Σάββατο 29 Αυγούστου 2015
4.000 μετανάστες έφτασαν στη Λέσβο σήμερα το πρωί! Το κράτος απλός θεατής!
ΦΩΤΟ από το lesvosnews.gr
Δεν έχει προηγούμενο η κατάσταση με τους μετανάστες στη Λέσβο... Μόνο
σήμερα το πρωί, ο αρχές ασφαλείας εκτιμούν ότι στο νησί αποβιβάστηκαν
περισσότεροι από 4.000μετανάστες, με περίπου 100 φουσκωτές βάρκες!
Και βέβαια, το ρεύμα εισροής συνεχίζεται όλη την ημέρα, με τον αριθμό των μεταναστών να φτάνει σε απίστευτα νούμερα.
Μπροστά σε όλη αυτή την κατάσταση, η πολιτεία δείχνει ανήμπορη να βάλει ένα φρένο σε αυτό το φαινόμενο.
Μπροστά σε όλη αυτή την κατάσταση, η πολιτεία δείχνει ανήμπορη να βάλει ένα φρένο σε αυτό το φαινόμενο.
Η κατάσταση στη Λέσβο είναι εκρηκτική, με τους κατοίκους του νησιού και ιδιαίτερα των κατοίκων της πόλης να ασφυκτιούν,
βλέποντας την πόλη τους, να έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο καταυλισμό μεταναστών, την ίδια ώρα που οι ταλαιπωρημένοι μετανάστες προσπαθούν να επιβιώσουν σε άθλιες καταστάσεις.
Εκτός του λιμανιού όπου στοιβάζονται εκατοντάδες μετανάστες, όλες οι
πλατείες και τα πεζοδρόμια στους κεντρικούς δρόμους της πόλης έχουν
καταληφθεί από σκηνές, ανθρώπινες ψυχές, με γυναικόπαιδα και υπερήλικες
ανθρώπους να κοιμούνται καταγής!
Αγανακτισμένοι με τον Δήμαρχο Λέσβου Σπύρο Γαληνό είναι οι κάτοικοι της Μυτιλήνης,
αφού θεωρούν ότι μπροστά σε όλη αυτή την κατάσταση, παραμένει ένας απλός θεατής των γεγονότων.
Πηγή: lesvosnews
Αγανακτισμένοι με τον Δήμαρχο Λέσβου Σπύρο Γαληνό είναι οι κάτοικοι της Μυτιλήνης,
αφού θεωρούν ότι μπροστά σε όλη αυτή την κατάσταση, παραμένει ένας απλός θεατής των γεγονότων.
Πηγή: lesvosnews
Οι Financial Times ζητούν να καταργηθούν τα μετρητά για «να δοθεί μεγαλύτερη εξουσία στις Κεντρικές Τράπεζες»

Οι Financial Times δημοσίευσαν ένα ανώνυμο άρθρο το οποίο
κάνει έκκληση για την κατάργηση των μετρητών, προκειμένου να δοθεί στις
κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις περισσότερη εξουσία.
Με τίτλο «Η περίπτωση σχετικά με την συνταξιοδότηση άλλου
ενός βάρβαρου λειψάνου», (The case for retiring another “barbarous relic”), το
άρθρο επικρίνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι αποθηκεύουν μετρητά σε αναμονή μιας
άλλης οικονομικής κατάρρευσης, ένας παράγοντας, όπως λέει το άρθρο, ο οποίος
προκαλεί «πολλή στρέβλωση στο οικονομικό σύστημα».
«Η ύπαρξη των μετρητών - ένας τίτλος στον κομιστή με
μηδενικό επιτόκιο - περιορίζει την ικανότητα των κεντρικών τραπεζών να
προωθήσουν μια ύφεση της οικονομίας. Η ανησυχία είναι ότι οι άνθρωποι θα
αλλάξουν τις καταθέσεις τους σε μετρητά, αν η κεντρική τράπεζα κινήσει τα
ποσοστά σε αρνητικό έδαφος», αναφέρει το άρθρο.
Διαμαρτυρόμενος ότι τα μετρητά δεν μπορούν να παρακολουθούνται
και να εντοπίζονται, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η κατάργησή τους θα «κάνει τη ζωή ευκολότερη στην προσπάθεια
που κάνει η κάθε κυβέρνηση να εξαλείψει την παραοικονομία».
Η κατάργηση των μετρητών θα δώσει επίσης στις κυβερνήσεις
μεγαλύτερη εξουσία για την άρση των φόρων απευθείας από τους τραπεζικούς
λογαριασμούς των ανθρώπων, υποστηρίζει ο αρθρογράφος, σημειώνοντας πως «ο φόρος
προστιθέμενης αξίας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να επιβληθεί αυτόματα - και να
επιστρέφεται - σε πραγματικό χρόνο σχετικά με τις συναλλαγές μεταξύ τραπεζικών
λογαριασμών».
Ο αρθρογράφος κάνει έκκληση επίσης για την «τιμωρία ανθρώπων
που χρησιμοποιούν μετρητά», με το να αναγκαστούν να «πληρώνουν οι χρήστες για
το προνόμιο της ανωνυμίας», ώστε να «εξακολουθούν να επηρεάζονται από τη
νομισματική πολιτική».
Το άρθρο απηχεί ένα επιχείρημα που προέβαλε ο Kenneth Rogoff, ο εβραϊκής καταγωγής Αμερικάνος οικονομολόγος και πρώην επικεφαλής
οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο οποίος ζήτησε τα υψηλής
ονομαστικής αξίας χαρτονομίσματα όπως των 100 € και των 500 € να καταργηθούν.
Ας σημειωθεί ότι ο Rogoff (φωτο) παρευρέθηκε σε μια συνάντηση στο Λονδίνο νωρίτερα αυτό το χρόνο όπου συναντήθηκε με εκπροσώπους από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των
ΗΠΑ (Federal Reserve), την ΕΚΤ, καθώς και συμμετέχοντες από τις ελβετικές και
τις κεντρικές τράπεζες της Δανίας. Το ζήτημα της απαγόρευσης των μετρητών ήταν
στην πρώτη γραμμή της ατζέντας.
Πέρυσι, ο Rogoff ζήτησε επίσης «την εξάλειψη του φυσικού
νομίσματος» για να σταματήσει η "φοροδιαφυγής και η παράνομη
δραστηριότητα", καθώς και το να προλαμβάνονται οι άνθρωποι από το να
αποσύρουν χρήματα, όταν τα επιτόκια είναι κοντά στο μηδέν.
Η ατζέντα για την απαγόρευση των μετρητών συζητήθηκε επίσης
στην φετινή συνεδρίαση της μυστικοπαθούς Λέσχης Bilderberg, στην οποία
παραβρέθηκε ο Martin Wolf, ο εβραϊκής καταγωγής Βρετανός επικεφαλής σχολιαστής
των Financial Times.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν την
απόσυρση των μετρητών σε ποσότητες τόσο χαμηλές όσο £ 5000 ως «ύποπτη δραστηριότητα», ενώ στη Γαλλία, στους πολίτες θα απαγορευτεί να πραγματοποιούν πληρωμές σε μετρητά πάνω από 1000 € από
την Τρίτη και μετά. Η ανάκληση και η κατάθεση μετρητών ποσού 1.000 € θα
υπόκειται επίσης σε έλεγχο ταυτότητας.
«Δεν υπάρχει πιο διαβόητη οικονομική πολιτική κατά της
ελευθερίας που μπορεί να φανταστεί κανείς από το να απαγορευτούν τα μετρητά»,
γράφει ο Michael Krieger.
«Φυσικά, αν ξαφνικά "τελειώσουν" τα μετρητά, θα
υπάρξει αύξηση της ζήτησης για χρυσό και ασήμι, των οποίων στη συνέχεια θα
απαιτηθεί η απαγόρευση. Στη συνέχεια, ο κύκλος της οικονομικής και
χρηματοπιστωτικής τυραννίας θα είναι πλήρης, και το να ξεφύγουμε από αυτή θα
είναι σχεδόν αδύνατον».
Κι άλλα σύννεφα έφερε το γκρέμισμα του ναού
Η κατεδάφιση
μιας εκκλησίας αποτελεί σε κάθε περίπτωση βάναυση πρόκληση στο
θρησκευτικό αίσθημα των πιστών, μπορεί όμως να προκαλέσει και ισχυρές
αναταράξεις στις διακρατικές σχέσεις. Και τα δύο αυτά έγιναν με το
γκρέμισμα από τις αλβανικές Αρχές του ορθόδοξου χριστιανικού ναού του
Αγίου Αθανασίου στο χωριό Δρυμάδες στην περιοχή της Χειμάρρας, ενέργεια
που πυροδότησε ένταση στην ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα της Αλβανίας
και συσσώρευσε και άλλα σύννεφα στις ήδη αρνητικά φορτισμένες
ελληνοαλβανικές σχέσεις.
Για τους ορθόδοξους χριστιανούς της Αλβανίας, ο Αη-Θανάσης ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της προαιώνιας θρησκευτικής τους παρουσίας στη Χειμάρρα και δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ, ακόμη και στις πιο μαύρες μέρες, όταν το 1972 το καθεστώς Χότζα τον κατέστρεψε, μαζί με εκατοντάδες άλλες εκκλησίες και μοναστήρια στην Αλβανία. Τις νύχτες, κρυφά και με κίνδυνο να βρεθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, πιστοί, Ελληνες της Χειμάρρας αλλά και Αλβανοί, άναβαν ένα κερί και άλλοι, πιο τολμηροί, τελούσαν εν ριπή οφθαλμού έναν άτυπο γάμο ή έκαναν μια (αερο)βάπτιση.
Ωσπου, το 1992, όταν το καθεστώς κατέρρευσε, οι πιστοί έχτισαν όπως όπως, χωρίς άδεια, όπως οι πάντες λειτουργούσαν τότε στην Αλβανία, έναν πρόχειρο ναό για τις λατρευτικές τους ανάγκες, με την προσδοκία ότι σε βάθος χρόνου θα τον ολοκληρώσουν.
Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, στις αρχές Αυγούστου, το υπουργείο Πολιτισμού της Αλβανίας ανακοινώνει ότι σχεδιάζει να αναστηλώσει στην αρχική του μορφή τον παλαιό ναό, τον οποίο κατατάσσει στα μνημεία πολιτισμού της χώρας, και στέλνει συνεργείο της πολεοδομικής αστυνομίας, που γκρεμίζει το κτίσμα των πιστών, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις σε τοπική κοινωνία, Τίρανα και Αθήνα. Στους επίσημους ισχυρισμούς περί «μνημείου πολιτισμού» αντιτάχθηκε με σφοδρότητα η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, που κατήγγειλε ως βεβήλωση την κατεδάφιση, τονίζοντας πως η εκκλησία των Δρυμάδων αποτελεί με νόμο ιδιοκτησία της και δεν βρίσκεται σε καμία λίστα μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ισως, εάν η υπόθεση εξελισσόταν σε κάποια άλλη περιοχή της Αλβανίας, να μην είχε λάβει τέτοιες διαστάσεις. Στη Χειμάρρα όμως η ατμόσφαιρα, ιστορικά φορτισμένη, ηλεκτρίζεται με το παραμικρό, καθώς εμπλέκεται ενστικτωδώς, κάθε φορά που ανακύπτει ένα ζήτημα τριβής, και η εθνοτική παράμετρος, με την ελληνική μειονότητα να τη θεωρεί προπύργιό της και τον αλβανικό εθνικοπατριωτισμό να επιμένει πως αποτελεί κοιτίδα του.
Αυτή η πτυχή δεν θα μπορούσε να εκλείψει ούτε και τώρα. Ετσι, σε μια προσπάθεια να προβληθεί η θεωρία περί «ιστορικά αμιγώς αλβανικής» Χειμάρρας, επιστρατεύθηκε από μερίδα της πολιτικής και πνευματικής ελίτ ένας ρωμαιοκαθολικός ιεραπόστολος του 17ου αιώνα, ονόματι Nilo Catalano, ο οποίος φέρεται να λειτούργησε την εποχή εκείνη σχολεία στην αλβανική γλώσσα, γεγονός που, σύμφωνα με το σχετικό αφήγημα, αποδεικνύει την προαιώνια παρουσία του αλβανικού στοιχείου. Προσαρμοζόμενο στις τωρινές συνθήκες το αφήγημα, που είδες το φως σε μερίδα του αλβανικού Τύπου, θέλει τους χριστιανούς ορθόδοξους, Ελληνες μειονοτικούς στην πλειονότητά τους, να έχτισαν το παράνομο «γκαράζ», όπως το αποκάλεσε ακόμη και ο πρωθυπουργός Ράμα (!), για να καλύψουν τον τάφο του ιεραπόστολου και να εξαφανίσουν έτσι στοιχεία που κατ’ εκείνους ενισχύουν την θεωρία ότι στη Χειμάρρα ανέκαθεν κυριαρχούσε το αλβανικό στοιχείο.
Δεν είναι καινούργιο αυτό το αφήγημα. Οταν το 1999 ο UCK κατέλαβε με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ το Κόσοβο, φανατικοί Αλβανοί αξίωναν να κατεδαφιστούν τα ιστορικά χριστιανικά μοναστήρια και οι εκκλησίες, για να αποκαλυφθεί ότι κάτω από αυτά υπήρχαν στοιχεία που δήθεν αποδείκνυαν ότι οι Αλβανοί προϋπήρχαν των Σέρβων... Η διεθνής ειρηνευτική δύναμη πρόλαβε και ανέπτυξε γύρω από αυτά ενόπλους και, τελικά, τα έσωσε.
Η κατεδάφιση του ναού του Αγίου Αθανασίου προκάλεσε την ανταλλαγή σκληρών δηλώσεων σε Αθήνα και Τίρανα –την καταδίκασαν το ΚΕΑΔ και η ΟΜΟΝΟΙΑ–, με τον εκπρόσωπο του ΥΠΕΞ Κωνσταντίνο Κούτρα να κάνει λόγο για «τζιχαντισμό» και για «αχαριστία από ευεργετηθέντα», ενώ ο Εντι Ράμα, με το σύνηθες αλαζονικό του ύφος, είπε πως «θα πάρει λίγο καιρό στην Ελλάδα να καταλάβει ότι η Αλβανία δεν δέχεται κηδεμόνα».
Ο τέως πρωθυπουργός Σαλί Μπερίσα μίλησε για «κρατικό έγκλημα», όμοιο με αυτό του Χότζα, εις βάρος των θρησκευτικών ελευθεριών, και επιτέθηκε ευθέως εναντίον του Ράμα, στον οποίο υπενθύμισε καταγγελία στη Βουλή του Φατός Νάνο, σύμφωνα με την οποία, όταν στη δεκαετία του 1990 ζούσε (σ.σ. ο Ράμα) στο Παρίσι, ασχολήθηκε με πωλήσεις κλεμμένων εικόνων από εκκλησίες της Αλβανίας. «Πρόκειται για απαίσια πράξη, για επιστροφή της μαύρης εποχής του 1967 της κομμουνιστικής δικτατορίας, όταν οι Χότζα, Αλία, αλλά και ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού, Κριστάκ Ράμα, προχώρησαν στην κατεδάφιση χιλιάδων εκκλησιών, τζαμιών και τεκέδων σε όλη τη χώρα. Χιλιάδες εικόνες, ιερά βιβλία και άλλα αντικείμενα αξίας των χώρων λατρείας καταληστεύτηκαν και εξαφανίστηκαν από τις συμμορίες του Χότζα», είπε.
Για τους ορθόδοξους χριστιανούς της Αλβανίας, ο Αη-Θανάσης ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της προαιώνιας θρησκευτικής τους παρουσίας στη Χειμάρρα και δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ, ακόμη και στις πιο μαύρες μέρες, όταν το 1972 το καθεστώς Χότζα τον κατέστρεψε, μαζί με εκατοντάδες άλλες εκκλησίες και μοναστήρια στην Αλβανία. Τις νύχτες, κρυφά και με κίνδυνο να βρεθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, πιστοί, Ελληνες της Χειμάρρας αλλά και Αλβανοί, άναβαν ένα κερί και άλλοι, πιο τολμηροί, τελούσαν εν ριπή οφθαλμού έναν άτυπο γάμο ή έκαναν μια (αερο)βάπτιση.
Ωσπου, το 1992, όταν το καθεστώς κατέρρευσε, οι πιστοί έχτισαν όπως όπως, χωρίς άδεια, όπως οι πάντες λειτουργούσαν τότε στην Αλβανία, έναν πρόχειρο ναό για τις λατρευτικές τους ανάγκες, με την προσδοκία ότι σε βάθος χρόνου θα τον ολοκληρώσουν.
Είκοσι τρία χρόνια αργότερα, στις αρχές Αυγούστου, το υπουργείο Πολιτισμού της Αλβανίας ανακοινώνει ότι σχεδιάζει να αναστηλώσει στην αρχική του μορφή τον παλαιό ναό, τον οποίο κατατάσσει στα μνημεία πολιτισμού της χώρας, και στέλνει συνεργείο της πολεοδομικής αστυνομίας, που γκρεμίζει το κτίσμα των πιστών, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις σε τοπική κοινωνία, Τίρανα και Αθήνα. Στους επίσημους ισχυρισμούς περί «μνημείου πολιτισμού» αντιτάχθηκε με σφοδρότητα η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, που κατήγγειλε ως βεβήλωση την κατεδάφιση, τονίζοντας πως η εκκλησία των Δρυμάδων αποτελεί με νόμο ιδιοκτησία της και δεν βρίσκεται σε καμία λίστα μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ισως, εάν η υπόθεση εξελισσόταν σε κάποια άλλη περιοχή της Αλβανίας, να μην είχε λάβει τέτοιες διαστάσεις. Στη Χειμάρρα όμως η ατμόσφαιρα, ιστορικά φορτισμένη, ηλεκτρίζεται με το παραμικρό, καθώς εμπλέκεται ενστικτωδώς, κάθε φορά που ανακύπτει ένα ζήτημα τριβής, και η εθνοτική παράμετρος, με την ελληνική μειονότητα να τη θεωρεί προπύργιό της και τον αλβανικό εθνικοπατριωτισμό να επιμένει πως αποτελεί κοιτίδα του.
Αυτή η πτυχή δεν θα μπορούσε να εκλείψει ούτε και τώρα. Ετσι, σε μια προσπάθεια να προβληθεί η θεωρία περί «ιστορικά αμιγώς αλβανικής» Χειμάρρας, επιστρατεύθηκε από μερίδα της πολιτικής και πνευματικής ελίτ ένας ρωμαιοκαθολικός ιεραπόστολος του 17ου αιώνα, ονόματι Nilo Catalano, ο οποίος φέρεται να λειτούργησε την εποχή εκείνη σχολεία στην αλβανική γλώσσα, γεγονός που, σύμφωνα με το σχετικό αφήγημα, αποδεικνύει την προαιώνια παρουσία του αλβανικού στοιχείου. Προσαρμοζόμενο στις τωρινές συνθήκες το αφήγημα, που είδες το φως σε μερίδα του αλβανικού Τύπου, θέλει τους χριστιανούς ορθόδοξους, Ελληνες μειονοτικούς στην πλειονότητά τους, να έχτισαν το παράνομο «γκαράζ», όπως το αποκάλεσε ακόμη και ο πρωθυπουργός Ράμα (!), για να καλύψουν τον τάφο του ιεραπόστολου και να εξαφανίσουν έτσι στοιχεία που κατ’ εκείνους ενισχύουν την θεωρία ότι στη Χειμάρρα ανέκαθεν κυριαρχούσε το αλβανικό στοιχείο.
Δεν είναι καινούργιο αυτό το αφήγημα. Οταν το 1999 ο UCK κατέλαβε με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ το Κόσοβο, φανατικοί Αλβανοί αξίωναν να κατεδαφιστούν τα ιστορικά χριστιανικά μοναστήρια και οι εκκλησίες, για να αποκαλυφθεί ότι κάτω από αυτά υπήρχαν στοιχεία που δήθεν αποδείκνυαν ότι οι Αλβανοί προϋπήρχαν των Σέρβων... Η διεθνής ειρηνευτική δύναμη πρόλαβε και ανέπτυξε γύρω από αυτά ενόπλους και, τελικά, τα έσωσε.
Η κατεδάφιση του ναού του Αγίου Αθανασίου προκάλεσε την ανταλλαγή σκληρών δηλώσεων σε Αθήνα και Τίρανα –την καταδίκασαν το ΚΕΑΔ και η ΟΜΟΝΟΙΑ–, με τον εκπρόσωπο του ΥΠΕΞ Κωνσταντίνο Κούτρα να κάνει λόγο για «τζιχαντισμό» και για «αχαριστία από ευεργετηθέντα», ενώ ο Εντι Ράμα, με το σύνηθες αλαζονικό του ύφος, είπε πως «θα πάρει λίγο καιρό στην Ελλάδα να καταλάβει ότι η Αλβανία δεν δέχεται κηδεμόνα».
Ο τέως πρωθυπουργός Σαλί Μπερίσα μίλησε για «κρατικό έγκλημα», όμοιο με αυτό του Χότζα, εις βάρος των θρησκευτικών ελευθεριών, και επιτέθηκε ευθέως εναντίον του Ράμα, στον οποίο υπενθύμισε καταγγελία στη Βουλή του Φατός Νάνο, σύμφωνα με την οποία, όταν στη δεκαετία του 1990 ζούσε (σ.σ. ο Ράμα) στο Παρίσι, ασχολήθηκε με πωλήσεις κλεμμένων εικόνων από εκκλησίες της Αλβανίας. «Πρόκειται για απαίσια πράξη, για επιστροφή της μαύρης εποχής του 1967 της κομμουνιστικής δικτατορίας, όταν οι Χότζα, Αλία, αλλά και ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού, Κριστάκ Ράμα, προχώρησαν στην κατεδάφιση χιλιάδων εκκλησιών, τζαμιών και τεκέδων σε όλη τη χώρα. Χιλιάδες εικόνες, ιερά βιβλία και άλλα αντικείμενα αξίας των χώρων λατρείας καταληστεύτηκαν και εξαφανίστηκαν από τις συμμορίες του Χότζα», είπε.
Η κτηνωδία του Ισλάμ

Το Ισλάμ πάντα το συνοδεύει η Σαρία(Μουσουλμανικός Νόμος).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



