Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Ο "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΣ" ΑΝΘΡΩΠΟΣ

             http://www.zougla.gr/image.ashx?fid=1557516
Γράφει  ο  Θεόδωρος  Λάσκαρης

Στην εποχή μας, είναι προτιμότερο να σε πουν χαζό, παρά «μη προοδευτικό άνθρωπο». Θεωρείται πλέον η ύψιστη των ύβρεων, ο πιο ταπεινωτικός προσδιορισμός. Ο ''μη προοδευτικός άνθρωπος'', αντιμετωπίζεται σαν να είναι μέλος μιας αιρετικής σέκτας. Πρέπει λοιπόν να ερευνήσουμε, εάν το εννοιολογικό περιεχόμενο που αποδίδεται στην λέξη 'πρόοδος', υπήρχε από πάντα ή είναι μία δημιουργία της νεωτερικής εποχής.

 Οι φιλοσοφικές και υπαρξιακές έννοιες με τις  οποίες είναι συνδεδεμένος αυτός ο όρος , είναι γνωστό ότι εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά την Αναγέννηση, και συμπίπτουν με την εμφάνιση του προτεσταντισμού. Λαμβάνουν  δε πιο σαφή έννοια και σημαντικότητα με την έλευση του Διαφωτισμού. Στην αρχαιότητα όμως επικρατούσε η ακριβώς αντίθετη άποψη: οι άνθρωποι γνώριζαν την ύπαρξη ενός θαυμαστού παρελθόντος, ενώ το μέλλον το θεωρούσαν αβέβαιο και την πορεία της ανθρωπότητας να τείνει προς την παρακμή και την βαρβαροποίηση.

Αρκεί να μελετήσουμε τα έργα του Ησίοδου, για να διαπιστώσουμε την ύπαρξη ενός χρυσού παρελθόντος,  το οποίο το διαδέχονται  εποχές που γίνονται ολοένα και πιο σκοτεινές:

Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων  οι αθάνατοι του Ολύμπου. Στην  εποχή  του  Κρόνου, όταν  εκείνος  δέσποζε  στον  ουρανό, ζούσαν κι εκείνοι  σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος, πάθη και συμφορές  μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι, πόδια και χέρια, στις  χαρές  δοσμένοι, κι  ό,τι κακό έμενε απ᾽ έξω. Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος  που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους·χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους, μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι (…Ύστερα ο  Δίας πατέρας έφτιαξε τρίτο γένος των βροτών ανθρώπων, χάλκινο, που να μη μοιάζει στο ασημένιο πουθενά· φράξινο, ανελέητο, φριχτό. Άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους πάρεξ τα υπερφίαλα έργα του πολέμου, βαριά σε στεναγμούς· στάρι δεν έτρωγαν κι ήταν σκληρή η καρδιά τους σαν το ατσάλι. (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι)

Αλλά και ο Ρωμαίος ποιητής  Πόπλιος Οβίδιος  Νάσων, έγραφε  στις «Μεταμορφώσεις»«Άνθισε πρώτη η εποχή του χρυσού· αυθόρμητα, χωρίς την ανάγκη δημίων, χωρίς την ανάγκη νόμων, τιμούσαν την αφοσίωση και την δικαιοσύνη.»

Είπαμε λοιπόν ότι το μέλλον εθεωρείτο αβέβαιο και  σκοτεινό, γι’ αυτό και η μοίρα  «Άτροπος», που κόβει το νήμα της ζωής, και αντιπροσωπεύει το μέλλον, βοηθά την περιστροφή  του αδραχτιού (σύμπαντος) με το αριστερό χέρι: δεν είναι καταπληκτική η μυθολογία; Είδατε πως ταυτίζει την πρόοδο (μέλλον) με την αριστερά, και την αριστερά με το σκοτεινό και το αβέβαιο; (της ''αριστεράς και της προόδου'', όπως λέμε).                                     

Αλλά και στον Χριστιανικό Μεσαίωνα, η ιδέα για τον μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας ήταν  απαισιόδοξη: στους έσχατους καιρούς θα πραγματοποιούνταν τα γεγονότα που περιγράφει η  Αποκάλυψη.

Με την έλευση του Ανθρωπισμού και αργότερα του Διαφωτισμού, η λέξη πρόοδος αποκτά, σταδιακά, τρεις έννοιες: Στην φιλοσοφία σημαίνει την απομάκρυνση από την θρησκευτικότητα  και την μεταφυσική, με συνέπεια την ερμηνεία του κόσμου διαμέσου υλιστικών θεωριών. Στην κοινωνιολογία, υπονοεί την κατάργηση των ιεραρχικών σχέσεων, την εξάλειψη των παραδόσεων και την επικράτηση των ελευθέριων ηθών. Στην πολιτική αποκτά την έννοια της δημοκρατικότητας και μετέπειτα ταυτίζεται με την αριστερή ιδεολογία.

Υπάρχει ένα ζήτημα: εάν η έννοια της ''προόδου'' εμπεριείχε μόνον το νόημα της τεχνολογικής εξέλιξης και την πίστη, ακόμη και αν είναι εσφαλμένη, ότι το μέλλον θα φέρει καλύτερες εποχές, δεν θα υπήρχε  ιδιαίτερο πρόβλημα. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν συνέδεσαν το μέλλον (το εμπρός) με τις τρεις έννοιες που προαναφέραμε, και το παρελθόν (το πίσω) με το σκότος. Ο λόγος που έγινε αυτό είναι προφανής: έπρεπε να συνδεθεί στο μυαλό των ανθρώπων η διαδικασία των επιστημονικών ανακαλύψεων (που έφερνε νέα πράγματα), με τις διαδικασίες στο πνευματικό και πολιτικό πεδίο, ώστε να γίνουν αποδεκτές οι αλλαγές σε αυτό το πεδίο: δηλαδή, να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ότι, όπως η επιστήμη φέρνει νέα πράγματα, έτσι και η φιλοσοφικό-κοινωνικό-πολιτική σκέψη φέρνει και αυτή νέα πράγματα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, η ιδέα της προόδου εδραιωνόταν στα μυαλά των ανθρώπων την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης(η εποχή του βάρβαρου καπιταλισμού),όπου οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι  ήταν πολύ χειρότερες από το παρελθόν, δηλαδή τον μεσαίωνα. (βλ. το επόμενο άρθρο του Θεόδοτου)

Πίσω λοιπόν από τις φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και πολιτικές σημασίες της λέξεως ''πρόοδος'', κρύβεται η αυτό-θεοποίηση του ανθρώπου: ο άνθρωπος αρχίζει (υποτίθεται) ως ένα  πρωτόγονο ον, που με τις ολοένα και περισσότερες  ικανότητες  που αποκτά, εξελίσσεται σε ένα ανώτερο ον και θα συνεχίσει να εξελίσσεται, έως ότου να γίνει ένα αυτάρκες, αθάνατο και υπέρ- νοήμων ον. Ένας υλικός θεός. Και ως θεός, μπορεί να αλλάξει όλους τους παραδεδομένους νόμους: να σκοτώνει τα έμβρυα, να  ενώνει  τα όμοια φύλα, να λατρεύει μόνον τον εαυτό του.


Ο προοδευτικός  άνθρωπος, είναι ο ''εξ αριστερών''  άνθρωπος, αυτός  που προ-οιωνίζει την έλευση της  εποχής του ψυχικού σκότους.
 πηγή

Περιηγηθείτε ζωντανά στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου όρους

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ


http://www.tovima.gr/files/1/2012/04/12/2-R42-F25-1340-1.jpg



   Δύο μεγάλα δώρα του Θεού στους ανθρώπους, από τα χρόνια της παραδείσιας ήδη ζωής τους, είναι η εργασία και ο γάμος. Ο λόγος εδώ για τον γάμο και την οικογένεια. Στο δεύτερο κεφάλαιο της Γένεσης, “Κύριος ο Θεός είπε: Δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος. Θα του φτιάξω έναν σύντροφο όμοιον μ’ αυτόν” (Γέν. 2,18). Και δημιούργησε τη γυναίκα. Και ευλόγησε ο Θεός τον γάμο λέγοντας: “Γι’ αυτό το λόγο θα εγκαταλείπει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα ενώνεται με τη γυναίκα του. Θα γίνονται ένα σώμα” (Γέν. 8,24). Αλλά και κατά τον ρωμαίο νομομαθή Μοδεστίνο (3ος μ.Χ. αι.), γάμος είναι η συνάφεια ανδρός και γυναικός, που “επισημοποιείται μπροστά σε Θεό και ανθρώπους, για να πετύχουν την ηθική τους τελείωση και τη μετάδοση της ζωής”. Είναι λοιπόν ο γάμος ένα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, διά των οποίων η χάρη του Θεού διαχέεται στη ζωή των ανθρώπων με σκοπό την κατά Θεόν μεταμόρφωσή τους, τον αγιασμό και τη θέωσή τους. Συνακόλουθα οι κυρίως σκοποί του γάμου είναι τρεις: Η ψυχοσωματική αρμονία του ζευγαριού, η τελείωσή τους και η απόκτηση απογόνων. Πετυχαίνεται έτσι με το γάμο η αρχική ενότητα που θέλησε ο Θεός για τους ανθρώπους, δεδομένου πως διαλύθηκε κάποτε με την αποστασία των πρωτοπλάστων και την σύγχυση που προκάλεσε η αμαρτία (βλ. π.χ. την ιστορία με τον ‘Πύργο της Βαβέλ’). Η σημαντικότερη στιγμή του μυστηρίου του γάμου είναι όταν ο ιερέας ενώνει τα χέρια των συζευγνυόμενων (άρμοση των χειρών), εικονίζοντας το Θεό που ως νυμφαγωγός οδήγησε κάποτε την Εύα προς τον Αδάμ στον πρωταρχικό Παράδεισο.
Ο απόστολος Παύλος θεωρεί «ΜΕΓΑ» ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ και επισημαίνει ότι το νόημά του είναι «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» (βλ. Εφ. 5,25-32). Αυτό σημαίνει ότι όπως ο Χριστός ενώθηκε με την Εκκλησία και πρόσφερε μάλιστα το αίμα Του υπέρ αυτής, για να την καταστήσει αγία και άμωμο, έτσι και ο άντρας οφείλει να αγαπά πλήρως τη γυναίκα του και να προσφέρει τα πάντα προς αυτήν. Το ίδιο και η γυναίκα, που οφείλει να σέβεται και να αγαπά τον άντρα της όπως το δικό της σώμα. Τα ως άνω εκτεθέντα συμβολίζονται  παραστατικά δια των στεφάνων του γάμου (που δηλώνουν ότι πρέπει οι σύζυγοι να σταθούν ως άρχοντες πάνω στα πάθη και τις αδυναμίες τους), τα δακτυλίδια (εμπιστοσύνη του ενός προς τον άλλον) και το κοινό ποτήρι που αντικατέστησε την Θεία Κοινωνία και που φανερώνει ότι οι σύζυγοι πρέπει να συμμετέχουν από κοινού στις χαρές και τις λύπες της ζωής. Ωραιότατη στιγμή του γάμου είναι και ο χορός γύρω από το τραπέζι (το «Ησαΐα χόρευε») και το ρύζι που τον συνοδεύει, δια του οποίου εκφράζεται η ευχή όχι μόνο για πολυτεκνία, αλλά και ευτεκνία και τεκνοτροφία, σωστή δηλαδή διαπαιδαγώγηση των παιδιών (βλ. και ‘Ορθόδοξη πίστη και λατρεία’, ΟΕΔΒ, Χρ. Γκότση, π. Γ. Μεταλληνού, Γ. Φίλια, Αθ. 2011). Παράλληλα η υμνολογία αναφέρεται και στους αγίους μάρτυρες, υποδεικνύοντας ότι η έγγαμη ζωή έχει σκοπό την κατά Χριστόν άθληση, την κατά χάριν ζωή και τους αγώνες προς είσοδο στη βασιλεία των ουρανών. Κατά τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, ο γάμος πρέπει να γίνεται με τη γνώμη του επισκόπου, για να είναι εν τω Θεώ και εν τη Εκκλησία, και όχι ‘κατ’ επιθυμίαν’ (ΒΕΠΕΣ 2,318 τ. 15-18). Είναι θαυμαστό το γεγονός ότι ο Ιησούς ξεκίνησε τη θαυματουργία Του από τον εν Κανά γάμο και συνεπώς ευλόγησε και την υγιή του επέκταση, την οικογένεια, που αποτελεί την βασική και πηγαία κοινωνικοποίηση και διαμόρφωση του ανθρώπου, σύμφωνα και με το “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε” (Γέν. 1,28), την εντολή του Θεού στους πρωτόπλαστους.
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ για το γάμο είναι απαραίτητη καθώς και τα προσόντα των μελλονύμφων, που μαζί με τον έρωτα (εναρμονισμός καρδιών, κατά τον Σίλλερ) πρέπει να συνεξετάζονται, για να είναι επιτυχής πρακτικά η συμβίωση. Αυτά είναι η υγεία, η ανάγκη εύρεσης εργασίας, η μικρή διαφορά ηλικίας αλλά και μόρφωσης που πρέπει να έχουν μεταξύ τους. Καλό είναι τα μεγάλα χάσματα να αποφεύγονται και τα ιδανικά να είναι τα ίδια. Ο φιλόσοφος Πιττακός, σε ερώτηση νέου ανθρώπου αν θα έπρεπε να παντρευτεί κόρη ανώτερη απ’ αυτόν σε πλούτη και μόρφωση, τον έστειλε να πλησιάσει παρέα παιδιών που πάλευαν μεταξύ τους. Μόλις είδαν να πλησιάζει ο νέος, τα παιδιά τού φώναξαν: ‘Πού πάς εσύ; Πήγαινε να παίξεις με τους ομοίους σου’. Τότε ο νεαρός κατάλαβε ότι η μέλλουσα γυναίκα του θα έπρεπε να έχει τα ανάλογα με αυτόν προσόντα. Η νοικοκυροσύνη είναι ένα επιπλέον προσόν που χρειάζεται και στους δύο, περισσότερο δε στη νύφη όσον αφορά τις οικιακές δεξιότητες. Μια μέλλουσα πεθερά εκθείαζε σε έναν νέο τις ικανότητες της κόρης της, γιατί ήθελε να τον κάνει γαμπρό της. Του ανέφερε λοιπόν: ‘Η κόρη μου γνωρίζει να ζωγραφίζει έξοχα, να συζητάει περί παντός επιστητού και να παίζει πιάνο’. Ο νέος απάντησε: ‘Σας πιστεύω βέβαια. Θα παντρευόμουν όμως ευχαρίστως την κόρη μας αν ήξερα να μαγειρεύω, να συγυρίζω και να ράβω κουμπιά’. Σπουδαιότερο απ’ όλα τα παραπάνω είναι φυσικά η εκκλησιαστική και ηθική ζωή των μελλονύμφων. Ακόμη, είναι ανάγκη να γνωρίζουν οι μελλόνυμφοι την ψυχολογία του άλλου φύλου, για να μπορούν να συνεννοούνται και να επιλύουν τα αναφυόμενα ζητήματα και προβλήματα. Ενδείκνυται η μη συγκατοίκηση των νεόνυμφων με τα πεθερικά, τα οποία, αν και τους οφείλουν τον απαιτούμενο σεβασμό, δεν είναι σωστό να επεμβαίνουν στις οικογενειακές υποθέσεις των νιόπαντρων (βλ. και Ν. Νευράκη, “Παιδαγωγικοί Προβληματισμοί”, Αθ. 1988 – “Ψιχία από της Τραπέζης”, συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθ. 1973).  
Λένε για την συγγραφέα Σοφία Γκαι ότι ήταν πολύ διαβασμένη και ετοιμόλογη. Σε μια συνάντησή της με τον Μ. Ναπολέοντα, εκείνος πάντα ευθέως όπως μιλούσε, τη ρώτησε: ‘Αλήθεια, τι καλό φτιάξατε στη ζωή σας;’ Και εκείνη ψύχραιμα απάντησε: ‘Τρεις γιους Μεγαλειότατε!’ Τότε ο Ναπολέων της έσφιξε το χέρι χαμογελώντας (‘Ψιχία ….’, όπου ανωτέρω). Το θέμα δεν είναι φυσικά εδώ το ανούσιο ερώτημα “γιος ή κόρη;”, αλλά πρόκειται για την ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, που αποτελεί στην υγιή της μορφή το θεμέλιο και την βάση προόδου των ανθρώπινων κοινωνιών. Η οικογένεια πολύ συνοπτικά:
(α) ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟ, καθόσον καλλιεργεί υγιείς χαρακτήρες και προσωπικότητες, που θα μπορέσουν να σταθούν ως αξίες στην κοινωνία, εξασκώντας δικαιοσύνη, αγάπη, προσφορά και αλληλεγγύη. Ταυτόχρονα ζεσταίνει και προστατεύει τα νέα μέλη της, παρέχει στοργή και συναισθηματική κάλυψη ώστε να μεγαλώσουν χωρίς ψυχοσωματικά προβλήματα. Η μητέρα και ο πατέρας είναι ανάγκη να διαθέτουν βαθειά στρώματα αγάπης και συγχωρητικότητας, που οδηγούν στην καταξίωση των προσώπων.  Η αγάπη του πατέρα και ο αντρικός του ρόλος είναι αναγκαία - όσο και της μητέρας αντίστοιχα ο γυναικείος- δεδομένου ότι οδηγούν στην αρμονική ανάπτυξη, τη διακριτική πειθαρχία, στην ασφάλεια και την αυθεντία της αγάπης (και όχι της εξουσίας). Σε κάθε περίπτωση, για να πετύχει ο άνθρωπος την υγιή ωριμότητα απαιτούνται προς πραγματοποίηση τρεις σωστοί έξοδοι στη ζωή του: 1. Η έξοδος κατά τη γέννησή του (είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος διαμορφώνει εν δυνάμει προσωπικότητα από την κατάσταση ήδη του εμβρύου), 2. Δια του απογαλακτισμού, και 3. Δια της συναισθηματικής και οικονομικής ανεξαρτησίας στο στάδιο του νέου και του ενηλίκου (Έριχ Φρομ). Η οικογένεια οφείλει δηλαδή να παρέχει τα μέσα και τη συμπεριφορά ώστε τα παιδιά να ωθούνται προς την πλήρη και σωστή ενηλικίωση, εξελικτικά και από τότε που γεννιούνται, χωρίς αυτή να συνοδεύεται όμως από τραυματικές εμπειρίες. Δίνοντας άλλωστε χριστιανικές αρχές στα παιδιά τα βοηθάμε να ζήσουν με αγάπη, ειρήνη, δικαιοσύνη και ουρανόθεν χαρά, σε έναν κόσμο που πολλές φορές απωθεί τις ουράνιες αυτές δωρεές.         
(β) ΕΙΝΑΙ ΠΕΙΡΑΜΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ και αυτό γιατί δεν πετυχαίνει πάντα. Όταν όμως πετύχει οδηγεί τα μέλη της στην αγάπη και την αλήθεια που ελευθερώνει. Απαιτείται γι’ αυτό χριστιανική άσκηση και υπευθυνότητα, άνευ των οποίων δεν μπορεί να κυριαρχήσει κανείς στα πάθη του, και αχρηστεύεται και κάθε συμβουλή των γονιών προς τα παιδιά τους, όταν αυτά δεν αναγνωρίζουν σωστά υποδείγματα. Απαραίτητα είναι: Η συνύπαρξη αγάπης και σεβασμού, η γνώση των προβλημάτων εφηβικής ηλικίας (τάση ανεξαρτησίας και αποδέσμευσης, εγωισμός με εκρηκτικές ενίοτε επιπλοκές κ.λπ.), η αγία υπομονή, η σχέση των γονέων με την Εκκλησία και η προσευχή τους, η δημιουργική εργασία και η από κοινού μετοχή σε ευχάριστες και δυσάρεστες καταστάσεις που παρουσιάζονται. Τα λάθη των παιδιών και εφήβων οφείλουμε να διορθώνουμε με πραότητα, εμπιστοσύνη, δημιουργικότητα και ευρεία αντίληψη. Να μην χαρακτηρίζει τους γονείς και παιδαγωγούς η έλλειψη πνευματικότητας και η σκληροκαρδία, διότι θα θρηνήσουμε πάνω σε ανθρώπινα ερείπια. Τα παιδιά να διαπαιδαγωγούνται ‘εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου’ κατά τον απόστολο Παύλο (Εφ. 6,1). Η οικογένεια δεν είναι εργαλείο για να πετύχω ατομικά στη ζωή μου, παραβλέποντας ή χρησιμοποιώντας τους άλλους σαν εφαλτήριο επιτυχίας και ανόδου, κοινωνικής και οικονομικής προόδου. Ούτε μέσο παραγωγής παιδιών είναι η οικογένεια, ούτε συμφεροντολογικός συνεταιρισμός, ούτε βέβαια τα παιδιά είναι εργαλείο για να αποκτήσει νόημα ο γάμος μου, στην περίπτωση που οδηγείται σε ναυάγιο. Οι ‘άλλοι’ στην οικογένεια είναι σεβαστές προσωπικότητες και όχι ιδιοκτησία κανενός. Το κάθε πρόσωπο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Περιττό και να αναφέρουμε ότι η θρησκευτική πίστη των μελών της οικογένειας είναι ανάγκη ελεύθερα και ανεμπόδιστα να εξασκείται και να μην υπάρχουν αρνητικοί καταναγκασμοί που οδηγούν σε νευρώσεις και ψυχολογικά προβλήματα. Στο βιβλίο “όχι ιερεύς μεταξύ μας” αναφέρεται περίπτωση χριστιανής νέας που έπαθε ψυχοπάθεια επειδή της απαγορεύθηκε μετά το γάμο της η θρησκευτική ζωή (περιοδικό ‘Ανάπλασις’, Φεβρ. 1987).
(γ) ΕΧΕΙ ΣΤΟΧΟ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΩΡΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ, στην παραδοχή της θλίψης και του πόνου ως στάδια ωρίμανσης και δοκιμασιών, στην επιείκεια και την πραότητα, στην πραγματική αγάπη και όχι μόνο την σεξουαλικότητα, στην συγχώρηση και ανοχή, στην μεταμόρφωση του ανταγωνισμού σε συνεργασία, στην αντιμετώπιση των άλλων ως ισάξιων υπάρξεων και όχι ως υπηρετών της ιδιοτέλειάς μας. Στην αντίθετη περίπτωση, και στα πρόθυρα διαζυγίου, “άδηλον είναι το τέμνον και το τεμνόμενον”, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει δηλαδή τι θα απογίνει το έτερον μέλος ή τα παιδιά, γι’ αυτό και οι χριστιανοί σύζυγοι οφείλουν να το αποφεύγουν πάση θυσία (βλ. και ‘Θέματα χριστιανικής Ηθικής’, ΟΕΔΒ, Μπέγζου και Παπαθανασίου, Αθ. 2006). Είναι αλήθεια πως πολλοί διαζευγμένοι έχουν οδηγηθεί στην απελπισία, τη βία ή την αυτοχειρία, αρκετά παιδιά οδηγούνται σε τραυματικές καταστάσεις, κάποιες φορές σχετίζονται με κακές παρέες ή κάνουν χρήση ναρκωτικών για να ξεχάσουν την οικογενειακή αποτυχία, την έλλειψη αγάπης, τα κακά πρότυπα. Ο πιστός γονέας έχει υπόψη του τέτοιους κινδύνους και εξαντλεί όλα τα μέσα, κάθε διάλογο, βοήθεια και συμβουλή από φίλους και ειδικούς, πριν φτάσει στον απευκταίο χωρισμό.
Χωρίς τα όσα αναφέραμε να σημαίνουν πως μπορούν να αποφευχθούν σοβαρές αιτίες διαζυγίου, όπως είναι λ.χ. η επαναλαμβανόμενη μοιχεία ή η συνεχόμενη εξάσκηση βίας ορισμένων αντρών προς τις συζύγους τους, είναι αλήθεια ότι η χριστιανική αντιμετώπιση του γάμου βασίζεται στην υπευθυνότητα, την βαθειά πίστη και την αγάπη προς τα μέλη της οικογένειας, ανεξάρτητα αν συμφωνούν πάντοτε μεταξύ τους σε όλα τα θέματα που προκύπτουν. Οι παρουσιαζόμενες δυσκολίες, η κούραση των εργαζόμενων συζύγων, το καθημερινό άγχος, η διαπαιδαγώγηση των παιδιών, ο αγώνας και η αγωνία για το παρόν και το μέλλον, η επίδραση διαφόρων κακών παραγόντων στην υγεία, η συνεχόμενη προσφορά του ζευγαριού υπέρ ενός πλήθους σχέσεων, βιολογικών, κοινωνικών, εργασιακών κ.α., θα πρέπει από τους ίδιους να αντιμετωπίζονται πάντα με την προοπτική της αιωνιότητας και σύμφωνα με τα λόγια του θείου Παύλου, που εξηγεί ότι «τα παθήματα του παρόντος καιρού δεν έχουν καμία αξία συγκρινόμενα προς την δόξα που μέλλει να αποκαλυφθεί σ’ εμάς», όπως και πάλι λέγει ότι “Τοις αγαπώσιν τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν” (Ρωμ. 8,18/8,28). Στην Κ.Δ. διασώθηκε το γεγονός του αναστημένου Χριστού, που μπήκε ανάμεσα σε δύο μαθητές που πορεύονταν προς Εμμαούς, και μετέβαλε τη λύπη τους σε χαρά. Αν ο Χριστός είναι πράγματι συνοδοιπόρος ανάμεσα στη σύγχρονη οικογένεια και βαδίζουν μαζί Του, τότε η καρδιά τους θα καίει για κάθε ωραίο, αληθινό, ελεύθερο και παντοτινό (βλ. και Ν. Νευράκη, όπου ανωτέρω). Αυτό είναι το μυστικό της επιτυχίας, ακόμη κι αν όλα δεν φαίνονται πάντα ρόδινα. Ο σπουδαίος ποιητής Βερίτης το εκφράζει αυτό με τους έξοχους χριστιανικούς του στίχους:
Όλα γελούν σ’ αυτό το σπίτι.
Ρωτάω ποιος είν’ το αφεντικό.
Μού’ παν για κάποιο Σαμαρείτη.
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
πηγή

Η Μετάνοια του Ταυρομάχου...



metanoia-tauromaxou
Αυτή η φωτογραφία σήμανε το τέλος της καριέρας του ταυρομάχου Αλβάρο Μουνέρα. Ο Μουνέρα, ξέσπασε σε κλάματα στη μέση της ταυρομαχίας, όταν συνειδητοποίησε, πως εξανάγκαζε ένα κατά τα άλλα ευγενικό ζώο, να πολεμήσει για τη ζωή του. Ο ίδιος, πλέον τάσσεται δημόσια ενάντια στις ταυρομαχίες. Ο Μουνέρα, αργότερα δήλωσε για τη στιγμή εκείνη:
«Και ξαφνικά, έστρεψα το βλέμμα μου προς τον ταύρο. Είχε στα μάτια του μια αθωότητα, που βλέπεις σε κάθε ζώο, και με κοίταξε με αυτή, σα να με ικέτευε να σταματήσουμε. Ήταν, μια κραυγή απόγνωσης για δικαιοσύνη που διαπέρασε όλο μου το είναι. Το περιγράφω σα μια ανθρώπινη προσευχή, καθώς όταν κάποιος εξομολογείται, ελπίζει ότι θα συγχωρεθεί. Ένιωσα, το χειρότερο πλάσμα πάνω στη Γη.»

Ο ψυχάκιας...

https://scontent.fath1-1.fna.fbcdn.net/hphotos-xpf1/v/t1.0-9/12645110_10201252999123797_8415122914297157050_n.jpg?oh=2c2445b44d19d42c09e11cb1c3caedb7&oe=577196FE

Κρεμάστρες με φαγητό στους τοίχους της Λάρισας

http://www.vreslarisa.gr/images/stories/news4/kremastres.jpg

Μια υπέροχη ιστορία.

http://omothimadon.gr/wp-content/uploads/2016/02/%CE%91%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%B9-%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CF%86%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%BF%CE%B9-3-768x1024.jpg
 
 
Το ακόλουθο κείμενο δημοσιεύτηκε την 21 Σεπτεμβρίου του 1957 στην εφημερίδα της Άρτας "Ελεύθερος Λόγος" από τον Αρτινό Ιατρό Κωνσταντίνο Κοντογιάννη (1912-1979), χειρούργο και γενικό διευθυντή του Νοσοκομείου του Μονάχου την περίοδο 1954-1961.
 
"Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Άρτα, δίπλα σ' ανθρώπους φτωχούς αλλά έντιμους, που στερήθηκαν πολλά για να μου δώσουν μια καλύτερη ζωή.
Μεγαλώνοντας με ψωμί κι αλάτι, κόπιασαν για να έχει το μοναχοπαίδι τους μόρφωση και αξία στην κοινωνία. Ο πατέρας μου δούλευε για το μεροκάματο απ' τα χαράματα ως το σούρουπο στον κάμπο της Άρτας, και τον θυμάμαι να γυρίζει στα σκοτάδια, τσακισμένος από την κούραση αλλά πάντα με το χαμόγελο, σαν να ήξερε ότι ο μόχθος ο δικός του ήταν η δικιά μου η λευτεριά.
Πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, εγώ αυτός και η μάνα μου. Όταν αυτή πέθανε, ο πατέρας μου συνέχισε να με πηγαίνει και να ακούμε την λειτουργία του παπα-Γιάννη, γιατί όπως μου έλεγε πάντα "ο Θεός έχει κοντά του τη μάνα σου, γιατί εμείς προσευχόμαστε κι ανάβουμε ένα κεράκι για την ψυχή της". Πάντα γελαστός, ακόμα και στα δύσκολα, μου έδινε κουράγιο για να προχωρήσω και να μορφωθώ. Με θυμάμαι πιο μεγάλο να ξενυχτάω στο φως το καντηλιού, ανάμεσα στα βιβλία, και το πρωί να πηγαίνω με τον πατέρα μου για δουλειά στα χωράφια.

Όταν πήγα στην Ιατρική Σχολή, ήξερα ότι τα χρώσταγα όλα στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου δε πρόλαβε να με δει γιατρό, πέθανε ένα χρόνο πριν τελειώσω τις σπουδές μου, αλλά ορκίστηκα να προσεύχομαι στο Θεό κάθε βράδυ, και γι αυτόν και για τη μάνα μου. Ο καιρός πέρασε και δεν ξαναγύρισα στην Άρτα, αλλά έμεινα στην Αθήνα που οι ευκαιρίες για τη δουλειά μου ήταν πιο πολλές. Έκανα περιουσία και παντρεύτηκα την Ευδοξία, κόρη ενός πλούσιου εμπόρου. Όμως ο Θεός δεν την είχε ευλογήσει με όλα τα δώρα του και παρ' όλες τις προσπάθειες και τις προσευχές μας, δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε ένα γιο, που ήταν και η ευχή του πατέρα μου.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τον Μουσολίνι, με στρατολόγησαν για να προσφέρω τις γνώσεις μου στους πολεμιστές μας που αντιστεκόταν στον Ιταλό δικτάτορα και με έστειλαν για μια περίοδο σε μία μονάδα κοντά στο Δυρράχιο. Ένιωθα περήφανος στην αρχή, αλλά εκείνα τα πράγματα που αντίκρισαν τα μάτια μου με είχαν κάνει να χάσω τον ύπνο μου. Κάποιοι μου έλεγαν πως τα βράδια έκλαιγα αλλά δε θυμόμουν ποτέ τίποτα το πρωί.
Εκείνη την εποχή άρχισα να αμφιβάλλω για κείνες τις Κυριακές στην εκκλησία με τη μάνα και τον πατέρα μου. Όσο περνούσε ο καιρός, σταμάτησα να προσεύχομαι. Που ήταν ο Θεός να ακούσει τις κραυγές των ετοιμοθάνατων; Αν δεν άκουγε αυτούς, πως θα μπορούσε να ακούσει την προσευχή μου; Σταμάτησα να προσεύχομαι και για τη μάνα μου και τον πατέρα μου, παρ' όλο που είχα ορκιστεί να μη το αμελήσω ποτέ. Άρχισα να ξεχνάω, και το μόνο που είχε μείνει από αυτούς ήταν το ρολόι που μου είχε δώσει ο πατέρας μου. Όταν κάποια στιγμή μου έσπασε κι αυτό, ήταν να σαν να είχα γίνει ένας άλλος άνθρωπος, γνωστικός και χωρίς τις πλάνες του Θεού.
Η γυναίκα μου πέθανε τον χειμώνα του 41 στην Αθήνα, μαζί με τόσους άλλους. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, δεν υπήρχε τίποτα που να κρατάει στην Ελλάδα, και έφυγα μετανάστης στη Γερμανία. Έκλαιγα όταν έφευγα. Πολεμούσα τόσα χρόνια τον Γερμανό και τώρα πήγαινα να δουλέψω γι αυτούς. Σκληροί άνθρωποι οι Γερμανοί, αγέλαστοι. Δεν ήθελαν ποτέ να κάνουν φίλους, ήθελαν μόνο τα χέρια μας. Όμως δούλεψα σκληρά και κέρδισα τον σεβασμό τους, και πρόκοψα. Έγινα γνωστός χειρούργος, και μετά διευθυντής σε μεγάλο νοσοκομείο στο Μόναχο. Δε ξαναπαντρεύτηκα ποτέ όμως. Μου έλειπε πάντα ο τόπος μου, οι άνθρωποι, πάντα πρόσχαροι και με φιλότιμο, έτοιμοι να σε βοηθήσουν. Ο Γερμανός δεν ήξερε από τέτοια.
Κάποια στιγμή επέστρεψα στον τόπο μου για λίγες μέρες. Ήταν καλοκαίρι και τα πανυγήρια έδιναν και έπαιρναν σε όλα τα χωριά. Ένιωσα σαν να μην είχα φύγει ποτέ. Μόνο το πατρικό μου ήταν σε κακά χάλια, διαλυμένο και ερημωμένο. Είχα κάνει περιουσία στην Γερμανία, τα λεφτά δε μου έλειπαν και ξόδεψα αρκετά για να το φτιάξω όπως το θυμόμουνα.
Μια μέρα περπατούσα μέσα στην πόλη και βρέθηκα μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Σαν να θυμήθηκα τις δύσκολες εποχές της νιότης μου, θέλησα να μπω μέσα, παρ' όλο που δεν είχα την ανάγκη να προσευχηθώ. Ήμουν άπιστος πια. Προχώρησα και είδα κάποιον παπά να κάθεται όρθιος μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Μόλις με είδε μου χαμογέλασε και ήρθε προς το μέρος μου. Εγώ ένιωσα άβολα και θέλησα να φύγω αλλά ντράπηκα και δε το έκανα. Άρχισε να μου μιλάει.
- Ήρθες να προσευχηθείς; μου είπε.
Δεν ήξερα τι να του πω αλλά σαν να με ώθησε ο διάβολος, του απάντησα "Δε πιστεύω σ' αυτά παπά".
Με κοίταξε και χαμογέλασε. "Όλοι μας είμαστε παιδιά του Θεού" μου είπε "και όλοι μας έχουμε τον Χριστό που μας καθοδηγεί".
- "Όχι εγώ", του απάντησα. "Εγώ ξέρω πως δεν υπάρχει Θεός". Βλασφημούσα μέσα στον Ιερό Χώρο σαν να με καθοδηγούσε μια διαβολική φωνή. Νόμισα πως ο παπάς θα με έδιωχνε αλλά αντί γι αυτό συνέχισε να χαμογελάει και να μου μιλάει.
- "Όμως βαφτίστηκες Χριστιανός. Γιατί Τον ξέχασες; Γιατί Τον απέρριψες";
- "Ήμουν στον πόλεμο παπά", του είπα. "Νέα παιδιά πέθαιναν από τις σφαίρες και το κρύο. Προσεύχονταν στο Θεό κάθε μέρα, και γω μαζί τους, και ο Θεός δεν βοήθησε ποτέ, δεν απάντησε καν. Είμαι άνθρωπος σπουδαγμένος, και ξέρω πως αν κάτι δε το βλέπεις, σίγουρα δεν υπάρχει".
Ο παπάς μου αποκρίθηκε. "Αυτή τη στιγμή πως ζεις; Ακούς την καρδιά σου να χτυπάει";
Δεν ήξερα τι να του πω και συνέχισε. "Μερικές φορές τα πράγματα τα καθημερινά είναι τόσο σημαντικά, αλλά εμείς δε τους δίνουμε καμία σημασία. Η καρδιά σου χτυπάει, και αυτό είναι χάρη στον αέρα που αναπνέεις. Όπως είπες είσαι σπουδαγμένος άνθρωπος, και το ξέρεις".
Έμεινα άφωνος απ' την απόκρισή του. Δε σταμάτησε εκεί: "Ο αέρας που αναπνέεις είναι η ζωή, όμως ποτέ δε τον βλέπεις, κι όμως ξέρεις πως είναι εκεί, για σένα και για όλους μας. Έτσι είναι κι ο Θεός μας, ζωοδόχος και άπειρος. Μας δίνει κουράγιο, μας περιτριγυρίζει σε κάθε μας στιγμή. Κι όπως τα βράδια, καθώς ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου μετά από μια κουραστική μέρα, μπορείς να ακούσεις τον χτύπο της καρδιάς σου πιο καθαρά, έτσι είναι κι η προσευχή. Μπορείς να δεις και να ακούσεις, αρκεί να ξέρεις πως να ζητήσεις".
Σάστισα. Ξαφνικά ένιωσα πως όλα αυτά τα χρόνια μου μακριά από το Θεό με είχαν οδηγήσει μακριά από το μονοπάτι της αλήθειας Του. Ήθελα να δακρύσω αλλά συγκρατήθηκα γιατί εκείνη η αόρατη δύναμη με παρακινούσε να αντισταθώ.
- "Παπά, δε ξέρω αν είναι αυτά τα πράγματα όπως τα λες. Πάντα προσευχόμουν στο Θεό μας, κι μόνο δυσκολίες και κακά γνώρισα σ' αυτή τη ζωή. Έφυγα στα ξένα, έζησα ανάμεσα σε κακούς και μοχθηρούς ανθρώπους, και ποτέ δεν ένιωσα την αγάπη Του".
- "Έτσι και ο Γιός Του", μου είπε. "Ήρθε στον κόσμο μας, έζησε ανάμεσα σε αμαρτωλούς και εξιλέωσε τον άνθρωπο με το Πάθος Του". Ανατρίχιασα στο άκουσμα των λόγων του και δεν είχα λέξεις να του πω. Όμως αυτός είχε πολλές ακόμη. "Ο Ρωμιός είναι καταδικασμένος να υποφέρει, γιατί τον φθονούν εκείνοι που ξέρουν πως δε μπορούν ποτέ να τον φτάσουν. Μας ξενίτεψαν για να μας καταστρέψουν και δε τα κατάφεραν. Θα το ξανακάνουν πάλι σε πολλά χρόνια από τώρα. Θα προσπαθήσουν να μας διαβάλλουν, να μας μολύνουν. Θα προσπαθήσουν να μας χωρίσουν, να βάλουν τον αδερφό εναντίον αδερφού ξανά. Αυτό θα προσπαθούν να το κάνουν για πολλά χρόνια ακόμα, και κάποια στιγμή σχεδόν θα το καταφέρουν".
Ξαφνιάστηκα με τα λόγια του. Μιλούσε σαν τους τρελούς του χωριού που βλέπουν το τέλος του κόσμου και τα πράγματα του μέλλοντος. Τα λόγια του άρχισαν να χάνουν την αξία τους.
-"Παπά, και συ που τα ξέρεις αυτά; Μη μου πεις πως στα είπε ο Θεός, γιατί ξέρω κι άλλους τέτοιους".
Μου χαμογέλασε και δεν απάντησε. "Η έλλειψη πίστης, στο Έθνος και στο Θεό είναι αυτό που θα μας οδηγήσει εκεί. Η έλλειψη της δικής σου πίστης και όλων αυτών που θα ακολουθήσουν. Όμως είμαστε Έλληνες και αν και χάνουμε συχνά το δρόμο μας, πάντα επιστρέφουμε σ' αυτόν. Εσύ θα επιστρέψεις σ' αυτόν. Οι μελλοντικές γενεές θα επιστρέψουν σ' αυτόν. Θα έρθει η παρακμή, η απαξίωση.
Όμως θα βρεθούν εκείνοι οι Έλληνες, που θα βάλουν τα πράγματα στη σειρά. Έλληνες που δεν ξέχασαν ποτέ την Πατρίδα τους, την Σημαία τους, τη Σημαία του Ιησού Χριστού, αυτή που κυματίζει περήφανα στα χώματα τα ματωμένα από το αίμα αυτών που την προστάτεψαν. Αυτοί οι άνθρωποι θα χλευαστούν, θα κυνηγηθούν, θα φυλακιστούν. Όμως στο τέλος θα θριαμβεύσουν, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι η Ελλάδα μας, και ότι είναι Ελληνικό είναι καταδικασμένο να είναι αιώνιο".
Είχα συγκλονιστεί τόσο πολύ που δε μπόρεσα να κρατηθώ και βγήκα τρέχοντας από την εκκλησία. Ένιωσα τον καθαρό αέρα να χτυπάει στο πρόσωπό μου και άρχισα να ανακτώ τα λογικά μου. Έκανα να φύγω, αλλά τότε ένιωσα άσχημα για τον παπά. Τρελός ή όχι, ήταν ένας γέροντας και θα έπρεπε να τον χαιρετίσω τουλάχιστον πριν φύγω. Ξαναμπήκα στην εκκλησία, δεν ήταν κανένας εκεί, όμως ήμουν σίγουρος πως ο παπάς δεν είχε βγει.
Πλησίασα προς την Αγία Τράπεζα και είδα πάνω της κάτι να γυαλίζει. Πλησίασα και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου. Ήταν το ρολόι του πατέρα μου, μόνο που δεν ήταν σπασμένο αλλά δούλευε όπως τότε που μου το είχε πρωτοδώσει. Κάθισα στο σκαλοπάτι του Ιερού και έκλαιγα για ώρες, προσευχόμενος στον Θεό να με συγχωρήσει για τις αμαρτίες μου.
Έφυγα ξανά για τη Γερμανία, αλλά πάντα με έτρωγε μέσα μου το σαράκι να πω την ιστορία. Λίγοι θα με πιστέψουν, και κινδυνεύω να γίνω το θέμα χλεύης όλων εκείνων που σαν εμένα κάποτε, απομακρύνθηκαν από το δρόμο Του. Όμως πιστεύω τα λόγια του παπά, όποιος κι αν ήταν αυτός. Πως θα έρθει η ώρα και η στιγμή που ο δρόμος του Θεού θα είναι πια φανερός σε όλους, όπως φανερώθηκε σε μένα εκείνη τη μέρα, τη σπουδαιότερη μέρα της ζωής μου.