Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Αγιορείτες Μοναχοί και διατροφικοί κανόνες



Η διατροφή που ακολουθούν οι μοναχοί του Αγίου Όρους είναι απλή, νόστιμη και πέρα ως πέρα υγιεινή. Βασισμένη σε αγνά υλικά, που διαθέτει σε αφθονία η ελληνική γη, γίνεται ασπίδα για τον καρκίνο και δεκάδες άλλες ασθένειες.
Οι Αγιορείτες μοναχοί τρώνε τροφές χωρίς συντηρητικά, λίπη και καρυκεύματα. Κάνουν μικρά γεύματα σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, γυμνάζονται φυσικά με τις αγροτικές και τις άλλες καθημερινές ασχολίες τους και, το κυριότερο, είναι εγκρατείς.
Οι διατροφικοί κανόνες τους είναι αυστηροί:
Απέχουν από το κρέας. Ακόμα και την ημέρα του Πάσχα προτιμούν το φρέσκο ψάρι, το οποίο καταναλώνουν όλο τον χρόνο με πρόγραμμα.
Βάζουν ελαιόλαδο στα φαγητά μόνο Τρίτη – Πέμπτη – Σάββατο – Κυριακή. Δε χρησιμοποιούν κανένα άλλο λίπος για να μαγειρέψουν. Τα βούτυρα, τα μαγειρικά λίπη, οι μαργαρίνες, η κρέμα γάλακτος, η μπεσαμέλ και άλλα συναφή προϊόντα δεν έχουν θέση στην κουζίνα τους.

Νηστεύουν από ψάρια και λάδι 40 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, 50 ημέρες πριν από το Πάσχα και από 15 ημέρες πριν από τις γιορτές των Αγίων Αποστόλων και της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο.
Κάνουν μεγάλη κατανάλωση ελιών, λαχανικών, ψωμιού και ζυμαρικών τις 240 ημέρες του χρόνου.
Για τόνωση του οργανισμού πίνουν γάλα και τρώνε τυριά, αυγά και μη νηστίσιμες πίτες τις ημέρες που δεν απέχουν από το λάδι ή μετά από τις μεγάλες νηστείες.
Σπάνια καταναλώνουν καλαμάρια, χταπόδια, σουπιές, αστακούς κ.ά την περίοδο των νηστειών (όλα τα μαλάκια θεωρούνται νηστίσιμα, γιατί δεν έχουν αίμα).
Τρώνε όλο τον χρόνο, χωρίς περιορισμό, χόρτα σε σαλάτα, μανιτάρια και φρούτα του δάσους (αγριοφράουλες, κούμαρα, βατόμουρα, κράνα, κάστανα κ.ά).

Κάνουν περιορισμένη κατανάλωση κρασιού, τσίπουρου, καφέ, τσαγιού, λουκουμιών, χαλβά.
Είναι τα φαγητά τους νόστιμα;
Όπως αποκαλύπτει ο μοναχός Επιφάνιος του Μυλοποταμινού – μάγειρας στο Άγιο Όρος για πάνω από 35 χρόνια: «Οι Αγιορείτες μοναχοί απολαμβάνουν και με το παραπάνω τα φαγητά τους, το ζυμωμένο από τα χέρια τους ψωμί, το δικό τους κρασί. Τα υλικά που χρησιμοποιούμε είναι αγνά και η μαγειρική μας δεν είναι περίπλοκη, αλλά όσο απλούστερη γίνεται. Η ομορφιά στις γεύσεις άλλωστε δεν προκύπτει από την ποικιλία, τα πολλά καρυκεύματα και τους περίτεχνους τρόπους μαγειρέματος. Όταν τα υλικά είναι αγνά, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να αναδειχτούν. Για να φτιάξουμε πατάτες γιαχνί, για παράδειγμα, αν οι πατάτες είναι νόστιμες, το φαγητό θα γίνει καλό. Χρειαζόμαστε ένα κρεμμύδι, λάδι και λίγη ντομάτα. Το πολύ – πολύ να βάλει κανείς λίγο μαυροπίπερο ή λίγη ρίγανη».
Όλα τα μυστικά της αγιορείτικης διατροφής τα περιέλαβε στο βιβλίο του «Μαγειρική του Αγίου Όρους» (εκδόσεις «Σύγχρονοι Ορίζοντες»).
Όπως σημειώνει:
«Δεν πήγα σε σχολές μαγειρικής, ούτε κατέχω κανένα πτυχίο. Έμαθα όμως κοντά στους παλιούς γεροντάδες πώς να τσιγαρίζω το κρεμμύδι σε σιγανή φωτιά, γιατί έλεγαν εκείνοι πως όσο πιο γλυκά ροδίσει το κρεμμύδι, τόσο πιο νόστιμο θα γίνει το φαγητό. Έμαθα επίσης ότι όλα τα φαγητά στο τέλος του μαγειρέματος θέλουν υπομονή και καρτερία, όταν περιμένουμε πάνω στην καρβουνιά να φύγουν τα περίσσια ζουμιά τους».

Προσθέτει τέλος πως αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη νοστιμιά σε ένα φαγητό είναι η αγάπη που νιώθουμε γι’ αυτούς στους οποίους θα το προσφέρουμε!
πηγή

Ησυχασμός και Θεολογία: Συμβολή στο Διάλογο για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο


 
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.




Ο ησυχασμός δεν αποτελεί απλό θεολογικό ρεύμα η εκκλησιαστικό σύστημα, αλλά φαινόμενο που υπερβαίνει τα ποικίλα ρεύματα και συστήματα. Πολύ περισσότερο ο ησυχασμός δεν περιορίζεται σε κάποια ιδιαίτερη περίοδο της ιστορίας του μοναχισμού, όπως αυτή του δέκατου τέταρτου αιώνα, όταν ο λόγιος μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός καταφέρθηκε εναντίον των αγιορειτών μοναχών και προκάλεσε την γνωστή ησυχαστική έριδα. Ησυχασμός είναι η καλλιέργεια της ησυχίας, που χαρακτηρίζει διαχρονικά τον ορθόδοξο μοναχισμό. Τι είναι όμως αυτή η ησυχία, και ποιό το περιεχόμενό της;
Η ησυχία υπό την συνήθη έννοιά της ταυτίζεται γενικά με την ακινησία σε αντίθεση προς την κίνηση, η θεωρείται ταυτόσημη με την ανάπαυση σε αντιδιαστολή προς την εργασία η την ασχολία. Εκλαμβάνεται δηλαδή η ησυχία ως εξωτερική και πρωτίστως σωματική κατάσταση, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πνευματικό περιεχόμενο η κάποια άμεση σχέση με την εσωτερική ζωή του ανθρώπου. Συμπίπτει με αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν αργία.
Στην ορθόδοξη όμως παράδοση η ησυχία έχει πολύ διαφορετικό νόημα. Δεν ταυτίζεται με την ακινησία ούτε με την ανάπαυση. Αλλά και δεν αντιμετωπίζεται ως κάποια συμβατική ενασχόληση η αρετή. Ησυχία είναι η «υψηλότερη ασχολία»[1] και η «τελειότερη αρετή»[2]. Είναι η οδός της θεογνωσίας, που κορυφώνεται στην «θεωρία». Οι άλλες αρετές, οι «δια των έργων εκπληρώσεις» των εντολών, αποτελούν το πρώτο στάδιο αλλά και την απαραίτητη προϋπόθεση για την συνέχιση της πορείας προς την «θεωρία».
Σε μία περιεκτικότατη για το θέμα μας αναφορά ο μεγάλος ησυχαστής όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος παρατηρεί: «Πάντες οι απόστολοι και οι εξ αυτών θεοφόροι πατέρες ουδαμού της δια των έργων ευαρεστήσεως την ησυχίαν προέκριναν, αλλά δια της των εντολών εκπληρώσεως την πίστιν επιδειξάμενοι της του Θεού αγάπης εν γνώσει κατηξιώθησαν και, ως νομίμως αγωνισάμενοι και έπαθλον της νίκης την εν αγάπη γνώσιν Θεού λαβόντες και είναι συν αυτώ επιποθούντες, έξω του σταδίου και των εν πολέμοις ταραχών εγένοντο· και έτι νομίμως αγωνιζόμενοι έξω τούτων γίνονται, αμερίμνως και ανεπιμίκτως των κάτω και λυπηρών και τας επικαρπίας των πόνων επαπολάβοντες»[3].
Ποτέ η ησυχία στην ζωή της Εκκλησίας δεν θεωρήθηκε προτιμότερη από την τήρηση των εντολών. Η παραθεώρηση των εντολών βρίσκεται στον αντίποδα της ησυχίας. Ο ησυχαστής από αγάπη προς τον Θεό τηρεί πιστά τις εντολές του και έτσι καταξιώνεται να γνωρίσει τον Θεό. Και από τον πόθο που τον κυριεύει να παραμείνει μαζί του ξεπερνάει το στάδιο των ταραχών και της ανησυχίας και εγκολπώνεται το «θείον πυρ» της ησυχίας, οπότε «δύναται και της ησυχίας του Ιησού ακούειν»[4]. Γι’ αυτό πρότυπο της ησυχίας και της ησυχαστικής ζωής στον ορθόδοξο ησυχασμό είναι η Παναγία, που φέρει στην αγκάλη της «το θείον Πυρ»[5].
Με την τήρηση των εντολών μαρτυρείται η αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό και προσεγγίζεται η θεογνωσία. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν»[6]. Η κατάσταση όμως της νοεράς ησυχίας υπερβάλλει την τήρηση των εντολών. Ενώ η τήρηση των εντολών, που χαρακτηρίζεται στην ασκητική παράδοση γενικότερα ως «πράξις», οδηγεί στην «θεωρία», η νοερά ησυχία αποτελεί τον χώρο πραγματώσεως της θείας «θεωρίας».
Βέβαια, πριν φθάσει ο άνθρωπος στο επίπεδο της νοεράς ησυχίας, χρειάζεται να προσπαθήσει να συγκεντρώσει τον νου του, να τον ελευθερώσει από περισπασμούς και να τον απομακρύνει από τα εγκόσμια. Έτσι η αποφυγή των εγκοσμίων προβάλλει ως οδός ασκητικής καθάρσεως και πορεία ανυψώσεως προς την νοερά ησυχία. Γι’αυτό και ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο καθηγητής του ησυχασμού, θέτει ως πρώτη βαθμίδα του ησυχαστικού εγχειριδίου του, της Κλίμακας, την αποταγή. Κανείς, γράφει, δεν θα εισέλθει στεφανωμένος στον ουράνιο νυμφώνα, αν δεν πραγματοποιήσει την τριπλή αποταγή· την αποταγή των πραγμάτων και των ανθρώπων, την εκκοπή του θελήματος και την αποταγή της κενοδοξίας[7].
Η βίωση της ησυχίας χρειάζεται βέβαια και ανάλογη εξωτερική ηρεμία. Δεν κατορθώνεται μέσα στον θόρυβο και την ταραχή της κοσμικής ζωής. Πολύ περισσότερο δεν κατορθώνεται μέσα στον θόρυβο και την ταραχή της σύγχρονης ζωής, έστω και αν εμφανίζονται πάντοτε φωτεινές εξαιρέσεις που κατορθώνουν τα ακατόρθωτα. Η ησυχία είναι κατάσταση της ψυχής και ακριβέστερα του νου. Όταν παύσει ο νους του ανθρώπου να σκορπίζεται στα έξω πράγματα και να διαχέεται με τα αισθητήρια στον κόσμο, επανέρχεται στον εαυτό του και δια του εαυτού του «προς την περί Θεού έννοιαν αναβαίνει»[8]. Η ησυχία βιώνεται πρωτίστως στην έρημο. Και όλοι οι μεγάλοι ησυχαστές πέρασαν από την έρημο.
Σε σχέση με την προσέγγιση και γνώση του Θεού αναφέρεται συνήθως ο ψαλμικός στίχος «σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός»[9]. Συχνά όμως ο στίχος αυτός εκλαμβάνεται ως αναφερόμενος στην εξωτερική ησυχία. Ως σχολή δηλαδή θεωρείται απλώς η αποχή από την εργασία η η εξωτερική ησυχία. Μία τέτοια όμως σχολή, μία τέτοια ησυχία, δεν έχει κάποιο θετικό περιεχόμενο ούτε βέβαια μπορεί να προσφέρει θεογνωσία. «Ου γαρ από της έξωθεν ησυχίας η του Θεού γνώσις δίδοται… αλλ’ εκ της του Θεού γνώσεως μάλλον η ησυχία τω νομίμως και καλώς αγωνιζομένω εγγίνεται»[10]. Όποιος παραιτείται από την πράξη, δηλαδή από την τήρηση των εντολών, χωρίς να επιδίδεται στην πνευματική εργασία, παραμένει αργός και στα δύο επίπεδα, οπότε ασφαλώς αμαρτάνει[11].
Η θεογνωσία δεν έρχεται ως καρπός εξωτερικής ησυχίας, όσο χρήσιμη και αν είναι αυτή για την απόκτησή της. Ούτε ο ησυχασμός περιορίζεται στην εξωτερική ησυχία. Η ησυχία του ορθόδοξου ησυχασμού δεν είναι θεωρητική αλλά καθ’ υπερβολήν εμπειρική κατάσταση. Προϋποθέτει την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των αρετών. Όταν ο ασκητής ωριμάσει στο πρακτικό αυτό στάδιο, στην «πράξη», όταν δηλαδή έχει ήδη αγωνιστεί στο στάδιο των αρετών «νομίμως και καλώς», αξιώνεται να στραφεί προς την «θεωρία». Και η απόλαυση της θείας αυτής θεωρίας είναι η πραγματική ησυχία, η νοερά ησυχία.
Παρουσιάζοντας τις δύο αυτές μορφές της ασκητικής ζωής ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Πράξιν προτιμήσειας η θεωρίαν; Όψις τελείων έργον, η δε πλειόνων. Άμφω μεν εισι δεξιαί τε και φίλαι· συ δε προς ην πέφυκας εκτείνου πλέον»[12]. Οι δύο αυτές μορφές της ασκητικής ζωής χαρακτηρίζονται ως καλές και αγαπητές. Ο καθένας όμως καλείται να προτιμήσει αυτήν που του ταιριάζει. Η πράξη είναι για τους πολλούς, ενώ η θεωρία για τους τελείους. Ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος προτίμησε την θεωρία. Και οδηγήθηκε στην προτίμηση αυτήν όχι τόσο από την ξεχωριστή ψυχοσύνθεσή του, όσο από τον διάχυτο ένθεο έρωτα «του καλού και της ησυχίας» που ένιωθε μέσα του[13].
Ο αδελφικός φίλος του αγίου Γρηγορίου Βασίλειος ο Μέγας φαίνεται να προτίμησε την πράξη. Αυτήν τοποθέτησε ως βάση της μοναχικής ζωής που θεμελίωσε. Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι απέκλειε τελείως τον ερημιτισμό ως ασυμβίβαστο με την κοινωνική φύση του ανθρώπου, και ότι πιθανώς προς τα τέλη της ζωής του ανέχθηκε τους ερημίτες ασκητές ως εξαίρεση. Η άποψη αυτή είναι αρκετά απλουστευτική. Τα φαινόμενα συχνά απατούν. Ο Μέγας Βασίλειος έζησε έντονα την ησυχία και επισήμανε την σπουδαιότητά της για την πνευματική ζωή. Αυτή υπήρξε και η σταθερή βάση, στην οποία στήριξε το απαράμιλλο ποιμαντικό και κοινωνικό έργο του. Πως αλλιώς θα μπορούσαν να ερμηνευθούν οι απαντήσεις του προς τον έπαρχο Μόδεστο η η παντελής πτωχεία του με την διανομή στους πτωχούς όλης της περιουσίας που κληρονόμησε από τους γονείς του;
Με διασπασμένο τον νου, επισημαίνει ο Μέγας Βασίλειος, «ούτε την προς Θεόν αγάπην, ούτε την προς τους πλησίον δυνάμεθα κατορθώσαι»[14]. Είναι χαρακτηριστική η επιμονή, με την οποία προβάλλει την σχετική προτροπή του Δευτερονομίου «πρόσεχε σεαυτώ»[15]. Σε ειδική ομιλία του με θέμα το βιβλικό αυτό ρητό υπογραμμίζει: «Πρόσεχε ουν σεαυτώ, τουτέστι· μήτε τοις σοις, μήτε τοις περί σε, αλλά σεαυτώ μόνω πρόσεχε»[16].
Η ησυχία δεν αποτελεί μόνο επακολούθημα της «πράξεως», αλλά και προϋπόθεση για την ορθή άσκησή της. Η σωστή πράξη είναι καρπός ησυχίας. Η ακριβής τήρηση της διπλής εντολής της αγάπης προϋποθέτει την ενοποίηση του διασπασμένου ανθρώπου, την περισυλλογή του νου, την νοερά ησυχία. Ο Μ. Βασίλειος δεν προτίμησε την σύσταση ερημιτικών ησυχαστηρίων, που θα μπορούσαν εύκολα να δημιουργηθούν με τις ημιερημιτικές κοινότητες που συγκροτούσαν πιστοί στην εποχή του. Και δεν το έκανε αυτό, επειδή ο ίδιος είχε ήδη ασκηθεί και ωριμάσει στην ησυχία φθάνοντας στην θεοπτία, όπως αποκαλύπτεται από επιστολή του: «Ο μέντοι τη θεότητι του Πνεύματος ανακραθείς νους, ούτος ήδη των μεγάλων εστί θεωρημάτων εποπτικός και καθορά τα θεία κάλλη, τοσούτον μέντοι όσον η χάρις ενδίδωσι και η κατασκευή αυτού υποδέχεται»[17].
Θέλοντας ο Μ. Βασίλειος να απομακρύνει τον μεγάλο κίνδυνο της διασπάσεως και της αυταρέσκειας, που συνεπάγεται για τους πολλούς η ανέντακτη μονήρης ζωή, πρόταξε το κοινόβιο[18]. Αλλά και για να στηρίξει σε ασφαλή βάση το κοινόβιο και να διατηρήσει ανοικτή την ησυχαστική χαρισματική του προοπτική, έθεσε ως προϋπόθεση την αποταγή, την οποία πρόβαλε και όρισε ως «καρδίας ανθρωπίνης προς την εν ουρανώ πολιτείαν μετάθεσιν»[19]. Την προοπτική αυτή του μοναχικού θεσμού, αλλά και γενικότερα της χριστιανικής ζωής ανέπτυξε στην συνέχεια ο κατά σάρκα και κατά πνεύμα αδελφός του Γρηγόριος Νύσσης στα υπέροχα πνευματικά και ησυχαστικά συγγράμματά του.
Ο ορθόδοξος μοναχισμός ήταν εξ αρχής ησυχαστικός. Και ο αρχέγονος μοναχός, ζώντας μακριά από τον κόσμο και ασκώντας την αδιάλειπτη προσευχή, ήταν ουσιαστικά ησυχαστής[20]. Ήταν απαραίτητο να κταφεύγει στην ησυχία, «ώστε αθολώτως προσομιλείν τω Θεώ»[21]. Αυτό όμως αποτελούσε και αποτελεί αυτονόητη ανάγκη και για κάθε πραγματικό πιστό. Έτσι έχουμε την ησυχία και ως ένα βασικό γνώρισμα του φρονήματος της Εκκλησίας. Είναι η «καλή μερίδα» της Μαρίας, την οποία προέκρινε ο ίδιος ο Χριστός, και η οποία προβάλλεται και επαινείται σε ολόκληρη την ορθόδοξη παράδοση. Έτσι κατανοείται και η οικειότητα που είχε πάντοτε ολόκληρο το πλήρωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την ασκητική παράδοση, όπως αυτή προσφέρεται με την Φιλοκαλία και με τα κείμενα των οσίων Ισαάκ του Σύρου, Εφραίμ του Σύρου, Ιωάννου της Κλίμακος, Νικοδήμου του Αγιορείτου και άλλων.
Η ησυχία αποτελεί για όλους τους Χριστιανούς μέθοδο ασκήσεως και τρόπο ζωής. Όπως η ηθική, έτσι και η πνευματική ζωή του πιστού δεν παρουσιάζεται μονολιθικά η αποσπασματικά, αλλά εκδιπλώνεται δυναμικά με την αυτοεγκατάλειψη στο θέλημα του Θεού, που κατορθώνεται στον μοναχισμό με την υπακοή. Περνώντας το στάδιο της καθάρσεως από τα πάθη και της τηρήσεως των εντολών φτάνει ο μοναχός με την ασκηση της υπακοής στην καθαρότητα του νου και της καρδιάς. Έτσι ζει την ησυχία ως κατάσταση νοεράς ησυχίας η ησυχίας της καρδιάς· την ζει ως κατάσταση ενώσεως του νου με την καρδιά η ως περισυλλογή στον «κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον»[22], όπου γίνεται δυνατός ο αθόλωτος αντικατοπτρισμός της αλήθειας του Θεού. Εδώ πλέον η ησυχία δεν είναι ασκητική αλλά κατεξοχήν χαρισματική. Είναι κατάσταση καθαρότητας της ψυχής, κατά την οποία ο άνθρωπος ελεύθερος από κάθε εσωτερική ταραχή και ακαταστασία, υπερβαίνει τον εαυτό του και παραδίδεται στην θεωρία του Θεού. Στην κατάσταση αυτής της ησυχίας ο άνθρωπος γίνεται διαφανής ενώπιον του Θεού, γνωρίζεται από τον Θεό, γιατί τον θέλει ο Θεός, και γνωρίζει τον Θεό, γιατί είναι συντονισμένος με το θέλημά του. Γι’ αυτό και στην αυθεντικώς χαρισματική αυτή ζωή, άσκηση, όπως γράφει και ο Γέροντας Σωφρόνιος, «δεν υπάρχει»[23]. Σε αυτήν έχουν πλέον υπερβαθεί τα πάθη, για την καταπολέμηση των οποίων χρειαζόταν η άσκηση.
Σε επίπεδο ακαδημαϊκής θεολογίας είχε τεθεί κάποτε το ερώτημα: «Ποιά βιβλική βάση έχει ο ησυχασμός; Ποιόν σκοπό εξυπηρετεί και σε ποιά εντολή στηρίζεται, όταν όλες οι ευαγγελικές εντολές συνοψίζονται, όπως είναι γνωστό, στην διπλή εντολή της αγάπης»;
Τα ερωτήματα αυτά είναι οπωσδήποτε ουσιαστικά, αλλά ταυτόχρονα παραμένουν και αναπάντητα στο επίπεδο της ακαδημαϊκής θεολογίας. Βέβαια υπάρχει κάποια βιβλική στήριξη της ησυχίας και του ησυχασμού στο ψαλμικό κείμενο «σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός»[24]. Αυτή όμως εκλαμβάνεται με πρακτική σημασία, χωρίς κάποια ευρύτερη προέκταση και σημαντικότερο βάθος. Έτσι άλλωστε κατανοούσαν το κείμενο αυτό και οι σύγχρονοι του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου βυζαντινοί ανθρωπιστές[25]. Υπάρχουν ακόμα και τα έμπρακτα παραδείγματα της Αγίας Γραφής με τον προφήτη Ηλία στον Κάρμηλο, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στην έρημο, η και τον ίδιο τον Ιησού, που αποσυρόταν για να προσευχηθεί στην ησυχία της ερήμου[26]. Αλλά και αυτά δεν θεωρούνται ικανά για την δικαίωση του ησυχασμού. Πιστεύεται από πολλούς ότι η ησυχία παραθεωρεί την πράξη. Δεν γίνεται όμως εύκολα αντιληπτό ότι χωρίς την ησυχία φαλκιδεύεται και η πράξη. Χωρίς την ησυχία φαλκιδεύεται η ίδια η σωτηρία του ανθρώπου, γιατί δεν παρουσιάζεται «σώος», αλλά παραμένει διασπασμένος.
Γενικά με την καταφατική η και με την αποφατική ακόμα ακαδημαϊκή θεολογία δεν υπάρχει ουσιαστική δικαίωση της ησυχίας και του ησυχασμού. Η απάντηση στο ερώτημα της ακαδημαϊκής θεολογίας πρέπει να αναζητηθεί σε ένα είδος μεταθεολογίας, που δεν είναι άγνωστο στην περιοχή της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Μόνο εκεί, όπου μπορεί να ελεγχθεί και να βεβαιωθεί η ουσιαστική σχέση της ησυχίας με την βίωση του περιεχομένου του Χριστιανισμού, και ειδικότερα με την τήρηση της διπλής εντολής της αγάπης, μπορεί να δοθεί η απάντηση αυτή. Έτσι η ασκητική εμπειρία της ησυχίας και του ησυχασμού προσφέρεται ως περιοχή για την μεταθεολογική θεμελίωση της χριστιανικής θεολογίας.
Αν ο πρωταρχικός στόχος της θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, δηλαδή η θεογνωσία, και αν η θεογνωσία προκύπτει ως συνέπεια της αγαπητικής κοινωνίας Θεού και ανθρώπου, ο ησυχασμός με την ησυχία ως πρακτικό μέσο αλλά και ως καρπός θεογνωσίας βεβαιώνει μεταθεολογικά, δηλαδή εμπειρικά και οντολογικά, την αυθεντικότητα της θεογνωσίας. Τα δόγματα έχουν απροσμέτρητο βάθος, γράφει ο καθηγητής του ησυχασμού όσιος Ιωάννης της Κλίμακος. Ο νους του ησυχαστού εκτείνεται σε αυτά χωρίς κίνδυνο. Η προσέγγισή τους όμως χωρίς προηγούμενη απαλλαγή από τα πάθη, είναι επικίνδυνη[27].
Τον κίνδυνο αυτόν είχε επισημάνει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγοντας: «Ου παντός το περί Θεού φιλοσοφείν… ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία, και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων η καθαιρομένων το μετριώτατον. Μη καθαρώ γαρ άπτεσθαι καθαρού τυχόν ουδέ ασφαλές»[28].Η θεολογία προϋποθέτει καθαρότητα σχέσεως και κοινωνίας με τον ενυπόστατο Λόγο του Θεού. Όταν οι αισθήσεις δεν έχουν καθαρθεί και ενωθεί με τον Θεό, επισημαίνει και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, «χαλεπόν το περί Θεού διαλέγεσθαι». Όποιος θεολογεί σε τέτοια κατάσταση, «στοχαστικώς αποφθέγγεται»[29]. Προϋπόθεση, αλλά και αυθεντική κατάσταση θεολογίας είναι η ησυχία με αγνότητα·«αγνεία μαθητήν θεολόγον ειργάσατο»[30]. Και η θεολογία ως κατάσταση βιώνεται στην νοερά ησυχία η στην ησυχία της καρδιάς.
Ο «πνευματικός άνθρωπος», γράφει ο Απόστολος Παύλος, «κρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται», γιατί έχει «νουν Χριστού»[31]. Η νοερά ησυχία καθιστά διαφανή τον νου του ασκητή και επιτρέπει την οικείωση του νου του Χριστού. Με το χάρισμα αυτό, που λειτουργεί μέσα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, μαρτυρεί ο εμπειρικός θεολόγος με καταφατικό τρόπο, αλλά και με τον πάντοτε σχετικό ανθρώπινο λόγο την υπερβατική αλήθεια του Πνεύματος.
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι στον Περί ησυχίας λόγο του ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος περιορίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην υπόμνηση περιπτώσεων ανθρώπων, που λησμονούν τον κόσμο και τις μέριμνές του και προσηλώνονται στον Χριστό και τις δωρεές του. Έτσι αναφέρει την πόρνη, η οποία έβρεχε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της, προσηλωμένη τελείως προς εκείνον που μπορούσε να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Υπενθυμίζει την περίπτωση των τριών μαθητών που ανέβηκαν με τον Χριστό στο Θαβώρ και έζησαν την έκπληξη της Μεταμορφώσεώς του, την έκπληξη των Αποστόλων που βρίσκονταν κλειδωμένοι «δια τον φόβον των Ιουδαίων» και είδαν τον αναστάντα Διδάσκαλό τους κ.α.
Τα παραδείγματα αυτά, λέει, δεν πρέπει μόνο να τα συλλογίζεται ως αφηγήσεις ο ησυχαστής, αλλά και να τα βλέπει να πραγματοποιούνται στον εαυτό του. Αν δεν συμβαίνει αυτό, αλλά ο ησυχαστής απομακρύνεται από τις εντολές και παύει να ασκεί σωματικά έργα, χωρίς να γνωρίζει να εργάζεται πνευματικά, μένει αργός και στις δύο περιοχές και αμαρτάνει. Όποιος γνωρίζει καλά την πνευματική εργασία, δεν εμποδίζεται από αυτήν στην σωματική εκπλήρωση των πρακτικών εντολών, αλλά μάλλον διευκολύνεται. Όποιος όμως περιορίζεται μόνο στην άσκηση, αν συμβεί να την σταματήσει, δεν μπορεί να εργαστεί πνευματικά[32].
Την ουσιαστική διαφοροποίηση της διανοητικής γνώσεως του Θεού από την εμπειρική θεογνωσία εφαρμόζει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς με την χρησιμοποίηση των όρων θεολογία και θεοπτία. Τόσο απέχει, λέει ο άγιος Γρηγόριος, η θεολογία από την θεοπτία που πραγματοποιείται μέσα στο φως, όσο η γνώση κάποιου πράγματος από την απόκτησή του. Άλλο είναι να μιλάει κάποιος για τον Θεό, και άλλο να έρχεται σε κοινωνία μαζί του· «περί Θεού γαρ τι λέγειν και Θεώ συντυγχάνειν ουχί ταυτόν». Η θεολογία χρειάζεται τον προφορικό λόγο η ακόμα και την τέχνη του λόγου, όπως και την χρήση λογικών συλλογισμών και αποδείξεων, όταν κάποιος θέλει να μεταδώσει και στους άλλους την γνώση του. Αυτό μπορούν να το κάνουν και άνθρωποι με κοσμική σοφία, ακόμα και χωρίς ψυχική καθαρότητα. Να αποκτήσει όμως κάποιος μέσα του τον Θεό και να ανακραθεί με το καθαρότατο φως του, όσο μπορεί να γίνει αυτό για την ανθρώπινη φύση, είναι αδύνατο, αν, εκτός από την κάθαρση που πραγματοποιείται με την άσκηση των αρετών, δεν βγει έξω από τον εαυτό του, η μάλλον, αν δεν ξεπεράσει τον εαυτό του[33].
Ο εκστατικός αυτός χαρακτήρας της θεογνωσίας συντονίζεται απόλυτα με τον εκστατικό χαρακτήρα της χριστιανικής ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος δεν καταξιώνεται πραγματικά, αν δεν ξεπεράσει αυτό που είναι. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό για να παραμείνει αυτό που είναι. Δημιουργήθηκε ως άνθρωπος κατά φύση, για να γίνει θεός κατά χάρη. Το «καθ’ομοίωσιν» Θεού αποτελεί την εκστατική παράμετρο, που δόθηκε εκ κατασκευής στην φύση του για την ολοκλήρωσή του ως προσώπου και την πραγματοποίηση του σκοπού της υπάρξεώς του.
Η δυνατότητα της εκστατικής υπερβάσεως της φύσεως υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη φύση. Αυτό δηλώνει ο εικονικός χαρακτήρας της. Η ανθρώπινη φύση είναι εικονική («κατ’εικόνα»). Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι πραγματική. Αντίθετα μάλιστα σημαίνει ότι είναι όντως πραγματική και δυναμική· ακριβέστερα σημαίνει ότι είναι προσωπική· ότι δηλαδή η πραγματικότητά της, η αλήθειά της, βρίσκεται σε άμεση σχέση με το απόλυτο αρχέτυπό της, που βρίσκεται πέρα από την σχετικότητά της. Η αλήθεια της ανθρωπίνης φύσεως είναι υπερβατική. Συνδέεται με το όντως Ον που εικονίζει.
Ο άνθρωπος είναι άπειρος και μηδαμινός. Είναι άπειρος, όταν διατηρείται καθαρός και καθρεπτίζει μέσα του το όντως Ον, τον Θεό. Άπειρος κατά φύση ο Θεός, άπειρος κατά χάρη και αυτός που τον εικονίζει. Όταν όμως ο άνθρωπος είναι αμαυρωμένος, δηλαδή σκοτισμένος, είναι μηδαμινός. Είναι απείρως σκοτεινός και μηδαμινός, γιατί σκοτίζει και εξουθενώνει μέσα του το αρχέτυπό του, το Απόλυτο και Άπειρο.
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφει: «Άμεινόν εστι σιωπάν και είναι, η λαλούντα μη είναι… Ο λόγον Ιησού κεκτημένος αληθώς, δύναται και της ησυχίας αυτού ακούειν, ίνα τέλειος η, ίνα δι’ ων λαλεί και πράσση, και δι’ών σιγά γινώσκηται»[34]. Η ησυχαστική θεολογία ακούει την «ησυχία» του Θεού. Επιτελεί το έργο της Μαρίας, που καθόταν στα πόδια του Ιησού και άκουε την διδασκαλία του[35]. Υπάρχει όμως και η ακαδημαϊκή θεολογία, η οποία επιτελεί το έργο της αδελφής της Μάρθας, που πνιγόταν με την ετοιμασία του δείπνου για τον Χριστό[36]. Χωρίς την εργασία της Μάρθας δεν θα ετοιμαζόταν το δείπνο. Η Μάρθα, όπως και η Μαρία, αγαπούσε τον Χριστό. Εκείνος όμως επαίνεσε την στάση της Μαρίας υπογραμμίζοντας ότι «αυτός ο πλούτος ποτέ δεν θα αφαιρεθεί από αυτήν»[37].
Η ακαδημαϊκή θεολογία ήταν διαρκώς στραμμένη προς τον κόσμο και περισπασμένη «περί πολλήν διακονίαν»[38]. Συνάπτει την θεολογία με την φιλολογία, την ιστορία, την φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και με ο,τι άλλο θεωρεί χρήσιμο ως επιστήμη. Εργάζεται συχνά με πολλή κοσμική φροντίδα για την προετοιμασία του δείπνου της Εκκλησίας, εκδηλώνοντας μάλιστα ορισμένες φορές, όπως και η Μάρθα, την αγανάκτησή της για όσους τηρούν την στάση της Μαρίας, λησμονώντας τον σχετικό έπαινό του Χριστού προς αυτήν. Ενώ όμως επιτελεί το έργο της Μάρθας, σφετερίζεται συχνά και την μερίδα της Μαρίας. Και αυτό δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις για την Εκκλησία και τους πιστούς.
Το έργο της ακαδημαϊκής θεολογίας είναι χρήσιμο και σημαντικό, όταν είναι διακονικό και ταπεινό. Όταν ερευνά και αναδεικνύει την ζωή και την παράδοση της Εκκλησίας. Γίνεται όμως συζητήσιμο η και επικίνδυνο, όταν παραδίδεται στην ανθρώπινη έπαρση και αυθαιρεσία. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αναγωγή της μη εμπειρικής θεολογίας σε επικίνδυνη μορφή αργολογίας. «Αργός λόγος», επισημαίνει ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, δεν είναι μόνο ο «ανωφελής λόγος», όπως θα νόμιζε κάποιος, αλλά και ο λόγος που διατυπώνεται χωρίς την εμπειρική επίγνωσή του. Όταν π.χ. κάποιος διδάσκει την περιφρόνηση της κοσμικής δόξας, χωρίς να την περιφρονεί ο ίδιος ως βλαβερή και στερητική της «άνω δόξης», αργολογεί και ψεύδεται[39].
Η ακαδημαϊκή θεολογία θεμελιώνεται στην γνώση. Και είναι σωστή, όταν θεμελιώνεται στην σωστή γνώση. Η εμπειρική θεολογία δεν θεμελιώνεται στην γνώση. Θεμελιώνεται στο φως. Η γνώση δεν είναι το φως. Το φως όμως είναι η γνώση[40]. Η ακαδημαϊκή θεολογία θεμελιώνεται σωστά, όταν θεμελιώνεται στην γνώση του φωτός. Η θεμελίωση αυτή πλουτίζει την ακαδημαϊκή θεολογία. Και ο ακαδημαϊκός θεολόγος οφείλει να πλουτίζει τον νου και την θεολογία του με την θεολογία του φωτός, πράγμα που συνεπάγεται κάποια μορφή κοινωνίας με την εμπειρική θεολογία· κάποιο είδος ασκήσεως, κενώσεως και υπακοής για την δεξίωση του καρπού της. Χωρίς την προϋπόθεση αυτήν η θεολογία γίνεται «αργολογία» η και «ψευδολογία». Κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής «ουδέν πτωχότερον διανοίας εκτός Θεού φιλοσοφούσης τα του Θεού»[41]. Τέλος ο Γέροντας Σωφρόνιος επισημαίνοντας τον αφηγηματικό χαρακτήρα της θεολογίας γράφει: «Η πραγματική θεολογία δεν είναι επινόηση του ανθρώπινου λογικού η αποτέλεσμα κριτικών μελετών, αλλά εκμυστήρευση για την ανώτερη εκείνη ύπαρξη, στην οποία εισήλθε ο άνθρωπος με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος»[42]. Γι’αυτό και η πραγματική προσέγγιση της δογματικής διδασκα της Εκκλησίας γίνεται γίνεται με την «αντιδογματική», δηλαδή με την προσωπική βίωσή τους.
Συνήθως στην ακαδημαϊκή θεολογία διακρίνονται δύο τάσεις· η συντηρητική και η προοδευτική. Οι «συντηρητικοί» θεολόγοι με την άγονη ατολμία και την στειρότητά τους «λαλούν χωρίς να είναι». Αδυνατούν να κινηθούν η και εμποδίζουν την κίνηση προς το «θείον πυρ» της ησυχίας. Οι «προοδευτικοί» θεολόγοι με την τολμηρή φαντασία και τους στοχασμούς τους προσπαθούν να βρίσκονται πάντοτε σε «δημιουργική» συμφωνία με την κοσμική κοινωνία. Αλλά έτσι ούτε «διατηρείται» ούτε «προοδεύει» η αληθινή θεολογία. Εστία πραγματικής «διατηρήσεως» και ταυτόχρονης «προόδου» της αληθινής θεολογίας παραμένει πάντοτε το «πυρ της ησυχίας». Αυτό που αρέσκεται στην στάση της Μαρίας. Μεταλαμπαδευτής του πυρός αυτού είναι ο ορθόδοξος ησυχασμός, που διατηρείται διαχρονικά και ψηλαφίζεται εμπειρικά σε κάθε φάση καινοτομίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι η αυθεντική πηγή για κάθε ανακαινισμό στην Εκκλησία παραμένει ο ησυχασμός.
[1]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος εις εαυτόν 26,7, PG 35,1237B.
[2]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,1, εκδ. J. Darrouzès, Syméon le Nouveau Théologien, Traités Théologiques et Éthiques, «Sources Chrétiennes»,τομ. 129, Paris 1967, σ. 444.
[3]. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,153-162, ο.π., σ. 454-456.
[4]. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Εφεσίους 15,2.
[5]. Απολυτίκιον Παναγίας Παραμυθίας.
[6]. Ιω. 14,21.
[7]. Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ 2,14,PG 88,657Α.
[8]. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 2, 2, PG 32,228A
[9]. Ψαλμ. 45,11.
[10]. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,135-139, ο.π., σ. 454.
[11]. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,103-106, ο.π., σ. 452.
[12]. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά 33, PG 37,928A.
[13]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής 6, PG 35,413Β.
[14]. Μ. Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος 5,1, PG 31,920Β.
[15]. Δευτ. 15,9.
[16]. Μ. Βασιλείου, Ομιλία εις το «πρόσεχε σεαυτώ» 2, PG 31,201Α.
[17]. Μ. Βασιλείου, Επιστολή Αμφιλοχίω Επισκόπω  233,1, PG 32,865D.
[18]. Βλ. Μ. Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος 7,1-2, PG 31,929A- 932A.
[19].  Μ. Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος 7,3, PG 31,940CD.
[20]. Βλ. Ιω. Μάγεντόρφ, «Ησυχασμός», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τομ. 6, Αθήναι 1965, στ. 83.
[21]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος εις εαυτόν 26,7, PG 35,1237Α.
[22]. Βλ. Α Πέτρ. 3,4.
[23]. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, Έσσεξ Αγγλίας        2010, σ. 212.
[24]. Ψαλμ. 45,11.
[25]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,135-138, ο.π., σ. 454.
[26]. Βλ. Ματθ. 4,1· 14,13. Μαρκ. 1,12-13· 1,35. Λουκ. 4,1· 5,16.
[27]. Βλ.Ιω. Σιναΐτου, Κλίμαξ 27, 9, PG 88,1097C.
[28]. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 27(Θεολογικός 1) ,7, PG 36,13D.
[29]. Βλ.Ιω. Σιναΐτου, Κλίμαξ 30,12-13, PG 88,1157C.
[30]. Ιω. Σιναΐτου, ο.π.
[31]. Βλ. Α’Κορ. 2,15.
[32]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 15,94 κ.ε., ο.π., σ. 450 κ.ε.
[33]. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,42, εκδ. Π. Χρήστου,  Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τομ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ.453.
[34]. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Εφεσίους 15,2.
[35]. Βλ. Λουκ. 10,39.
[36]. Βλ. Λουκ. 10,40.
[37]. Βλ.Αρχιμ.  Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας, τομ. Α’, Έσσεξ Αγγλίας 2013, σ. 182.
[38]. Λουκ. 10,40.
[39]. Βλ. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 1,461-468, εκδ. J. Darrouzès, Syméon le Nouveau Théologien, Traités Théologiques et Éthiques, «Sources Chrétiennes»,τομ. 122, Paris 1966, σ. 306.
[40]. «Η γνώσις ουκ έστι το φως, αλλά το φως η γνώσις υπάρχει». Συμεών Νέου Θεολόγου,Κατηχήσεις 28, «Sources Chrétiennes»,τομ. 118, σ. 146.
[41]. Διαδόχου Φωτικής, Κεφάλαια γνωστικά 7, εκδ. J.E. Weis- Liebersdorf, σ. 10.
[42]. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Έσσεξ Αγγλίας10 2003, σ. 212.

''Η απλότητα είναι μισή αγιότητα.''



Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Έρευνα σοκ. Οι δύο στους τρεις μουσουλμάνους δεν θα ενημέρωναν την αστυνομία αν γνώριζαν σχέδιο τρομοκρατικής επίθεσης. Ένα 4% (100.000 άτομα) συμπαθεί τους τρομοκράτες. Ένας στους τέσσερις θέλει το νόμο της Σαρία. Σοκαρίστηκε ακόμα και ο εμπνευστής της λέξης «ισλαμοφοβία»!


Μια νέα έρευνα στους μουσουλμάνους της Βρετανίας διαπιστώνει ότι τα δύο τρίτα δηλώνουν ότι δεν θα επέλεγαν να ενημερώσουν την αστυνομία για σχέδια τρομοκρατικών επιθέσεων, αν τα γνώριζαν προηγουμένως.
Η δημοσκόπηση, η οποία διεξήχθη από την ICM για το κανάλι Channel 4 διαπίστωσε ότι μόνο το 34 τοις εκατό των μουσουλμάνων είπε ότι θα το ανέφερε αμέσως στην αστυνομία, αν πίστευε ότι κάποιος κοντά τους είχε σχέσεις με ανθρώπους που υποστηρίζουν την τρομοκρατία στη Συρία.
Ένα επιπλέον 46 τοις εκατό είπε ότι θα μιλούσε με το πρόσωπο άμεσα για το τρομοκρατικό σχέδιο σε μια προσπάθεια να τον αποτρέψει, ενώ το 37 τοις εκατό είπε ότι δεν θα ενημέρωνε την αστυνομία, αλλά θα αναζητούσε βοήθεια αλλού.
Ενώ δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα δεδομένα αυτά είναι ανησυχητικά, αυτό δεν σημαίνει, ότι τα δύο τρίτα των Βρετανών μουσουλμάνων υποστηρίζουν ή συμπαθούν την τρομοκρατία.
Η δημοσκόπηση διαπίστωσε ότι το 4 τοις εκατό είπε ότι συμπαθεί τους ανθρώπους που παίρνουν μέρος σε βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας (1% δήλωσε ότι συμπαθεί εντελώς και 3% είπε ότι συμπαραστέκεται σε κάποιο βαθμό).
Επιπλέον, ένα 4 τοις εκατό είπε ότι συμπαθεί τους ανθρώπους που διέπραξαν τρομοκρατικές ενέργειες ως «μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας».
Η πλειοψηφία του 96 τοις εκατό των μουσουλμάνων ανέφερε ότι δεν είναι καθόλου φιλικοί προς τον εξτρεμισμό.
Ο Trevor Phillips, πρώην επικεφαλής της Επιτροπής Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο άνθρωπος που διέδωσε τη φράση «ισλαμοφοβία», δήλωσε ότι η έρευνα είναι εξαιρετικά ανησυχητική, υποστηρίζοντας ότι αυτό το 4 τοις εκατό (που συμπαθεί την τρομοκρατία) αποτελεί ένα δυναμικό «ισοδύναμο με 100.000 μουσουλμάνους»...
Ίσως ένα πιο αποκαλυπτικό εύρημα από την έρευνα είναι ότι ένας στους τέσσερις Μουσουλμάνους (23%) δηλώνει ότι επιθυμεί να δει την εφαρμογή του νόμου της Σαρία σε ορισμένες περιοχές της Βρετανίας.
Η δημοσκόπηση διαπίστωσε επίσης ότι το ήμισυ των Βρετανών μουσουλμάνων πιστεύει ότι η ομοφυλοφιλία πρέπει να καταστεί παράνομη. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 5 τοις εκατό στη Βρετανία. Σχεδόν οι μισοί (47%) δήλωσαν επίσης ότι δεν συμφωνούν ως αποδεκτό ένας ομοφυλόφιλος να γίνει δάσκαλος, σε σύγκριση με το 14% του γενικού πληθυσμού.
Πάνω από το 20 τοις εκατό δεν καταδικάζει τον λιθοβολισμό των μοιχών, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο (31%) θέλει η πολυγαμία (πολλές συζύγους) να γίνει νόμιμη, σε σύγκριση με το 8% του ευρύτερου πληθυσμού.
«Ένας στους έξι μουσουλμάνους λέει ότι θα ήθελε να ζήσει πιο ξεχωριστά (από τον υπόλοιπο πληθυσμό), το ένα τέταρτο θα ήθελε να ζει κάτω από το νόμο της Σαρία. Αυτό σημαίνει ότι ως κοινωνία έχουμε μια ομάδα ανθρώπων που ουσιαστικά δεν θέλει να συμμετάσχει στον τρόπο ζωής των άλλων ανθρώπων», πρόσθεσε ο Phillips.
«Είμαστε πιο.. νευρικοί με τους μουσουλμάνους, επειδή αισθανόμαστε ότι θα προσβληθούν. Αλλά η άποψή μου είναι ότι εξετάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, που με εξέπληξαν, έχουμε περάσει την φάση στην οποία μπορούσαμε να πούμε: “Εντάξει, μην ανησυχείτε, με τον καιρό θα αλλάξουν μυαλά”, γιατί αυτό δεν πρόκειται να συμβεί και πρέπει να κάνουμε τα πράγματα να αλλάξουν τώρα», πρόσθεσε ο πρώην βουλευτής του Εργατικού Κόμματος.
Αν και τα ευρήματα της έρευνας, που παρουσιάστηκαν στο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Τι πραγματικά πιστεύουν οι Βρετανοί μουσουλμάνοι», έχουν ταρακουνήσει πολλούς, τα αριστερά mainstream μέσα μαζικής ενημέρωσης προσπάθησαν απεγνωσμένα να τα υποβαθμίσουν, υποστηρίζοντας ότι η δημοσκόπηση είναι «ασύμμετρη».

ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ Η ΠΙΚΡΑΛΙΔΑ!




999999 
 Πικραλίδα χόρτο: πιο αποτελεσματική από τη χημειοθεραπεία
Ίσως να θυμάστε πως η γιαγιά σας,έφτιαχνε ένα σιρόπι με πικραλίδα, αλλά αυτό που δεν ξέρετε είναι ότι ρίζα της πικραλίδας βοηθά τους ανθρώπους που έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο.
Οι επιστήμονες έχουν επιβεβαιώσει ότι η ρίζα του φυτού είναι πιο αποτελεσματική από τη χημειοθεραπεία, γιατί τα φάρμακα καταστρέφουν όλα τα κύτταρα, ενώ η ρίζα της πικραλίδα σκοτώνει μόνο τα καρκινικά κύτταρα.
dandelion-root-more-effective-than-chemotherapy-1-1728x800_c
Μια ομάδα ερευνητών του Τμήματος Χημείας και Βιοχημείας στο Πανεπιστήμιο του Windsor, Καναδάς, πραγματοποίησε την αρχική έρευνα και με τα αποτελέσματα πυροδότησε μια νέα ελπίδα για όλους εκείνους που πάσχουν από καρκίνο. Ρίζα της πικραλίδας έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική στην θανάτωση των καρκινικών κυττάρων, χωρίς να καταστρέφουν τυχόν υγιή κύτταρα.

Ρίζα της πικραλίδα σε τσάι κάνει τα προσβεβλημένα κύτταρα να αποσυντίθενται μέσα σε 48 ώρες, και όπως διαπιστώθηκε από τους ερευνητές. Οι ερευνητές πιστεύουν επίσης ότι η συνεχής θεραπεία με αυτή της ρίζας μπορεί να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα
Ο John Κάρλο, 72, διαγνώστηκε με καρκίνο και είχε υποστεί κάποιες επιθετικές χημειοθεραπείες. πριν τρία χρόνια είχε κυκλοφορήσει από το νοσοκομείο για να περάσει τις τελευταίες ημέρες του με την οικογένειά του.
Οι γιατροί παλέψαν για να βρουν μια αποτελεσματική λύση για τον ίδιο, αλλά δεν ειχαν πολλές επιλογές,του συμβούλεψαν να πίνει ρίζα πικραλίδας σε τσάι, καθώς ήταν η τελευταία λύση στην πάλη του ενάντια στην ασθένεια. Εντός τεσσάρων μηνών βίωσε τη διαγραφή του καρκίνου, που σημαίνει ότι ξεκίνησε συρρικνώνεται, και τελικά εξαφανίστηκε.
πηγή

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Η πρώτη Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους πριν 800 χρόνια




Γράφει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός

          ΑΝη 29η Μαΐου είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό, διότι φέρνει στη μνήμη μας την Άλωση της Πόλης από τούς Οθωμανούς το 1453, άλλο τόσο αποφράς είναι για το Γένος μας και η 13η Απριλίου, διότι κατ' αυτήν έπεσε η Πόλη το 1204 στους Φράγκους. Το δεύτερο γεγονός δεν υστερεί καθόλου σε σημασία και συνέπειες έναντι τού πρώτου. Αυτή είναι σήμερα η κοινή διαπίστωση της ιστορικής έρευνας. Από το 1204, η Πόλη, και σύνολη η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη της δύναμη. Το φραγκικό χτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, πού έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν«μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί»(Ελ. Αρβελέρ).
Αξίζει, συνεπώς, μια θεώρηση τού γεγονότος αυτού, έστω και στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου.

ΣΤΙΣ 13 Απριλίου 1204, έπειτα από μια πεισματική και μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οι Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας/Βυζαντίου έσβηνε κάτω από το θανάσιμο πλήγμα της φραγκικής Δύσεως. Το γεγονός αυτό ήταν σημαντικότατο σε δύο κατευθύνσεις

α)εσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικά την περαιτέρω πορεία της Αυτοκρατορίας και
β)εξωτερικά, διότι καθόρισε επίσης τελεσίδικα τις σχέσεις με τη Δύση, αλλά και με την ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών.

Η τραγική ιστορική επιλογή τού Ρωμαίικου, πού εκφράζεται με τον γνωστό εκείνο λόγο«κρειττότερον (..) φακιόλιον (..) Τούρκων ή καλύπτρα λατινική», υποστασιώνεται στα 1204, όταν πλέοναποκαλύπτονται αδιάστατα οι διαθέσεις της Φραγκιάςέναντι της Ρωμαίικης Ανατολής.

Από το1095αρχίζουν οι Σταυροφορίες, εκστρατείες δηλαδή τού χριστιανικού κόσμου της Ευρώπης, με σκοπό, κατά τις επιφανειακές διακηρύξεις, την απελευθέρωση και υπεράσπιση των Αγίων Τόπων.

Στις επιχειρήσεις αυτές, πού κράτησαν ως το ΙΕʹ αιώνα, πρωτοστατούσαν οι εκάστοτε Πάπες, διότι ήσαν «ιεροί πόλεμοι» κατά των απίστων. Βέβαια, η έρευνα έχει επισημάνει στις εκστρατείες αυτές και ταπεινά ελατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμού κ.ά. Είναι όμως σήμερα πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι οι Σταυροφορίες κύριο σκοπό είχαν τη φραγκική κυριαρχία στην Ορθόδοξη Ανατολή και, τελικά, τη διάλυση της Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, πού ήταν το εμπόδιο στον επεκτατισμό και τα μονοκρατορικά σχέδια της μετακαρλο-μάγνειας Φραγκοσύνης. Το 1204, η Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους, η διάλυση της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και η επακολουθήσασα Φραγκοκρατία επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτήν.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑτου 1204 συνδέονται με την Δʹ Σταυροφορία. Η σχετική βούληση γι' αυτήν, εκφράσθηκε το 1199 με την ευλογία τού πάπαΙννοκεντίου Γʹ(1198-1216),«πνευματικού πατέρα» των δύο βασικών επεκτατικών μέσων της φραγκοπαπικής εξουσίας, της «Ιεράς Εξετάσεως» και της Ουνίας (ως ιδέας).
Συνεργάτης αυτόκλητος παρουσιάσθηκε ο δόγης (δούκας) της ΒενετίαςΔάνδολος, με το στόλο του.
Σπουδαίο ιστορικό πρόβλημα είναι η εκτροπή της Δʹ Σταυροφορίας από τούς Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινούπολη.Ήταν σκοπός ανομολόγητος, ή τραγική σύμπτωση;
Η πλειονότητα των ιστορικών, και μάλιστα των αδέσμευτων, δέχεται το πρώτο. Επρόκειτο για καλά οργανωμένο σχέδιο, πού αποσκοπούσε στο να δοθεί ισχυρό κτύπημα στη Ορθόδοξη Αυτοκρατορία, πού περνούσε περίοδο κάμψεως, λόγω της εντάσεως τού τουρκικού κινδύνου.
Κατά τα δυτικά Χρονικά, μάλιστα, κάποιοι Λατίνοι άρχοντες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όταν έμαθαν την αλλαγή τού σκοπού της Σταυροφορίας. Οι περισσότεροι, όμως, συμβιβάσθηκαν από οικονομική ανάγκη. Έμειναν κυρίως οι «μηυμένοι» στη συνωμοσία κατά της Νέας Ρώμης, κάτω από την «πνευματική» ηγεσία τού Πάπα και τη στρατιωτική τού Δόγη, πού μετέβαλε την Βενετία σε θαλασσοκράτειρα δύναμη, με την εκμηδένιση τού «Βυζαντίου». Ο Βενετικός στόλος μετέφερε στην Προποντίδα άγριες μάζες Φλαμανδών, Φράγκων, Γερμανών, εγκληματίες, καιροσκόπους. Η αμοιβή τού Δόγη: η μισή λεία από τη λεηλασία της πλουσιότερης πρωτεύουσας τού τότε κόσμου.

ΒΕΒΑΙΑ, τα φραγκοπαπικά σχέδια διευκολύνθηκαν από την εσωτερική αρρυθμία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.
Από τον ΙΑʹ αιώνα άρχισε προοδευτικά η παρακμή της. Το 1071, στοΜατζικέρτ, ο «βυζαντινός» στρατός δέχθηκε μεγάλη ήττα από τούς Σελτζούκους Τούρκους, με συνέπεια την απώλεια μεγάλου τμήματος της Μ. Ασίας.
Παράλληλα (1071) χάθηκε το τελευταίο έρεισμα της Κωνσταντινουπόλεως στην Ιταλία, ηΒάρις, πέφτοντας στα χέρια των Νορμανδο-φράγκων.
Οι ανορθωτικές προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν σημαντικά αποτελέσματα και το κράτος υποχωρεί σταδιακά στην οικονομική ισχύ των ιταλικών πόλεων. Η Αυτοκρατορία παραχωρεί σημαντικά προνόμια στη Βενετία, Πίζα και Γένουα, με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν να δημιουργηθούν ακμαίες δυτικές παροικίες στην Ανατολή, μεταβάλλοντας το έδαφος της Αυτοκρατορίας σε δικό τους εμπορικό χώρο. Οι Ιταλο-φράγκοι εδραιώθηκαν στην Ανατολή και ενίσχυσαν τη βουλιμία της ευρύτερης φραγκικής οικογένειας.
Αλλά και το κοινωνικό κλίμα της Κωνσταντινουπόλεως ήταν την εποχή αυτή αρκετά αντίξοο.
Η Πόλη έχει πια απομονωθεί και αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις, λόγω της δυσαρέσκειας των επαρχιών. Διοίκηση και πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σε διαφθορά.
Οι φορολογίες είναι δυσβάστακτες και βαρύνουν τούς πολίτες των επαρχιών. Η κεντρική εξουσία αμφισβητείται και σημειώνονται επαναστατικά κινήματα.
Η φήμη για τη μυθώδη πολυτέλεια της Πόλης και των κατοίκων της είχε διαδοθεί και στη Δύση, με εύλογες συνέπειες. Τα αμύθητα πλούτη της Κωνσταντινουπόλεως έτρεφαν τη φαντασία των πολλών και διευκόλυναν τα επεκτατικά σχέδια των λίγων, της φραγκικής ηγεσίας. Βέβαια, οι ανύποπτοι επαρχιώτες της Αυτοκρατορίας είδαν στην αρχή ως θεία τιμωρία την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ο δε όχλος της έλαβε μέρος στη λεηλασία. Αργότερα, όμως, θα συνειδητοποιηθούν οι σκοποί των Φράγκων και θα εκτιμηθούν σωστά τα γεγονότα.

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ της Σταυροφορίας άρχισε το 1201.Σημαντικοί Φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουΐνος, ο κόμης της Καμπανίας Τιμπώ, ο ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουΐνος και ο μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός.

Η συγκέντρωση τού στρατού έγινε στον Ιούνιο τού 1202, στη Βενετία. Το Νοέμβριο τού 1202, καταλήφθηκε για λογαριασμό των Βενετών, η δαλματική πόλη Ζάρα, πού είχε αποστατήσει και υπαχθεί στο βασίλειο της Ουγγαρίας. Οι δυναστικές έριδες στην Κωνσταντινούπολη («Άγγελοι») διευκόλυναν -ως συνήθως- τα δυτικά σχέδια.
Οι Σταυροφόροι, στις24.5.1203ξεκίνησαν από τη Ζάρα και μέσω Κερκύρας κατευθύνθηκαν για την Κωνσταντινούπολη.
Η θέα της πόλεως τούς άφησε κατάπληκτους.«Δεν μπορούσαν να φαντασθούν πως υπήρχε στον κόσμο τόσο ισχυρή πόλη»σημειώνει ο Γ. Βιλλεαρδουΐνος στην «Ιστορία» του.
Στις 6 Ιουλίου άρχισε η πρώτη πολιορκία, με λεηλασίες στα προάστια και τις ακτές της Προποντίδας. Προσπάθεια των πολιορκουμένων τη νύκτα της Πρωτοχρονιάς τού 1204, να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, απέτυχε.Επικράτησε τότε αναρχία.

Στις 25 Ιανουαρίου, ο λαός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Νικόλαο Καναβό, ενώ ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δʹ συνελήφθη και εκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αυτοκράτορας εκλέχθηκε ο Αλέξιος Εʹ ο Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα και να περιορίσει τις λεηλασίες.
Οι Σταυροφόροι, ήδη τον Μάρτιο τού 1204 είχαν υπογράψει συνθήκη για την τύχη της Αυτοκρατορίας μετά την πτώση της πρωτεύουσας.
Βασικές αποφάσεις: θα εκλεγόταν Λατίνος Αυτοκράτορας και Λατίνος Πατριάρχης. Έτσι, φάνηκαν και οι αληθινοί σκοποί της εκστρατείας. Επίσης, καθορίστηκε ο τρόπος διανομής της λείας και των εδαφών της Αυτοκρατορίας.
Η μεγάλη επίθεση κατά τού θαλασσίου τείχους έγινε στις 9 Απριλίου. Η τελική όμως επίθεση έλαβε χώρα στις 12, και ξημερώνοντας 13, έπεσε η Πόλη.
Η ηγεσία είχε ήδη διαλυθεί. Αυτοκράτωρ και ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη και μόνο οι κληρικοί έμειναν, για να προϋπαντήσουν τούς Σταυροφόρους και να τούς δηλώσουν την υποταγή της Βασιλεύουσας.Ο λαός πίστευε στα χριστιανικά αισθήματα των νικητών, αλλά διαψεύστηκε οικτρά.

ΟΙ ΟΚΤΩ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1096-1099)Εμπνευστής της ο πάπας Ουρβανός Β' στη Σύνοδο τού Κλερμόν.
Με επικεφαλής τον Πέτρο τον Ερημίτη και τον Γκωτιέ τον Ακτήμονα, η «σταυροφορία τού λαού κατατροπώθηκε από τους Τούρκους. Στη συνέχεια, η «σταυροφορία των αρχόντων» κατακτά την Αντιόχεια, την Έδεσσα και έπειτα την Ιερουσαλήμ (1099) Καταλήγει στη δημιουργία των λατινικών κρατών της Ανατολής: της Ηγεμονίας της Αντιόχειας, της Κομητείας της Έδεσσας, τού Βασιλείου της Ιερουσαλήμ (το οποίο περιήλθε στον Γοδεφρείδο υον Βουιλώνιο) και της Κομητείας της Τρίπολης.
Β΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1147-1149)Κήρυκας της ο Βερνάρδος τού Κλαιρβώ για λογαριασμό τού πάπα Ευγένιου Γ. Με επικεφαλής τον Κορράδο των Χόχενσταουφεν και τον Λουδοβίκο Ζ', πολιορκεί μάταια τη Δαμασκό και δεν κατορθώνει να απελευθερώσει την Έδεσσα, που έχει περιέλθει στους Τούρκους.
Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189-1192) Με επικεφαλής τον Φρειδερίκο Α' Βαρβαρόσα, τον Φίλιππο Αύγουστο και τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, αποσκοπεί στην απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ, την οποία ανέκτησε ο Σαλαδίνος το 1187, και καταλήγει στην κατάληψη της Κύπρου και τού Αγίου Ιωάννη της Άκρας.
Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1202-1204)Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Γ'. Με επικεφαλής τον Βονιφάτιο Α' τον Μομφερρατικό και τον Βαλδουίνο Θ' της Φλάνδρας. εκτρέπεται με παρέμβαση των Βενετών από τον αρχικό της στόχο, που ήταν η κατάληψη της Αιγύπτου, και κατευθύνεται προς την Κωνσταντίνου πόλη, η οποία κατα-λαμβάνεται και λεηλατείται το 1204. Ιδρύεται η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και οι Βενετοί αποκτούν τεράστια εμπορικά και εδαφικά προνόμια.
Ε΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1217-1219)
Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Γ'.
Η σταυροφορία κηρύσσεται το 1215 από τη Δ' Σύνοδο τού Λατερανού. Με επικεφαλής τον Ανδρέα Β', βασιλιά της Ουγγαρίας, και στη συνέχεια τον Ιωάννη της Βρυέννης. βασιλιά της Ιερουσαλήμ, δεν κατορθώνει να αποσπάσει από τους μουσουλμάνους το Όρος Θαβώρ και καταλαμβάνει προσωρινά τη Δαμιέτη στην Αίγυπτο (1219-1221).


ΣΤ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1228-1229)Εμπνευστής της ο πάπας Ονώριος Γ'. Διευθύνεται από τον Φρειδερίκο Β' των Χόχενσταουφεν. που διαπραγματεύεται με τους μουσουλμάνους την παράδοση της Ιερουσαλήμ, της Βηθλεέμ και της Ναζαρέτ.

Ζ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1248-1254)Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Δ'.
Υπό την καθοδήγηση τού Λουδοβίκου Θ' (τού Αγίου Λουδοβίκου), αποπειράται να καταλάβει την Αίγυπτο, η οποία ελέγχει τους Αγίους Τόπους. Οι Σταυροφόροι κυριεύουν τη Δαμιέτη, και στη συνέχεια κατατροπώνονται στη Μαναούρα και εγκαταλείπουν την Αίγυπτο.

Η' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1270)Οργανωμένη από τον Λουδοβίκο Θ' και τον Κάρολο Α' τον Ανδεγαυικό, κατευθύνεται προς την Τύνιδα, όπου ο βασιλιάς της Γαλλίας βρίσκει τον θάνατο.

Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ των Σταυροφόρων αποκάλυψε στους Ανατολικούς τη φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το εκκλησιαστικό σχίσμα.
Έγιναν από τούς Φράγκους ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας.Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά.Λεηλατούν και διαρπάζουν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων τού κόσμου».Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά συμφωνία, και ο Πάπας.
Το χειρότερο:πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανδραπόδισαν ένα τμήμα τού πληθυσμού της. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι βιασμοί των γυναικών και τα άλλα κακουργήματα.Μόνο την πρώτη μέρα, φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι της Πόλης.
Ιδιαιτέρως δε, στόχος της θηριωδίας ήταν ο Κλήρος.Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης μόλις μπόρεσε, ξυπόλυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή.
Η Κωνσταντινούπολη απογυμνώθηκε από τούς θησαυρούς της. Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, μάλιστα μέσα σε σκηνές φρίκης.Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός Κλήρος.
Κανείς δεν φανταζόταν ότι η Πόλη θα έκρυβε τόσο ανεκτίμητους θησαυρούς.
Επί πολλά χρόνια, τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς της στη Δ. Ευρώπη, όπου και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές (π.χ. Άγιος Μάρκος, Βενετία). Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τούς «βυζαντινούς» θησαυρούς τού Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.
ΒΑΘΥΤΕΡΑ ίχνη από την ίδια την καταστροφή «της Πόλης των πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων.
Για τούς Ρωμηούς, ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο ότι η Δʹ Σταυροφορία είχε απ' αρχής στόχο την άλωση της Πόλης και τη διάλυση της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας.
Και είναι γεγονός, ότι οι δυτικές πηγές βλέπουν την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως ως τιμωρία των «αιρετικών» (Γραικών), πού ήσαν «ασεβείς και χειρότεροι από τούς Εβραίους».Την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, τη βλέπουν ως «νίκη της Χριστιανοσύνης».Το χάσμα, συνεπώς, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, πού είχε ανοίξει με το Σχίσμα (1054), γίνεται τώρα αγεφύρωτο. Οι «Βυζαντινοί» είχαν την ευκαιρία, άλλωστε, να ζήσουν το μίσος των Φράγκων εναντίον τους.
Κατά τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αυτόπτη μάρτυρα της Αλώσεως, η αρπακτικότητα και βαρβαρότητα των Σταυροφόρων δεν συγκρίνεται με την ηπιότητα των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, μόλις κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα, αρκέστηκαν απλώς στην επιβολή μικρού φόρου, αποφεύγοντας κάθε βιαιότητα.
Οι «Βυζαντινοί» συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204, οι Λατίνοι-Φράγκοι ήσαν ο ουσιαστικός εχθρός τους, γιατί μόνο από αυτούς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη και η Παράδοση τού Γένους.
Έτσι, διαμορφώθηκε η στάση των Ανθενωτικών, που προέκριναν την πρόσκαιρη συνεργασία με τούς Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας μεταξύ δύο κακών. Μια στάση πού θα εκφρασθεί θεολογικά από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό το ΙΗʹ αιώνα.
Η Άλωση τού 1204, όμως, είχε και ευεργετικές συνέπειες σε μια άλλη διάσταση.

Ο μέσος Ρωμιός θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διαλύσεως της Αυτοκρατορίας. Όσο μάλιστα θα παρατείνεται η Φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητος των επιμέρους εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας, με εμφάνιση της εθνικής συνειδήσεως. Ο τραυματισμός δε τού εθνικού γοήτρου, θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο επανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως και ανασυστάσεως της Αυτοκρατορίας.
ΈΝΑ ΑΠΟ ΤΑ σημαντικότερα βιβλία πού έχουν γραφεί για την Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους είναι τού ERNLE BRADFORD, THE GREAT BETRAYAL (Η μεγάλη προδοσία), Λονδίνο 1966. Γερμανική μετάφραση (der verrat von 1204) το 1978 (σσ. 322). Το βιβλίο διαιρείται σε 18 κεφάλαια και περιέχει και σειρά πινάκων τού ζωγράφου PALMA IL GIOVANE (ΙΣΤʹ αι).. Ο συγγραφέας, αποτιμώντας αντικειμενικά τα πράγματα, χαρακτηρίζει την άλωση και λεηλάτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ως μια«από τις φοβερότερες πράξεις της Ιστορίας». Ονομάζει, μάλιστα, την Πόλη «προμαχώνα της Δύσεως». «Ο χωρισμός και απομόνωση της ανατολικής από τη δυτική Ευρώπη ανάγεται σε τελευταία ανάλυση σε αυτό το γεγονός».
Οι συνέπειές του είναι αισθητές ως σήμερα. Στη διάσπαση της Αυτοκρατορίας ο συγγραφέας αποδίδει το μεταγενέστερο «βαλκανικό πρόβλημα», ως και τη διαίρεση της Ευρώπης σε Ανατολική και Δυτική.
Ως κύριο αίτιο της εκτροπής της Δʹ Σταυροφορίας θεωρεί το μίσος των Φράγκων κατά της Ορθοδόξου Ανατολής. Καταδικάζει τη στάση τού Πάπα και των δυτικών Χριστιανών για την «καταστροφή ενός χριστιανικού πολιτισμού» και αποκαλεί τούς καταστροφείς Σταυροφόρους «βαρβάρους».
Σημαντικότατη είναι η διαπίστωσή του, ότι «η συμπεριφορά των χριστιανών κατακτητών στα 1204, ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη των Τούρκων το 1453. Οι δυτικοί κατακτητές μισούσαν περισσότερο τούς εν πίστει αδελφούς τους από όσο οι Μουσουλμάνοι δύο αιώνες μετά».
Δέχεται δε και αυτός, ότι μία από τις σοβαρότερες συνέπειες τού 1204 ήταν το άνοιγμα τού δρόμου των Τούρκων προς την Ευρώπη.
Χρειάστηκε, πραγματικά, πολλή τόλμη και ευσυνειδησία για να γραφεί αυτό το βιβλίο, ένα από τα λίγα πού έχουν γραφεί για την«προδοσία τού 1204», διότι η δυτική ιστοριογραφία φροντίζει επιμελώς να ρίχνει το φώς της έρευνας μονομερώς στο 1453...