Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Κυπριακό Παραμύθι: Ο Ιησούς Χριστός και ο γάμος των αρκόντων


 32 (299x640)

Μια φορά κ’ έναν καιρόν ο αρκοντότερος του χωρκού επάντρευκεν την κόρην του με τον γυιόν ενός μεγάλου πραματευτή. Εκαλέσαν εις τον γάμον ούλον το χωρκόν κι ούλον το αρκοντολόϊν. Άμα κ΄ήρατσιν ΄που την εκκλησιάν που εστεφανώσαν τ΄αντρόϋνον εκάτσασιν ούλοι στα τραπέζια κ΄εκουβαλούσαν οι μαείροι κ΄οι σεττοκόποι* τα φαγιά και τα κρασιά, κ΄οι ξιφάντωσες* και τα τραούδκια εβκαίναν μεσούρανα. Μεσ΄κείνην την ανακατωσιάν, μέσ΄κειν΄τα τραούδκια ήρτεν κ΄εστάθηκεν εις την πόρταν ένας ασπρομάλλης με κάτι ρούχα παστρικά χιόνι αμμά πολλά φτωχικά και κομματιασμένα. Εστάθην έτσι περίλυπος κ’ εθώρεν, ζαβαλί μου,* που τρώαν κ΄επίναν. Ένας μισταρκός* είδεν τον: «Είντα θέλεις, γέρο; άτε τράβα στην δουλειάν σου, μεν μας εμποδίζεις· στέκεις μέσ’ την πόρταν», κ΄εδκιωξέν τον κ’ επήεν κείθε μέρου κ΄εστάθην μέσ’ τον ηλιακόν.* Είδαν τον οι μαείροι κ’ οι σεττοκόποι και επήαν κατά πισόν του: «Είντα, γέρο, είντα που θέλεις δαχαμαί;»* «Ήρτα, γυιέ μου, να δω κ΄εώ ο κακορίζικος τον γάμον και να κάτσω και εώ να φάω νακκουρίν.»* «Λάμνε,* γέρο, στην δουλείαν σου· εν αντρέπεσαι την μουτσούνα σου κ΄εν πάεις· με τουν τα παληόρουχα εννά κάτσης εις το τραπέζιν του γάμου;


christos-4 (439x640)


Μη χειρότερα! Χάτε,* χάτε, λάμνε στην δουλειά σου», κ΄εκουντήσαν τον όξω. Ο γέρος έφυεν κ΄ύστερα ΄που λίην ώραν ήρτεν ένας άρκοντας με κάτι ρούχα ούλα τσοχάδες, με τα πλουμιά τα ολόχρυσα, με κάτι γούννες βισιλικές, κ΄επήεν εις τον γάμον. Άμα τον είδασιν οι δούλοι εβουρήσαν κατά πάνω του: «Κόπιασε, κόπιασε, αφέντη μου πολυχρονημένε μου, κόπιασε στο τραπέζι.» Επροσηκωθήκαν του ούλοι, ως κ΄η νύφη επροσηκώθην του κ΄έκατσεν τον προ κεφαλής των πραπεζιών. Ετρέξασιν οι σεττοκόποι με τα φαγιά, με τους καλύττερους μεζέδες, με τα κρασιά. Έκατσεν ο άθθρωπος κ΄έππιανεν τα φαγιά με το κουτάλιν κ΄εχένωνέν τα πα στα ρούχα του και πα στες γούννες του κ΄ελάλενεν: «Φάτε, ρούχα, και τα ρούχα έχουν τιμήν·» Τότε οι καλεσμένοι κ΄ούλος ο κόσμος έμεινε ξηστικός κ΄εθωρούσαν τον έσσω κ΄έσσω. Άλλος ελάλεν: «άτζιαπις* περιπαίζει μας;» και άλλος: «άτζιαπις εν πελλός;», άλλος: «είντα εν τούτα, αφέντη μου, που κάμνεις;» Ευτύς ο άθθρωπος εσηκώθη πάνω κ΄είπεν τους: «Εγώ είμαι ο Ιησούς Χριστός κ΄ήρτα να σας δοκιμάσω. Ήρτα φτωχός κακορίζικος, νηστικός πεινασμένος, κ΄εδκιώξετέ με. Τώρα που ήρτα με τες γούννες και με τα χρυσά, εκάτσετέ με ΄που πάνω ΄που την κεφαλήν σας. Έτσι κ’ εώ ετάϊζα τα ρούχα μου, γιατί τα ρούχα μου είχαν την τιμήν και την υπόληψίν· εν την είχα εώ.» Άμαν τα είπεν τουν τα λόγια εχάθηκεν ΄που την μέσην τους κι αντροπιαστήκαν ούλοι κ΄εγινήκαν ρεζίλι.
Κι άφηκα κείνους καλά κ΄ηύρα σας εσάς καλύττερα.
Γλωσσάρι
σεττοκόποι = σερβιτόροι, ξιφάντωσες = ξεφαντώματα, ζαβαλλί μου = ο καημένος, μισταρκός = υπηρέτης, ηλιακός = υπόστεγη αυλή, δαχαμαί = εδώ χάμω, νακκουρίν = λίγο, λάμνε = πήγαινε, χάτε = άντε, άτζιαπις = άραγε (λ. τουρκ.).



πηγή

«Η αρρώστια όλων των μαμάδων»

 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh1FmlJWkLAhfn2LM83Pv_M9nJCLMXznWYe8G9NfMQP4y0Gd589KxLNVuxl-cRH3vVLrkrSCA_uTK2V9883b720TwTHp_tZOiUTTifn8ih5zfte-VHD0W_LV-d9u7xIuHn-SEqrE0ScfI_j/s320/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%B5%CF%82.jpg

Κάπου, σε ένα σπίτι, εκεί γύρω από τη γειτονιά σου, ζει ένα κοριτσάκι. Το λένε Χριστιάνα. Το κοριτσάκι είχε την καλύτερη μαμά του κόσμου. Το φιλούσε και το κρατούσε αγκαλιά, σχεδόν όλη μέρα όταν ήταν μικρό.
Έπαιζε μαζί του με τις κούκλες του και του διάβαζε παραμύθια, αλλάζοντας τη φωνή της. Ακόμα θυμόταν η Χριστιάνα τις φορές που πλατσούριζαν μαζί στο μπάνιο και τα βράδια που της τραγουδούσε με τη μοναδική φωνή, μέχρι να το πάρει ο ύπνος.
Όμως, καθώς το κοριτσάκι μεγάλωνε, η μαμά του άλλαζε. Γινόταν πιο σοβαρή, και συνέχεια του έλεγε τι πρέπει να κάνει και τι να μην κάνει. Ακόμα και η φωνή της είχε αλλάξει. Το χαμόγελο σπάνια φαινόταν πια στα χείλη της και η διάθεση για παιχνίδι την είχε εγκαταλείψει. Η Χριστιάνα είχε στενοχωρηθεί πάρα πολύ και έψαχνε με το μικρό μυαλουδάκι της να βρει, τι κακό είχε βρει τη μαμά της και κάθε μέρα ήταν όλο και χειρότερα. Μάλλον θα ήταν κάποια αρρώστια, που είχε κολλήσει, και την άλλαζε τόσο πολύ.
Μετά από καιρό, παρατήρησε πως κάθε φορά που εκείνη έπεφτε και χτυπούσε, ή κάθε φορά που ήταν στο κρεβάτι με πυρετό, η μαμά της χειροτέρευε. Η ανησυχία της μεγάλωνε και γραμμές χάραζαν το μέτωπό της. Έτσι, κατέληξε πως εκείνη αρρώσταινε τη μαμά της και άρχισε να γίνεται πολύ προσεκτική. Έπλενε τα χέρια της, δεν έτρεχε στις σκάλες και σταμάτησε να ρουφάει τις μύξες της.
Όμως, όχι μόνο δεν είδε καμία αλλαγή, αλλά πρόσεξε πως και οι άλλες μαμάδες ήταν το ίδιο σοβαρές. Ίσως είχαν όλες κολλήσει την ίδια αρρώστια. Επίσης, ήταν φανερό πως όσο κι αν προσπαθούσε, δεν θα κατάφερνε ποτέ να σταματήσει να σκοντάφτει, κι ας μην ανέβαινε πάνω στα κάγκελα του σχολείου, και να κρυολογεί, ακόμα κι αν δεν έβγαζε το μπουφάν της. Είχε απελπιστεί, πώς να βρει τον τρόπο να κάνει τη μαμά της καλά;
Ένα πρωί, ενώ ήταν έτοιμοι να φύγουν για το σχολείο, η μαμά της είχε πάθει την καθημερινή της κρίση. Γύριζε γύρω γύρω και μάζευε πράγματα, έδινε κοφτές οδηγίες σε όλους και φώναζε δυνατά την ώρα κάθε δύο λεπτά. Την στιγμή που είχε σκύψει να δέσει τα κορδόνια της μικρής Χριστιάνας, όχι γιατί δεν ήξερε να το κάνει μόνη της, αλλά για να τελειώνουν πιο γρήγορα, η κόρη της έπιασε το πρόσωπο της μητέρας της με τα δυο της χεράκια και της είπε: «Τι ωραία που ήταν τότε που ήθελες να γίνεις σαν εμένα. Θυμάσαι;» και συνέχισε: «Εγώ δε θέλω να μεγαλώσω και να αρρωστήσω, όπως εσύ και οι άλλες μαμάδες.»
Η μαμά της δεν είχε χρόνο να της εξηγήσει ότι δεν ήταν άρρωστη, πως απλώς είχε τόσα να σκεφτεί και να κάνει. Πώς να περιγράψει σε ένα παιδί τι σημαίνει να είσαι μεγάλος; Πως να της πει ότι ανησυχούσε τόσο για εκείνη; Ένα δάκρυ γέμισε τα μάτια της και επάνω του γυάλισε όλη η λαχτάρα της μητέρας της να περάσει όμορφα με την κόρη της, όπως όταν ήταν ένα μικρό μωράκι στην αγκαλιά της. Όμως ο χρόνος είχε γίνει λίγος και εκείνη ήθελε να μην της λείψει τίποτα.
Ήθελε να είναι πάντα καλά. Δεν είχε καταλάβει ότι με αυτόν τον τρόπο της στερούσε το πιο σημαντικό, τη μαμά της. Εκείνη τη φιγούρα που γεμίζει ευτυχία κάθε παιδική καρδιά. Δεν είχε καταλάβει ότι το γέλιο της μητέρας είναι πολυτιμότερο από όλους τους θησαυρούς πάνω στη Γη.
Η Χριστιάνα έβαλε το χέρι της μέσα στο δικό της και της είπε: «Μη στενοχωριέσαι, με έχεις μάθει να προσέχω και δεν θα κολλήσω ποτέ αυτή την αρρώστια, που κλέβει τα γέλια και τα παιχνίδια.» Η μαμά της έσκυψε και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο για να σφραγίσει αυτή την συμφωνία μεταξύ τους και έβαλε τα δυνατά της να θυμάται πόσο όμορφα είναι να είσαι παιδί.
Από τότε, σκοπός της μητέρας της ήταν να δείξει στην κόρη της, ότι μπορεί να γίνει μεγάλη, χωρίς να χάσει την παιδικότητά της, γιατί εκεί κρύβεται όλη η χαρά της ζωής. Ακόμα κι όταν έχανε το δρόμο της, προς τον ενθουσιασμό, και απογοητευόταν από όσα γίνονταν γύρω της, αρκούσε μια ματιά μέσα στα παιδικά μάτια για να ξαναβρεί τη σπίθα, που θα κερνούσε φλόγα τη ζωή της.
Κείμενο
Έλενα Κατσαντώνη

Φυλακισμένος Αρχιεπίσκοπος στα Σκόπια επειδή φώναξε η Μακεδονία είναι ελληνική – Απειλούν τη ζωή του

 http://www.diakonima.gr/wp-content/uploads/2013/02/arxiepiskopos-axridos-ioannis20.jpg

Φυλακισμένος στα Σκόπια επειδή φώναξε η Μακεδονία είναι ελληνική. Απαράδεκτες οι συνθήκες κράτησης. Απειλούν να τον σκοτώσουν αν δεν ανακαλέσει τα όσα υποστηρίζει για την ελληνικότητα της Μακεδονίας.
Ο μαρτυρικός Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας Ιωάννης τόλμησε να πει την αλήθεια κι αμέσως οι Σκοπιανοί του πρόσαψαν τον χαρακτηρισμό προδότη του έθνους. Αν και τα τρία τελευταία χρόνια



ταλαιπωρείται στην φυλακή δεν ήταν λίγα αυτά που πέρασε και τα προηγούμενα χρόνια. Συνεχείς φυλακίσεις, βασανισμοί, διώξεις, εξορίες. Όλα αυτά γιατί ο Αρχιεπίσκοπος δεν φοβόταν να πει στους Σκοπιανούς ότι δεν είχαν καμία δουλειά με τον Μέγα Αλέξανδρο και την Μακεδονία.
Θέλουν να τον εξοντώσουν και αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που του φέρονται στη φυλακή είπε η μητέρα του που της επέτρεψαν να τον δει μόνο δύο φορές. Κοιμάται σε κελί με 33 άτομα με μια τουαλέτα , οι φύλακες τον βασανίζουν και οι συνθήκες υγιεινής είναι απαράδεκτες. Η εκκλησία του Αρχιεπίσκοπου Αχρίδος, στα πλαίσια του Πατριαρχείου Σερβίας, είναι αναγνωρισμένη από όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και τις κατά τόπους Εκκλησίες της Οικουμένης.
arxiepiskopos_ahridas_ioannis_fylaki1
Σήμερα ο μάρτυρας φιλέλληνας συμπληρώνει τρία χρόνια στις φυλακές των Σκοπίων, όπου λιώνει αβοήθητος από τους Σέρβους και από τους Έλληνες. Η Διεθνής κοινότητα μόνο λεκτικά συμπαρίστανται στο δράμα του Ιωάννη. Οι ομόδοξοι Σέρβοι δεν κάνουν καμία θεαματική ενέργεια για να τον αποφυλακίσουν.
Ούτε οι Έλληνες έκαναν κάτι για αυτόν που έχουν ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση στον Ελληνομαθέστατο και φιλέλληνα Ιεράρχη, που υπερασπίστηκε τα Ελληνικά δίκαια της Μακεδονίας, φωνάζοντας κι αυτός μαζί με 10 εκατομμύρια Έλληνες, ότι η Μακεδονία είναι Ελληνική. Από τότε ο Ιωάννης πληρώνει ακόμη πολύ βαρύ τίμημα, αυτά τα 12 χρόνια.
arxiepiskopos_ahridas_ioannis_fylaki2
Μια φυλακή κόλαση. Όπως έγραψε προ ημερών ο ίδιος, ζήτησε δύο φορές από τον διευθυντή των Φυλακών να του επιτρέψει να επισκεφθεί τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής της Οχρίδας, ιερείς και μοναχούς, αλλά του αρνήθηκε χωρίς εξήγηση.
Στην ίδια επιστολή του περιγράφει τις άθλιες συνθήκες στέγασης (33 άτομα σε ένα δωμάτιο με μόνο μία τουαλέτα), κακό φαγητό και κακή υγιεινή, και η φυλακή δεν δίνει ούτε ένα πιάτο και κουτάλι στους φυλακισμένους, γι” αυτό πρέπει να τα φέρουν από το σπίτι.
Η υπερήλικη μητέρα του, που τον επισκέφθηκε προ ημερών επιβεβαίωσε, τις φήμες ότι ο γιός της Ιωάννης βρίσκεται σε κακή κατάσταση υγείας. Κάθε μέρα βασανίζεται από το προσωπικό των φυλακών, με απόφαση της Διοίκησης των Φυλακών, με την ανελέητη πίεση πάνω του, μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή, να εγκαταλείψει την " Δημοκρατία Μακεδονίας", με την απειλή ότι αν δεν συμφωνήσει, θα τον εξαφανίσει.
Αυτή είναι η τύχη των ανθρώπων που αγαπούν την Ελλάδα και φωνάζουν για την ελληνική Μακεδονία μας, μέσα στα Σκόπια.

πηγη

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Νά τι χρειάζεται η ψυχή ενός μικρού παιδιού: α)Ήλιο β)Παιδικά Παιχνίδια γ)Φωτεινό παράδειγμα και μιά σταλιά αγάπη.


Φ. Ντοστογιέφσκι

Μας λείπουν τα λεφτά;

 
 
Τὸ νὰ εἶ­σαι φτω­χός, δὲν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἶ­σαι ἐ­λε­ή­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος. Σή­με­ρα νο­μί­ζου­με, ὅ­τι γιὰ νὰ βο­η­θᾶς τὸν συ­νάν­θρω­πό σου, πρέ­πει νὰ ἔ­χεις. Τό­σα πολ­λά, ποὺ νὰ σοῦ πε­ρισ­σεύ­ουν. Ἀλ­λι­ῶς τί νὰ δώ­σεις;
Πα­λι­ό­τε­ρα ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοὶ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κοί. Δὲν κοί­τα­ζαν ἂν πε­ρισ­σεύ­ει κά­τι γιὰ νὰ δώ­σουν. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χαν, λί­γο ἢ πο­λύ, βο­η­θοῦ­σαν καὶ τὸν φτω­χό. Ἡ ἀ­γά­πη, ἡ φι­λαν­θρω­πί­α, ἦ­ταν πάν­τα ὑ­πό­θε­ση καρ­διᾶς, ὄ­χι χρη­μά­των.
Ὁ με­γά­λος Ρῶ­σος συγ­γρα­φέ­ας Μα­ξὶμ Γκόρ­κη, ποὺ ξε­κί­νη­σε τὴ ζω­ή του πάμ­φτω­χος καὶ ὀρ­φα­νός, ἀ­να­φέ­ρει συ­χνὰ στὰ γρα­πτά του τὴ για­γιά του. Μιὰ φτω­χειὰ θε­ο­φο­βού­με­νη γυ­ναί­κα, ποὺ τὸν μά­θαι­νε ἔμ­πρα­κτα τὴ μυ­στι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α. Γρά­φει λοι­πὸν ὁ Γκόρ­κη στὸ ἔρ­γο του «Στὰ ξέ­να χέ­ρια»:
«Κα­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα ἡ για­γιὰ μὲ ξύ­πνη­σε χα­ϊ­δευ­τι­κά.
-   Πᾶ­με; Ἅ­μα μο­χθή­σεις γιὰ τὸν κο­σμά­κη, τὰ χέ­ρια σου θὰ γι­ά­νου­νε πιὸ γρή­γο­ρα (ὁ Γκόρ­κη εἶ­χε ζε­μα­τί­σει τὰ χέ­ρια του μὲ βρα­στὸ νε­ρό).
Μὲ πῆ­ρε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ ὁ­δή­γη­σε μὲς στὸ σκο­τά­δι σὰν τυ­φλό. Ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μαύ­ρη, ὑ­γρή, φύ­σα­γε ἀ­στα­μά­τη­τα… Ἡ για­γιὰ κον­το­ζύ­γω­νε προ­σε­χτι­κὰ στὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα, στὰ φτω­χό­σπι­τα, σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν τρεῖς φο­ρές, ἄ­φη­νε στὸ περ­βά­ζι πέν­τε κα­πί­κια (λε­πτὰ) καὶ τρί­α κου­λου­ρά­κια, ξα­να­σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν κοι­τά­ζον­τας τὸν δί­χως ἄ­στρα οὐ­ρα­νὸ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε:
-   Πα­να­γί­α, Δέ­σποι­να τῶν Οὐ­ρα­νῶν, βο­ή­θη­σε τὸν κο­σμά­κη! Ὅ­λοι μας, …ὂ­λοι μας εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοὶ μπρο­στά σου, μη­τε­ρού­λα!  
Ὅ­σο ξε­μα­κραί­να­με ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τό­σο πιὸ ἔ­ρη­μα καὶ νε­κρω­μέ­να γί­νον­ταν ἕ­να γύ­ρω… Δώ­δε­κα φο­ρὲς σί­μω­σε ἡ για­γιὰ στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­φή­νον­τας στὰ περ­βά­ζια τὴν «κρυ­φὴ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη». Ἄρ­χι­σε νὰ χα­ρά­ζει, μὲς ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι φυ­τρώ­να­νε γκρί­ζα σπί­τια…
-   Κου­ρά­στη­κε ἡ γριά, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά, και­ρὸς νὰ γυ­ρί­σου­με σπί­τι. Θὰ ξυ­πνή­σουν αὔ­ριο οἱ νοι­κο­κυ­ρά­δες καὶ θὰ δοῦν πὼς ἡ Με­γα­λό­χα­ρη κά­τι ἔ­χει φέ­ρει γιὰ τὰ παι­δά­κια τους. Ὅ­ταν σοῦ λεί­πουν ὅ­λα, καὶ τὸ λί­γο πιά­νει τό­πο! Ὤχ, μι­κρέ μου Ἀ­λι­ό­σα (αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα τοῦ Γκόρ­κη), με­γά­λη φτώ­χεια στὸν κο­σμά­κη καὶ δὲν τὸν γνοι­ά­ζε­ται κα­νέ­νας.
Ὁ πλού­σιος τὸν Κύ­ριο δὲν σκέ­φτε­ται
τὴν τρο­με­ρή του κρί­ση δὲν φαν­τά­ζε­ται
τὸν φτω­χὸ δὲν τὸν ἔ­χει δι­κὸ μη­δὲ ἀ­δερ­φὸ
γι­ο­μί­ζει μο­νά­χα σα­κοῦ­λες χρυ­σὸ
τὸ χρυ­σί­ον θὰ γί­νει στὴν κό­λα­ση κάρ­βου­νο!
-   Ἔ­τσι εἶ­ναι! Πρέ­πει νὰ ζεῖ ὁ φί­λος γιὰ τὸν φί­λο κι ὁ Θε­ὸς γιὰ ὅ­λους!…
Νοι­ώ­θω ἀ­ό­ρι­στα πὼς πῆ­ρα μέ­ρος σὲ κά­τι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σω πο­τέ… Κά­τσα­με δί­πλα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, σ’ ἕ­να παγ­κά­κι… κι ἡ για­γιὰ μοῦ ’­λε­γε:
-   Εἶ­ναι ’­δῶ μιὰ Ὁ­βριὰ κι ἔ­χει ἐν­νιὰ ψυ­χὲς παι­διά, τό ’­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο. Τὴ ρω­τά­ω: Πῶς τὰ φέρ­νεις βόλ­τα, Μο­σέβ­να; Κι αὐ­τὴ μοῦ λέ­ει: Μὲ τὸν Θε­ό μου ζῶ, μὲ ποι­ὸν ἄλ­λο νὰ ζή­σω;
Ἔ­γει­ρα στὸ ζε­στὸ πλευ­ρὸ τῆς για­γιᾶς καὶ μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος…
…Στὸ δά­σος ὅ­λο τὸ κα­λο­καί­ρι ὣς ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο μά­ζευ­ε χόρ­τα, βα­τό­μου­ρα, μα­νι­τά­ρια καὶ φουν­τού­κια… Ἡ για­γιὰ τὰ πού­λα­γε καὶ βγά­ζα­με τὸ ψω­μί μας… Ἀ­πὸ κά­τι γρα­τζου­νι­ὲς στὴ φλού­δα τοῦ δέν­τρου ποὺ μό­λις τὶς ξε­χώ­ρι­ζες, μοῦ ’­δει­χνε τὶς κου­φά­λες τοῦ σκί­ου­ρου καὶ ’­γὼ σκαρ­φά­λω­να στὸ δέν­τρο κι ἄ­δεια­ζα τὴ φω­λιά του, παίρ­νον­τάς του τὶς προ­μή­θει­ες γιὰ τὸν χει­μώ­να σὲ φουν­τού­κια…
Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μά­ζευ­ε λί­γα χρή­μα­τα ἀ­π’ τὰ μα­νι­τά­ρια καὶ τὰ φουν­τού­κια ποὺ πού­λα­γε, τ’ ἄ­φη­νε στὰ περ­βά­ζια κά­νον­τας τὶς «κρυ­φὲς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες» της. Κι αὐ­τή, ἀ­κό­μα καὶ τὶς γι­ορ­τά­δες, φό­ρα­γε κου­ρέ­λια καὶ μπα­λω­μέ­να.
-   Χει­ρό­τε­ρη κι ἀ­πὸ ζη­τιά­να γυ­ρί­ζεις, μὲ ντρο­πιά­ζεις!  γκρί­νια­ζε ὁ παπ­πούς.
-   Δὲν πει­ρά­ζει, δὲν εἶ­μαι κό­ρη σου κι οὔ­τε πά­ω γιὰ νύ­φη».
Ἡ καρ­διὰ τῆς για­γιᾶς αὐ­τῆς ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­γά­πη. Γι’ αὐ­τὸ δὲν ἔ­βλε­πε τὴ φτώ­χεια τὴ δι­κή της, ἀλ­λὰ σκε­φτό­ταν πρῶ­τα τὴ φτώ­χεια τοῦ ἄλ­λου, ὅ­πως πα­ραγ­γέλ­λει τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο (Α΄ Κορ. 10, 24). Ἡ ἀ­γά­πη της τὴν ἔ­σπρω­χνε νὰ βρί­σκει τοὺς πιὸ πε­ρί­ερ­γους τρό­πους γιὰ νὰ βο­η­θή­σει. Ἂν κοί­τα­ζε τὸν ἑ­αυ­τό της, δὲν θὰ τῆς πε­ρίσ­σευ­ε πο­τὲ καὶ γιὰ κα­νέ­ναν τί­πο­τε. Εἶ­χε ὅ­μως καρ­διὰ καὶ οὔ­τε ποὺ ἔ­νοι­ω­θε νὰ τῆς λεί­πουν τὰ λε­φτά.
Ὑ­πέ­ρο­χες ψυ­χές!
Σί­γου­ρα σή­με­ρα ἐ­μεῖς ἔ­χου­με πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ τὴ για­γιά, ποὺ  πρό­σμε­νε νὰ τὴν τα­ΐ­σουν οἱ σκί­ου­ροι. Σὰν τί ἀ­πο­λο­γί­α θά ’­χου­με λοιπὸν γι’ αὐτὸν τὸν μί­ζε­ρο ἐγ­κλει­σμό μας στὸ κα­βού­κι τοῦ ἑ­αυ­τού­λη μας; Τί χει­ρό­τε­ρο κα­κὸ ἄλ­λω­στε ἔ­κα­νε καὶ ὁ ἄ­φρων πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς; (Λουκ. 12, 13-21).
Καιρὸς ν’ ἀ­φή­σου­με τὴ φί­λαυ­τη καὶ στεί­ρα λο­γι­κή μας. Ἂς δώ­σου­με πι­ό­τε­ρη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν Θε­ό, ποὺ λέ­ει πὼς πλου­τί­ζει καὶ δὲν φτω­χαί­νει ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη (Τωβ. 4, 9-10· 12, 8-10).
Ὄ­χι Χρι­στού­γεν­να λοιπὸν καὶ Πά­σχα μόνο, ἀλ­λὰ πάν­το­τε ἂς δί­νου­με δυ­να­μι­κὰ τὸ «πα­ρών», ἁ­μιλ­λώ­με­νοι σὲ προ­σφο­ρὰ ἀ­γά­πης. Δὲν τρῶνε μό­νο στῶν γι­ορ­τῶν τὶς μέρες οἱ φτωχοί, μὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν χρό­νο, ὅ­πως ὅ­λοι μας. Καὶ στοὺς καιροὺς τῆς κρί­σης δὲν λι­γο­στεύ­ουν, μὰ πληθαίνουν πάντα οἱ φτω­χοί. Τότε χρειάζεται ν’ αὐξάνουμε τὶς καλωσύνες μας κι ἐμεῖς, ἀν­τὶ νὰ τὶς στε­ρεύ­ου­με.
Τὸ χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ν’ ἁ­πλω­μέ­νο ἀ­δι­ά­κο­πα, ζη­τι­α­νεύ­ον­τας τὴν ὅ­ποι­α προ­σφο­ρά μας.
Λεφτὰ ὑπάρχουν! Ὅπου ὑπάρχει καὶ καρδιά!
Μόνο νὰ θέ­λου­με! Καὶ ἡ ἀ­γά­πη πάν­το­τε θὰ βρί­σκει τρό­πο!

"Μη ζητάς ελαφρύ φορτίο! Ζήτα..."

"Μη ζητάς ελαφρύ φορτίο!
Ζήτα δυνατές πλάτες..."
 Ρήση Γέροντος.-


                                                                                                           Το ακούσαμε από την Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη.
Αφιέρωση αμφοτεροδέξιου :
Στον Παναγιώτη και στην Σοφία 
(& σε όλους τους γονείς, που ξαγρυπνούν δίπλα στα παιδιά τους...)

πηγή

Η ζωή σε ένα… τοίχο

Τα αδέρφια Gabriel και Tiago Primo, καλλιτέχνες και οι δύο από τη Βραζιλία, μετέτρεψαν την εξωτερική πλευρά του τοίχου μιας γκαλερί σε σπίτι, στο οποίο μάλιστα περνούν τις μισές ώρες της ημέρας. Πρόκειται για ένα πρωτότυπο και ταυτόχρονα περίεργο έργο τέχνης.
Κάνουν σχεδόν ότι μπορεί να κάνει κανείς και σε ένα… φυσιολογικό σπίτι, αφού έχουν στερεώσει στον ύψους 10 μέτρων τοίχο διάφορα έπιπλα όπως ένα κρεβάτι και έναν καναπέ στα οποία κοιμούνται, ένα τραπέζι στο οποίο τρώνε, ακόμα και μια αιώρα για χαλάρωμα! Για την εκπλήρωση των βιολογικών τους αναγκών, τα δύο αδέρφια χρησιμοποιούν τη γειτονική γκαλερί. Για λόγους ασφαλείας, είναι πάντα δεμένοι με ορειβατικά σκοινιά.
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!


Perierga.gr - Δωμάτιο στον τοίχο!
πηγή