Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Τα θρησκευτικά λάθη είναι επικίνδυνα, τα φιλοσοφικά είναι απλώς γελοία.

https://thestranger.files.wordpress.com/2011/09/22092011477.jpg

Ντέιβιντ Χιουμ (1711-1776)
("Ο κόσμος της Σοφίας" - ημερολόγιο και Σημειωματάριο - 1999)

ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα παλιά χρόνια, ήταν συνεχής και αδιάκοπη η προσπάθεια της κάθε αγροτικής οικογένειας να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα είδη διατροφής, για να μπορέσει να θρέψει την πολυάριθμη φαμίλια της.
ΟΙΚ. ΟΙΚΟ. 2   Για την εξασφάλιση αυτών των αγαθών, των τόσο απαραίτητων για τη συντήρησή τους, λειτουργούσε ένα ολοκληρωμένο σύστημα παραγωγής τους από την ίδια οικογένεια. Τα προσφερόμενα προϊόντα προς αγορά, από τα παντοπωλεία, ήταν απρόσιτα. Αυτά τα παντοπωλεία ήταν κάτι σαν τα σημερινά super-market, γιατί πούλαγαν όλα τα είδη της εποχής. Εκτός από τα τρόφιμα είχαν λιπάσματα, θειάφι, είδη κιγκαλερίας, βαφές, πρόκες… μέχρι και ασπιρίνες. Όμως ο πολύς κόσμος δεν είχε χρήματα για να τα αγοράσει. Ειδικά οι φτωχοί αγρότες έπιαναν χρήματα στα χέρια τους μόνο το καλοκαίρι που πούλαγαν τα προϊόντα τους. Είναι γνωστό ότι αρκετά παλιά, το εμπόριο γινόταν με ανταλλαγή προϊόντων. Αργότερα μπήκε το βερεσέ (αγορά με πίστωση). Οι πιο τακτικοί πελάτες των καταστημάτων αυτών ήταν τα πιτσιρίκια, αν και δεν έκαναν μεγάλους λογαριασμούς, που αγόραζαν συνήθως καραμέλες, στραγάλια και κανένα ξερολούκουμο.
Το βασικό είδος διατροφής ήταν βέβαια και τότε το ψωμί και μετά το λάδι. Όμως ο μεγάλος αγώνας ήταν για το ψωμί της χρονιάς. Προσπάθεια του κάθε αγρότη ήταν να αυξήσει την παραγωγή του σιταριού και του κριθαριού, για να χορτάσει η οικογένειά του ψωμί. Βέβαια το αποτέλεσμα δεν ήταν πάντα θετικό. Τότε αναγκάζονταν να αγοράσουν στάρι ή έτοιμο αλεύρι.
Ο πλάστης, το πλαστήρι, η πινακωτή (σανίδια χοντρά από κορμούς πεύκων με κοιλώματα ανάλογα το μήκος), η μεγάλη πήλινη ή ξύλινη λεκάνη ήταν τα χρειαζούμενα της νοικοκυράς, η οποία ζύμωνε το ψωμί της οικογένειας για ολόκληρη εβδομάδα. Από το βράδυ της προηγούμενης ημέρας έπιανε το προζύμι. Ένα κομμάτι ζυμάρι που είχε φυλαγμένο στην παγωνιέρα από το ψωμί της προηγούμενης εβδομάδας, το δούλευε με νερό και αλεύρι, έτσι που να γίνει πηκτός χυλός και τον άφηνε κουκουλωμένο με μάλλινη κουβέρτα όλη τη νύχτα. Μ’ αυτή τη μαγιά, πολύ πρωί την άλλη μέρα ζύμωνε το ψωμί, το κουκούλωνε και πάλι με την κουβέρτα και το άφηνε να ανεβεί. Ύστερα κράταγε πάλι ένα κομμάτι ζυμάρι (προζύμι), για να κάνει το ψωμί της επόμενης εβδομάδας. Με το υπόλοιπο έπλαθε 4-5 μεγάλα καρβέλια (όσα και οι θέσεις της πινακωτής), που ήταν στρωμένη με βαμβακερές πετσέτες καλά αλευρωμένες. Δίπλωνε τις πετσέτες πάνω από τα ψωμιά και σκέπαζε την πινακωτή με την κουβέρτα, για να μην κρυώσει η ζύμη και για να φουσκώσει γρήγορα. Όταν φούσκωνε το ψωμί, έβαζε την πινακωτή στον ώμο και το πήγαινε στο φούρνο.
Στην είσοδο της αυλής του κάθε σπιτιού δέσποζε η παρουσία του φούρνου. Σπίτι χωρίς φούρνο δεν υπήρχε κι αυτό γιατί ψωμί έτοιμο δεν πουλιόταν τότε. Αν κάποια οικογένεια τύχαινε να μην έχει, τότε ζύμωνε λίγα ψωμιά και τα φούρνιζε στη γειτόνισσα. Αρτοποιός της οικογένειας ήταν η ίδια η μάνα. Οι νοικοκυρές συνήθως χρησιμοποιούσαν μεγάλη σκάφη, γιατί ζύμωναν πολλά καρβέλια (7-10, από 3 οκάδες και πάνω το καθένα). Μ’ αυτά θα πέρναγαν πολλές μέρες, γιατί το ζύμωμα και το άναμμα του φούρνου ήταν μια πολύ κουραστική δουλειά. Μόλις τελείωνε το ζύμωμα, έπλαθε τα ψωμιά, τα έβαζε πάνω σε τάβλες ή στις πινακωτές και τα σκέπαζε για να «γίνουν» με τη ζεστασιά, οπότε και θα ήταν έτοιμα για το φούρνισμα.
Μετά άναβε τον φούρνο. Έριχνε στη συνέχεια κλαριά για να κάψει καλά, οπότε και θα ήταν έτοιμος για το ψήσιμο. Τα κλαριά τα έσπρωχνε με το φουρνόξυλο και τα άπλωνε σε όλα τα μέρη του φούρνου για να είναι ομοιόμορφο το κάψιμο. Όταν ο φούρνος ήταν έτοιμος, τότε τραβούσε προς τα έξω πάλι με το φουρνόξυλο όλα τα κάρβουνα και τα μάζευε προς το εξωτερικό της πόρτας του φούρνου. Μετά με την πανιάρα (ένα κοντάρι, πάνω στο οποίο είχε δεμένο ένα βρεγμένο χοντρό πανί) σκούπιζε καλά το δάπεδο του φούρνου, για να είναι καθαρό. Τότε ερχόταν η σειρά του μεγάλου ξύλινου φτυαριού. Έβαζε πάνω στο φτυάρι το κάθε καρβέλι, το χάραζε μ’ ένα μαχαίρι και το φούρνιζε. Τελευταία έβαζε την προπύρα την οποία άφηνε έξω-έξω, κοντά στην πόρτα του φούρνου. Η προπύρα ήταν ακριβώς ίδια με τη σημερινή λαγάνα που τρώμε κάθε Καθαρή Δευτέρα. Ετοιμαζόταν πολύ πιο γρήγορα απ’ τα άλλα ψωμιά και τρωγόταν ζεστή. Στα παιδιά άρεσε πολύ με τουλουμοτύρι, σαν πρωινό φαγητό. Εκεί άναβε τον φούρνο με ξύλα και όταν ο φούρνος πύρωνε, έβαζε με ένα ξύλινο φτυάρι τα ψωμιά.ΟΙΚΟ. ΟΙΚ. 4   Το λάδι δεν δημιουργούσε το ίδιο άγχος, και τούτο γιατί εκείνοι που δεν κάλυπταν τις ανάγκες της χρονιάς είχανε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν την έλλειψη αυτή. Μέλη της οικογένειας πήγαιναν και μάζευαν ελιές των μεγαλοπαραγωγών και αμείβονταν σε είδος και μ’ αυτό τον τρόπο κάλυπταν τις ανάγκες τους. Όταν λοιπόν εξασφαλιζόταν το ψωμί και το λάδι της χρονιάς, τότε ο επικεφαλής της οικογένειας έπαιρνε βαθιά ανάσα.
Για όλα τα άλλα λειτουργούσε ο προαιώνιος θεσμός της οικιακής οικονομίας, δηλ. η οικογενειακή παραγωγή. Δεν αφήνανε καμία ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα μέσα διατροφής. Σπέρνανε φακές, ρεβίθια, φασόλια και φυτεύανε πατάτες, ντομάτες και μποστάνια. Τις μέρες της μουστιάς, οι νοικοκυρές βράζανε μούστο και τον κάνανε πετιμέζι. Το βάζανε σε σταμνιά – μικρά κιούπια – και το φυλάγανε για τον χειμώνα. Αποτελούσε μια εξαιρετική τροφή για μικρούς και μεγάλους. Αντικαθιστούσε τη ζάχαρη, που ήταν ακριβή για τη φτωχολογιά. Μ’ αυτό γλύκαιναν, το τσάι του βουνού, το χαμομήλι και τη φασκομηλιά που έπιναν. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν και πολλές σταφίδες και τις αποθήκευαν για τον χειμώνα. Όσο αφορά τις ντομάτες, όταν είχαν σχετικά μεγάλη παραγωγή, τις λιώνανε μέσα στα σκαφίδια, τις αλατίζανε, τις σουρώνανε, για να μείνει μονάχα ο χυμός και μετά μέσα στον τέντζερη τις βράζανε ώσπου να πήξουν κι έτσι κάνανε τον ντοματοπελτέ. Μετά τον βάζανε σ’ ένα κιούπι, ρίχνανε από πάνω λάδι, για να μην έρχεται σε επαφή με τον ατμοσφαιρικό αέρα και μουχλιάσει κι έτσι είχανε ντομάτα να περάσουνε όλο το χειμώνα. Με το γάλα της γίδας κάνανε μπόλικο γλυκοτραχανά. Κόβανε το στάρι στο χερόμυλο με τις δύο μεγάλες κυλινδρικές πέτρες, το κάνανε πλιγούρι και μετά το βράζανε μέσα στο γάλα. Ήτανε κι ο τραχανάς μια από τις περιζήτητες χειμωνιάτικες τροφές.
ΟΙΚ. ΟΙΚ. 3   Το βαγένι με το κρασί, ήταν απαραίτητο σε κάθε σπίτι. Επίσης σε πρώτη θέση και τα λάχανα, που τα έλεγαν σε κάποιες περιοχές και μάπες.
Όσο αφορά τα ζώα τους, οι τσοπάνηδες των ορεινών χωριών το χειμώνα, εάν είχαν μεγάλο αριθμό από γιδοπρόβατα, για να τα προφυλάξουν από τη παγωνιά, τα φέρνανε να ξεχειμάσουν κατά τον κάμπο και εκεί τα σκάριζαν (=έβγαζαν) για να βοσκήσουν. Σ’ αυτούς τους τσοπάνηδες, παραχωρούσαν τα χωράφια τους με το χορτάρι οι ντόπιοι, και σε αντάλλαγμα έπαιρναν τουλουμοτύρι έτοιμο μέσα στ’ ασκιά και μαλλιά προβατίσια ή γίδινα, που αποτελούσαν βέβαια την πρώτη ύλη για τον αργαλειό της κάθε νοικοκυράς.
Λαϊκές Παραδόσεις, Σταύρος Αβδούλος – Εκδόσεις Φιλίστωρ
 πηγή

ΖΩΝΤΑΝΗ Η ΓΚΡΕΚΑΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ – Καλαβρία, ἡ “ξεχασμένη” Ἑλλάδα

 http://photos.wikimapia.org/p/00/00/34/24/72_big.jpg

 
Βίκυ Μπαφατάκη

«Καλῶς ἤρτετε»: μὲ αὐτὴ τὴ φράση στὰ χείλη καὶ μὲ χαρούμενα πρόσωπα μᾶς ὑποδέχονται σὲ μιὰ Ἑλλάδα ποὺ ἡ καρδιά της χτυπᾶ ἔξω ἀπὸ τὰ δικά της ὅρια. Ἡ Ἑλληνόφωνη Καλαβρία σὰν τραγούδι φερμένο μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες, ταξιδεμένο στὶς θάλασσες τῆς Μεσογείου, ἐπιβιώνει χάρις στοὺς κατοίκους της. Τὸ μαγευτικὸ ὁδοιπορικὸ στὰ πιὸ ἀπομονωμένα καὶ φτωχικὰ σπλάχνα τῆς Ἰταλίας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν μιὰ ἀρχαία δωρικὴ γλῶσσα, τὰ γκρεκάνικα, καὶ σύσσωμοι καρδιοχτυποῦν γιὰ νὰ μὴ σβήσει.
Ἡ Μεγάλη Ἑλλάδα εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ συγκινητικό
Στὸν κόσμο τῆς Ἑλληνόφωνης Καλαβρίας μὲ μύησε πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὁ φίλος μου Carmelo Nucera, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀφιερώσει ὅλη του τὴ ζωή στὴ διάσωση τῆς γκρεκάνικης γλώσσας καὶ τῆς ελληνικῆς κουλτούρας ἐτούτου τοῦ τόπου.
Πέρασε καιρὸς ἀπὸ τότε, ἀλλὰ πάντα οἱ βαθιὲς ἐπιθυμίες ἐκπληρώνονται… Ὅταν τὸ ἀεροπλάνο προσγειωνόταν στὸ Ρήγιο τῆς Καλαβρίας, δεκάδες πρωτόγνωρα συναισθήματα μᾶς πλημμύρισαν, ἐνῷ τὸ τοπίο πλάνευε ἀπροκάλυπτα τὴ ματιά μας.
Ἀπὸ τὸ παράθυρο ξεπρόβαλαν πρῶτα τὰ τραχιὰ βουνὰ τοῦ Ἀσπρομόντε, ποτισμένα μὲ ἱστορία καὶ μνῆμες ἀπὸ μιὰ Ἑλλάδα ποὺ στοίχειωσε σθεναρὰ στὰ δύσβατα μονοπάτια τῶν Ἑλληνόφωνων χωριῶν τῆς Καλαβρίας. Καὶ φυσικὰ ἡ θάλασσα, μὲ τὸ γνωστὸ Stretto τῆς Μεσσήνας, τὸ στενὸ ὑδάτινο πέρασμα ποὺ ἑνώνει τὴν Καλαβρία μὲ τὴ Σικελία καὶ μπολιάζει μὲ τὴν καλή της αὔρα σκαριὰ καὶ ταξιδευτές, καὶ προσδοκίες τῶν κατοίκων τῆς φτωχικῆς Καλαβρίας γιὰ ἕνα καλύτερο «αὔριο».
Τὸν 8ο αἰῶνα π.Χ. ξεκίνησαν ὅλα
Ὅλα ξεκίνησαν στὰ τέλη τοῦ 8ου π.Χ. αἰῶνα, ὅταν Ἕλληνες ἄποικοι ἐγκαταστάθηκαν στὰ ἀνατολικὰ παράλια τῆς Σικελίας καὶ τῆς Κάτω Ἰταλίας, χαρίζοντας σὲ αὐτὸ τὸ ἑλληνικὸ τμῆμα τὸ ὄνομα Μεγάλη Ἑλλάδα. Στὴν Καλαβρία ἱδρύθηκαν καὶ ἤκμασαν σημαντικὲς ἑλληνικὲς ἀποικίες, ὅπως τὸ Ρήγιο ἀπὸ τοὺς Χαλκιδεῖς τὸ 715 π.Χ., τὸ ὁποῖο ἀργότερα κατοίκησαν Μεσσήνιοι πρόσφυγες. Οἱ Λοκροὶ ἱδρύθηκαν ἀπὸ Δωριεῖς τῆς Λοκρίδας τὸ 673 π.Χ. καὶ πῆραν τὸ προσωνύμιο Ἐπιζεφύριοι ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Ζεφύριο.
Οἱ πόλεις Κρότων καὶ Σύβαρις, ἀπὸ τὰ πιὸ πλούσια κράτη τῆς Ἰταλίας, ἱδρύθηκαν ἀπὸ μετανάστες Ἀχαιοὺς τὸν 8ο αἰ. π.Χ. καὶ ἔπαιξαν σημαντικὸ πολιτιστικὸ καὶ ἐμπορικὸ ρόλο στὴν εὐρύτερη περιοχή. Ἀπὸ τὸν 6ο αἰ. μ.Χ. καὶ μετὰ ἐγκαταστάθηκαν στὴν περιοχὴ Βυζαντινοὶ στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, καθὼς ὁ στρατηγὸς τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ, Βελισσάριος, τὸ 535 μ.Χ. ἀποβιβάστηκε στὴ Σικελία καὶ ἀπελευθέρωσε τὸ νησὶ καὶ τὴν Καλαβρία ἀπὸ τοὺς Γότθους. Ἀργότερα ἐπικάθισαν στὴν Καλαβρία Ἕλληνες τῆς Καρχηδόνας μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Ἀφρικῆς ἀπὸ τοὺς Ἄραβες, Ἕλληνες τῆς Σικελίας μετὰ τὴν κατάληψη τοῦ νησιοῦ ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸ 823 μ.Χ. καὶ εἰκονολάτρες ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς βυζαντινὲς ἐπαρχίες κατὰ τὴν εἰκονομαχία (726-843 μ.Χ.), οἱ ὁποῖοι καὶ ἵδρυσαν ἐρημητήρια καὶ μοναστήρια σὲ ὅλη τὴν περιοχή. Ἡ Καλαβρία ὑπῆρξε γιὰ τοὺς Βυζαντινοὺς ἕνα σημαντικὸ ὀχυρὸ πρὸς τὴ Δύση γιὰ τὴν ἀναχαίτιση τῶν βαρβάρων. Ἡ ἀκμή της τοποθετεῖται τὸν 9ο ἕως καὶ τὸν 11ο αἰ. μ.Χ., ὁπότε κατακτήθηκε ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς, ἔγινε Δουκᾶτο καὶ ἐκδιώχθηκαν οἱ Βυζαντινοί. Τὸν 12ο αἰ. μ.Χ. ἔληξε ἡ βυζαντινὴ κυριαρχία στὴν Κάτω Ἰταλία καὶ παρὰ τὶς ξένες κυριαρχίες οἱ κάτοικοι διατήρησαν τὴν ἑλληνικότητά τους, τὴ γλῶσσα καὶ τὸν πολιτισμό τους.
Οἱ μεταναστεύσεις πληθυσμῶν στὴν Κάτω Ἰταλία συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1453. Ἡ ἑλληνόφωνη περιοχὴ τῆς Καλαβρίας τὸν 16ο αι. μ.Χ. ἁπλωνόταν σὲ ὅλη τὴ Νότια Ἰταλία. Σήμερα περιορίζεται στὴν ὁροσειρὰ τοῦ Ἀσπρομόντε καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ ἑλληνόφωνα χωριὰ Ἀμεντολέα, Βούα, Γιαλὸς τοῦ Βούα, Βουνί, Ροχούδι, Γκαλιτσανό, Κοντοφούρι, Χωρίο Βουνί, Χωρίο Ροχούδι.
Οἱ λιγοστοὶ κάτοικοι τῶν χωριῶν, γεωργοὶ καὶ κτηνοτρόφοι στὴν πλειονότητά τους, διατηροῦν τὴ γκρεκάνικη γλῶσσα, ἤθη καὶ ἔθιμα ἀπὸ τὴν παράδοση ποὺ κληρονόμησαν καὶ κυρίως τὴ μουσικὴ καὶ τὰ τραγούδια αἰώνων, ποὺ σμιλεύτηκαν στὴ συνείδησή τους. Δηλώνουν Ἕλληνες, εἶναι περήφανοι γιὰ τὴν καταγωγή τους, ὀρθώνουν τὸ ἀνάστημά τους μέσα στὰ βουβὰ σοκάκια τῆς ἀπομόνωσης καὶ ἀνάβουν κεριά, γιὰ νὰ ὑποδηλώσουν τὴν ἑλληνικότητά τους. Εἶναι ἡ τρανταχτὴ καὶ μοναδικὴ πιὰ ἀπόδειξη πὼς ἐκεῖ χτυπᾶ ἀκόμα μιὰ καρδιὰ ἑλληνική. «Tὰ γκρεκάνικα πρέπει νὰ ἐπιζήσουν»
Πινακίδες, εὐχές, συζητήσεις. Λέξεις καὶ φράσεις γκρεκάνικες ποὺ μοιάζουν νὰ ξεπετάγονται ἀπὸ τοὺς στίχους τῆς Ἰλιάδας καὶ τῆς Ὀδύσσειας. Ἀπὸ τὸν μικρότερο ἕως τὸν γεροντότερο, σὲ τοῦτα τὰ μέρη, οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν καὶ τραγουδοῦν τὴν γκρεκάνικη γλῶσσα, προσπαθῶντας νὰ μείνουν συνδεδεμένοι αἰώνια μὲ τὴν ἑλληνικὴ καταγωγή τους. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα τῆς Καλαβρίας ἐπιβιώνει αἰῶνες ὁλόκληρους στὰ δύσβατα χωριὰ τοῦ Ἀσπρομόντε καὶ οἱ φωνὲς τῶν
ἀνθρώπων ποὺ ἐπιμένουν ἑλληνικὰ μοιάζουν νὰ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ διατήρηση τῆς κοινῆς μας γλώσσας.
Τὰ γκρεκάνικα εἶναι μιὰ ἀρχαία διάλεκτος μὲ ἰταλικὲς προσμείξεις. Ἡ διάλεκτος αὐτὴ εἶναι μετεξέλιξη τῆς ἀρχαίας δωρικῆς διαλέκτου καὶ διατηρεῖ ὁμηρικὲς λέξεις. Ἡ γλῶσσα ἦταν ἰσχυρὴ καὶ ἀντιστάθηκε στὴν ἰταλική· ἀκόμη καὶ ὅσες ἰταλικὲς λέξεις εἰσχώρησαν σὲ αὐτήν, φόρεσαν… ἑλληνικὸ χιτῶνα.
Οἱ γεροντότεροι κάτοικοι τῆς ἑλληνόφωνης Καλαβρίας μιλοῦν τὰ γκρεκάνικα στὴν καθημερινότητά τους. Οἱ μακρινοὶ αὐτοὶ ἀπόγονοι τῶν πρώτων Ἑλλήνων μεταναστῶν ἀρνοῦνται νὰ μιλήσουν ἰταλικὰ καὶ ὠθοῦν τοὺς νέους νὰ διδάσκονται τὰ γκρεκάνικα. Μάχονται νὰ διατηρήσουν τὴ γλῶσσα, γιατὶ μὲ τὸν λόγο τους κρατοῦν ζωντανὴ τὴν ἑλληνική τους ταυτότητα καὶ ἀντιπαλεύονται ἐκείνους τοὺς λίγους ντόπιους ποὺ ἀκόμα καὶ σήμερα θεωροῦν τὰ γκρεκάνικα κατώτερη γλῶσσα, τὴ γλῶσσα τῶν φτωχῶν βοσκῶν.
Στὴν Καλαβρία τὸ τοπικὸ Σύνταγμα ρυθμίζει νόμιμα τὴ χρήση τῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ἑλληνόφωνη μειονότητα. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο στὸ Ροχούδι, στὸ Κοντοφούρι, στὴν Ἀμεντολέα, στὸ Γκαλιτσανό, στὴ Μπόβα Μαρίνα ἡ γλῶσσα ποὺ ἀκούγεται εἶναι «i glossa tu grecani», δηλαδὴ «ἡ γλῶσσα τοῦ Ἕλληνα» καὶ μάλιστα διδάσκεται μὲ πεῖσμα.
Ἡ γκρεκάνικη γλῶσσα ἀργοσβήνει σήμερα, ὡστόσο ὑπάρχουν κάποιοι περήφανοι Ἕλληνες ποὺ ἀρνοῦνται νὰ ὑποταχτοῦν στὶς ἐπιταγὲς τῶν καιρῶν καὶ διδάσκουν στὰ σπίτια καὶ στὴ Bιβλιοθήκη τῆς Bova Marina καὶ τῶν ἄλλων χωριῶν τὰ γκρεκάνικα. Δάσκαλοι καὶ μαθητὲς κρατᾶνε ζωντανὴ σὲ λευκὸ χαρτὶ τὴ γλῶσσα αἰώνων. Τὰ τραγούδια ἔχουν ἰδιαίτερη θέση στὸ μάθημα, καθὼς τὸ κάνουν πιὸ εὐχάριστο καὶ εὔκολο. Παράλληλα εἶναι ἴσως καὶ ἕνας φόρος τιμῆς, ἀφοῦ χάρις στὰ τραγούδια ἡ γλῶσσα μεταφέρθηκε στοὺς αἰῶνες.
Ἡ διάσωση τῆς σπουδαίας γκρεκάνικης γλώσσας δὲν εἶναι μόνο ὑπόθεση τῶν ντόπιων. Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐπιστήμονες ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κλήθηκαν σὲ ἕνα συνέδριο μὲ θέμα τή «διάσωση τῆς γκρεκάνικης γλώσσας», στὴ Bova Marina, τὸ ὁποῖο ὀργάνωσε τὸ Κέντρο Συντονισμοῦ τῶν Ἑλλήνων τῆς Καλαβρίας.
Τὴν Ἑλλάδα ἐκπροσώπησαν ἡ καθηγήτρια τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Στέλλα Πριοβόλου, καὶ ἡ ὑποφαινόμενη Ἱστορικός – Ἐπικοινωνιολόγος Βασιλικὴ Μπαφατάκη. Οἱ ὁμιλητὲς καὶ οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ὑποδέχτηκαν μὲ χαρὰ τὸ πρῶτο γκρεκάνικο λεξικὸ τοῦ Filippo Violi καὶ ὑποσχέθηκαν ὅτι τὰ ἑλληνικὰ τῆς Καλαβρίας θὰ ἀνθίσουν στὶς λεκτικὲς ἀγκαλιὲς τῶν νέων. Ἡ Ζωὴ Παπαδοπούλου καὶ ὁ Γρηγόρης Κοκούσης εἶναι δάσκαλοι ἑλληνικῶν καὶ ζοῦν μὲ τοὺς τρεῖς γιούς τους στὴ Bova Marina, ἐδῶ καὶ δύο χρόνια. «Ἤρθαμε στὴν Καλαβρία μὲ πολὺ κέφι καὶ ὄρεξη γιὰ νὰ διδάξουμε τὰ ἑλληνικά. Δυστυχῶς, τὰ παιδιὰ γνωρίζουν τὴ γλῶσσα μόνο ἀπὸ τὰ ἀκούσματα τῶν παππούδων
τους. Ὅμως εὐτυχῶς ἡ διδασκαλία πιάνει τόπο, καθὼς μαθαίνοντας σωστὰ τὴ γλῶσσα νιώθουν ὅτι βρίσκονται κοντὰ σὲ ἐκείνους, ὅτι συνεννοοῦνται ἀπόλυτα. Τόσο τὰ παιδιὰ ὅσο καὶ οἱ ἐνήλικες ἔχουν μεγάλη λαχτάρα νὰ μάθουν τὰ νέα ἑλληνικὰ καὶ νὰ ταξιδέψουν στὴν Ἑλλάδα», λέει ὁ Γρηγόρης. Ἡ Ζωή διδάσκει ἑλληνικὰ στὶς τρεῖς τελευταῖες τάξεις τοῦ δημοτικοῦ καὶ στὸ γυμνάσιο:
«Τὰ ἑλληνικά εἶναι ἕνα μάθημα ποὺ ἀρέσει στὰ παιδιά. Δυσκολεύονται μὲ τὴ γλῶσσα κι ἔτσι μὲ τραγούδια κι ἄλλες δραστηριότητες προσπαθοῦμε νὰ κάνουμε τὸ μάθημα πιὸ εὐχάριστο. Τοὺς μεταλαμπαδεύουμε τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὴ γλῶσσα, καὶ κατ’ ἐπέκταση γιὰ τὴν Ἑλλάδα», λέει.
Μὲ ταμπουρέλο καὶ τσεραμέντo
Ἡ μουσικὴ τῆς ἑλληνόφωνης Καλαβρίας, μὲ γλυκόπικρους ἀλλὰ καὶ χαρούμενους ρυθμούς, σταλάζει τὶς μνῆμες τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας μὲ τραγούδια τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγάπης, νανουρίσματα καὶ μοιρολόγια. Μὲ τὰ παραδοσιακὰ ὄργανα, τὴν «τσεραμέντα» (εἶδος τσαμπούνας), τὸ «ὀργανέτο» (μιὰ μικρὴ καὶ πρωτόγονη παραλλαγὴ τοῦ ἀκορντεόν), τὴ βυζαντινὴ καλαβρέζικη λύρα καὶ τὸ «ταμπουρέλο» δένουν τὸ χθὲς μὲ τὸ σήμερα. Ἡ πανάρχαια γλῶσσα γίνεται τραγούδι καὶ σχεδὸν ὅλοι οἱ Ἕλληνες τῆς Καλαβρίας τραγουδοῦν στὰ γκρεκάνικα καὶ παίζουν μουσική, λὲς καὶ εἶναι γραμμένη στὰ γονίδιά τους. Ὁ Sergio di Giorgio, μουσικὸς καὶ κατασκευαστὴς παραδοσιακῶν ὀργάνων τῆς Καλαβρίας, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ γιαγιά του ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, μᾶς εἶπε: «Νιώθω μιὰ ἑλληνικότητα σὲ ὅλα, στὰ ἐπίθετα, στὴ γλῶσσα, στὴν καταγωγὴ γενικότερα. Παίζουμε μουσικὴ μὲ ὅλα τὰ παραδοσιακὰ ὄργανα τῆς περιοχῆς, τὰ ὁποῖα καὶ κατασκευάζω. Ἡ μουσικὴ παίζει σημαντικὸ ρόλο στὴ διατήρηση τῆς προφορικῆς κουλτούρας τοῦ τόπου ἀπὸ πατέρα στὸν γιό. Εἶμαι εὐτυχὴς ποὺ μπορῶ νὰ συμβάλλω κι ἐγὼ σὲ αὐτό».
Ὁδοιπορικὸ στὰ χωριὰ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας
Τὸ Ρήγιο εἶναι μιὰ πόλη ποὺ ἁπλώνεται πλάι στὴ θάλασσα καὶ ἀνακαλεῖ ἀρχαῖες μνῆμες τοῦ ἀποικισμοῦ τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας. Τὰ νεοκλασικά της κτίρια διαφόρων ἀρχιτεκτονικῶν ἐπιρροῶν καὶ ἡ βόλτα κατὰ μῆκος τῆς παραλίας μὲ τὰ φοινικόδεντρα ἀνοίγουν ἐκστασιακὰ τὴ ματιά. Οἱ κάτοικοι καλοντυμένοι καὶ φιλόξενοι κρατοῦν τὶς ἑλληνικὲς συνήθειες τῶν κερασμάτων, ὁπότε εὔκολα ὁ ἕνας καφὲς διαδέχεται τὸν ἄλλον. Τὸ Ρήγιο ἀποτελεῖ ξεκάθαρα μιὰ γῆ ἑλληνικὴ, ποὺ ζητᾶ ἀνάσα ἀπὸ τὴ μητέρα Ἑλλάδα γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὸν πολιτισμό, τὴν κουλτούρα καὶ τὴν ἱστορία τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας.
Οἱ ἀρχέτυπες μνῆμες ὁδηγοῦν τὸ ταξίδι μας στὶς ψηλὲς κορυφὲς τῆς Καλαβρίας. Ὁ δρόμος εἶναι μαιανδροειδής. Πάνω στὶς σχισμάδες τῶν βουνῶν, σὲ ὑψόμετρο 900-1.000 μέτρων, ἀπελευθερώνονται τὰ εἴδωλα καὶ οἱ ζωὲς τῶν ἑλληνόφωνων χωριῶν, ποὺ βιώνουν τὸ ἴδιο φῶς, τὴν ἴδια βροχὴ καὶ τὸν ἴδιο ἄνεμο αἰῶνες τώρα.
Τὰ περισσότερα χωριὰ ἀντικρίζουν τὸν χείμαρρο Amendolea, στὴν κοίτη τοῦ ὁποίου μοιάζει νὰ κυλᾶ ἀσήμι χάρις στὸ λαμπερὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἡ Bova Marina (Γιαλὸς τοῦ Βούα) εἶναι μιὰ παραλιακὴ κωμόπολη, ὅπου βρῆκαν καταφύγιο οἱ κάτοικοι τῆς ὀρεινῆς Bova, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν καὶ διατηροῦν σὰν κερὶ ἀναστάσιμο τὴν πολιτιστικὴ καὶ γλωσσική τους κληρονομιά. Ἐκεῖ, μάλιστα, βρίσκεται τὸ Κέντρο Ἑλληνόφωνων Σπουδῶν, ὅπου διδάσκονται τὰ γκρεκάνικα, μιὰ μικρὴ λαογραφικὴ συλλογὴ καὶ ἡ Βιβλιοθήκη μὲ πολλὰ ἑλληνικὰ βιβλία.
«Τὰ γκρεκάνικα τῆς Καλαβρίας ποὺ μιλᾶμε μέχρι σήμερα ἐδῶ εἶναι ἕνας ἀνεκτίμητος θησαυρὸς γλωσσικῆς ἀξίας, ἕνα μνημεῖο ποὺ δὲν τὸ βλέπουμε, ἀλλὰ τὸ ἀκοῦμε», μᾶς λέει ὁ καθηγητὴς Elio Cotronei. Ἡ ἔγνοια καὶ ἡ προσπάθεια τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴ διάσωση τῶν γκρεκάνικων εἶναι διαρκής: «Προσπαθοῦμε νὰ μὴ σβήσει ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ γλῶσσα αἰώνων. Ἡ Ἑλλάδα πρέπει νὰ εἶναι κοντά μας καὶ νὰ μὴν ξεχνάει αὐτὴ τὴ γωνιά της», παρατηρεῖ ὁ Carmelo Nucera, πρόεδρος τοῦ Συλλόγου Apodiafazzi. Τὰ γκρεκάνικα τὰ μιλᾶ ἀπὸ μικρὸς («platago ti glοssa» ὅπως λέγεται) καὶ ὁ Pepe Zindatta, πρόεδρος τοῦ Κέντρου Συντονισμοῦ τῆς Καλαβρίας: «Θέλουμε νὰ ζήσει ἡ γλῶσσα καὶ νὰ πάει μπροστά. Καὶ ὄχι μόνο ἡ γλῶσσα. Διατηροῦμε τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά μας καὶ κυρίως τὴ μουσική μας. Ἐγὼ παίζω ταμπουρέλο, τσαμπούνα, λύρα τῆς Καλαβρίας καὶ φλάουτο. Ἔχουμε τὸ ἴδιο αἷμα καὶ μιλοῦμε τὴν ἴδια γλῶσσα, εἴμαστε ἀδέλφια, ὅπως λέει κι ἕνα τραγούδι μας».
Ἀκρογωνιαῖος λίθος γιὰ τὴ διάσωση τῆς γκρεκάνικης γλώσσας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ στὴν Καλαβρία εἶναι ὁ παιδίατρος Tito Squillaci, ποὺ διδάσκει ἑλληνικά:
«Ἔμαθα ἑλληνικὰ ἀπὸ τοὺς παπποῦδες καὶ τοὺς γονεῖς μου, γιατὶ ἔνιωσα μιὰ ἀνάγκη ἐσωτερικὴ νὰ κρατήσω τὶς ρίζες μου. Τὰ νέα ἑλληνικὰ τὰ ἔμαθα στὸ πανεπιστήμιο καὶ πῆγα δύο φορὲς στὴ Θεσσαλονίκη. Εἶμαι ὁ μόνος ἐδῶ ποὺ μιλῶ στὸ σπίτι, στὰ τρία παιδιά μου, μόνο ἑλληνικά. Ἐμεῖς εἴμαστε ἐθνικά, πολιτιστικά, γλωσσικὰ Ἕλληνες ἀλλὰ Ἰταλοὶ πολῖτες. Ὁ τόπος μιλᾶ 2.800 χρόνια τὸ γκρέκο – εἴμαστε κομμάτι τῆς Ρωμιοσύνης. Διδάσκω τὴ γλῶσσα, γιατὶ ὅλοι πρέπει νὰ μάθουν τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία». Σὲ ἕνα παλιὸ μοναστήρι τῆς Bova Marina συναντήσαμε μιὰ ὁμάδα παιδιῶν μὲ ἑλληνικὴ καταγωγὴ νὰ κάνει πρόβα γιὰ μιὰ θεατρικὴ παράσταση. Ἐνθουσιάστηκαν ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψή μας καὶ μᾶς μίλησαν γιὰ τὴ μεγάλη τους ἀγάπη γιὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ εὐχήθηκαν νὰ τοὺς ἐπισκέπτονται πιὸ συχνὰ Ἕλληνες, νὰ μὴν τοὺς ξεχνοῦν. Ἀνάλογα συναισθήματα εἰσπράξαμε καὶ στὸ ἑστιατόριο «Μεσόγειος»,
ὅπου μᾶς ὑποδέχτηκαν ἐγκάρδια ὁ ἰδιοκτήτης καὶ φιλόλογος Salvatore Dienni καὶ ἡ γυναῖκα του Alba. Μᾶς τράταραν τὶς λιχουδιὲς τῆς περιοχῆς ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἑλληνικὰ ἐδέσματα, ὅπως σουβλάκι καὶ τζατζίκι. «Διδάσκω στὸ γυμνάσιο τὴ νεοελληνικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ κάθε Σαββατοκύριακο κάνω μάθημα καὶ σὲ ἀρκετὰ ἄτομα στὸ Νέο Ροχούδι», μᾶς εἶπε ὁ Salvatore καὶ συμπλήρωσε:
«Αἰσθάνομαι πνευματικὰ Ἕλληνας. Οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ἐπισκέπτονται τὴν περιοχὴ καὶ νὰ γίνονται ἐπισκέψεις μαθητῶν, ὅπως γίνονται ἀπὸ τὰ δικά μας σχολεῖα στὴν Ἑλλάδα. Στὸ ἑστιατόριό μας συνδέουμε τὴ γαστρονομία ποὺ κληρονομήσαμε μὲ τὴν ἑλληνική. Εὐχόμαστε «kala pramata» σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες καὶ ζοῦμε μὲ τὴν προσδοκία νὰ μᾶς 
θυμοῦνται πάντα».

ΠΗΓΗ

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ*

https://puzzleen.files.wordpress.com/2014/12/ea3cf-cf83cf87cebfcebbceb5ceb9cebf2bcf80ceb1ceb9ceb4ceb5ceb9ceb12bceb5cebbcebbcebbceb1ceb4ceb1.jpg?w=350&h=200&crop=1

Μερόπης Ν. Σπυροπούλου
Ὁμότιμης Καθηγήτριας Πανεπιστημίου  Ἀθηνῶν

  Ἡ Θεία Πρόνοια μὲ ἀξίωσε νὰ φοιτήσω, γιὰ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές μου, σ’ ἕνα σχολεῖο τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία μοιάζει μὲ παραμύθι. Ἦταν τὸ  Ἀβερώφειο, στὴ χώρα τοῦ μεγάλου ποταμοῦ, τὴν Αἴγυπτο, στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τὴν πόλη ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος σχεδίασε στὴν ἀντικρινὴ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀκτὴ τῆς Μεσογείου. Ἐκεῖ ὅπου – ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς ποὺ ὑπῆρχαν μεταξὺ τῶν δυὸ λαῶν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα – ἀπὸ τοὺς μεταβυζαντινοὺς ἤδη χρόνους, στὴν Ἀραβικὴ Αἴγυπτο, τὴν τουρκοκρατούμενη, ἀλλὰ καὶ τὴν Αἴγυπτο τῶν Μαμελούκων καὶ τοῦ Μωχάμεντ Ἄλη, οἱ Ἕλληνες μέσα στὴν τότε πολυπολιτισμικὴ κοινωνία κυριάρχησαν σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς.
Πιὸ συγκεκριμένα, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου  αἰώνα καὶ μέχρι τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950, οἱ Ἕλληνες ποὺ ζοῦσαν στὴν Αἴγυπτο, μὲ τὶς ἐξαιρετικές τους δραστηριότητες στοὺς τομεῖς τοῦ ἐμπορίου, τῆς ναυτιλίας, τῆς γεωπονίας, ἀλλὰ καὶ τῶν γραμμάτων,  ἔφτασαν νὰ δημιουργήσουν αὐτὸ ποὺ τόσο εὔστοχα ἐπισήμανε καὶ κατέγραψε ὁ Μανώλης Γιαλουράκης, τὴν «Αἴγυπτο τῶν Ἑλλήνων». Μὲ πνεῦμα χρέους, εὐθύνης καὶ ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ ὑπερηφάνειας, πιστοὶ στὶς ὑποθῆκες τῆς μαγικῆς φύτρας τῆς φυλῆς, οἱ ἰδιοφυεῖς Ἕλληνες τοῦ αἰώνα ποὺ πέρασε, οἱ ὁποῖοι σ’ αὐτὴν τὴ φιλόξενη δεύτερη πατρίδα πλουτίζουν καὶ καταξιώνονται κοινωνικά, δὲν συναγωνίζονται γιὰ τὸ ποιὸς θὰ κάνει τὴ μεγαλύτερη ἐπίδειξη χλιδῆς. Ἔγνοιά τους εἶναι τὸ ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ προσφέρει τὰ περισσότερα στὴν ἑλληνικὴ παροικία πού, χρόνο μὲ τὸν χρόνο, ριζώνει ἐκεῖ, ὅπως καὶ στὴν πολυαγαπημένη μάννα πατρίδα ποὺ ἄφησαν πίσω, ἀλλὰ τὴν κρατοῦν πάντα ζεστὰ φυλαγμένη στὴν καρδιά τους. Κι ἀξίζει, νομίζω, νὰ ἀναφέρω ὅτι, σὲ καμμιὰ ἄλλη ξένη παροικία τῆς Αἰγύπτου, δὲν ὑπῆρχε αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο της δωρεᾶς καὶ τῆς προσφορᾶς στὰ κοινά, τῆς φροντίδας καὶ τῆς λαχτάρας γιὰ ἐθνικὲς διακρίσεις. Ἴσως αὐτὴ νὰ ἦταν καὶ μία ἀπὸ τὶς αἰτίες γιὰ τὶς ὁποῖες, οἱ γηγενεῖς κάτοικοι τῆς Αἰγύπτου, ξεχώριζαν πάντα μὲ θαυμασμὸ καὶ ἀγάπη τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους ξένους ποὺ ζοῦσαν στὴ χώρα τους.
Εἶναι ἀνέφικτο νὰ προσπαθήσω νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα, ἔστω καὶ μερικῶν, ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς ἀλλὰ καὶ ἀφανεῖς ἐθνικοὺς εὐεργέτες πού, ἀπὸ τὶς προσφορές τους, εἶναι γνωστοὶ κι ἐδῶ στὴν πατρίδα μας. Εἶναι τόσοι πολλοί. Καὶ ὅλοι, ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι, πιστοὶ στὸ χρέος, ἀλλὰ καὶ ὑπερήφανοι γιὰ τὴν ἐθνική τους κληρονομιά, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὑπέροχα εὐαγῆ ἱδρύματα ποὺ προσφέρουν στὶς ἑλληνικὲς παροικίες τῆς Αἰγύπτου – νοσοκομεῖα, γηροκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, βιβλιοθῆκες, πολιτιστικὰ κέντρα – καὶ τὴν ποικίλη βοήθεια καὶ ὑποστήριξη πρὸς τὴν μητέρα πατρίδα, προχωροῦν, μὲ ὅραμα, σὲ κάτι ἀκόμα πιὸ οὐσιαστικό.
Ἔχοντας, ἀπὸ πολὺ νωρίς, συνειδητοποιήσει βαθύτατα τὴ σημασία ποὺ εἶχε γιὰ τὸ μέλλον τῶν Αἰγυπτιωτῶν Ἑλλήνων ἡ  Παιδεία  χτίζουν – τί ἄλλο;- σχολεῖα. Ἱδρύονται σαράντα δυὸ ἑλληνικὰ σχολεῖα πρωτοβάθμιας ἐκπαίδευσης, σὲ ὅλη τὴν Αἴγυπτο, δώδεκα σχολεῖα δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης στὶς μεγάλες πόλεις καὶ τρεῖς ἐπαγγελματικὲς σχολὲς στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὸ Κάιρο. Ὁ σκοπός τους δὲν ἦταν μόνο ἡ μόρφωση καὶ ἡ ἐπαγγελματικὴ κατάρτιση τῶν μαθητῶν, ἀλλὰ καὶ «γιὰ νὰ κρατήσουν τὰ ἑλληνόπουλα γλώσσα, θρησκεία καὶ πατρίδα», ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφτηκε τότε.
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κλίμα γεννήθηκε καὶ τὸ σχολεῖο, ποὺ ἡ ἱστορία του μοιάζει μὲ παραμύθι καὶ ποὺ ἀπὸ μερικοὺς μελετητές ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς μία ἀπὸ τὶς Σχολὲς τοῦ Γένους. Τὸ Ἀβερώφειο. Ἡ ἀρχὴ ἔγινε τὴν ἐποχὴ ποὺ μπαίνουν οἱ βάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Ἀλεξανδρείας, ὅταν τὸ 1843, μὲ πρωτοβουλία τῶν ἀδελφῶν Τοσίτσα καὶ τοῦ ἀνηψιοῦ τους Ν. Στουρνάρη, ἱδρύεται τὸ «Σχολεῖο τῶν Γραικῶν», «τὸ ἀλληλοδιδακτικὸν καὶ ἑλληνικόν», δημοτικὸ καὶ κάπως προωθημένο πρὸς Σχολαρχεῖο. Αὐτὸ τὸ σχολεῖο τὸ 1854, μὲ δαπάνη Τοσίτσα, ἀποκτᾶ ἰδιόκτητη στέγη, μετονομάζεται σὲ Τοσιτσαία Σχολὴ (ἡ ὁποία ὑπάρχει μέχρι σήμερα καὶ θαυμάσια ἀνακαινισμένη στεγάζει τώρα τὸ Πατριαρχεῖο) καὶ γίνεται ἡ μητέρα σχολὴ ὅλων τῶν ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων τῆς Αἰγύπτου.
Τὸ 1878 ἡ Ἑλληνικὴ Κοινότητα Ἀλεξανδρείας ἀποφασίζει νὰ προσθέσει δυὸ γυμνασιακὲς τάξεις, μετὰ τὸ Σχολαρχεῖο καί, τὸ 1885-86, μὲ πρόεδρό της τὸν Γεώργιο Ἀβέρωφ, ἱδρύει τὸ πρῶτο τριτάξιο Γυμνάσιο, ποὺ ὀνομάζεται Ἀβερώφειο Γυμνάσιο. Τὸ 1889 γίνεται τετρατάξιο , ἀργότερα ἑξατάξιο καὶ ἀπὸ τὸ 1890-91 ἀναγνωρίζεται ὡς ἰσότιμο πρὸς τὰ ἀντίστοιχα σχολεῖα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ τότε ἑλληνικὸ Ὑπουργεῖο Ἐκπαιδεύσεως.
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ σχολεῖο, ποὺ στεγάζεται πιὰ σ’ ἕνα θαυμάσιο καλλιμάρμαρο συγκρότημα κτηρίων, γράφεται μέρα μὲ τὴ μέρα ἡ ἱστορία του. Καθὼς τὰ χρόνια περνοῦν, μὲ αὐστηρὰ ἐπιλεγμένους, φωτισμένους ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀφοσιωμένους δασκάλους, οἱ πρωτοποριακὲς πρωτοβουλίες καὶ δραστηριότητες, τὸ μεράκι, ὁ ἐνθουσιασμός, ἡ εὐσυνειδησία καὶ ἡ ἔμπνευση, ὅπως καὶ τὰ ἐντελῶς ἀντικειμενικὰ ἀποτελέσματα, συνθέτουν καὶ συντελοῦν στὴ φήμη τοῦ Ἀβερωφείου Γυμνασίου. Οἱ γεμάτες ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ γραπτὲς ἐντυπώσεις πολλῶν ἐπιφανῶν διανοουμένων Ἑλλήνων τῆς ἐποχῆς, ποὺ ἐπισκέπτονται τὴν Αἴγυπτο, ὅπως γιὰ παράδειγμα τοῦ Α. Ραγκαβῆ («Ἐκδρομὴ στὴν Αἴγυπτο», Περιοδικὸ Ἑστία, Τόμος 26, 1888 ) καὶ τοῦ Γ. Παρασκευόπουλου («Ἡ Μεγάλη Ἑλλάς», Ἔκδοσις 1898), ἀποτελοῦν ἀδιάψευστες μαρτυρίες γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ ἀξιοθαύμαστο ἐκπαιδευτικὸ ἔργο ποὺ διαχρονικὰ ἄνθισε μέσα σ’ αὐτὸ τὸ Σχολεῖο.

            Μετὰ ἀπὸ τὶς διαπιστώσεις αὐτὲς εἶναι φυσικὸ νὰ τίθεται τὸ καίριο ἐρώτημα: Σὲ ποιοὺς παράγοντες ὀφειλόταν ἄραγε ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ σχολείου καί, κατὰ παράλληλη ἀντιστοιχία, καὶ τῶν ἄλλων ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων τῆς Αἰγύπτου;
 Θὰ προσπαθήσω νὰ ἀπαντήσω ἀπαριθμώντας, ὅσο πιὸ συνοπτικὰ εἶναι δυνατόν, στοιχεῖα ποὺ ἀντλῶ ἀπὸ προσωπικές μου μνῆμες καὶ ἐμπειρίες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅσα ἔχουν καταγράψει καὶ ἄλλοι, ποὺ εἶχαν τὴν τύχη νὰ ζήσουν μέσα σ’ αὐτοὺς τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς χώρους, εἴτε ὡς μαθητὲς εἴτε ὡς δάσκαλοι:
Ἕνας ἀπὸ τοὺς πρωταρχικοὺς παράγοντες, πιστεύω πὼς ἦταν ἡ συνειδητὴ   ἔγνοια τῶν ἁρμοδίων γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν, τὴν   ὁποία θεωροῦσαν ὡς βασικὸ καὶ ἀναντικατάστατο μέσον γιὰ νὰ  διατηρήσει ἡ παροικία τὴν ἐθνική της ταυτότητα, μέσα σὲ μία σαγηνευτικὴ κοσμοπολίτικη κοινωνία. Νὰ διατηρήσει δηλαδὴ τὴ θρησκεία, τὴ γλώσσα καὶ τὴν ἐθνική της συνείδηση.
          Συγχρόνως, ἡ ἔγνοια ἦταν νὰ προικιστοῦν τὰ ἑλληνόπουλα τῆς Αἰγύπτου, μὲ   ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα προσόντα· ὑπῆρχε μέσα στὸ Γυμνασιακὸ   πρόγραμμα μάθημα Ἐμπορικοῦ Δικαίου καί, ἤδη ἀπὸ τὸ 1843, διδασκαλία   Ἀραβικῶν καὶ Γαλλικῶν μὲ προσθήκη, ἀργότερα καὶ Ἀγγλικῶν – ὄχι ἁπλῶς  γιὰ νὰ ζήσουν ἀξιοπρεπῶς μέσα στὴν πολυπολιτισμική, ἀπαιτητικὴ καὶ ἄκρως   ἀνταγωνιστικὴ κοινωνία, ἀλλὰ γιὰ νὰ διακριθοῦν ἐπάξια μέσα σ’ αὐτήν.   Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ποιοτικῆς ἀγωγῆς, τῶν ἀξιῶν καὶ τῆς ἀξιοκρατικῆς   καταξίωσης,  διαπότισε καὶ ἐπικράτησε σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς εὐρύτερης Παιδείας ποὺ παρεῖχαν αὐτὰ τὰ σχολεῖα. Ἀπὸ τοὺς ἐμπνευσμένους   Δασκάλους μεταγγιζόταν στοὺς μαθητές, ὡς ἐσωτερικὴ κινητήρια δύναμη, ἡ   πρόθεση νὰ εἶναι οἱ καλύτεροι, κι αὐτὸ ἔγινε κανόνας καὶ πράξη ζωῆς γιὰ ὅλη   τὴν ἑλληνικὴ παροικία.
             Εἶχαν θεσπιστεῖ καὶ λειτουργοῦσαν εἰδικὲς «Ἐπιτροπὲς Μελέτης τῆς Ἀγορᾶς».  Αὐτές, συμμετεῖχαν συμβουλευτικά, μεταξὺ ἄλλων, στὴν κατάρτιση τῶν ἐτήσιων ἀναλυτικῶν ἐκπαιδευτικῶν προγραμμάτων, στὴν ἐτήσια ἀντικειμενικὴ ἀξιολόγηση  τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς παρεχόμενης ἐκπαίδευσης καὶ τῆς ἀντίστοιχης ἀποδόσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν, προκειμένου νὰ ἀνανεωθεῖ ἡ ἐτήσια σύμβασή τους μὲ τὴν Κοινότητα.
            Ὑπῆρχε ἀποκεντρωμένη καὶ αὐτόνομη Διοίκηση τῶν Σχολείων ἡ ὁποία εἶχε τὴν εὐθύνη τῆς ἐφαρμογῆς ἐκπαιδευτικῶν προγραμμάτων ἐναρμονισμένων   πρὸς τὶς προδιαγραφὲς τοῦ, τότε, Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου Ἐκπαιδεύσεως. Εἶχε, ὅμως, καὶ τὴν εὐχέρεια κάποιας αὐτόνομης προσαρμογῆς τῶν προσφερομένων γνώσεων πρὸς τὶς ἀνάγκες καὶ ἐπιδιώξεις τῆς τοπικῆς κοινωνίας. Μὲ τὴ σημαντικὴ συμβολὴ τοῦ ἀείμνηστου Εὐ. Παπανούτσου, ὁ ὁποῖος – ἀφοῦ, μὲ ὑποτροφία τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Ἀλεξανδρείας μετεκπαιδεύτηκε στὴ Γερμανία- δίδαξε, γιὰ περισσότερα ἀπὸ δέκα χρόνια(1920-1931), στὰ Ἀβερώφεια ἐκπαιδευτήρια, ἐφαρμόστηκαν πρωτόγνωρες, γιὰ τὴν ἐποχή, ἐκπαιδευτικὲς δραστηριότητες.
              Τὸ σχολεῖο λειτουργοῦσε ἕξι μέρες τὴν ἑβδομάδα. Τὶς τρεῖς ἡμέρες ἴσχυε   ὁλοήμερο ἑπτάωρο πρόγραμμα, τὶς ἄλλες δυὸ ὀκτάωρο καὶ τὸ Σάββατο   ἑξάωρο. Μόνο ἔτσι καὶ μὲ τὸν ἀξιοθαύμαστο ζῆλο τῶν καθηγητῶν ἦταν    δυνατὸν νὰ χωρέσουν μέσα στὶς ὧρες τῆς διδασκαλίας καὶ οἱ τρεῖς   ὑποχρεωτικὲς ξένες γλῶσσες. Σὲ τέτοιο μάλιστα ἐπίπεδο ὥστε, μὲ τὴν   ἀποφοίτησή τους ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο, οἱ μαθητὲς νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ δίνουν τὶς   ἀπαιτούμενες ἐξετάσεις στὰ ἐπίσημα Κέντρα καὶ νὰ ἀποκτοῦν τὰ ἀντίστοιχα   ἀναγνωρισμένα πιστοποιητικὰ καὶ πτυχία.
  Μ’ αὐτὴν τὴν ψυχικὴ καὶ πνευματικὴ προετοιμασία τῶν παιδιῶν τῆς ἑλληνικῆς παροικίας, ἀλλὰ καὶ μέσα σ’ ἕνα κλίμα ποὺ σεβόταν τὴν ποικιλία τῶν γύρω πολιτισμικῶν ἀξιῶν, ἡ Ἑλλάδα ἦταν πάντα παρούσα. Τόσο στὶς γεμάτες παλμὸ μαθητικὲς θρησκευτικὲς καὶ ἐθνικὲς γιορτές, στὰ θαυμάσια μαθητικὰ περιοδικά, ὅσο καὶ σὲ ὅλες τὶς συμμετοχὲς τῶν μαθητῶν στὰ θρησκευτικὰ καὶ πολιτιστικὰ δρώμενα τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας.

                Εἶναι πάρα πολλὰ τὰ ὅσα θὰ μποροῦσαν ἀκόμα νὰ λεχθοῦν γιὰ τὰ Ἀβερώφεια καὶ τὰ ἄλλα σχολεῖα τῆς ἑλληνικῆς παροικίας στὴν Αἴγυπτο. Συμπερασματικὰ καὶ συνοπτικά, θὰ τὰ χαρακτηρίζαμε ὡς σχολεῖα ἀρχῶν, σχολεῖα ὅπου κυριαρχοῦσαν, στὴν  ἐφαρμοσμένη τους ἔννοια, οἱ λέξεις φιλότιμο, χρέος, ἀρετή, λειτούργημα, εὐθύνη, ἀξιοκρατία, πειθαρχία, ἱεραρχία, τιμή. Ἐκεῖ, οἱ μαθητὲς συνειδητοποιοῦσαν τὴ σημασία τῆς σύνδεσης τῆς ἔννοιας τῆς παιδείας μὲ τὴν ἔννοια τοῦ μόχθου.
          Ἴσως, δὲν χρειάζεται νὰ προστεθεῖ τίποτε ἄλλο. Ὅλα, ὅσα θὰ μποροῦσαν ἀκόμη νὰ λεχθοῦν χωρᾶνε στὴ λέξη εὐγμωμοσύνη. Αὐτὴν ποὺ θὰ νιώθουν πάντα ὅσοι ἀξιώθηκαν νὰ ζήσουν καὶ νὰ μορφωθοῦν μέσα σ’ αὐτὰ τὰ σχολεῖα.


  *ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ζ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠ. 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ

http://pagoinia.gr/wp-content/uploads/2015/09/par220124.jpg

 

Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν* μιλώντας στο φεστιβάλ φιλοσοφίας έκανε λόγο όχι πια για το «τέλος των ιδεολογιών» αλλά για μια νέα ιδεολογία αυτή που ωθεί τους ανθρώπους στην εξατομίκευση, που αναφέρεται στο άτομο και όχι στην κοινωνία συνολικά, σε μια ιδεολογία που σε σπρώχνει στην απόκτηση αγαθών, στον πλουτισμό, στη μονομερή σκέψη. Ο εαυτός μας για τον εαυτό μας.

Ίσως μιλάμε πια για μια ευρύτερη νέα τάξη πραγμάτων. Από την πολιτική και την οικονομία ως τις προσωπικές ανθρώπινες σκέψεις. Ποια η θέση του ανθρώπου σ’ αυτήν την καινούρια πραγματικότητα; Ο άνθρωπος είναι μόνος γιατί έχει χάσει από τον νου του την έννοια της συλλογικότητας.

Μοιάζει με μια καλομελετημένη προπαγάνδα, ενώ στην ουσία είναι συνάρτηση της πολιτικής πραγματικότητας και των μειωμένων αντιστάσεων της κοινωνίας, της τόσο πληγωμένης και της τόσο ρηχής. Χάνονται τα ιδανικά μας, χάνονται οι αξίες μας, είμαστε πια απλοί καταναλωτές. Έτσι δημιουργήθηκε αυτή η νέα ιδεολογία και τη δεχθήκαμε σιωπηρά και αβασάνιστα. Ίσως είναι η μοναδική ιδεολογία στην παγκόσμια ιστορία που την ασπάστηκαν τόσα εκατομμύρια άνθρωποι στον «ανεπτυγμένο» κόσμο ανεξαρτήτως φύλου, θρησκείας, εθνικότητας και πολιτικών καταβολών και το αστείο είναι πως έγινε τόσο αθόρυβα και ύπουλα που δεν το αντιληφθήκαμε καν.

Ναι, δεν το αντιληφθήκαμε. Κανείς μας. Δεν το αντιλήφθηκαν ούτε τα νέα παιδιά που γίνονται μέσα από το σχολείο τεχνοκράτες χωρίς δυνατότητα αντίστασης. Δεν το αντιλήφθηκαν, γιατί δεν το έγραψε πουθενά στα περιοδικά που ξεφυλλίζουν, ούτε στα τηλεοπτικά προγράμματα που σε μαθαίνουν να είσαι πλούσιος, κομψός, γεμάτος «προσωπικά προβλήματα» συναισθηματικού περιεχομένου. Χρειάζεται να σπαταλήσουν πολύ χρόνο για να μιμηθούν την αγαπημένη τους σειρά στην πραγματική ζωή. Αυτοί οι έφηβοι δεν καλύπτουν ηλικίες από τα 13 ως τα 17. Προχωρούν ακόμα παραπέρα στα 20, τα 30, τα 40 και έχουν πάντα τα ίδια ιδανικά: ομορφιά, πλούτος, πλασματική ευτυχία. Άρα καταναλωτισμός, αποκοπή από τους γύρω, ένταξη σε μια νέα πραγματικότητα: ανάγκη είναι ό,τι περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό μου και με κάνει να αισθάνομαι καλά.

Μα δεν το κατάλαβαν ούτε οι πνευματικοί άνθρωποι. Εκείνοι δεν το αντιλήφθηκαν επειδή η αποκοπή τους από την κοινωνία και την κοινωνική ιδεολογία έγινε όχι από έλλειψη παιδείας και μόρφωσης και ιδανικών, αλλά από αγανάκτηση. Και από σνομπισμό από ένα σημείο και μετά…Η δική τους πνευματική ανωτερότητα δεν θα τους επέτρεπε να συναναστραφούν το μέσο καταναλωτικό ον…

Ο Σαρτρ έλεγε ότι ο ρόλος του φιλοσόφου – και του πνευματικού ανθρώπου εν γένει είναι να βρίσκεται στους κοινωνικούς αγώνες, στα χαρακώματα, στην πρώτη γραμμή. Αφού οι κοινωνικοί αγώνες δεν υιοθετούνται πλέον από μεγάλα σύνολα συνανθρώπων μας, περιχαρακώθηκαν κι αυτοί στον γυάλινο πύργο τους. Παραδόθηκαν στη θλίψη και στη βαθιά τους στενοχώρια και έμειναν να παράγουν έργο το οποίο γίνεται γνωστό στους στενούς κύκλους των διανοούμενων. Ανάγκη είναι ό,τι περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό μου και με κάνει να αισθάνομαι καλά.

Ασπασθήκαμε λοιπόν οι περισσότεροι αυτή τη νέα ιδεολογία της ιδιώτευσης, ερμηνευμένη από τον καθένα μας κατά το δοκούν. Μακάρι, μόνο, να βιώνουμε μια πολιτιστική παρακμή. Έτσι, θα έχουμε την ελπίδα της αναγέννησης.

Σ.Ε.

*Καθηγητής του τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας (Πολωνίας) και του Λιντς (Αγγλίας)

πηγή 

Ο ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΕΚΤΡΩΣΕΩΝ


ektroseis

ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ, ΑΦΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΔΙΑΚΟΠΤΟΝΤΑΙ ΜΕ ΕΚΤΡΩΣΗ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ 2010. ΔΗΛΑΔΗ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΚΟΜΨΑ ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΩΝ ΕΜΡΥΩΝ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΟΝΤΑΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΟΥΝ, ΑΛΛΑ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ.
ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΩΣ ΣΦΑΓΗ ΕΜΒΡΥΩΝ ΣΤΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ» ΧΩΡΕΣ.
ΠΟΛΥ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΑ ΤΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΚΑΘΟΛΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ.

 

πηγή 

Ανάβρα Μαγνησίας, το Γαλατικό χωριό της Ελλάδας. Ένα χωριό παράδειγμα προς μίμηση!

anavra-magnisias
Η ανάπτυξή αυτής της απομακρυσμένης κοινότητας, αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για την ελληνική επαρχία, τους πολιτικούς της παράγοντες, αλλά και για κάθε πολιτικό.
Ο δήμαρχος του ορεινού χωριού της Ανάβρας Μαγνησίας, αποδεικνύει ότι υπάρχουν περιπτώσεις Ελλήνων που πηγαίνουν κόντρα στην διαφθορά και την μιζέρια, και ενδιαφέρονται πραγματικά για τον τόπο τους.
Λίγα λόγια για την Ανάβρα, ένα «γαλατικό » χωριό ,όπως το χουν ονομάσει κάποια δημοσιεύματα, που αντιστέκεται στη μιζέρια και τα ήθη των καιρών
Πρόκειται για ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό που κατάφερε μετά από συστηματική προσπάθεια, όχι μόνο να σταθεί όρθιο, αλλά να γίνει πρότυπο ανάπτυξης. Για τη μεγάλη ανατροπή που έρχεται από την Ανάβρα του νομού Μαγνησίας.Στις δυτικές πλαγιές της Οθρυος, σε υψόμετρο 1.000 μέτρων και σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από την κοντινότερη κωμόπολη (τον Αλμυρό), οι 700 κάτοικοι, όλοι τους κτηνοτρόφοι, απολαμβάνουν εισοδήματα από 30 έως 100 χιλιάδες ευρώ και μια ποιότητα ζωής που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την πλούσια Ελβετία.
Εδώ ο κόσμος δεν φεύγει προς τα αστικά κέντρα, αλλά επιστρέφει στο χωριό του. Με ποσοστό ανεργίας στο μηδέν και με μέσο όρο ηλικίας τα 40 έτη, ο πληθυσμός διπλασιάστηκε μέσα στα τελευταία 15 χρόνια.
Οι υποδομές του υποδειγματικές: Το αιολικό πάρκο, που δίνει έσοδα 100.000 ευρώ ετησίως στην κοινότητα, τα τρία υπερσύγχρονα κτηνοτροφικά πάρκα που στεγάζουν το χειμώνα (όταν η Ανάβρα αποκλείεται από τα χιόνια) 25.000 ζώα, το πρότυπο σφαγείο, που θυμίζει χειρουργείο, το διώροφο πάρκινγκ των 60 θέσεων, το γυμναστήριο με τα τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα, τα γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, το λαογραφικό μουσείο και φυσικά το περιβαλλοντικό-πολιτιστικό πάρκο, έκτασης 240 στρεμμάτων.
Η κοινωνική μέριμνα κατέχει πρώτιστη θέση: νηπιαγωγείο και δημοτικό του «κουτιού», αγροτικό ιατρείο (πάντοτε στελεχωμένο), δωρεάν στέγαση για τους δασκάλους και τους γιατρούς, «Βοήθεια στο σπίτι», σχεδιασμός για γηροκομείο, ακόμα και για πισίνα!
Πoιο είναι άραγε το μυστικό της επιτυχίας; Πώς μια μειονεκτική περιοχή κατάφερε το «θαύμα»;
Η μάχη με τη μιζέρια άρχισε τις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν τα ηνία της κοινότητας πήρε ο Δημήτρης Τσουκαλάς, ένας άνθρωπος που άφησε την Αθήνα για να γυρίσει στο χωριό του και να προσφέρει στη γενέτειρά του. Με ένα διάλειμμα 4 χρόνων, είναι από τότε κοινοτάρχης της Ανάβρας. Η κατάσταση που συνάντησε ήταν απελπιστική. Τα γελάδια, οι χοίροι και τα πρόβατα κυκλοφορούσαν ελεύθερα στο χωριό. Στους χωματόδρομους. Δεν υπήρχε πουθενά άσφαλτος. Το χειμώνα περπατούσες μέσα στη λάσπη, το καλοκαίρι η σκόνη σε έπνιγε.
«Προτεραιότητά μας ήταν η κατασκευή κτηνοτροφικών πάρκων, για να μπει τέλος στην αναρχία που επικρατούσε. Με φως, νερό και σωστή δόμηση, σταβλίζουν τα ζώα τους το χειμώνα. Τους υπόλοιπους μήνες βόσκουν ελεύθερα στα βουνά. Αυτός είναι και ο λόγος που το κρέας τους φημίζεται για την ξεχωριστή γεύση του. Η κτηνοτροφία είναι η πηγή των εισοδημάτων στην Ανάβρα», λέει στο ΕΤ.Κ ο πρόεδρος της κοινότητας.
«Ισως εγώ είμαι ο πιο φτωχός του χωριού, αφού η σύνταξη που παίρνω από τη ΔΕΗ, όπου έφυγα με το βαθμό του επιθεωρητή, κυμαίνεται στα 2.500 ευρώ».
Βάσεις ανάπτυξης
Η πρόοδος συνεχίστηκε με την κατασκευή του σφαγείου βιολογικής γραμμής, το μοναδικό δημόσιο στην Ελλάδα, με πιστοποίηση από τη ΔΗΩ. Ετσι μπήκε τάξη και δημιουργήθηκε η βάση για την ανάπτυξη της βιοκτηνοτροφίας, με συνέπεια οι παραγωγοί να κερδίζουν σημαντικά ποσά από τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με χρήματα της οποίας έγιναν οι παραπάνω υποδομές.
Ξύπνιος, σχολαστικός και με όραμα ο πρόεδρος παρακολουθεί ανελλιπώς κάθε κοινοτικό πρόγραμμα και το εκμεταλλεύεται δεόντως. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του, όπως λέει ο ίδιος, είναι ότι κατάφερε να αλλάξει τη νοοτροπία των συγχωριανών του. Στην αρχή έφεραν αντιρρήσεις στα σχέδιά του, αλλά με επιμονή και υπομονή τούς έπεισε.
Τώρα τους καλεί να δημιουργήσουν τυποποιητήρια για τα προϊόντα τους, ώστε να ολοκληρωθεί το φάσμα της βιολογικής παραγωγής. Η Ανάβρα δεν βάσισε την ανάπτυξή της στο κράτος. Ηθελε έσοδα δικά της. Ετσι, πριν από τρία χρόνια ολοκλήρωσε το έργο του αιολικού πάρκου, με τις 20 ανεμογεννήτριες και ανάδοχο την ισπανική εταιρία Gamesa.
Εσοδα
Το ρεύμα το αγοράζει η ΔΕΗ, ενώ η κοινότητα για τη χρήση του χώρου, που της ανήκει, εισπράττει έως και 100.000 ευρώ το χρόνο.
Υπό δημοπράτηση βρίσκεται και η ανάπτυξη υδροηλεκτρικού εργοστασίου, από το νερό των πηγών της Ανάβρας. Από εκεί θα εισπράττονται άλλες 100.000 ευρώ. Η επιστροφή στις ρίζες είναι μια σταθερή πολιτική για τον κ. Τσουκαλά. Για να ενισχυθεί κι άλλο ο πληθυσμός, έκανε επέκταση του οικισμού και δίνει οικόπεδα σε άστεγους δημότες στο ? της αντικειμενικής τους αξίας και με αποπληρωμή σε 5 δόσεις.
Μετανάστες σε… ορεινό παράδεισο
«Δεν μας λείπει τίποτα. Εγώ, παρόλο που γεννήθηκα στην Αθήνα, ήρθα στο χωριό των γονιών μου, μόλις γνώρισα εδώ, κατά τη διάρκεια των διακοπών, το σύζυγό μου τον Παναγιώτη. Κάναμε τρία παιδιά. Δουλεύουμε με τον άνδρα μου φροντίζοντας τα 100 γελάδια που έχουμε. Πηγαίνουμε γυμναστήριο, πίνουμε τα τσιπουράκια μας στις 5 ταβέρνες του χωριού και αν θέλουμε νυχτερινή ζωή πεταγόμαστε μέχρι τον Δομοκό ή τον Αλμυρό», λέει στον ΕΤ.Κ η Νίκη Μηλιώνη.
anavra1
Οι ηλικιωμένοι αισθάνονται ασφάλεια με τη μόνιμη παρουσία της αγροτικής γιατρού. Η Ελένη Τριανταφύλλου δέχεται 8 με 9 άτομα καθημερινά στο ιατρείο. Πήγε στην Ανάβρα στις 5 Αυγούστου και για τους επόμενους 9 μήνες που θα μείνει εκεί νιώθει τυχερή που βρέθηκε σε ένα τόσο φιλικό περιβάλλον. Μάλιστα, δεν επιβαρύνεται από την τσέπη της, γιατί μένει σε διαμέρισμα που της παραχώρησε η κοινότητα (όπως και οι τρεις δάσκαλοι).
Ο Αποστόλης Καπέλος και ο Πολύζος Κανατούλης είναι δυο νέοι κτηνοτρόφοι. Παίκτες στην ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού (Α.Ο. ΟΘΡΥΣ), κάθονται στο καφενείο και συζητούν πώς θα αντιμετωπίσουν τον ΔΟΜΟΚΟ, την ισχυρότερη ομάδα της περιοχής. Περηφανεύονται για την προαγωγή στην Α” Ερασιτεχνική, αλλά και για τα επιτεύγματα του χωριού τους.
«Να πάτε να δείτε το περιβαλλοντικό πάρκο», μας λένε. Συναντάμε έναν παράδεισο. Αιωνόβια πλατάνια, σε μια διαδρομή πέντε χιλιομέτρων, με γεφύρια, παιδικές χαρές, πετρόκτιστη διακόσμηση και με τους λαγούς και τα ελάφια να ξεπετάγονται μέσα από τα ξέφωτα, με φόντο τον υδάτινο κόσμο του Ενιππέα (παραπόταμου του Πηνειού).
Εδώ κρατάει ακόμα το έθιμο της δρυστέλας , όπου οι νοικοκυραίοι πλένουν ρούχα και χαλιά με τα ορμητικά νερά των πηγών. Μια περιφραγμένη έκταση, συνολικού εμβαδού 240 στρεμμάτων, που αποτελεί ταυτόχρονα και μουσείο παράδοσης. Αλλη μια ευκαιρία για να εισπράττει η κοινότητα έσοδα, καθώς πολλά σχολεία εκδηλώνουν ενδιαφέρον για επίσκεψη και αναμένεται να μπει συμβολικό εισιτήριο για τα έξοδα συντήρησής του.
Το πλέον μεγαλόπνοο σχέδιο, αυτή την περίοδο, είναι η επικείμενη εγκατάσταση συστήματος τηλεθέρμανσης. Με προϋπολογισμό 1.700.000 ευρώ (από ευρωπαϊκά κονδύλια) και με μελέτη από το ΤΕΙ Κοζάνης η Περιφέρεια έχει πει ήδη το «ναι». Ενας κεντρικός λέβητας θα τοποθετηθεί στο πάνω μέρος του χωριού και από εκεί θα διοχετεύονται υπόγειοι αγωγοί από τους δρόμους της Ανάβρας με καυτό νερό. Το κάθε σπίτι θα συνδέεται με το σύστημα και θα έχει ολόκληρο το χειμώνα ζεστό νερό και θέρμανση, με μια ελάχιστη επιβάρυνση. Θα λειτουργεί με την καύση βιομάζας (κοπριές των ζώων, ξερά φύλλα, άχυρο κ.ά).
πηγή