Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Σ. Λυμπερόπουλος: Άφησε την πολυεθνική και τα μεταπτυχιακά για να κάνει business τα άγρια χόρτα

Της Μαριάννας Τζάννε
Ζει με 500 ευρώ τον μήνα και δηλώνει ευτυχισμένος! Πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ μία φορά τον μήνα, τρέφεται με νωπά προϊόντα και κρεατικά που παράγει ο ίδιος και έχει το προνόμιο να επιβιώνει με βάση τις πραγματικές του ανάγκες. Εγκατέλειψε μια στρωμένη δουλειά στη βιοτεχνία με πιτζάμες και νυχτικά του πατέρα του, άφησε την πολυεθνική στην οποία εργαζόταν αμέσως μετά τo μεταπτυχιακό του στην Αγγλία και αποφάσισε να ζήσει μόνιμα στις Ράχες Μεσσηνίας συλλέγοντας άγρια χόρτα από τα βουνά, που σήμερα τροφοδοτούν μερικά από τα πιο ακριβά εστιατόρια της αθηναϊκής και παριζιάνικης κοινωνίας. Ο Σωτήρης Λυμπερόπουλος δεν είναι ένας συνηθισμένος 35άρης. Εχει φιλοσοφήσει τη ζωή, έχει μάθει να ζει χωρίς περιττές πολυτέλειες και δείχνει υπερβολικά αυθεντικός και ισορροπημένος. «Εχω το βασικότερο πλεονέκτημα, που είναι ότι είμαι υγιής, ζω σε μια από τις ωραιότερες χώρες στον κόσμο και μπορεί να έχω προβλήματα, αλλά έχω μάθει να είμαι χαρούμενος με αυτά που μου έχει χαρίσει η ζωή», δηλώνει στο «business stories» και περιγράφει με ενθουσιασμό αλλά και απλότητα τη νέα του ζωή.
«Δεν έχω τηλεόραση και αν θέλω να ενημερωθώ, χρησιμοποιώ το Ιντερνετ. Τρώω το μεσημέρι με την οικογένειά μου, κοιμάμαι, πηγαίνω για κολύμπι στη θάλασσα και όταν πρέπει να κάνω τις συναλλαγές με τράπεζες, Εφορία, ΤΕΒΕ έχω όλες τις υπηρεσίες γύρω μου. Μπορώ να ζήσω με πολύ λίγα χρήματα, αφού στο χωριό έχω στο πιάτο μου ό,τι θελήσω και φρέσκο. Για τα μόνα πράγματα που πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ είναι για τις πάνες του παιδιού, για σκόνες απορρυπαντικών όπου δεν χρησιμοποιούμε ξύδι, άντε και για καμία σοκολάτα», λέει με αποστομωτική ειλικρίνεια αφού το πατρικό του στη Μεσσηνία έχει τα πάντα: από κοκόρια μέχρι ζαρζαβατικά, ενώ για τυριά -την αγαπημένη του γραβιέρα Νάξου- πηγαίνει στο μπακάλικο της γειτονιάς. «Με 20 ευρώ τρώμε στην ταβέρνα, με 12 ευρώ αγοράζω φρέσκο ψάρι από τον ψαρά. Τι άλλο να θελήσω!».
Ο Σωτήρης Λυμπερόπουλος είναι ξεχωριστή περίπτωση, αφού σε νεαρή ηλικία έβαλε τη ζωή του σε εντελώς διαφορετική ρότα από τους γιάπηδες της γενιάς του και το καταναλωτικό πρότυπο που έχουμε συνηθίσει όλοι. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, έκανε master στην Αγγλία στην Εφοδιαστική Διαχείριση, δούλεψε για τρία χρόνια στη βιοτεχνία του πατέρα του, αλλά κάτι δεν τον ικανοποιούσε. Πριν από τέσσερα χρόνια τα βρόντηξε όλα και πήγε να μείνει στο χωριό κοντά στην Κυπαρισσία, άρχισε να καλλιεργεί σπόρους στο κτήμα του, έγινε ένα με την τοπική κοινωνία, ρουφώντας από τους ντόπιους πληροφορίες για τα μυστικά της γης και των άγριων χόρτων. Σήμερα η ενασχόλησή του με τη φύση έχει εμπλουτιστεί, αφού οι συνεργασίες με επώνυμα εστιατόρια της Αθήνας και του Παρισιού γέννησαν την ανάγκη για καλλιέργεια νωπών προϊόντων, όπως ντοματάκια, μπάμιες, πιπεριές, μελιτζάνες, αλλά και άλλα είδη, όπως τραχανάς και αποξηραμένα φρούτα. Στο πελατολόγιο της εταιρείας συγκαταλέγονται επτά γαλλικά εστιατόρια και αρκετά ελληνικά, όπως το «Eleon» στο «Costa Navarino», το «Aλάτσι», το «Βase Grill», το «Hytra», το «Μπακάλικο» κ.ά.
Συνεργασίες μόνο με μάγειρες και ιδιώτες
«Στο Ραδίκι (σ.σ.: το όνομα της επιχείρησης που δημιούργησε) πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος πρέπει να αρχίσει να επιστρέφει στις πρωταρχικές μορφές της τροφής και να αφήσει πίσω του τα βιομηχανοποιημένα τρόφιμα που έχουν επικρατήσει στην καθημερινή του διατροφή. Το Ραδίκι ξαναθυμίζει στους ανθρώπους τις αγνές και ωφέλιμες τροφές της ελληνικής γης που έχουν ξεχαστεί», αναφέρει στο μανιφέστο της η νεοφυής επιχείρηση, τονίζοντας πως ό,τι γεννιέται από τη γη πρέπει να καταναλώνεται ζωντανό και την κατάλληλη εποχή, αφήνοντας το ελάχιστο οικολογικό αποτύπωμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εταιρεία δεν προμηθεύει χονδρέμπορους, σούπερ μάρκετ ή μανάβικα, αλλά συνεργάζεται μόνο με μάγειρες και ιδιώτες που μπορούν να αναγνωρίσουν την αξία της φυσικής τροφής. Δεν συλλέγει χόρτα από καλλιεργήσιμα χωράφια συμβατικής καλλιέργειας τα οποία ενδέχεται να έχουν επιβαρυνθεί με φυτοφάρμακα ή βρίσκονται κοντά σε δρόμους. Η συλλογή γίνεται με παραδοσιακά ψάθινα καλάθια και υφασμάτινες τσάντες και όχι με πλαστικές σακούλες που δεν επιτρέπουν τη ροή του αέρα. Κάθε χόρτο συλλέγεται την ιδανική ώρα της ημέρας έτσι ώστε να έχει τη μέγιστη θρεπτική αξία. Οπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της εταιρείας, τα χόρτα παραδίδονται στους συνεργάτες της το πολύ σε 20 ώρες από τη στιγμή της κοπής τους έτσι ώστε να καταναλώνονται όσο το δυνατόν φρεσκότερα.
«Δεν είμαι κροίσος ραδικιών, είμαστε μια επιχείρηση με κομμουνιστικές βάσεις»
«Είμαστε μια κομμουνιστική επιχείρηση όπου ο οδηγός παίρνει τα ίδια λεφτά με εμένα. Πεντακόσια ευρώ μου είναι αρκετά για να ζήσω», λέει χωρίς περιστροφές και θεωρεί ότι το χειρότερο πράγμα που έχει διαβάσει για τον εαυτό του είναι όταν τον χαρακτήρισαν «κροίσο ραδικιών»! Οπως αναφέρει, η εικόνα αυτή απέχει πολύ από την πραγματικότητα και εκείνο που τον ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα είναι να περνά στον κόσμο το μήνυμα ότι μπορεί στη ζωή να πλουτίσεις πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα. «Στην πραγματικότητα απαιτείται πολύ σκληρή και επίμονη δουλειά, είναι λάθος να περνάς στον κόσμο το μήνυμα ότι πλούτισες με τέσσερα χρόνια δουλειάς».
Ο Σωτήρης Λυμπερόπουλος είναι γνωστός στους κύκλους των τραπεζών και των επιχειρηματιών, αφού πέρυσι τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό για την Παγκόσμια Εβδομάδα Επιχειρηματικότητας που διοργάνωσαν οι Industry Disruptors - Game Changers (ID-GC) με τη συνεργασία της διεθνούς εταιρείας τροφίμων GAEA, της Τράπεζας Πειραιώς, της RSM International και της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής. Τη διαφορετικότητα του νεαρού επιχειρηματία είχαν καταλάβει από νωρίς οι άνθρωποι των οποίων την πόρτα έτυχε να χτυπήσει. Μεταξύ εκείνων ο κ. Περικλής Κοσκινάς, πρώην σεφ του εστιατορίου «Milos» στο «Hilton», ο οποίος τον μύησε στα μυστικά της ποιοτικής κουζίνας, ενθαρρύνοντάς τον να ξεκινήσει νόμιμα και σωστά την ιδέα της συλλογής άγριων χόρτων, αλλά και ο αρχιμάγειρας του «Four Seasons», όταν ταξίδεψε ως το Παρίσι για να τον συναντήσει χωρίς ραντεβού. Το μόνο πράγμα που χρησιμοποίησε για να τον δελεάσει ήταν ένα βαζάκι από φύκια που είχε πάρει μαζί του από τη Μεσσηνία! Ο πολυάσχολος και απαιτητικός Ερίκ Μπριφάρντ, γνωστός για το πάθος του για τα φρέσκα προϊόντα και τα καλύτερα ντόπια υλικά, τον κοίταξε κάπως διερευνητικά, αλλά τελικά αποφάσισε να ενδώσει στον επίμονο Ελληνα κλείνοντας το ραντεβού την επόμενη μέρα.
Αλλωστε με την επιμονή και το θράσος του ο Μεσσήνιος νέος έκανε πραγματικότητα ένα όνειρο ζωής, το οποίο ήταν να ζήσει κοντά στη φύση παίρνοντας κυριολεκτικά τα όρη και τα βουνά. Σε αυτόν τον τόπο έμαθε να είναι αυτάρκης και τόσο σίγουρος γι’ αυτό που έχει επιλέξει, που μοιάζει να έχει βγει από άλλον πλανήτη. «Δεν μετανιώνω για τίποτα απ’ όσα έχω κάνει, γιατί είναι πράγματα που ήθελα. Ακόμη και τη βλακεία είναι ωραίο να την κάνεις εσύ», σημειώνει. Παράλληλα, πάντως, με την επαγγελματική αναγνώριση που χτίζει χρόνο με τον χρόνο με τη δέουσα προσοχή, φρόντισε και την προσωπική του ζωή δημιουργώντας τη δική του οικογένεια. Με τη γυναίκα του γνωρίστηκαν σε ένα σεμινάριο στον Κίσσαβο σχετικά με το πώς πήζει το τυρί! Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Εκείνη δικηγορίνα από τη Θεσσαλονίκη και σήμερα νομική σύμβουλος της εταιρείας, εγκατέλειψε σε έναν μήνα τη ζωή της στη συμπρωτεύουσα και τον ακολούθησε δίχως δεύτερη σκέψη στη Μεσσηνία. Σήμερα απολαμβάνει τη ζωή της δίπλα στη φύση , έχοντας ένα κοριτσάκι, ενώ στα σχέδια της οικογένειας είναι σύντομα να αυξηθεί ο αριθμός των μελών της.
 πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...έκανες κου πε πε;