς καμάτους της υπηρεσίας. Οι πλούσιοι, αυτήν που σας γιατρεύει από τη βλάβη του χορτασμού και με τη μεταβολή κάνει πιο τερπνά αυτά, που από τη συνήθεια περιφρονούνται. Οι άρρωστοι, τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς, το φυλακτήριο της υγείας. Για τούτο οι πιο έμπειροι με τη νηστεία αφαιρούν το πλεονάζον πάχος, ώστε να μη συντριβεί η δύναμη με το βάρος της παχυσαρκίας. Έτσι σε κάθε έργο και σε κάθε σωματική ιδιοσυγκρασία βρίσκεται η ωφέλεια της νηστείας και σε όλα ομοίως αρμόζει, στα σπίτια, στις αγορές, στις νύκτες, στις μέρες, στις πόλεις, στις ερημιές. Αυτή, λοιπόν, που με τόσα μέσα χαρίζει σε μας το καλό, ας υποδεχθούμε με χαρά, κατά το λόγο του Κυρίου, χωρίς να είμαστε κατηφείς, όπως οι υποκριτές, αλλά το χαρωπό της ψυχής χωρίς προσποίηση να δείχνουμε.
Η νηστεία είναι η αρχή της μετανοίας. Δεν αρκεί βεβαίως μόνον η αποχή από τις τροφές, για την επαινετή νηστεία, αλλά ας νηστεύσουμε νηστεία δεκτή, ευάρεστη στον Θεό. Αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από το κακό, η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από το θυμό, ο χωρισμός από τις επιθυμίες, την καταλαλιά, το ψεύδος, την ψευδορκία. H στέρηση από αυτά είναι αληθινή νηστεία…», προσθέτει ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας.
«Η νηστεία προστατεύει κάθε αρετή. Είναι η αρχή του πνευματικού αγώνα, το στεφάνι αυτών που εγκρατεύονται, το κάλλος της παρθενίας και του αγιασμού, η λαμπρότητα της σωφροσύνης, η αρχή της χριστιανικής ζωής, η μητέρα της προσευχής, η πηγή της σωφροσύνης και της φρόνησης. Αυτή διδάσκει την ησυχία και προηγείται όλων των καλών έργων», σημειώνει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
Επιμέλεια: π. Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος.

πηγή

Προσεγγίζοντας την ορθόδοξη Μητέρα.

 

Πρεσβυτέρας Αγαθής Μάγγανου-Χριστοδούλου*
 
Σας καλησπερίζω κι εγώ με τη σειρά μου και σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς που μου κάνατε την τιμή να βρίσκομαι απόψε κοντά σας, σ’αυτή την όμορφη παρέα και στο ζεστό σας χώρο, για να προσεγγίσουμε όλοι μαζί αυτή την εργάτρια του Ευαγγελίου, μια λαξεύτρια της παιδικής ψυχής, την Ορθόδοξη Χριστιανή μητέρα. Όμως, πριν φτάσουμε σε αυτή πρέπει πρωτίστως να ξεκινήσουμε απότην ευλογημένη συζυγία. Μία συζυγία, η οποία δεν είναι ένας βίος ανθόσπαρτος, όπως ορισμένες φορές λανθασμένα ευχόμαστε στα νιόπαντρα ζευγάρια, γιατί η συζυγία, όπως όλοι θα γνωρίζετε, αλλά και όπως το λέει και η ίδια η λέξη είναι «συν+ζυγός», δηλαδή είναι ένα φορτίο, το οποίο καλούνται να σηκώσουν με αγάπη και υπομονή δύο άνθρωποι.

Δύο άνθρωποι, οι οποίοι μέχρι χθες ήταν ολότελα ξένοι, με διαφορετικούς χαρακτήρες, παρελθόν, ήθη και έθιμα, ακόμα και πατρίδες, με ελεύθερη βούληση και πάντοτε με τη Θεία ευλογία, αποφασίζουν να πορευθούν μαζί στη ζωή. Ζωές παράλληλες, σήμερατέμνονται! Σώματα δύο, γίνονται ένα! «῏Ω μακαρία δυάς! … λένε οι Πατέρες… ῏Ω ἀγάπη ἀστείρευτη!» … που ολοκληρώνεσαι και καθαγιάζεσαι μέσα από το μυστήριο του γάμου! 
Μέσα σε αυτό το ευλογημένο πλαίσιο, οι δύο άνθρωποι ενώνονται σε ένα ψυχοσωματικό σύνολο και παλεύουν όχι μόνο να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, αλλά και να συναντήσουν το Θεό. Από την ένωση αυτή επέρχεται ως υψίστη ευλογία του Θεού, η τεκνογονία. Ο μικρός και φθαρτός άνθρωπος, καθίσταται συνδημιουργός του Θεού και προσφέρει αυτό που έχει, το φθαρτό, το σώμα. Οι άνθρωποι προσφέρουν την ύλη-σώμα και ο Θεός την αθάνατη ψυχή. 

Μπορεί άραγε η ανθρώπινη διάνοια να συλλάβει το ύψος της κλήσεως και της τιμής; Ο Θεός δεν μας έχει ανάγκη. Θα μπορούσε να βρει ένα οποιοδήποτε άλλο τρόπο για να δημιουργήσει νέους ανθρώπους. Όμως δεν ήθελε να μας παραμερίσει. Ήθελε να καθαγιαστούμε κι εμείς μέσα από τους νέους ανθρώπους. Πατέρας, Μητέρα! Υπάρχουν λέξεις πιο σπουδαίες από αυτές; Μεταξύ όλων των λαών, οι γονείς είναι πρόσωπα σεβαστά και ιερά. Τι έλεγε ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης; «Οὐκ ἔστι μητρὸς οὐδὲν ἥδιον», δηλαδή «Δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό από τη μητέρα». Σπουδαίο πράγμα η μητρότητα, μα τι είναι στ’αλήθεια; Μητρότητα σημαίνει εκούσια θυσία. Η θυσία όμως αυτή είναι ηθελημένη και υψίστη και θα πληρωθεί με μεγάλη αμοιβή από το Θεό.

Αν ήθελε κάποιος να μιλήσει για τις θυσίες που κάνουν οι μητέρες, θα μπορούσε να μιλάει μέρες και να γράψει τόμους. Πόσες μητέρες στις μέρες μας, στο άκουσμα ότι πάσχουν από μια ανίατη ασθένεια και ότι θα πρέπει να κάνουν διακοπή της κυήσεώς τους, δε θυσιάζουν το «εγώ» τους και τον εαυτό τους και αρνούνται κατηγορηματικά να θυσιάσουν το σπλάγχνο τους για να σωθεί η ζωή τους; Πόσες ακόμη δεν έχουν θυσιάσει και τη ζωή τους; Σε πρόσφατο σεισμό, όταν μια μητέρα κατάλαβε ότι το σπίτι της επρόκειτο να καταρρεύσει, προστάτευσε το μωρό της με το ίδιο της το σώμα και όταν, δύο μέρες μετά, οι διασώστες ανέσυραν το βρέφος ζωντανό αλλά τη μητέρα νεκρή, διάβασαν στην οθόνη του κινητού της δύστυχης μάνας: «Αν επιζήσεις, να ξέρεις ότι σ’αγαπώ!» Πριν ξεψυχήσει, άφησε στο παιδί της παντοτινή κληρονομιά δυο λόγια αγάπης! Αλλά και πριν πολλά χρόνια, τη μετακατοχική περίοδο, σε μια πόλη της Αθήνας, μια φτωχή μάνα, στην προσπάθειά της να ηρεμήσει το νεογέννητο αγοράκι της που έκλαιγε σπαρακτικά γιατί πεινούσε, αποφάσισε να το θηλάσει, ενώ δεν είχε γάλα. Λίγη ώρα μετά, έντρομη διαπίστωσε πως το πρόσωπο του μωρού ήταν γεμάτο κόκκινα στίγματα. Βλέποντάς το ο γιατρός, συγκινημένος, της λέει: «Καημενούλα μου, τα κόκκινα αυτά στίγματα είναι το αίμα της καρδιάς σου!» Χιλιάδες τέτοια παραδείγματα θα μπορούσε να αναφέρει κανείς…
Στο σημείο όμως αυτό, ένας σύγχρονος παιδαγωγός έρχεται να εξυψώσει την ορθόδοξη χριστιανή μητέρα λέγοντας: «Δώστε μου μητέρες χριστιανές και μπορώ να αναμορφώσω τον κόσμο!» Γιατί δεν λέει ικανές μητέρες; Γιατί ζητά μητέρες χριστιανές ο μεγάλος αυτός παιδαγωγός; Μα γιατί οι χριστιανές μητέρες, ύστερα από το Θεό, είναι οι σπουδαιότερες εργάτριες, που λαξεύουν τις παιδικές ψυχές και εμπνέουν ιδανικά, αγωνιζόμενες να μορφώσουν τα τέκνα τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου»!

Αυτό το σκοπό είχαν και οι άγιες μητέρες των Τριών Ιεραρχών, τα τέκνα των οποίων η Εκκλησία μας εόρτασε πριν λίγες μέρες. Θα τις αναφέρουμε για να μας εμπνεύσουν και για να μπορέσουμε να τις ακολουθήσουμε.

Πρώτη, η αγία Εμμέλεια, η μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου. Μητέρα δέκα τέκνων εκ των οποίων τα πέντε άγιοι της Εκκλησίας μας! Όπως έλεγε και το όνομά της, «ἐν+μέλος» υπήρχε σε όλη τη ζωή της αρμονία. Η ζωή της όμως, δεν ήταν καθόλου εύκολη. Λίγο μετά τη γέννηση του δέκατου παιδιού της, του αγίου Πέτρου Σεβαστείας, ο σύζυγος της Βασίλειος, πεθαίνει και μένει μόνη να μεγαλώσει τα τέκνα της. Λίγο αργότερα, χάνει και ένα από τα μικρότερά της αγόρια, και λίγο πιο μετά χάνει τον αγαπημένο της γιο, τον άγιο Ναυκράτιο, ο οποίος ήταν μοναχός και πνίγηκε κατά τη διάρκεια ψαρέματος. Μένει μόνη να μεγαλώσει τα οκτώ της παιδιά. Δεν το έβαλε κάτω ούτε μια στιγμή. Από μικρά τους έλεγε ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους μάθαινε να προσεύχονται, να ψάλλουν ύμνους της Εκκλησίας, να εκκλησιάζονται τακτικά. Τα παρακολουθούσε ως άγρυπνος φρουρός, έχοντας πάντα στο νου της ότι μπροστά της δεν είχε μόνο σώματα, αλλά αθάνατες ψυχές. Όταν κάποτε ο άγιος Βασίλειος αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη ρητορική εκτός από τις άλλες επιστήμες που είχε σπουδάσει, εκείνη με κλάματα και αγάπη και τη βοήθεια της κόρης της αγίας Μακρίνας, κατόρθωσε να τον μεταπείσει, αλλά και να αξιωθεί να τον δει Επίσκοπο Καισάρειας.

Δεύτερη, η Νόννα, η μητέρα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η γυναίκα των προσευχών και των δακρύων. Βρέθηκε μπροστά σε δύο μεγάλους σταυρούς: Ο σύζυγός της Γρηγόριος ήταν αιρετικός, οπαδός του συστήματος των Υψισταρίων, το οποίο συνδύαζε ειδωλολατρικά και ιουδαϊστικά στοιχεία. Δύο κόσμοι αντίθετοι. Ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε το χωρισμό. Χρόνια ολόκληρα προσευχόταν με πίστη και ο καλός Θεός όχι μόνο άκουσε τις προσευχές της, αλλά την αξίωσε να δει το σύζυγό της Επίσκοπο Ναζιανζού! Εδώ να υπενθυμίσω στην αγάπη σας ότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια εποχή όπου η Εκκλησία ανεδείκνυε έγγαμους Αρχιερείς έως το 691 μ.Χ. με τη Σύνοδο της Πενθέκτης. Αλήθεια πόση χαρά και ευτυχία απήλαυσε η Νόννα! Τα χρόνια όμως περνούσαν κι ενώ το σπίτι της ήταν γεμάτο αγαθά, έλειπε ο θησαυρός που ποθούσε, τα παιδιά! Νύχτα μέρα προσευχόταν και ικέτευε τον Κύριο να της χαρίσει τέκνα και το θαύμα εγένετο! Η προσευχή της, έφερε στο φως τον υιό της, άγιο Γρηγόριο! Εκείνη όμως συνέχισε τις προσευχές της και ο Κύριος την αξίωσε να αποκτήσει δύο ακόμη παιδιά, τη αγία Γοργονία και τον άγιο Καισάριο. Έβλεπε τα παιδιά της με δέος και πριν αυτά μάθουν ακόμη γράμματα τους έδινε να κρατούν την Αγία Γραφή κι εκείνη τους έλεγε τις ιερές ιστορίες. Τα παιδιά μεγάλωσαν και λάτρεψαν και τα τρία τον Θεό. Η καρδιά της Νόννας όμως, έμελλε να περάσει κι άλλες θλίψεις. Σε ηλικία 37 ετών χάνεται ο λαμπρός ιατρός και υιός της Καισάριος και λίγο αργότερα η κόρη της Γοργονία και ο γαμπρός της Αλύπιος. Όμως η Νόννα, ως άνθρωπος του Θεού, όλα τα υπέμενε! Παρέμεινε γενναία, νικήτρια του πόνου και ανέθρεψε τα έξι ορφανά εγγόνια της…

Μια τέτοια γενναία γυναίκα ήταν και η Ανθούσα, σύζυγος του Στρατηλάτου Σεκούνδου, μητέρα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, μια γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς και μορφώσεως που στα είκοσι της χρόνια και λίγους μήνες μετά τη γέννηση του υιού της, έμεινε χήρα! Δε θέλησε να κάνει δεύτερο γάμο, αλλά προτίμησε σε τόσο μικρή ηλικία να αφιερωθεί στη ἐν Χριστῷ διαπαιδαγώγηση του υιού της. Ήξερε άλλωστε ότι ο Κύριος είναι «ὁ πατὴρ τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτὴς τῶν χηρῶν» ή όπως πιο απλά λέει ο λαός μας «στο φτωχό και στο ορφανό πουλί ο Θεός χτίζει φωλιά»!
Βλέποντας τέτοιες ένδοξες γυναίκες πώς να μη θαυμάσει και αναφωνήσει ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος Λιβάνιος: «Βαβαί, οἷαι παρὰ χριστιανοῖς γυναῖκες εἰσίν!»

Υπάρχουν σήμερα Εμμέλειες, Νόννες, Ανθούσες; Η απάντηση είναι καταφατική! Είναι όλες αυτές οι ορθόδοξες μητέρες που αγωνίζονται καθημερινά να μεγαλώσουν τα παιδιά τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Δε μεριμνούν μόνο για την ευπορία και ευζωία των παιδιών τους. Δεν αγωνίζονται μόνο για το πώς θα τους χτίσουν σπίτια και θα τους αφήσουν κληρονομιές. Αυτά είναι όμορφα, αλλά είναι μόνο για αυτή τη ζωή. Και όπως καλά γνωρίζουμε, μία ῥοπὴ καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Πόθος τους τρανός λοιπόν, θα πρέπει να είναι να αποκτήσουν τα τέκνα τους χριστιανικές αρετές, να έχουν καλούς τρόπους, να θησαυρίσουν έργα αγάπης. Και πώς θα το κατορθώσουν αυτό; Οδηγώντας τα στο Χριστό, όχι μόνο από παιδική ηλικία, ούτε από βρεφική ηλικία, αλλά από μητρός κοιλίας και γνωρίζοντας πως η αγιότητα των γονέων είναι η καλύτερη αγωγή ἐνΚυρίῳ, όπως έλεγε και ο γέροντας Πορφύριος. Ακτινοβολείς Χριστό, το ίδιο θα κάνει και το παιδί σου αργά ή γρήγορα.

Και αν τα παιδιά φαίνονται απρόθυμα να ακολουθήσουν τη μακαρία οδό; Τότε τι κάνει η ορθόδοξη μάνα; Μα φυσικά κάνει το θέμα της, θέμα προσευχής! Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Με λάδι και δάκρυ δε χάνονται ποτέ! Ας θυμηθούμε το παράδειγμα της Αγίας Μόνικας, η οποία δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια προσευχόταν για να γυρίσει στο δρόμο της αληθείας ο υιός της, Ιερός Αυγουστίνος.

Αυτή είναι η ορθόδοξη μητέρα! Αυτή που δεν τη νοιάζει το «εγώ» της και το φαίνεσθαι του κόσμου. Αυτή που αγωνίζεται μέχρις εσχάτων και που η αγάπη της νικάει ακόμα και τον ίδιο το θάνατο! Ναι, και τον ίδιο το θάνατο μας επιβεβαιώνει ο πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ με ένα συγκλονιστικό πραγματικό περιστατικό: ήταν κάποτε ένας βοσκός, άγριος και αντικοινωνικός, κακότροπος, θηρίο ανήμερο θα λέγαμε. Από κάποιο σημείο στη ζωή του και μετά αποφάσισε να απομονωθεί με τα λιγοστά του ζώα στην κορφή ενός βουνού, περιμένοντας το τέλος του. Και όταν πράγματι κατάλαβε ότι πλησιάζει ο θάνατός του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και περίμενε το τέλος. Ξαφνικά, χτύπησε η πόρτα και εμφανίστηκε μπροστά του ένας ιερέας. Εκείνος όταν τον είδε, αφήνιασε. «Να φύγεις! Ποιός σε κάλεσε;» φώναζε. Μάταια προσπαθούσε να τον πείσει ο ιερέας για το λόγο που είχε πάει εκεί και αφού δεν μπόρεσε να τον πείσει με τίποτα, του είπε: «Αλήθεια σου λέω με κάλεσε αυτή η γυναίκα!» «Ποια γυναίκα;» τον ρώτησε ο άντρας. «Αυτή η γυναίκα που έχεις τη φωτογραφία της πάνω από το κρεβάτι σου!» Συγκλονισμένος ο άντρας ξέσπασε σε λυγμούς. «Μα αυτή είναι η μάνα μου και έχει πεθάνει εδώ και τριάντα χρόνια!» Ήταν η ψυχή της μάνας που πέρασε τα σύνορα, νίκησε ακόμα και τον ίδιο το θάνατο για να βρει τον ιερέα και να τον παρακαλέσει να σώσει και την ύστατη ώρα την ψυχή του παιδιού της. Εκείνος ο άνθρωπος δεν πρόλαβε να κάνει πολλά, πρόλαβε μόνο να πει «ἥμαρτον Κύριε!», να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και να παραδώσει την ψυχή του. Όπως βλέπουμε, δεν έχει σύνορα η μητρική αγάπη. Μπορεί να νικήσει τα πάντα, ακόμη και το θάνατο.
Ας μας ελεήσει ο Κύριος αδελφοί μου, την ημέρα της Κρίσεως να σταθούμε μπροστά Του με ταπείνωση και γενναίο φρόνημα και να αναφωνήσουμε: «ἰδού ἐγώ και τάπαιδία ἅ μοι ἔδωκας» αλλά να αξιωθούμε να ακούσουμε και από το δικό Του στόμα: «εὖ, δούλη ἀγαθή καὶ πιστή! …εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» Αμήν!

Σας ευχαριστώ από καρδιάς!


(Ομιλία της πρεσβυτέρας Αγαθής Μάγγανου-Χριστοδούλου σε εκδήλωση με την ευκαιρία της εορτής της «Υπαπαντής του Κυρίου» και προς τιμήν της Ορθοδόξου Χριστιανής Μητέρας, στο ενοριακό κέντρο του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς)
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας: κα Δήμητρα Γκούτη-φιλόλογος