Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Η κατά σάρκα του Χριστού Οικονομία


Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς
Σχετικά με τη συγκαταβατική ενσάρκωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τα όσα προσφέρθηκαν εξαιτίας της σ' αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν αληθινά και σχετικά με την αιτία που ο Θεός, αν και μπορούσε να ελευθερώσει με ποικίλους άλλους τρόπους το ανθρώπινο γένος από την υποταγή στο διάβολο, προτίμησε να χρησιμοποιήσει αυτή τη συγκαταβατική τακτική.
Μπορούσε, οπωσδήποτε, ο προαιώνιος και απεριόριστος και παντοκράτορας Λόγος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, και χωρίς ο ίδιος να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, να απαλλάξει τους ανθρώπους από την υποτέλεια στο θάνατο και την υποδούλωση στο διάβολο, γιατί όλα υπακούουν στις εντολές του και το καθετί εξαρτιέται από τη θεϊκή εξουσία του, όλα έχει τη δύναμη να τα ενεργεί και, σύμφωνα με τον Ιώβ, τίποτε δε βρίσκεται έξω από τις δυνατότητές του, άλλωστε, απέναντι στην απόλυτη υπεροχή του δημιουργού, η δύναμη αντίστασης των δημιουργημάτων χρεοκοπά, κανένα δεν είναι ισχυρότερο από τον Παντοκράτορα.


Όμως, αυτή η τακτική σωτηρίας, δηλαδή με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ήταν η πιο προσαρμοσμένη στη δική μας φύση, την ανθρώπινη αδυναμία μας κι ακόμα ήταν η πιο αντάξια του Θεού που την εφάρμοζε μια και χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της δικαιοσύνης, χωρίς το οποίο καμιά ενέργεια του Θεού δεν πραγματοποιείται. «Δίκαιος γαρ ο Θεός, και δικαιοσύνας ηγάπησε, και ουκ έστιν αδικία εν αυτω», όπως λέει κι ο ψαλμωδός Προφήτης.

Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό πρώτος και, κατά συνέπεια, δίκαια εγκαταλείφθηκε από το Θεό, τότε κατέφυγε, με τη θέλησή του, στον αρχηγό της κακίας, που τον είχε παρασύρει με τις δόλιες αντίθεες συμβουλές του, δίκαια, πάλι, κατά συνέπεια, παραδόθηκε σ' αυτόν, έτσι εισχώρησε στον κόσμο ο θάνατος, ως αποτέλεσμα του φθόνου του πονηρού και με την άδεια, τη δίκαιη, του αγαθού Θεού. Και ο θάνατος, εξαιτίας της υπερβάλλουσας κακότητας του αρχηγού της κακίας διπλασιάστηκε, κοντά σε κείνον που προσκολλήθηκε στην ανθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ο άλλος που αυτός ο ίδιος ο διάβολος βίαια τον προξενεί.

Επειδή, λοιπόν, η υποταγή στο διάβολο και η παράδοση στο θάνατο επήλθε ως δίκαιη συνέπεια, έπρεπε και η επάνοδος του ανθρώπινου γένους στην ελευθερία και τη ζωή να συντελεστεί από το Θεό πάλι ως δίκαιη συνέπεια. Και δεν ήταν μόνο η παράδοση του ανθρώπου στο φθονερό εχθρό του, που πρόκυψε ως συνέπεια της θείας δικαιοσύνης, ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο διάβολος, που αποξενώθηκε από τη δικαιοσύνη του Θεού και επεδίωξε άδικα να εξουσιάζει και να μην υπακούει πουθενά και να καταπιέζει, βρισκόμενος σε διάσταση με τη δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τη δύναμή του ενάντια στον άνθρωπο.
Ο Θεός, λοιπόν, θεώρησε ότι προείχε να νικηθεί πρώτα ο διάβολος με τη δικαιοσύνη, με την οποία έχει ανοιχτή διαμάχη, και κατόπιν να νικηθεί με τη θεϊκή υπεροχή, δηλαδή με την ανάσταση και τη μέλλουσα κρίση. Γιατί αυτή είναι η σωστή σειρά, να προηγείται η δικαιοσύνη από τη δύναμη, αυτό αρμόζει αληθινά στη θεϊκή αγαθή διακυβέρνηση του κόσμου, όχι στην καταπιεστική επιβολή: να ακολουθεί η δύναμη, αφού πρώτα επιβληθεί η δικαιοσύνη.

Και, όπως ο διάβολος, ο παμπάλαιος φονιάς του ανθρώπου, ξεσηκώθηκε εναντίον μας από φθόνο και μίσος, έτσι κι ο ζωοδότης μπήκε στη μάχη με το μέρος μιας από άπειρη αγαθότητα κι αγάπη για τον άνθρωπο. Και όπως εκείνος, χωρίς να του έχει παρασχεθεί το δικαίωμα, έβαλε σκοπό του να καταστρέψει το πλάσμα του Θεού, έτσι κι ο πλάστης, έχοντας αντίθετα, κάθε δικαίωμα, αποφάσισε να σώσει το δημιούργημά του. Και όπως εκείνος πέτυχε με την αδικία και τη δολιότητα να καταγάγει νίκη και να γκρεμίσει τον άνθρωπο από το θεοδώρητο αξίωμά του, έτσι κι ο ελευθερωτής με δικαιοσύνη και σοφό σχέδιο επέφερε την πανωλεθρία του αρχηγού της κακίας και την ανακαίνιση του ανθρώπου.

Λοιπόν, ο Θεός απέφευγε να χρησιμοποιήσει, πράγμα που μπορούσε, τη δύναμη, ώσπου να προχωρήσει στην απόδοση της δικαιοσύνης, πράγμα που ήταν αναγκαίο. Έτσι άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα η δύναμη της δικαιοσύνης, αφού προτιμήθηκε ως τακτική από τον παντοδύναμο που κανένας δεν μπορεί να τον νικήσει. Απ' αυτό μάλιστα θα ‘πρεπε και οι άνθρωποι να παραδειγματιστούν, ώστε να ζουν με δικαιοσύνη την επίγεια ζωή τους, ώστε στην αιώνια ζωή της αθανασίας ν' αναλάβουν τη δύναμη και να μη τη χάσουν ποτέ.

Κι ακόμα έπρεπε ο διάβολος που τότε νίκησε τον άνθρωπο, να νικηθεί από τη νικημένη ανθρώπινη φύση και να κατατροπωθεί αυτός που με τόση πανουργία παγίδευσε τον άνθρωπο. Γι' αυτό το σκοπό χρειαζόταν απαραίτητα να υπάρξει ένας άνθρωπος αναμάρτητος. Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. «Ουδείς γαρ, λέει η Γραφή, αναμάρτητος, ουδ' αν μία ημέρα η ζωή αυτού» και «τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν;»

Μονάχα ο Θεός, κανένας άλλος, δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος. Γι' αυτό ακριβώς ο Θεός Λόγος, ο γεννημένος από το Θεό ευθύς απ' την αρχή της ύπαρξής του, και πάντοτε ενωμένος μ' Αυτόν (δεν είναι δυνατό να υπάρξει η να εννοηθεί ποτέ Θεός στερημένος λόγου) και ουδέποτε διαχωρισμένος απ' Αυτόν, ο ένας υπαρκτός Θεός (το αντιφέγγισμα του ήλιου δεν είναι άλλον φως διαφορετικό απ' τον ήλιο και οι ηλιακές ακτίνες δεν είναι άλλοι ήλιοι), γι αυτό, λοιπόν, ο μόνος αναμάρτητος Υιός και Λόγος του Θεού καθίσταται γιος ανθρώπου, χωρίς βέβαια, να αλλάζει τίποτε ως προς τη θεότητά του, μένοντας, όμως, ακηλίδωτος ως προς την ανθρώπινή του ιδιότητα.

«Ος, όπως προφήτευσε ο Ησαϊας, αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί αυτού». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κείνος που δε «συνελήφθη εν ανομίαις» και δεν «εκυήθη εν αμαρτίαις» καθώς διαπιστώνει, μιλώντας για τον εαυτό του, ή μάλλον για ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, ο Δαβίδ στους Ψαλμούς. Γιατί η επανάσταση της σάρκας έχει ως αυτόματη συνέπεια την καταδίκη που είναι και λέγεται φθορά.

Αυτή η επανάσταση αν και δε γίνεται με τη θέληση του ανθρώπου, αν και φανερά βρίσκεται σε αντίθεση με τους νόμους της νόησης και παρά το γεγονός ότι τιθασεύεται από τους ενάρετους και προσανατολίζεται μόνο προς τον τομέα δημιουργίας παιδιών, έτσι ή αλλιώς σπρώχνει τον άνθρωπο προς τη φθορά και δεν είναι παρά έφεση για ικανοποίηση των παθών αυτού που δε συνειδητοποίησε την τιμή που αξιώθηκε η φύση μας από το Θεό, αλλά εξομοιώθηκε με τα κτήνη.

Γι αυτό και δε γεννήθηκε, απλώς Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και από Παρθένο επίλεκτη και απαλλαγμένη από βρώμικους σαρκικούς λογισμούς, σύμφωνα με τους προφήτες, γεννήθηκε από Παρθένο στη μήτρα της οποίας επέφερε τη σύλληψη όχι κάποια σαρκική όρεξη, αλλ' ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που συνέβηκε ήταν η υποδοχή και η αποδοχή του ουράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, όχι υπόκυψη και δοκιμή στη γεμάτη πάθος σαρκική επιθυμία.

Μακριά από κάθε τέτοια εμπειρία, η σύλληψη έγινε μέσα στην πνευματική ευφροσύνη και την επικοινωνία με το Θεό. «Ιδού γαρ η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απάντησε η άσπιλη Παρθένος στον άγγελο που της έφερε το μήνυμα της χαράς, συνέλαβε και γέννησε. Προκειμένου έτσι ο νικητής του διαβόλου, όντας άνθρωπος - θεάνθρωπος να κατάγεται, βέβαια, από το ανθρώπινο γένος, να μη μετέχει όμως στην κληρονομούμενη αμαρτία. Αυτός μόνος απ' όλους τους ανθρώπους να συλληφθεί χωρίς να συντρέχει το γεγονός της παρακοής, μόνος αυτός να μπει στη μήτρα της μητέρας του χωρίς να μεσολαβήσει η εμπαθής ηδονή της σάρκας και οι βρώμικες επιθυμίες που χαρακτηρίζουν τη μιασμένη από την παρακοή ανθρώπινη φύση.

Προκειμένου έτσι ο Χριστός να υπάρξει τέλεια απαλλαγμένος από κάθε μόλυνση που μεταδίδεται στους απογόνους, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά ανάγκη κάθαρσης ο ίδιος, και να δέχεται τα πάντα με σοφία για χάρη μας. Και έτσι να γίνει ο ολοκληρωτικά νέος Άνθρωπος και να παραμείνει νέος πραγματικά κι αταλάντευτα, χωρίς καθόλου να παλιώνει πάλι, και να ανοικοδομήσει, προσφερόμενος ο ίδιος ως θεμέλιο και ως όργανο, τον παλιό Άνθρωπο και να τον διατηρήσει πάντα νέο, μια και μπορεί να διώξει μακριά κάθε στοιχείο παλιό και φθαρμένο.

Γιατί και κείνος, ο πρώτος Άνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχήν πεντακάθαρος και ήταν νέος ωσότου με τη θέλησή του ακολούθησε το διάβολο και εκτράπηκε στις σαρκικές ηδονές και ξέπεσε μες το βούρκο της αμαρτίας με αποτέλεσμα να παλιωθεί και να κατρακυλήσει στην παραφθορά της φυσικής του κατάστασης.

Γι' αυτό ο Κυβερνήτης του κόσμου δεν ανακαινίζει τον άνθρωπο, παράδοξα, μόνο με κάποια εξωτερική ενέργεια του, αλλά τον προσλαμβάνει και τον αγκαλιάζει. Και δεν ανορθώνει μόνο και ξαναστεριώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά και την περιβάλλεται με τρόπο απερίγραπτο και ενώνεται και ταυτίζεται μαζί της, και γεννιέται συγχρόνως Θεός και άνθρωπος από γυναίκα βέβαια, ώστε να πάρει πίσω της φύση του που ο ίδιος έπλασε κι ο πονηρός με τη συμβουλή του τού έκλεψε, παρθένο όμως, για να καταστήσει τον άνθρωπο νέο, γιατί αν γεννιόταν με σπέρμα ανδρός, θα έφερνε την κληρονομιά της αμαρτίας και δε θα ήταν καινούριος άνθρωπος, δε θα ήταν ο αρχηγός και χορηγός της ζωής εκείνης που ποτέ δεν παλιώνει, δε θα κατάφερνε, αν άνηκε στην παλιά ξεπεσμένη κατάσταση, να προσλάβει ολόκληρη τη διαφανή θεότητα και να καταστήσει τη σάρκα ανεξάντλητη πηγή αγιασμού τόσο, ώστε να ξεπλύνει και να καθαρίσει πλέρια το μολυσμό των προπατόρων και να επαρκέσει για τον εξαγιασμό και όλων των επιγόνων. Γι' αυτό ακριβώς, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κύριος, νικημένος από την αγάπη του για μας, θέλησε να μας σώσει και να μας αναπλάσει, με το να γεννηθεί τέλειος άνθρωπος όπως και μεις, μένοντας όμως συγχρόνως αναλλοίωτα Θεός. 

Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται

http://img442.imageshack.us/img442/1138/rozdestvo2ym7.jpg

Τα Χριστούγεννα των ορφανών


https://vatopaidi.files.wordpress.com/2012/12/16_347x640_.jpg
Ὁ ξανθὸς ἐπισκέπτης
Ἡ χρονιὰ τοῦ 1943, ὃπως ὅλες οἱ χρονιὲς τῆς μαύρης Κατοχῆς, ἦταν φρικτή· πεῖνα, ἀρρώστεια καὶ δυστυχία ἐμάστιζαν τὸν τόπο.
Ὅ,τι καλὸ εἶχε ὁ τόπος, τὸ ἔπαιρναν οἱ Γερμανοί· καὶ ὅ,τι ἄφηναν ἐκεῖνοι, τὸ ἄρπαζαν οἱ ῾Ιταλοὶ καὶ οἱ Βούλγαροι.
Μέσα στὴ γενικὴ αὐτὴ δυστυχἴα ὁ Θοδωρἀκης καὶ ἡ Φανὴ ἦσαν ὀρφανὰ ἀπὸ πατέρατὸν˙ἐσκότωσαν οἱ Γερμανοὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ 1943, γιατί τὸν ἔπιασαν - ἔλεγαν - σὲ μιὰ σιδηροδρομική γέφυρα μὲ χειροβομβίδες. ῎Ετσι ἔμειναν τὰ δύο παιδιὰ μόνα στὸν κόσμο μὲ τὴ μητέρα των, μόνα καὶ ἀπροστάτευτα.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ κυρα-Ἄννα δὲν ἐλύγισε. Ἔκρυψε στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς τὸν πόνο της καί ἄρχισε νὰ ξενοδουλεύῃ, γιὰ νὰ ζήσῃ τὰ παιδάκια της. Καὶ πάλι δὲν ἐπρόφθανε μὲ τὴ μεγάλη ἀκρίβεια, ποὺ ἔδερνε τότε τὴν ῾Ελλάδα.
Καί σὰν νὰ μὴ ἔφθαναν ὅλα αὐτά, ἔπεσε καὶ στὸ κρεβάτι μὲ τὰ μεγάλα κρύα τοῦ Δεκεμβρίου. Ἐπέρασε βέβαια τὸ κακό, ἀλλ’ ἦρθαν τὰ Χριστούγεννα καὶ ἀκόμη ἀδύνατη δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἐργασθῇ. Γι῾ αὐτὸ ἡ παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ηὗρε τὸ πτωχικὸ σπιτάκι - ἕνα δωμάτιο ὃλο ὅλο - ἔρημο ἀπὸ πατέρα, ἀπροστάτευτο ἀπὸ μητέρα, ἄδειο ἀπ’ ὅ,τι φέρνει τὴ χαρά.
Τὰ δύο παιδιὰ - 10 χρόνων τὸ ἀγόρι, 8 ἡ κορούλα - ἔκαναν τὴν προσευχούλα των καὶ ἐκοιμήθηκαν νηστικά, γιατί τὸ λίγο ψωμάκι τοῦ δελτίου τὸ εἶχαν φάγει ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα. Ποιός ξέρει τί ἀχνιστὰ ψωμιὰ νὰ ἔβλεπαν τὰ καημένα στὸν ὓπνο των!
Ἡ ἄμοιρη μητέρα ἄναψε τὸ καντήλι, ἐγονάτισε κάτω ἀπὸ τὰ εἰκονίσματα καί παρεκάλεσε τὴν Παναγία καὶ τὸ θεῖο  παιδάκι της, τὸν μικρὸ Χριστούλη, νὰ λυπηθοῦν τὰ ὁρφανά.
Πῶς ἦρθαν τὰ ἐφετεινὰ Χριστούγεννα! χωρίς τὸν ἄνδρα της, χωρὶς ψωμάκι, χωρίς ζεστὸ φαγάκι γιὰ τὰ παιδιά της!... Δάκρυα ἐπλημμύρισαν τὰ μάτια τῆς πονεμένης μητέρας, ποὺ ἐξέσπασαν σὲ θρῆνο.
Ἀλλ’ ὁ θρῆνος τῆς ἔφερε κάποιο ἐλάφρωμα καὶ ἔτσι ἀποκοιμήθηκε καὶ ἐκείνη. ῟Ωρες ἐπέρασαν καὶ ἡ κυρα - Ἄννα ἦταν βυθισμένη στὸν ὕπνο· κάποτε, σὰν σὲ ὄνειρο, ἄκουσε νὰ κτυποῦν οἱ καμπάνες, ποὺ ἐκαλοῦσαν τοὺς  χριστιανοὺς, στὴ μεγάλη ἑορτή· ὁ ἦχός των ἔφθανε στ’ αὐτιά της χαρμόσυνος, ἀλλὰ μισοσβημένος.
Θέλει νὰ σηκωθῇ, νὰ τρέξῃ στὴν ἐκκλησία μὲ τὰ ξυπόλυτα παιδάκια της, ἀλλὰ δὲν τὰ καταφέρνει νὰ ξυπνήσῃ, σὰν νὰ ἦταν ναρκωμένη. Ὁ κόπος, ἡ ἀδυναμία καὶ ὁ πόνος τὴν κρατοῦν μὲ ἄλυτα δεσμά.
Σὲ λίγη ὥρα πάλι ἐνόμισε ὅτι ἐκτύπησαν τὴν θύρα˙ ἦταν ὅμως τόσο βαρὺς ὁ ὕπνος της, ποὺ οὔτε τώρα τὴν ἄφηνε  νὰ σηκωθῇ. Κάποιος ἐπέρασε μέσα ἐλαφρὰ ἐλαφρά, σὰν νὰ ἐπατοῦσε στὰ νύχια, νὰ μὴν τοὺς ξυπνήσῃ. Ποιός τάχα  νὰ ἦταν; Ἄνοιξε τὰ μάτια της νὰ ἰδῇ· τῆς ἐφάνηκε ὃτι τὰ ἄνοιξε. Καὶ εἶδε τότε ὅτι ὁ ξένος ἦταν ἕνας νέος γλυκός,  ξανθός, μὲ μάτια γεμᾶτα συμπάθεια, λέτε καὶ ἦταν ἄγγελος.
῞Εκαμε να φωνάξῃ, να ἐρωτήσῃ ποιός ἦταν αυτὸς μὲ τὴν οὐράνια εὐμορφιά, ἀλλ’ ὁ βαρὺς ὕπνος δὲν τὴν ἄφηνε. Ὁ ἐπισκέπτης ἐπροχώρησε δύο τρία βήματα καὶ ἔβαλε ἕνα χάρτινο κιβώτιο, ἕνα μεγάλο κιβώτιο, ἐπάνω στὸ τραπέζι τοῦ σπιτιοῦ.
gunaika proseuxomeni
Ἄπλωσε ἔπειτα στὰ δύο παιδάκια τὰ ἀγγελικά του χέρια, ποὺ εἶχαν στὶς παλάμες κάποια παλιὰ οὐλή. Τὰ ἐχάϊδεψε καὶ  ἕνα φῶς ζωηρό, ἀλλ’ ἁπαλὸ καὶ γλυκὸ ἐχύθηκε γῦρο καὶ ἐφώτισε σὰν γελαστὸς ἀνοιξιάτικος ἥλιος˙ τοὺς  ἐχαμογέλασε καὶ ἕνα ἄρωμα ἀπὸ ρόδα ἐπλημμύρισε τὸ δωμάτιο.
- Χριστέ μου! εἶπε, σὲ ἐγνώρισα απὸ τὶς θεῖες πληγές Σου!
Καὶ μὲ καρδιὰ πλημμυρισμένη λαχτάρα καὶ πόθο ἐπετάχθηκε νὰ πέσῃ στὰ πόδια του, νὰ τ’ ἀσπασθῇ, νὰ τὰ βρέξῃ μὲ  τὰ δάκρυα της.
Ἀλλ’ ὅταν εὑρέθηκε ὀρθή, ὁ γλυκὸς καὶ ξανθὸς ἐπισκέπτης μὲ τὰ οὐράνια μάτια εἶχε χαθῆ. Τὸ ὄνειρο εἶχε σβήσει‧  μόνο τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ ἐτρεμόσβηνε στὸ εἰκονοστάσι.
Τὸ χάρτινο κιβώτιο
Ἔκαμε τὸ σταυρό της καὶ ἔπειτα ἔρριξε μιὰ ματιὰ στὰ παιδιά της˙ ἡ ἀναπνοούλα των ἀκουόταν ἐλαφρά· ἐκοιμῶντο ἥσυχα ἥσυχα, σὰν σὲ θεῖο παράδεισο, εὐλογημένα ἀπὸ τὰ χέρια μὲ τὶς θεῖες πληγές! Ὅταν ὅμως τὸ βλέμμα της ἔπεσε στὸ τραπέζι, εἶδε ἐκεῖ ἐπάνω ἕνα κιβώτιο χάρτινο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἄφησε ὁ θεῖος ἐπισκέπτης. Μὲ ὃλη τὴν  ἀδυναμία της ἔτρεξε καὶ τὸ ἐπῆρε στὰ χέρια· τῆς ἐφάνηκε πολὺ βαρύ. Τὸ ἄνοιξε· ὤ! τὸ θαῦμα, χίλια δυὸ καλά.
- Χριστέ μου! Χριστέ μου! εἶπε πάλι. Καὶ ἄρχισε να φωνάζῃ μὲ χαρὰ τά παιδάκια της:
- Θοδωράκη, Φανή! Ξυπνῆστε! Σηκωθῆτε γρήγορα! Καὶ τὰ ἔπιανε πότε ἀπὸ τὰ πόδια, πότε ἀπὸ τὰ χέρια νὰ ξυπνήσουν.
Τὰ δύο παιδιὰ ἐξύπνησαν τέλος ἀπὸ τόν βαθὺ πρωϊνὸ ὓπνο καὶ καθισμένα στὸ κρεβάτι ἔτριβαν τὰ ματάκια των. Τρομαγμένα ἀπὸ τὸ πρωϊνὸ ἀγουροξύπνημα ἐρώτησαν μὲ ἀπορία;
- Γιατί, μαννούλα, μᾶς ἐξύπνησες τόσο πρωΐ;
- Ἐλᾶτε, ἐλᾶτε γρήγορα νὰ ἰδῆτε· τοὺς ἀπάντησε καί τοὺς ἔδειξε τὸ κιβώτιο.
Τί νὰ ἰδοῦν! Ἐπἀνω ἦταν δύο ζευγαράκια ὑποδήματα ἀκριβῶς στὸ πόδι των· ἕνα κουστούμι γιὰ ἀγόρι,ἕνα φορεματάκι  ζεστὸ γιὰ κοριτσάκι, ἕνα φόρεμα μάλλινο σὲ πήχεις γυναικεῖο, δύο τόπια πολύχρωμα, μία κούκλα καὶ ἓνας σιδηρόδρομος, σιδηρόδρομος σωστὸς μὲ μηχανή, σκευοφόρο καί βαγόνια. Τὰ παιδιὰ δὲν ἐχόρταιναν νὰ τὰ βλέπουν  καὶ τά δάκτυλα των ἄρχισαν νὰ τὰ ψάχνουν.
Ἀπὸ κάτω ἦταν καὶ δεύτερος θησαυρός. Κουτιά, κουτιὰ χάρτινα καὶ τενεκεδένια. Ἄλλα εἶχαν κρέας, ἄλλα ψάρια, ἄλλα  συμπυκνωμένο γάλα, ἄλλα νωπὸ βούτυρο, ἄλλα φυστίκια, γαλετάκια, ζάχαρι, σοκολάτα, τσάϊ, καραμέλλες, ἀφρᾶτα  μπισκότα· ὡς καὶ βῶλοι ἦσαν μέσα, νὰ παίζουν παιδιά.
Τὰ ὀρφανὰ τὰ ἔχασαν· ποιός τάχα νὰ ἔστειλε τὰ πολύτιμα πράγματα! Καὶ ἔκπληκτα ἐρώτησαν:
- Ποιός τὰ ἔφερε αὐτά, μητέρα;
- Ὁ καλὸς Χριστός! Τὸν εἷδα μὲ τὰ μάτια μου!
Ὁ Θοδωράκης ἀνυπόμονος ἐπῆρε τὸ κουστούμι καὶ ἄρχισε νὰ τὸ ἐρευνᾷ. Σὲ μία τσέπη ηὗρε ἕνα φάκελο.
- Μαννούλα, κοίταξε ἐδῶ, ἕνα γράμμα· εἶπε καὶ τὸ ἔδωσε στὴ μητέρα του.
Τὸ ἄνοιξαν· εἶχε μέσα ἕνα χαρτονόμισμα τῶν 10 δολλαρίων καὶ ἕνα σημείωμα ἑλληνικὰ γραμμένο.
‹‹ Μία οἰκογένεια ἀπὸ τὸν Καναδᾶ στέλνει τὸ μικρὸ αὐτὸ δῶρο σὲ μία ῾Ελληνίδα μητέρα καὶ στὰ παιδάκια της ››.
Τὴν ὥρα ἐκείνη - εἶχε βγῆ πιὰ ὁ ἥλιος - ἄνοιξε ἡ θύρα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἐμπῆκε μέσα ἡ κυρία Χαρίκλεια, ἀδελφή τοῦ  Ἔρυθροῦ Σταυροῦ καὶ γνωστὴ κυρία τοῦ Φιλοπτώχου Ταμείου τῆς ἐνορίας. Ἔγύριζε ἀπὸ τὴ λειτουργία καὶ ἐπέρασε  νὰ εἰπῇ στὴν κυρα - Ἄννα γιὰ τὸ δέμα, ποὺ εἶχε ἀφήσει περνῶντας. Τὸ ἔστελνε ὁ Ἐρυθρὸς Σταυρός, ποὺ στὸ ὄνομα  τοῦ Χριστοῦ φροντίζει γιὰ τοὺς δυστυχισμένους ὅλου τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ δὲν εἶπε τίποτε, γιὰ νὰ μὴν ταράξῃ τὴ προσευχή των.
Γονατισμένοι, μητέρα καὶ ὀρφανά, ἐμπρὸς στὰ εἰκονίσματα εὐχαριστοῦσαν τὸ θεῖο παιδάκι, ποὺ ἐγεννήθηκε τήν  ἡμέρα ἐκείνη, γιὰ νὰ φέρῃ στὸν κόσμο τὴν παρηγορία, τὴν ἀγάπη, τὴν καλωσύνη. Τὸν παρακαλοῦσαν ἀκόμη νὰ  προστατεύῃ τὴν ἄγνωστη καὶ μακρινὴ ἐκείνη οἰκογένεια μὲ τὴ γενναία χριστιανικὴ καρδιά.
Θερμὰ δάκρυα, ποὺ ἔλαμπαν σὰν διαμάντια, κατέβαιναν ἀπὸ τὰ μάτια των!
Νικόλαος Α. Κοντόπουλος
Πηγή : Αναγνωστικό Ε' Δημοτικού 1957


Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν Βασιλέων. Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον΄ Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τί θαυμάζεις Μαριάμ; τί ἐκθαμβεῖσαι τῷ ἐν σοί; Ὅτι ἄχρονον Υἱόν, χρόνῳ ἐγέννησα φησί, τοῦ τικτομένου τὴν σύλληψιν μὴ διδαχθεῖσα. Ἄνανδρος εἰμί, καὶ πῶς τέξω Υἱόν, ἄσπορον γονὴν τίς ἑώρακεν, ὅπου Θεὸς δὲ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις, ὡς γέγραπται. Χριστὸς ἐτέχθη, ἐκ τῆς Παρθένου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί; ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρός, πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός, πάντως ὡς οἶδεν ὡς ἠθέλησε καὶ ὡς, ηὐδόκησεν, ἄσαρκος γὰρ ὢν, ἐσαρκώθη ἑκών, καὶ γέγονεν ὁ Ὢν, ὃ οὐκ ἦν δι' ἡμᾶς, καὶ μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος. Διπλοῦς ἐτέχθη, Χριστὸς τὸν ἄνω, κόσμον θέλων ἀναπληρῶσαι.

ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ




(Πώς αρκετοί συγχωριανοί μου περνούσαν τα Χριστούγεννα, στο σκλαβωμένο σήμερα  χωριό μου)

Του Β. Χαραλάμπους


«Η εορτή των Χριστουγέννων δίνει πρωτίστως μήνυμα θεολογικό και έπειτα διδάγματα ηθικά.  Η Εκκλησία μας εορτάζει τα Χριστούγεννα, για να δοξολογήσει τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό, τον Υιό και Λόγο του Θεού, που από άπειρη αγάπη σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία μας», τόνιζε ο μ. Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης σε εόρτιο κείμενό του για τα Χριστούγεννα,  το έτος 2004.

Αυτός ο λόγος του Αρχιμανδρίτη Γεώργιου Καψάνη, μου έδωσε την αφορμή να γράψω κάτι που τα τελευταία χρόνια με προβλημάτιζε. Το αν έπρεπε δηλαδή να γράψω στη διμηνιαία εφημερίδα του σκλαβωμένου χωριού μου τη Ζώδεια της περιοχής Μόρφου, ένα μικρό λαογραφικό κείμενο για το πώς αρκετοί συγχωριανοί μου περνούσαν τα Χριστούγεννα.

Η αναφορά σε λαογραφικό κείμενο, σίγουρα παραπέμπει σε παραδοσιακά έθιμα.  Όμως δεν είναι αυτό που εννοώ, καθότι δεν είχαμε ιδιαίτερα έθιμα στο σκλαβωμένο σήμερα χωριό μου.  Ούτε και  ιδιαίτερο στολισμό είχαμε.  Εκείνη τη μέρα τα παλιά χρόνια το μόνο που έκαναν αρκετοί συγχωριανοί μου ήταν να πηγαίνουν αχάραδα στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού (τώρα οι Τούρκοι την έκαναν τζαμί), για τη Θεία Λειτουργία της Γέννησης του Χριστού.  Οπωσδήποτε θα συμμετείχαν στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 

Η Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, στο χωριό μου ήταν σαν μια μικρή αγρυπνία. Όσο αφορά το υπόλοιπο της μέρας, μετά τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, δεν είχε κάτι διαφορετικό. Ούτε και πολύ διαφορετικό φαγητό υπήρχε, αλλά ούτε και εδέσματα, για αρκετούς συγχωριανούς μου.  Είχαν όμως μια χαρά διαφορετική αρκετοί από αυτούς (όχι όλοι φυσικά). Θα φανώ υπερβολικός αν πω ότι δεν υπήρχε κάποιο  εξωτερικό ερέθισμα που να τους έδιδε ξεχωριστή χαρά τη  μέρα αυτή.  Γι’ αυτούς ήταν Χριστούγεννα.

Με πολλή σοβαρότητα τα γράφω αυτά.  Αυτή ήταν η χαρά για αρκετούς από αυτούς.   Ήταν Χριστούγεννα.  Πολλές φορές δοκίμασα να το γράψω τούτο το αλλιώτικο λαογραφικό κείμενο, αλλά η πολύ πιθανή αντιμετώπισή του ως έκφρασης ‘’διανοουμενίστικου ρομαντισμού’’,  το άφηνε για ευθετότερο χρόνο.

Αυτή ήταν η πηγή της χαράς, για αρκετούς από τους συγχωριανούς μου, η Γέννηση του Χριστού.  Τα ηθικά διδάγματα ακολουθούσαν.  Στις μέρες μας ξεκινούμε από τα ηθικά διδάγματα, αλλά και μένομε στα ηθικά διδάγματα, ως να μην εορτάζομε «οι πιστοί Χριστιανοί τα Χριστούγεννα ως μετοχή στο μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Λόγου» 
 
(από το εόρτιο κείμενο των Χριστουγέννων κατά το έτος  2004, του Αρχιμανδρίτη Γεώργιου Καψάνη).

O ηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας και αθωνίτες πατέρες στη Σαφίτα στο πλευρό του δοκιμαζόμενου συριακού λαού


το Άγιον όρος πήγε Συρία η Ελλάδα πήγε Συρία ……
12373442_226049907740604_4144405401052064008_nΤο Άγιον Όρος έβγαλε τη ντροπή μας….έσπασε το εμπάργκο.Αντιπροσωπεία αθωνιτών πατέρων από το Άγιο όρος την πνευματική πυριτιδαποθήκη της παγκόσμιας χριστιανοσύνης βρίσκεται στο πλευρό των χειμαζόμενων σύριων ομοδόξων και μη.Οι αγιορείτες που προέρχονται από τη μονή της Σιμωνόπετρας παραβρέθηκαν μάλιστα στην εορταστική εκδήλωση όπου φωταγωγήθηκε χριστουγεννιάτικο δένδρο 22 μέτρων προς τιμήν των μαρτύρων στην πόλη Σαφίτα στην επαρχία της Ταρτούς στη  Συρία. Πρωτοστάτης της ελληνικής αντιπροσωπείας από το Άγιον Άγιον όρος είναι ο αρχιμανδρίτης Ελισαίος ηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας ο οποίος σε δήλωση στο κρατικό πρακτορείο sana αναφέρει :Christmas Safita3479739_226047954407466_1330502834236757857_n
Ερχόμαστε στη Συρία για να στείλουμε ένα μήνυμα χαράς και ελπίδας στο συριακό λαό ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο.Είμαστε αγχωμένοι γιατί ο συριακός λαός υποφέρει από αυτές τις μεγάλες τραγωδίες και προσευχόμαστε στο Θεό για την εξάλειψη της αδικίας και της οδύνης που διακατέχει το συριακό λαό  » .
Ο ηγούμενος π.Ελισαίος δήλωσε ότι η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ θα εργαστεί για να βοηθήσει το συριακό λαό για να του δοθεί η ευκαιρία να ζήσει αξιοπρεπώς και χωρίς καμιά εξωτερική παρέμβαση.Το δένδρο 6 μ διαμέτρου υψώθηκε στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας της Παναγίας.Μια φάτνη τοποθετήθηκε κοντά του. .sana 24/12/151374223_226048581074070_3924636040091821331_n (1)
dimpenews.com

Ενα Χριστουγεννιάτικο θαύμα -Κοριτσάκι «ξαναζωντάνεψε» μισή ώρα μετά τον θάνατό της



 
Πέντε μήνες έχουν περάσει από τότε που οι γονείς της Μπέλα νόμιζαν ότι θα την έχαναν για πάντα. Η 41χρονη Φραντσέσκα και 44χρονος Λι έβλεπαν την κόρη τους να περνά τις τελευταίες της στιγμές αφού το μηχάνημα το οποίο την κρατούσε στη ζωή αποσυνδέθηκε.
Ωστόσο μισή ώρα αργότερα και ενώ το κοριτσάκι ήταν νεκρό, όλοι έμειναν άναυδοι όταν διαπίστωσαν ότι το παιδί είχε επιστρέψει και ανέπνεε μόνο του.

Τα Χριστούγεννα η Μπέλα θα ψάλλει ύμνους στο σπίτι της στο Έσεξ στη Βρετανία έχοντας αναρρώσει πλήρως.

«Είναι εκπληκτικό, σαν να μας έπεσε το λαχείο. Η Μπέλα ολοκλήρωσε την οικογένειά μας και τώρα είναι απίστευτο πόσο καλά τα πάει. Όταν λέει ‘μαμά’ λιώνει η καρδιά μου», λέει η μητέρα της.

Η περιπέτεια της υγείας της ξεκίνησε όταν η Μπέλα άρχισε να χάνει τα μαλλιά και τις δυνάμεις της. Η κατάσταση της επιδεινώθηκε ραγδαία όταν οι εξετάσεις έδειξαν σοβαρές ανωμαλίες και στις δύο πλευρές του εγκεφάλου. Οι γιατροί είπαν πως πιθανώς έπασχε από μιτοχονδριακό νόσημα, που είναι θανατηφόρο.

«Μας είπαν τρεις φορές πως δεν θα τα κατάφερνε κι έτσι κάθε μέρα προσευχόμασταν στο πλευρό της», περιγράφει η μητέρα της.

Στις 21 Ιουλίου η οικογένεια ενημερώθηκε πως είχε έρθει η ώρα να πουν αντίο.

«Καθόμουν και σκεφτόμουν ‘γιατί σε μας;’. Όλοι κλαίγαμε», περιγράφει η μητέρα της. Έβγαλαν τις τελευταίες τους φωτογραφίες και η αναπνευστική στήριξη αποσυνδέθηκε.

Μισή ώρα αργότερα όμως συνέβη ένα θαύμα. Τα επίπεδα οξυγόνου ανέβηκαν και πάλι και οι γιατροί είπαν στους συντετριμμένους γονείς πως η κόρη τους θα τα κατάφερνε!

«Δεν έχω ξανακλάψει από τότε. Τα συναισθήματά μου έχουν παγώσει, είχα κλάψει τόσο πολύ όλη εκείνη την περίοδο που δεν έχω πια δάκρυα. Θα μου πάρει καιρό να το ξεπεράσω, να περιμέναμε να πάρει την τελευταία της ανάσα!», λέει η μητέρα της.



Πηγή