
Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014
Οι Διασημότερες Κεντήστρες της Κωνσταντινούπολης
Κοκώνα,
η Μαριώρα και η Δεσποινέτα…Δημιουργίες βυζαντινής και μεταβυζαντινής
χρυσοκεντητικής από τις διασημότερες κεντήστρες της Κωνσταντινούπολης

Η διασημότερη κεντήστρα της Κωνσταντινούπολης λεγόταν Δεσποινέτα, έζησε τον 17ο αιώνα και είχε τεράστια φήμη που εκτεινόταν και πέραν των συνόρων της Πόλης, όπως αποδεικνύουν οι παραγγελίες που δεχόταν από μακριά. Κωνσταντινουπολίτισσες ήταν και η Μαριώρα, η Ευσεβία, η Κοκώνα, η Τζαόρια και η Γρηγοριά, που άφησαν πίσω τους μοναδικά έργα.
Οι συλλογές του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου έχουν να παρουσιάσουν σπουδαία δημιουργήματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής χρυσοκεντητικής. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν τα εργόχειρα των μεταβυζαντινών χρόνων από την Κωνσταντινούπολη, στα οποία εστιάζεται και το θέμα του ημερολογίου του Βυζαντινού Μουσείου για το 2008, καθώς, ιδίως από τον 17ο αιώνα και μετά, η Πόλη αναδεικνύεται σε οικονομική και πνευματική πρωτεύουσα των Ρωμιών.
Σε αυτό το πλαίσιο ήταν επόμενο να αναδειχθούν και οι τέχνες κι ανάμεσά τους η χρυσοκεντητική, που σε μεγάλο βαθμό υπηρετούσε τις ανάγκες του εκκλησιαστικού βίου των Ρωμιών και της οποίας η αδιάσπαστη συνέχεια από τη βυζαντινή εποχή είναι αδιαμφισβήτητη. Οι χρυσοκεντητές αποτελούν ένα από τα πλέον ισχυρά και μεγάλα ισνάφια (συντεχνίες) της Κωνσταντινούπολης, ενώ η Πόλη εμφανίζεται να είναι σημαντικό κέντρο εργαστηριακής κεντητικής, από το οποίο προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα τα καλύτερα χρυσοκέντητα που βρίσκονται διάσπαρτα σε μονές και συλλογές.
Ξεφυλλίζοντας κανείς το ημερολόγιο του Βυζαντινού Μουσείου για το 2008, αντικρίζει κάτι οικείο και ταυτόχρονα άγνωστο, αντικρίζει τεκμήρια της πραγματικής ιστορίας που τα γράφουν οι άνθρωποι, όχι με το πινέλο ή τη γραφίδα αλλά με το βελόνι.

Τέχνη «παραγνωρισμένη και παρεξηγημένη» χαρακτηρίζει την τέχνη του βελονιού, του κεντήματος, ο διευθυντής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Δημήτρης Κωνστάντιος. «Το κόκκινο ατλάζι, τα αργυρά και χρυσά σύρματα δημιουργούν ενδύματα, σκιές, όγκους, νοητό βάθος και πλαστικότητα». σημειώνει στον πρόλογο του ημερολογίου. Παραθέτει επίσης τη γεμάτη ταπεινότητα «υπογραφή» της Μαριώρας σε ένα από τα έργα της: «Πρόσδεξαι Παναγία μου το έργο των χειρών μου/ της Μαριώρας δούλης σου και δώρον ταπεινόν μου/ και βασιλείας ουρανών την πύλην την αγίαν/ άνοιξε κι εισήγαγε εμέ δι ευσπλαχνίαν».

Ο Σύλλογος Φίλων του Μουσείου επιμελήθηκε το γούρι της χρονιάς. Πρόκειται για άνθος εμπνευσμένο από λεπτομέρεια λειτουργικού υφάσματος της Συλλογής Λοβέρδου (18ος αιώνας). Διατίθεται στο πωλητήριο του Μουσείου ως ασημένιο κρεμαστό κόσμημα, καρφίτσα, σκουλαρίκια και μανικετόκουμπα.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ
Η διασημότερη κεντήστρα της Κωνσταντινούπολης λεγόταν Δεσποινέτα, έζησε τον 17ο αιώνα και είχε τεράστια φήμη που εκτεινόταν και πέραν των συνόρων της Πόλης, όπως αποδεικνύουν οι παραγγελίες που δεχόταν από μακριά. Κωνσταντινουπολίτισσες ήταν και η Μαριώρα, η Ευσεβία, η Κοκώνα, η Τζαόρια και η Γρηγοριά, που άφησαν πίσω τους μοναδικά έργα.
Οι συλλογές του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου έχουν να παρουσιάσουν σπουδαία δημιουργήματα βυζαντινής και μεταβυζαντινής χρυσοκεντητικής. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν τα εργόχειρα των μεταβυζαντινών χρόνων από την Κωνσταντινούπολη, στα οποία εστιάζεται και το θέμα του ημερολογίου του Βυζαντινού Μουσείου για το 2008, καθώς, ιδίως από τον 17ο αιώνα και μετά, η Πόλη αναδεικνύεται σε οικονομική και πνευματική πρωτεύουσα των Ρωμιών.
Σε αυτό το πλαίσιο ήταν επόμενο να αναδειχθούν και οι τέχνες κι ανάμεσά τους η χρυσοκεντητική, που σε μεγάλο βαθμό υπηρετούσε τις ανάγκες του εκκλησιαστικού βίου των Ρωμιών και της οποίας η αδιάσπαστη συνέχεια από τη βυζαντινή εποχή είναι αδιαμφισβήτητη. Οι χρυσοκεντητές αποτελούν ένα από τα πλέον ισχυρά και μεγάλα ισνάφια (συντεχνίες) της Κωνσταντινούπολης, ενώ η Πόλη εμφανίζεται να είναι σημαντικό κέντρο εργαστηριακής κεντητικής, από το οποίο προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα τα καλύτερα χρυσοκέντητα που βρίσκονται διάσπαρτα σε μονές και συλλογές.
Ξεφυλλίζοντας κανείς το ημερολόγιο του Βυζαντινού Μουσείου για το 2008, αντικρίζει κάτι οικείο και ταυτόχρονα άγνωστο, αντικρίζει τεκμήρια της πραγματικής ιστορίας που τα γράφουν οι άνθρωποι, όχι με το πινέλο ή τη γραφίδα αλλά με το βελόνι.
Τέχνη «παραγνωρισμένη και παρεξηγημένη» χαρακτηρίζει την τέχνη του βελονιού, του κεντήματος, ο διευθυντής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Δημήτρης Κωνστάντιος. «Το κόκκινο ατλάζι, τα αργυρά και χρυσά σύρματα δημιουργούν ενδύματα, σκιές, όγκους, νοητό βάθος και πλαστικότητα». σημειώνει στον πρόλογο του ημερολογίου. Παραθέτει επίσης τη γεμάτη ταπεινότητα «υπογραφή» της Μαριώρας σε ένα από τα έργα της: «Πρόσδεξαι Παναγία μου το έργο των χειρών μου/ της Μαριώρας δούλης σου και δώρον ταπεινόν μου/ και βασιλείας ουρανών την πύλην την αγίαν/ άνοιξε κι εισήγαγε εμέ δι ευσπλαχνίαν».
Ο Σύλλογος Φίλων του Μουσείου επιμελήθηκε το γούρι της χρονιάς. Πρόκειται για άνθος εμπνευσμένο από λεπτομέρεια λειτουργικού υφάσματος της Συλλογής Λοβέρδου (18ος αιώνας). Διατίθεται στο πωλητήριο του Μουσείου ως ασημένιο κρεμαστό κόσμημα, καρφίτσα, σκουλαρίκια και μανικετόκουμπα.
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ
Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014
Η Ορθοδοξία ως Θεραπεία (π. Γεώργιος Μεταλληνός)
Τί είναι η θεραπεία μέσω της πίστης μας;
Γιατί λέμε ότι η ορθοδοξία θεραπεύει; Ας δούμε τι μας λέει ο π.Γεώργιος
Μεταλληνός*, Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
π. Γ. Δ. Μεταλληνού Κοσμήτορα της Θεολ. Σχολής του Πανεπιστημίου
Αθηνών:
«Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, ως
εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την
αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή
λειτουργίας. Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη «η πατερική παράδοσις δεν
είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός
δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει
πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρική.»...
Αν θέλαμε να ορίσουμε συμβατικά τον
Χριστιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμπειρία της παρουσίας
του Ακτίστου (του Θεού) [1] μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του
κτιστού (του ανθρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». Με δεδομένη την
διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ, στην ιστορική πραγματικότητα, ο
Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα θεώσεως, όπως η
Ιατρική Επιστήμη του παρέχει την δυνατότητα διατήρησης ή αποκατάστασης
της υγείας του μέσα από μια ορισμένη θεραπευτική διαδικασία και ένα
συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ο γράφων είναι σε θέση να κατανοήσει τη
σύμπτωση ιατρικής και εκκλησιαστικής ποιμαντικής επιστήμης στο σημείο
αυτό, διότι ως διαβητικός και ως χριστιανός γνωρίζει, ότι και στις δύο
περιπτώσεις οφείλει να ακολουθήσει πιστά τα οριζόμενα εκατέρωθεν για την
επίτευξη του διπλού στόχου.
Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν
Χριστώ ζωής είναι η θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος,
μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν», αυτό
που ο Θεός είναι από την φύσιν του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυτή είναι
χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας. Δεν πρόκειται για μια ηθική βελτίωση
του ανθρώπου, αλλά για την εν Χριστώ ανα-δημιουργία, ανά-πλαση ανθρώπου
και κοινωνίας μέσα από την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με το Χριστό, ο
Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Αυτό εκφράζει η
φράση του απ. Παύλου (Β΄ Κορ. 5,17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο
ενωμένος με τον Χριστώ είναι καινούργιο δημιούργημα. Γι’ αυτό
χριστιανικά η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική «εισβολή» του
Αιωνίου και Υπέρχρονου μέσα στον ιστορικό χρόνο, είναι η αρχή ενός νέου
κόσμου, μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχίζεται ως τα
πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυθεντικών χριστιανών, δηλαδή των
Αγίων.
Η Εκκλησία ως «σώμα Χριστού» και εν
Χριστώ κοινωνία υπάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει την σωτηρία, ως
ένταξη σε αυτή την αναγεννητική διαδικασία.[2] Το σωστικό αυτό έργο της
Εκκλησίας επιτελείται με μια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε
ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί ως ένα παγκόσμιο θεραπευτήριο.
«Ιατρείον Πνευματικόν» (Πνεματικό Νοσοκομείο) ονομάζεται η Εκκλησία από
τον ιερό Χρυσόστομο (†407). Στην συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα
ερωτήματα
1) Ποια είναι η αρρώστια την οποία
θεραπεύει η χριστιανική Ορθοδοξία; 2) Ποια είναι η θεραπευτική μέθοδος
που εφαρμόζει; 3) Ποια είναι η ταυτότητα του αυθεντικού χριστιανισμού,
που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και
από κάθε μορφή θρησκείας;[3]
1. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης
είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνάμα και όλης της κτίσεως,
που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει» Ρωμ. 8.22) μαζί του. Η
διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι
χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ενότητας σύννομη
της ανθρωπότητας. (βλ. Πραξ.17.26). η Χριστιανική Ορθοδοξία δεν
κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μόνο για
τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και
εις επίγνωση αληθείς ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2.4), αφού ο Θεός είνα «σωτήρ
πάντων ανθρώπων» (Α΄ Τιμ. 4.10). η αρρώστια λοιπόν για την οποία μιλάει ο
Χριστιανισμός είναι πανανθρώπινη (Ρωμ. 5.12: «...εις πάντας ανθρώπους ο
θάνατος διήλθεν, εφ’ ω (= λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον»
(=αστόχησαν στην πορεία τους προς την θέωση. Όπως δε η πτώση (δηλαδή η
αρρώστια) είναι πανανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία – θεραπεία εξαρτάται
άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε ανθρώπου.
Η φυσική (αυθεντική) κατάσταση του
ανθρώπου προσδιορίζεται, αγιοπατερικά, από την λειτουργία μέσα του,
τριών μνημονικών συστημάτων, δύο από τα οποία γνωρίζει και ελέγχει η
επιστήμη της ιατρικής, ενώ το τρίτο είναι υπόθεση της ποιμαντικής
θεραπευτικής. Το πρώτο είναι η κυτταρική μνήμη (DNA), που καθορίζει τα
πάντα στον ανθρώπινο οργανισμό. Το δεύτερο είναι η εγκεφαλική κυτταρική
μνήμη, η λειτουργία του εγκεφάλου, που ρυθμίζει την σχέση μας με τον
εαυτό μας και το περιβάλλον. Τα δύο αυτά συστήματα γνωρίζει η επιστήμη
της ιατρικής και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία τους.
Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα ακόμη
μνημονικό σύστημα, την καρδιακή ή νοερά μνήμη, που λειτουργεί μέσα στην
καρδιά. Η καρδιά, στην Ορθόδοξη παράδοση, δεν λειτουργεί μόνο φυσικά,
ως αντλία διακίνησης του αίματος. Ακόμη κατά την πατερική διδασκαλία,
δεν είναι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα το κέντρο της
αυτοσυνειδησίας μας, αλλά η καρδιά. Διότι πέρα από τη φυσική έχει και
μια υπερφυσική λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται χώρος
κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλαδή ενέργειά Του. Βέβαια αυτό
γίνεται αντιληπτό μέσα από την εμπειρία των Αγίων και όχι με τη λογική
λειτουργία και τη διανοητική θεολόγηση.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (†1809),
ανακαιφαλαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του
«Συμβουλευτικό Εγχειρίδιον» ονομάζει την καρδιά κέντρο φυσικό,
υπερφυσικό, αλλά και παραφυσικό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί,
διότι η καρδιά κυριαρχείται από τα πάθη. Η υπερφυσική λειτουργία της
καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του
ανθρώπου, δηλαδή την θέωση του, ως πλήρη ένταξή του στην εν Χριστώ
κοινωνία.
Στην υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά
γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νου. Στον γλωσσικό κώδικα της
Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του ανθρώπου και
«οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος
γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στην θέα του Θεού ή θεοπτία. Βέβαια πρέπει
να διευκρινήσουμε ότι η γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης
και απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας
και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσιαστική διαφορά της Ορθοδοξίας από
κάθε άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού. Η ενέργεια του νου μέσα στην καρδιά
ονομάζεται «νοερά λειτουργία» (noetic faculty) της καρδιάς.
Διευκρινίζουμε, και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν
ταυτίζονται, διότι η λογική ενεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νους στην
καρδιά.
Η νοερά λειτουργία πραγματώνεται ως
αδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α΄Θεσσ. 5,17) του Αγίου Πνεύματος μέσα στην
καρδιά (πρβλ. Γαλ. 4,6 · Ρωμ.8,26· Α΄Θεσσ. 5,19), και ονομάζεται από
τους αγίους πατέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος μέσα στην
καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», ακούοντας δηλαδή στην καρδιά του την
«φωνή» (Α΄ Κορ. 14,11ε. Γαλ. 4,6.κ.α.) έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του
Θεού μέσα του (Ρωμ. 8,11). Ο Μ. Βασίλειος στη Β΄ επιστολή του λέγει,
ότι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις
γήινες φροντίδες, αλλά ο νους «αναχωρεί» προς τον Θεό. Αυτό όμως δεν
σημαίνει, ότι ο ενεργούμενος από την θεία ενέργεια πιστός αποφεύγει τις
αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία ή σε κάποια
εκ-στάση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις
οποίες ασχολείται η λογική.
Για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα
που μας αγγίζει: Ένας επιστήμονας που έχει αποκτήσει και πάλι την νοερά
λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλήματα του, ενώ ο νους
μέσα στην καρδιά διατηρεί αδιάλειπτη τη μνήμη του Θεού. Ο άνθρωπος που
διασώζει και τα τρία παραπάνω μνημονικά συστήματα είναι ο Άγιος. Αυτός
είναι ορθόδοξα ο υγιής (normal) άνθρωπος. Γι’ αυτό η θεραπεία της
Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου προς την αγιότητα.
Η μη λειτουργία ή υπολετουργία της
νοεράς ενέργειας του ανθρώπου είναι η ουσία της πτώσεως. Το περιβόητο
«προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του ανθρώπου, στην αρχή
ακόμα της ιστορικής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την
κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του. Σ’ αυτή την νοσηρά
κατάσταση μετέχουν όλοι οι απόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι
κάποιο ηθικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του
ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος
Κύριλλος Αλεξανδρείας, †444 ) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο
όπως η αρρώστια κάποιου δέντρου μεταδίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από
αυτό.
Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας ή
της μνήμης του Θεού και η σύγχυσή της με την λειτουργία του εγκεφάλου,
όπως συμβαίνει με όλους μας, υποδουλώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο
περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικισμό και
της αντικοινωνικότητα. Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος
χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της
προσωπικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Η χρήση του Θεού γίνεται με την
«θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θεού), που μπορεί να
εκφυλιστεί σε αυτοθεοποίηση του ανθρώπου («αυτείδολον εγενόμην» λέει ο
άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγαν Κανόνα» του). Η χρήση του συνανθρώπου
και κατ' επέκταση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση της με κάθε
δυνατό τρόπο. Αυτή, λοιπόν, είναι η νόσος, την οποία ζητεί να θεραπεύσει
ο άνθρωπος, εντασσόμενος ολόκληρος [4] στο «πνευματικό θεραπευτήριο»
της Εκκλησίας.
2. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας,
ως εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την
αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή
λειτουργίας. Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη «η πατερική παράδοσις δεν
είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός
δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει
πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρικήν. Η νοερά ενέργεια της
ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα
φυσιολογικό όργανον, που όλοι το έχουν και το οποίο χρειάζεται
θεραπεία. Ούτε η φιλοσοφία, ούτε καμία των γνωστών θετικών ή κοινωνικών
επιστημών δύναται να θεραπεύσει το όργανον αυτό [...] Δια τούτο ο
αθεράπευτος δεν γνωρίζει ούτε καν την ύπαρξη αυτού του οργάνου».
Η ανάγκη θεραπείας του ανθρώπου, κατά
τα παραπάνω, είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την
αποκατάσταση του κάθε ανθρώπου στη φυσική του ύπαρξη με την ενεργοποίηση
και της τρίτης μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνεται όμως και στην
κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως
αδερφός με τον συνάνθρωπό του, πρέπει η ιδιοτέλειά του, που λειτουργεί
τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ Α΄ Κορ. 13,8: «η
αγάπη... ου ζητεί τα εαυτής». Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού
Θεού (Ρωμ.5,8· Α΄ Ιωαν.5,7 ε.), που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’
αυτό και το κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η
«κοινοκτημοσύνη», αλλά η «ακτημοσύνη», ως αυτοπαραίτηση από κάθε
απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δικαιοσύνη.
Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται
από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η
πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των
μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονομημένης και
νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεώς μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό
ή αιώνιο θάνατος, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από την Χάρη του Θεού. Η
άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική
δουλεία στις νοσογόνες εστίες του ανθρώπου και να μετάσχουμε στο σταυρό
του Χριστού και στην ανάστασή του. Ο Χριστιανός ασκούμενος υπό την
καθοδήγηση του Θεραπευτή- Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης
που δέχεται με την μετοχή του στην μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού
σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει
θεραπευμένος άνθρωπος, που δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε
ο γιατρός του.
3. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες
σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:
α) Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο.
Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία αλλά θρησκεία. Οι κληρικοί, εκλεγόταν
αρχικά από τους θεραπευμένους, για να λειτουργούν ως θεραπευτές. Η
θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές,
που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν την
Εκκλησία των Αποστολικών χρόνων.
β) Οι επιστήμονες της Εκκλησιαστικής θεραπείας είναι ήδη θεραπευμένοι.
Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής.
Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής και
ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της ιατρικής θεραπευτικής (Πατέρες
και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της
Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.
γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγχώρηση αμαρτιών για την
είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με
το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά
θάνατον! Η Εκκλησία δεν μπορεί να στείλει κάποιον στον παράδεισο ή στην
κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δεν είναι τόποι, αλλά τρόποι
υπάρξεως. Η Εκκλησία, θεραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να
βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο Φώς Του ως παράδεισος και όχι
ως κόλαση, δηλαδή «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12,29). Και αυτό, φυσικά,
αφορά σε κάθε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώνια τον
Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.
δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων
της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). Έτσι,
διαφοροποιείται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον
κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο της ποιμαντικής θεραπευτικής της Εκκλησίας
είναι η επίτευξη της πνευματικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας
προς την θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στην μεταθανάτια ζωή, αλλά
συντελείται στη ζωή του ανθρώπου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο (hinc et nunc).
Αυτό διαπιστώνεται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων, που νικούν την
βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτανήσου: Σπυρίδωνος,
Γερασίμου, Διονυσίου και Θεοδώρας της Αυγούστας.
Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη
παράδοση μας οι αδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της
ολοκληρώσεως δηλαδή της ασκητικής θεραπευτικής της Εκκλησίας. Θα
παρακαλούσα δε τον ιατρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την
περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχτεί
επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής
Χάρης, διότι τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού
συστήματος, σταματά αυτόματα και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία.
Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύματα ως
αποδείξεις της θεώσεως διότι ανήκουν σε άλλη σφαίρα.
ε) Τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα)
δεν κωδικοποιούν κάποια Χριστιανική ιδεολογία, αλλά έχουν θεραπευτικό
χαρακτήρα λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική
επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η
απλή ανάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού
στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την
περίπτωση που ο ασθενής καταφεύγει στον γιατρό με ισχυρούς πόνους, και
εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο
χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του
κεφάλαιο.
Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία.
Δεν έχει σημασία αν την αποδέχεται κανείς ή όχι. Αναφερόμενος όμως σε
επιστήμονες προσπάθησα, ως εν επιστήμη συνάδελφος, να απαντήσω
επιστημονικά στο ερώτημα «τι είναι η Ορθοδοξία». Κάθε άλλη εκδοχή για
τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω και αν θέλει
να προβάλλεται σαν Ορθοδοξία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Π. Ιωάννου Σ.
Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας. Θσσαλινίκη 1984.
Του ιδίου, Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η
θεραπεία της., στον τόμο. Ορθοδοξία, Ελληνισμός... Εκδ. Ιεράς Μονής
Κουτλουμουσίου, Β΄ τόμος, 1996, σ.67-87.
Του ιδίου Church synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ.63 (1992)
421-450 και Ελληνικά, τ.66 (1995) 646-680.
Π Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μητροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία,
Έδεσσα 1986.
Του ιδίου, Μικρά είσοδος στην Ορθόδοξη Πνεύματικότητα, Αθήνα 1992.
Του ιδίου, Υπαρξιακή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λειβαδιά 1995.
Ακόμη οι σχετικές κατά καιρούς δικές μας μελέτες, όπως π.χ. Γ. Δ.
Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθήνα 1986. Θεολογική
μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αθήνα 1996 κ.α. Στα βιβλία αυτά
βρίσκει κανείς και τη λοιπή βιβλιογραφία.
Σημειώσεις- επεξηγήσεις
1. Άκτιστος (=αδημιούργητος. άπλαστος στην λαϊκή γλώσσα) είναι μόνο ο
Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, δημιουργία, με κορυφαίο τον
άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπαντική» δύναμη κατά την γλώσσα της Νέας
Εποχής («όλοι ένα, όλοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του
σύμπαντος, όντας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο (Das ganz Andere).
Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Και γι’
αυτό το Άκτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.
2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του Β΄ αιώνα, Ο Ποιμήν του Ερμά,
λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χριστού, πρέπει να
είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!
3. Κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την επιστροφή
στη «φιλοκαλική» (θεραπαυτικοακουστική) θεώρηση της Πίστης μας, σε
ακαδημαϊκό μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε «ταύτιση» Ακτίστου και
κτιστού, όπως συμβαίνει στην ειδωλολατρεία. Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος
προβάλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις-νοήματα) στο χώρο του θείου,
«κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη
Πατερική Ορθοδοξία.). σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός»
του «θείου» και, τελικά, η «χρήση» του θεού προς ίδιον όφελος (μαγική
σχέση: do, ut des ). Στη δική μας, όμως, παράδοση, ο Θεός μας δεν έχει
ανάγκη «εξευμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν.
4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α΄Ιωάν. 4,16) και μάλιστα
ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δεν ζητεί τίποτε από τα πλάσματά Του.
Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης που
υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.
4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λόγος: «Εαυτούς
και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης
ένταξη γίνεται κατά κανόνα στις Μονές, όταν λειτουργούν Ορθόδοξα,
φυσικά. Γι’ αυτό οι Μονές (π.χ. οι αγιορείτικες) μένουν πρότυπα για τις
ενορίες του «κόσμου».
*Ο π. Γ. Δ. Μεταλληνός Κοσμήτορας της
Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το
1940 και περάτωσε εκεί την εγκύκλιο παιδεία του (1958). Σπούδασε
Θεολογία (1958-1962) και κλασσική φιλολογία (1964-1967) στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών από όπου έλαβε τα πτυχία θεολογίας και Φιλολογίας.
Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, (1963-1965), διορίστηκε
επιστημονικός βοηθός στην έδρα Πατρολογίας και το 1969 μετέβη για
μεταπτυχιακές σπουδές στην τότε Δυτική Γερμανία (Βόννη και Κολωνία),
όπου έμεινε μέχρι το 1975. Ενδιάμεσα έκανε σπουδές και έρευνες αρχειακές
στην Αγγλία. Το 1971 εισήλθε στις τάξεις του κλήρου στη Γερμανία και
έγινε διδάκτωρ Θεολογίας (Αθήνα) και Φιλοσοφίας – Ιστορίας (Κολωνία).
Από το 1984, καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών
διδάσκοντας «Ιστορία του Πνευματικού Βίου κατά την μεταβυζαντινή
περίοδο», «Ιστορία και Θεολογία της Λατρείας» και «Βυζαντινή Ιστορία».
Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής από 1/9/2004 έως 31/8/2007,
οπότε και αφυπηρέτησε, διατελών πλέον ως Ομότιμος Καθηγητής.
Λειτουργεί στον ιερό ναό (Άγιος Αντίπας) της Οδοντιατρικής Σχολής.
Είναι μύθος η άποψη ότι η ιδεολογία της Χρυσής Αυγής αντίκειται στον Χριστιανισμό;

Ίσως κάποιος αναγνώστης να αναρωτηθεί γιατί
αναφερόμαστε με την ανάρτηση αυτή στην Χρυσή Αυγή κι όχι στα άκρα της άλλης
πλευράς. Αφού διαβάσει βέβαια ο αναγνώστης τα όσα φρικτά έχουν γραφτεί από τους ηγέτες
της Χ.Α. ενάντια στην Ορθόδοξη πίστη θα καταλάβει.
Όμως,
να τονίσουμε κατηγορηματικά ότι είμαστε ενάντια σε κάθε
μορφής βίας, συνεπώς και στον Σταλινισμό και στην δικτατορία του
προλεταριάτου
και σε κάθε άκρο, που αντί για την Αγάπη πρεσβεύει το μίσος και
θεωρεί
ότι «ο οποισδήποτε σκοπός αγιάζει τα μέσα». Επίσης
διαφωνούμε κάθετα
με την βία που επιχειρεί να δικαιολογήσει ο
φονταμενταλιστικός προτεσταντικός
«χριστιανισμός», και με οποιουδήποτε είδους «σταυροφορία»,
διαφωνούμε με κάθε
μορφής ολοκληρωτισμό, κόκκινο, μαύρο, θρησκευτικό, ισλαμικό κλπ.
Αγαπάμε την πατρίδα μας και τον πολιτισμό μας σε όλη την
μακραίωνη ιστορία της, αλλά διαφωνούμε με τις ακραίες αρχαιολατρικές θρησκείες
του μίσους και του παραλογισμού.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι μια ακόμα θρησκεία, αλλά ζωντανή σχέση με τον Σταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό, στον Τριαδικό Θεό της Αγάπης, όπως καταγράφται από την ζωντανή παράδοση των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας και διατυπώνεται στο Ευαγγέλιο.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι μια ακόμα θρησκεία, αλλά ζωντανή σχέση με τον Σταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό, στον Τριαδικό Θεό της Αγάπης, όπως καταγράφται από την ζωντανή παράδοση των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας και διατυπώνεται στο Ευαγγέλιο.
Απόσπασμα από άρθρο του Βασίλη Αργυριάδη,
που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ (Μάρτιος 2013) με τίτλο, «Τέσσερις
πλάνες κι ένα βιβλίο». (Το άρθρο έχει με αφορμή το βιβλίο «Μαύρη Βίβλος της
Χρυσής Αυγής» του Δημ. Ψαρρά, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2012)
… Για την ιδεολογία της Χρυσής
Αυγής ο χριστιανισμός είναι τμήμα του «απεχθούς» Εβραϊσμού. Αναφέρει
η Διακήρυξη
των Ιδεολογικών Αρχών τους: «Ο Ιουδαιοχριστιανισμός... με
το ισοπεδωτικό του μικρόβιο και το μεσσιανικό του κήρυγμα, έφθειρε
και ανέτρεψε τις παραδοσιακές δομές των αρχαίων κοινωνιών... Έτσι αυτή η θρησκεία των δούλων
και των Εβραίων προσέλαβε τις διαστάσεις μιας οριζόντιας επιδημίας
που σταδιακά πρόσβαλε ολους τους λαούς της Ευρώπης, για να καταστεί
στη συνέχεια και για πολλούς αιώνες το δεσμωτήριο του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού»
[σ. 238].
Και στο περιοδικό τους οι χρυσαυγίτες
δηλώνουν απερίφραστα το 1981: «Είμαστε
παγανιστές γιατί στη θέση των ηρώων και των φιλοσόφων μας δεν θα μπορέσουμε
ποτέ να βάλουμε προφήτες σκοτεινούς και βασιλιάδες αιμοσταγείς ενός
άξεστου νομαδικού λαού... Είμαστε εξτρεμιστές γιατί η ιστορία
γράφεται από παράτολμους δημιουργούς με μεταφυσικές παρορμήσεις
και όχι από φιλήσυχα ανθρωπάκια, υπηρέτες της Εβραϊκής σαπίλας»
[σ. 39].
Το «άνοιγμα» που έχει κάνει
στην Ορθοδοξία η Χ.Α., από τη στιγμή που εισήλθε στο κοινοβούλιο, έχει
συγκεκριμένη ερμηνεία: «Πιστεύουμε σε έναν Ελληνικό Χριστιανισμό...»,
γράφει ο Ν. Μιχαλολιάκος, «Βλέπουμε
στη γλυκιά μορφή της Παναγίας-Στρατηγού την Παλλάδα-Αθηνά (!), βλέπουμε
στην εορτή των Χριστουγέννων την
ημέρα του Ανίκητου Ήλιου (!), στην
ημέρα της Αναστάσεως όχι το εβραϊκό Πάσχα, αλλά τα ανθεστήρια (!)»
[σ. 248].
Το «άνοιγμα» έχει επίσης συγκεκριμένα
πλαίσια (τα πλαίσια που έχει ήδη θέσει στην ιστορία η ναζιστική Γερμανία):
«Οφείλουμε να θυμηθούμε τη στάση
που κράτησε απέναντι στη θρησκεία η Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία
του Τρίτου Ράιχ... Λέγοντας οι Γερμανοί Εθνικοσοσιαλιστές ότι
πιστεύουν σε ένα "θετικό χριστιανισμό" εννοούσαν ακριβώς
αυτό: ότι η θρησκεία είναι επιθυμητή, εφόσον δεν στέκεται εμπόδιο
στις εθνικές και φυλετικές επιδιώξεις του Κράτους», αναφέρει το περιοδικό
έντυπο της Χ.Α. [σ. 230]. Με άλλα λόγια, για τη Χ.Α., ο χριστιανισμός
είναι ανεκτός, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποκηρύξει τον πυρήνα
της Καινής Διαθήκης και ολόκληρη την Παλαιά...
Ας μας επιτραπεί στο σημείο αυτό να εκθέσουμε
κάποια ακόμη ντοκουμέντα του βιβλίου του Δημήτρη Ψαρρά, ζητώντας εκ προοιμίου συγγνώμη
από τους ευαίσθητους αναγνώστες, για κάποιες ολότελα ανάρμοστες εκφράσεις
που τα ντοκουμέντα αυτά περιλαμβάνουν.
Ποίημα του Νίκου Μιχαλολιάκου: «Σιγή στο δάσος παγερή, οσμή εγκλήματος·/ σύλληψις της στιγμής
και ανθρωποθυσία./ Τραγόμορφος επρόβαλε του Μύθου νοσταλγός,/ Σατανικά
υπέροχος, ο Μέγας Παν./ Ώρα του δειλινου, το σκότος ανατέλλει/ και οι
εξόριστοι της μέρας/ οι εωσφόροι, οι ποιητές ξυπνούνε·/ ηδονικά με
βλέμμα κόκκινο, θολό τυραγνισμένο/ μιά κίτρινη Σελήνη που προβάλλει
αντικρίζουν/ και τα στοιχειά της νύχτας ξαναζούνε,/ οι μονομάχοι, οι
κρεμασμένοι και οι συνωμότες./ Και Αυτός στη μέση του Ναού,/ στο κέντρο
της τεράστιας αιμάτινης κηλίδας,/ στο βάθρο του Βωμού./ Τραγόμορφος,
Σατανικά υπέροχος/ την ώρα δοξάζει της θυσίας,/ των ευγενών ενστίκτων
και της βίας,/ Αυτός ο Αιώνιος Κυβερνήτης, ο Μέγας Παν». Το ποίημα φέρει
τον τίτλο «Ο Μέγας Παν» και όλως περιέργως θυμίζει το διάσημο έργο «Ύμνος
στον Πάνα», του διαβόητου σατανιστή του 20ου αιώνα Άλιστερ Κρόουλι.
Η ομοιότης θα ήταν
σύμπτωση απλή (έστω και «διαβολική»), αν η αποκρυφιστική οργάνωση
του Άλιστερ Κρόουλι (της οποίας μέλος, κατά τη διεθνή νεοναζιστική
παραφιλολογία, ήταν και ο Αδόλφος Χίτλερ) δεν έφερε το όνομα Ερμητικό
Τάγμα της Χρυσής Αυγής [σσ. 286-288 και 276),
Σε μια άλλη ποιητική συλλογή (του Οδυσσέα Πατεράκη), ο Πρόλογος
είναι γραμμένος από
τον Νίκο Μιχαλολιάκο. Στη συλλογή αυτή περιέχεται
το εξής στιχούργημα: «Σκύψε·
τα χέρια σου άπλωσε και πάρε την ψυχή μου-/ σ' εσένα ανήκει,
ω Σατανά, κι εδώ και μπρος και πάντα,/ γιατί το τόλμησα κι εγώ, το πως
να το ρωτήσω,/ γίνεται να 'ναι δίκαιος, ο δημιουργός της πλάσης». Η ποιητική συλλογή φέρει τον εύγλωττο τίτλο Το
Αστραφτερό σκοτάδι του Εωσφόρου και στον Πρόλογο
έχει γράψει γι' αυτή ο Νίκος Μιχαλολιάκος: «Εκείνο το οποίο προσωπικώς
περισσότερο τιμώ εις το Αστραφτερό σκοτάδι του Εωσφόρου είναι η Πνευματική Τόλμη και η Ιδεολογική Συνέπεια. Η Πνευματική
Τόλμη ενός νέου ανθρώπου να μην υπολογίζει τον σκοταδισμόν είκοσι
αιώνων και να τολμά αναφοράς εις τους παλαιούς απωλεσθέντας παραδείσους,
οι οποίοι συγχρόνως είναι και οι μελλοντικοί κόσμοι των ονείρων μας,
τα οποία με την βούλησίν μας θα γίνουν πραγματικότης» [σ. 289].
Ο βουλευτής και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Χ.Α. Γιώργος Γερμένης (γνωστός και με το ψευδώνυμο «Καιάδας») παραβρέθηκε στις 8.9.2012 στο Πανηγύρι της Παναγίας Παντοβασίλισσας στη Ραφήνα, επικεφαλής κλιμακίου της Χ.Α. (ήταν τότε που έγιναν και τα επεισόδια με τους μικροπωλητές). Η δήλωση που έκανε στις τηλεοπτικές κάμερες κρίθηκε ευσεβής: «Ηρθαμε κι εμεις να τιμήσουμε την Παναγία», ειπε. Εντούτοις, η άλλη ιδιότητα και δράση του εν λόγω βουλευτή θέτει εν αμφιβόλω την ειλικρίνεια της τηλεοπτικής δήλωσης: ο Γιώργος Γερμένης είναι μέλος του ελληνονορβηγικού συγκροτήματος Naer Mataron (black metal ονομάζεται ή μουσική που παίζουν) και ένα από τα τραγούδια του αναφέρει ενδεικτικά: «... Για μισό εκατομμύριο χρόνια ο Θεός καθότανε/ και έβλεπε τον ένα να βγάζει το μάτι του αλλουνού/ Και μόνο τότε είχε τη λαμπρή ιδέα/ να στείλει τον ....* γιο του, τον ....* Ιησού Χριστό/ Αλλά τώρα θριαμβεύει ο Διάβολος/ Θ' αφήσουμε την εκκλησία να σαπίσει/ και θα σφάξουμε στην αγία τράπεζά τους τους ηλίθιους...» [σσ. 305-307].
πηγή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


