Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015
Αμαρτήσαμε, Κύριε, ανομήσαμε...

«Αμαρτήσαμε, Κύριε, ανομήσαμε, ασεβήσαμε. Λησμονήσαμε τις εντολές σου και πορευθήκαμε σύμφωνα με τη δική μας πονηρή σκέψη.
Συμπεριφερθήκαμε ανάξια προς την κλήση μας και προς το Ευαγγέλιο του Χριστού σου.
Περιφρονήσαμε τη θεία Του συγκατάβαση και τα άγια παθήματά Του, που για χάρη μας υπέμεινε.Ντροπιαστήκαμε μπροστά στον αγαπητό σου Υιό.
Κλήρος και λαός απομακρυνθήκαμε από κοντά σου και όλοι βρισκόμαστε μακριά από Σένα.
Όλοι παρεκτραπήκαμε, ναι, όλοι, και γίναμε ανάξιοι.
Κανένας μας, μα ούτε ένας δεν εφαρμόζει δικαιοσύνη και δεν αποφασίζει δίκαια.
Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της ευσπλαχνίας σου και της φιλανθρωπίας σου και της στοργικής σου αγάπης, Θεέ μας, εξαιτίας της κακίας και της πονηρίας μας, που εκδηλώθηκε στα καθημερινά μας έργα και στις συνήθειές μας.
Συ είσαι γεμάτος αγάπη και αγαθότητα, αλλά εμείς γίναμε παραβάτες του νόμου σου.
Συ είσαι μακρόθυμος, αλλά εμείς άξιοι για πολλές τιμωρίες. Γνωρίζουμε την αγαθότητά σου, μολονότι εξακολουθούμε να φερόμαστε ασύνετα.
Λίγο μας έχεις τιμωρήσει σε σύγκριση με το πλήθος των αμαρτιών μας.
Συ εμπνέεις φόβο, και ποιος μπορεί να αντισταθεί στη δύναμή σου;
Εάν θελήσεις να φανερώσεις τη δύναμή σου, τρόμος θα καταλάβει ακόμη και τα όρη.
Αλλά και στο μέγεθος της δυνάμεώς σου ποιος ποτέ θα έχει το θάρρος να αντιπαραταχθεί; Εάν κλείσεις τον ουρανό, ποιος μπορεί να τον ανοίξει; Και αν ανοίξεις τους καταρράκτες σου, ποιος θα βρεθεί να τους συγκρατήσει;
Πολύ εύκολο είναι σε Σένα να κάνεις σε μια στιγμή τον πλούσιο ζητιάνο και τον φτωχό πλούσιο, να δώσεις ζωή σ’ όποιον δεν έχει και να οδηγήσεις στον θάνατο αυτό που είναι γεμάτος υγεία, να πατάξεις με ασθένεια, αλλά και να θεραπεύσεις.
Και μόνο να θελήσεις κάτι, αυτό έχει γίνει κιόλας πράξη τελειωμένη.
Κάνε, Κύριε, να κοπάσει η οργή σου. Δώσε άφεση, Κύριε, συγχώρησε, Κύριε.
Μη μας καταδικάσεις ολοκληρωτικά για τις ανομίες μας.
Είμαστε και μεις λαός σου και γνήσιοι κληρονόμοι σου.
Γι’ αυτό τιμώρησέ μας, αλλά με επιείκεια και αγάπη και όχι με τον θυμό σου. Αμήν.
Θεέ μου σ' αγαπώ.»
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Διδάσκοντας αρχαία ελληνικά στο δημοτικό σχολείο
Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος Κιλκίς
«Η θητεία μου στην ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική
μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία, μεταξύ
λέξεων και εννοιολογικού περιεχομένου»
Βέρνερ Χάισεμπεργκ, Γερμανός φιλόσοφος, για την αρχαία ελληνική γλώσσα
Βέρνερ Χάισεμπεργκ, Γερμανός φιλόσοφος, για την αρχαία ελληνική γλώσσα
Δεν το κρύβω και δεν το γράφω προς καύχηση-εν οίδα ότι ουδέν ειμί-
ότι εδώ και πολλά χρόνια, διδάσκω αρχαία ελληνικά. Όταν παίρνω Ε’ και
Στ’ δημοτικού, αφιερώνω μία ώρα του εβδομαδιαίου προγράμματος στην
διδασκαλία της, κατά τον Κικέρωνα, «γλώσσας των θεών».
Η ώρα, την οποία «κλέβω» από το πρόγραμμα είναι της «Ευέλικτης
Ζώνης». Ας μην ρωτήσει κάποιος τι είναι αυτή η «Ευέλικτη Ζώνη», γιατί
και ο ίδιος ακόμη δεν κατάλαβα. Αυτό που ξέρω είναι ότι στο πρόγραμμα
που δίνω στους μαθητές μου, σβήνω την «Ευέλικτη Ζώνη» και γράφω αρχαία
ελληνικά. Τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά, οι μικροί μαθητές με
κατάνυξη, θα έλεγα, και με καμάρι «τριγυρίζουν όπως η μέλισσα γύρω από
ένα άγριο λουλούδι» (Βρεττάκος), την πάντερπνη γλώσσα μας και χαίρονται
τους χυμούς και τα αρώματά της.
Τους εξηγείς ότι εργάστηκαν «μακριές σειρές προγόνων, που δούλεψαν
την φωνή, την τεμάχισαν σε κρίκους, την κάμαν νοήματα, την σφυρηλάτησαν
όπως το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κι έγινε Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια κι
άλλα κοσμήματα», κατά τον θαυμάσιο Νικ. Βρεττάκο, και ότι αυτοί έχουν το
μοναδικό παγκοσμίως προνόμιο να μπορούν να την διαβάζουν στο πρωτότυπο
και να την – κατά το δυνατόν – κατανοούν. Και καμαρώνουν και αισθάνονται
«εθνικά υπερήφανοι», για να χρησιμοποιήσω μία φράση που απεχθάνεται ο
νεοταξικός συφερτός.
Με ρώτησαν κάποιοι φίλοι και συνάδελφοι πώς την διδάσκω; (Ας μου συγχωρεθεί το πρώτο πρόσωπο).
Παραθέτω ένα σχεδιάγραμμα διδασκαλίας, με την επισήμανση πως δεν είμαι φιλόλογος, οι σπουδές μου περιορίζονται στην Θεολογία και την Παιδαγωγική. Μελετώ όμως τα αρχαία «διά βίου» και παλεύω να μεταγγίσω αυτήν μου την αγάπη και τον σεβασμό στους μαθητές μου. Νομίζω ότι είναι μία πράξη αντίστασης, εν μέσω της περιρρέουσας αποκολοκύνθωσις και ημιμάθειας.
Κατ’ αρχάς τα κείμενα που χρησιμοποιώ είναι κυρίως μύθοι του Αισώπου και Ευαγγελικές Περικοπές.
Με ρώτησαν κάποιοι φίλοι και συνάδελφοι πώς την διδάσκω; (Ας μου συγχωρεθεί το πρώτο πρόσωπο).
Παραθέτω ένα σχεδιάγραμμα διδασκαλίας, με την επισήμανση πως δεν είμαι φιλόλογος, οι σπουδές μου περιορίζονται στην Θεολογία και την Παιδαγωγική. Μελετώ όμως τα αρχαία «διά βίου» και παλεύω να μεταγγίσω αυτήν μου την αγάπη και τον σεβασμό στους μαθητές μου. Νομίζω ότι είναι μία πράξη αντίστασης, εν μέσω της περιρρέουσας αποκολοκύνθωσις και ημιμάθειας.
Κατ’ αρχάς τα κείμενα που χρησιμοποιώ είναι κυρίως μύθοι του Αισώπου και Ευαγγελικές Περικοπές.
Τι κάνω λοιπόν; (Έχω έτοιμα περίπου 30 μαθήματα).
Φωτοτυπώ και μοιράζω το κείμενο. Για παράδειγμα: «Κοχλίαι: Γεωργού παις κοχλίας ώπτει. Ακούσας δε αυτών τριζόντων έφη: ω, κάκιστα ζώα, των οικιών υμών εμπιπραμένων αυτοί άδετε; Ο λόγος δηλοί ότι παν το παρά καιρόν δρώμενον επονείδιστον».
Αφού γίνει, μία καλά, ορθή και αργή ανάγνωση από τον δάσκαλο, ζητώ από κάποιους μαθητές να προσπαθήσουν να το διαβάσουν μεγαλοφώνως. (Τους προτρέπω να πράξουν το ίδιο στο σπίτι τους ως άσκηση ορθοφωνίας, ευκρινούς προφοράς και άρθρωσης).
Φωτοτυπώ και μοιράζω το κείμενο. Για παράδειγμα: «Κοχλίαι: Γεωργού παις κοχλίας ώπτει. Ακούσας δε αυτών τριζόντων έφη: ω, κάκιστα ζώα, των οικιών υμών εμπιπραμένων αυτοί άδετε; Ο λόγος δηλοί ότι παν το παρά καιρόν δρώμενον επονείδιστον».
Αφού γίνει, μία καλά, ορθή και αργή ανάγνωση από τον δάσκαλο, ζητώ από κάποιους μαθητές να προσπαθήσουν να το διαβάσουν μεγαλοφώνως. (Τους προτρέπω να πράξουν το ίδιο στο σπίτι τους ως άσκηση ορθοφωνίας, ευκρινούς προφοράς και άρθρωσης).
Στην συνέχεια τους ζητώ να υπογραμμίσουν ποιες λέξεις αναγνωρίζουν. Σε κάθε κείμενο αγγίζουμε σχεδόν το 90% των λέξεων.
Στο παραπάνω κείμενο υπογράμμισαν, κατά μέσο όρο, τις λέξεις: γεωργού, παις, ακούσας, αυτών, κάκιστα, τριζόντων, ζώα, οικιών, λόγος, παρά, καιρόν. (Αν ήμασταν στην Κρήτη θα αναγνώριζαν και τους κοχλιούς, τα σαλιγκάρια).
Στο παραπάνω κείμενο υπογράμμισαν, κατά μέσο όρο, τις λέξεις: γεωργού, παις, ακούσας, αυτών, κάκιστα, τριζόντων, ζώα, οικιών, λόγος, παρά, καιρόν. (Αν ήμασταν στην Κρήτη θα αναγνώριζαν και τους κοχλιούς, τα σαλιγκάρια).
Στην συνέχεια βοηθώντας διακριτικά τα παιδιά, τους παρωθώ να
μεταφράσουμε, όλοι μαζί, το κείμενο για να καρπωθούν αυτά την χαρά της
αποκάλυψης του κειμένου.
«Σαλιγκάρια: Το παιδί ενός γεωργού έψηνε σαλιγκάρια κι ακούγοντάς τα να τρίζουν, είπε: Ε, κάκιστα ζώα, τα σπίτια σας καίγονται και εσείς τραγουδάτε. Ο μύθος σημαίνει ότι είναι αξιοκατάκριτο καθετί που γίνεται παράκαιρα». (Νιώθω χαρά βλέποντας την ικανοποίηση και την έκπληξη των παιδιών κατά την μετάφραση. Ανοίγεται ένα παράθυρο και ατενίζουν το ένδοξο παρελθόν, «τις αμμουδιές του Ομήρου»).
Στην συνέχεια έπεται το ωραιότερο: η ετυμολογία, σκαλίζουμε τις γενέθλιες λέξεις της ελληνίδας γλώσσας, το φως του πολιτισμού μας φεγγοβολά στην αίθουσα. (Και η αίθουσα, από το ρήμα «αίθω» παράγεται, που σημαίνει καίω, φωτίζω. Εξ ου και αίθριος και αιθίοψ, από τα αίθω+όψη).
«Σαλιγκάρια: Το παιδί ενός γεωργού έψηνε σαλιγκάρια κι ακούγοντάς τα να τρίζουν, είπε: Ε, κάκιστα ζώα, τα σπίτια σας καίγονται και εσείς τραγουδάτε. Ο μύθος σημαίνει ότι είναι αξιοκατάκριτο καθετί που γίνεται παράκαιρα». (Νιώθω χαρά βλέποντας την ικανοποίηση και την έκπληξη των παιδιών κατά την μετάφραση. Ανοίγεται ένα παράθυρο και ατενίζουν το ένδοξο παρελθόν, «τις αμμουδιές του Ομήρου»).
Στην συνέχεια έπεται το ωραιότερο: η ετυμολογία, σκαλίζουμε τις γενέθλιες λέξεις της ελληνίδας γλώσσας, το φως του πολιτισμού μας φεγγοβολά στην αίθουσα. (Και η αίθουσα, από το ρήμα «αίθω» παράγεται, που σημαίνει καίω, φωτίζω. Εξ ου και αίθριος και αιθίοψ, από τα αίθω+όψη).
Το γεωργός από γη+έργον και καταλήγουμε στην γεωργία, στον Γεώργιο,
στην γεωγραφία, στην γεωμετρία, στο γεωτρύπανο (λέξεις που βρήκαν τα
παιδιά). Παραγωγή λόγου και εκμάθηση του πρώτου συνθετικού «γέω», το
οποίο σημαίνει γη, πράγμα που πριν αγνοούσαν.
Το ίδιο με την λέξη «παις», απ’ όπου το παιδί, το παιχνίδι, παιδεία, παιδίατρος, παιδαγωγός.
Τους λες ότι κανείς σήμερα δεν λέει «πάω στην οικία μου», όμως λέμε οικογένεια, οικοδέσποινα, οικοδομή, οικονομία.
Το ίδιο με την λέξη «παις», απ’ όπου το παιδί, το παιχνίδι, παιδεία, παιδίατρος, παιδαγωγός.
Τους λες ότι κανείς σήμερα δεν λέει «πάω στην οικία μου», όμως λέμε οικογένεια, οικοδέσποινα, οικοδομή, οικονομία.
(Δράτεσσαι της ευκαιρίας και εξηγείς ότι η οικονομία παράγεται από το
οίκος+νέμω, που σημαίνει μοιράζω, αλλά και διοικώ και καταλήγουμε στον
νόμο και ότι σήμερα καταστράφηκε η οικο-νομία μας, γιατί δεν διοικεί ο
νόμος, αλλά οι άνομοι και παράνομοι, που νέμονται το δημόσιο ταμείο).
Τους εξηγείς ότι το «εμπιπραμένων» παράγεται από το «πίμπρημι» και φτάνουμε στον εμπρησμό.
Τους λες ότι «άδω» σημαίνει ψάλλω και τραγουδώ και ανοίγεται μπροστά μας ένα απέραντο φύλλωμα λέξεων: κωμωδία, ωδείο, μελωδία, τραγωδία (βάζεις και την λέξη «τράγος» και… αμηχανούν) και αηδόνι και αυδή, που σημαίνει φωνή, η οποία διασώζεται στο επίθετο άναυδος και στο απηύδησα.
Τους εξηγείς ότι το «εμπιπραμένων» παράγεται από το «πίμπρημι» και φτάνουμε στον εμπρησμό.
Τους λες ότι «άδω» σημαίνει ψάλλω και τραγουδώ και ανοίγεται μπροστά μας ένα απέραντο φύλλωμα λέξεων: κωμωδία, ωδείο, μελωδία, τραγωδία (βάζεις και την λέξη «τράγος» και… αμηχανούν) και αηδόνι και αυδή, που σημαίνει φωνή, η οποία διασώζεται στο επίθετο άναυδος και στο απηύδησα.
Η ώρα δεν φτάνει. Κρατάμε 5-10 λεπτά για την κυρα-Γραμματική. (Πολλές
φορές, για να εξοικειωθούν με τα στολίδια του λόγου, τους τόνους και τα
πνεύματα, τους δίνω ένα κείμενο «γυμνό» από αυτά και τους λέω τι
βάζουμε. Δυσκολεύονται στην αρχή να θέσουν, για παράδειγμα, την δασεία
και την οξεία στην λέξη «Έλληνας», όμως, μαθαίνουν και πολύ γρήγορα). Το
κουδούνι χτυπά, τα παιδιά βγαίνουν «άδοντας» στην αυλή και ο δάσκαλος
σκέφτεται με θλίψη γιατί να μην υπάρχει αυτό το «πανηγύρι» στο Αναλυτικό
Πρόγραμμα. Η απάντηση είναι απλή. Παιδεία φτιάχνεις με οράματα και όχι
με προγράμματα. Η πατρίδα θέλει αναλυτικό… όραμα και εμείς
«μουρμουρίζουμε σπασμένες λέξεις από ξένες γλώσσες» (Σεφέρης). Στην
αίθουσα όμως δεν μπαίνει το υπουργείο να διδάξει, μπαίνει ο δάσκαλος.
Κλείνει την πόρτα και… «γεωργού παις κοχλίας ώπτει». Με το υπουργείο, θα
ασχολούμαστε τώρα, με τους γκρεμιστές της Παιδείας…
Ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Καί του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά περί του ισλάμ
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς ἀποκαλεῖ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸν
Μαμὲδ (Μωάμεθ) ψευδοπροφήτη καὶ τὸν κατηγορεῖ ὅτι συνέστησε τὴν αἵρεσή
του ὕστερα ἀπὸ μιὰ ἐπιφανειακὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μιὰ συνομιλία μ’
ἕνα Ἀρειανὸ μοναχὸ καὶ ἀφοῦ διέδωσε τὴν ψεύτικη φήμη ὅτι ὅλ’ αὐτά, ποὺ
θέσπισε, εἶναι θεόσταλτα. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο κατάφερε νὰ παρασύρει τὸν
λαό. Καυστικότατο εἶναι τὸ σχόλιο τοῦ Ἁγίου ὅτι ὅλα τὰ θεσπίσματα τοῦ
βιβλίου τοῦ Μωάμεθ, δηλαδὴ τοῦ Κορανίου, εἶναι «γέλωτος ἄξια», τὸ ὁποῖο
καθιέρωσε στὸ ἔθνος του χρησιμοποιώντας ὡς ὄργανο τὴν δῆθεν θεοσεβὴ καὶ
ἠθικὴ πολιτεία του.
Μέχρι ἐδῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταφέρνει νὰ δημιουργήσει τὴν σαφὴ ἀντίληψη
στὸν ἀναγνώστη ὅτι ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕνα αἱρετικό, ὁ ὁποῖος
δημιούργησε μιὰ δική του αἵρεση.
Ἐν συνεχείᾳ, ὁ ἱερὸς πατὴρ μᾶς δίνει πολὺ συστηματικὰ καὶ συνοπτικὰ τὸ
πιστεύω, τὴν διδασκαλία τοῦ Ἰσλὰμ καὶ μᾶς παρουσιάζει θαυμάσια τὰ βασικὰ
σημεῖα τῆς πίστεώς του. Ὁ Μουσουλμανισμὸς «λέγει ἕναν Θεὸν εἶναι
ποιητὴν τῶν ὅλων, μήτε γεννηθέντα, μήτε γεγεννηκότα˙ λέγει τὸν Χριστὸν
Λόγον εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ πνεῦμα αὐτοῦ, κτιστὸν δὲ καὶ δοῦλον, καὶ ὅτι
ἐκ Μαρίας τῆς ἀδελφῆς Μωϋσέως καὶ Ἀαρὼν ἄνευ σπορᾶς ἐτέχθη. Ὁ γὰρ Λόγος,
φησί, τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ Πνεῦμα εἰσῆλθεν εἰς τὴν Μαρίαν, καὶ ἐγέννησε τὸν
Ἰησοῦν προφήτην ὄντα, καὶ δοῦλον τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι
παρανομήσαντες ἐθέλησαν αὐτὸν σταυρῶσαι, καὶ κρατήσαντες ἐσταύρωσαν τὴν
σκιὰν αὐτοῦ. Αὐτὸς δὲ ὁ Χριστὸς οὐκ ἐσταυρώθη, φηςίν, οὔτε ἀπέθανεν. Ὁ
γὰρ Θεὸς ἔλαβεν αὐτὸν πρὸς ἑαυτόν εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ τὸ φιλεῖν αὐτόν.
Καὶ τοῦτο λέγει, ὅτι, τοῦ Χριστοῦ ἀνελθόντος εἰς τοὺς οὐρανούς,
ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ Θεὸς λέγων˙ Ὦ Ἰησοῦ, σὺ εἶπας ὅτι Υἱὸς εἰμὶ τοῦ Θεοῦ,
καὶ Θεός; Καὶ ἀπεκρίθη, φησίν, ὁ Ἰησοῦς˙ ‘ Ἰλεώς μοι, Κύριε˙ σὺ οἶδας
ὅτι οὐκ εἶπον, οὐδὲ ὑπερηφανῶ εἶναι δοῦλος σου˙ ἀλλ’ ἄνθρωποι οἱ
παραβάται ἔγραψαν, ὅτι εἶπον τὸν λόγον τοῦτον, καὶ ἐψεύσαντο κατ’ ἐμοῦ,
καὶ εἰσὶ πεπλανημένοι’. Καὶ ἀπεκρίθη, καὶ φηςὶν αὐτῷ ὁ Θεός˙ ‘Οἶδα ὅτι
σὺ οὐκ ἔλεγες τὸν λόγον τοῦτον’».
Ὅπως εἶναι φανερὸ «τὸ Ἰσλὰμ ἀντλεῖ τὴν διδασκαλία περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
ἀπὸ τὴν ἀντιχριστιανικὴ ἰουδαϊκὴ καὶ τὴν αἱρετικὴ χριστιανικὴ
(ἀρειανική-νεστοριανὴ) γραμματεία. Τὸν δέχεται ὡς μέγα προφήτη, ὡς τὴν
σφραγίδα τῆς ἁγιότητος, ὡς τὸν μέλλοντα νὰ κρίνει τὸν κόσμο κατὰ τὴν
Δευτέρα Παρουσία. Τὸν θεωρεῖ, ἐπίσης, Λόγο καὶ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ,
γεννηθέντα ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία (ὄχι τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἀλλὰ τὴν ἀδελφὴ
τοῦ προφήτου Μωϋσέως), διδάσκαλο τοῦ μονοθεϊσμοῦ, καὶ, τέλος,
ἀναληφθέντα στοὺς οὐρανοὺς μέχρι τῆς δευτέρας ἀποστολῆς του γιὰ τὴν
κρίσι. Ἁρνεῖται τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὸν Σταυρικό του θάνατο καὶ τὴν
Ἀνάσταση, διότι τὰ θεωρεῖ ἀνοίκεια καὶ βλάσφημα γιὰ ἕνα προφήτη τοῦ
Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ βδελύσσεται τὸν Τίμιο Σταυρό. Γιὰ νὰ στηρίξη ὅλη αὐτὴ
τὴν διδασκαλία περὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ Ἰσλὰμ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ
Χριστιανοὶ διαστρέβλωσαν μὲ προσθαφαιρέσεις καὶ παραποιήσεις τὸ ἀρχικὸ
Εὐαγγέλιο ποὺ κήρυξε ὁ Ἰησοῦς». Ὑπάρχουν, τέλος, λέει ὁ Ἅγιος κι ἄλλα
τερατολογήματα στὴ διδασκαλία τοῦ Ἰσλὰμ «γέλωτος ἄξια», γιὰ τὰ ὁποῖα,
ὅμως, ὁ Μωάμεθ καυχιέται ὅτι τὰ παρέλαβε ἐκ Θεοῦ.
Πιὸ κάτω ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὑπεισέρχεται σ’ ἕνα πολὺ καίριο σημεῖο τῆς διαλογικῆς συζητήσεως μὲ τοὺς Σαρακηνούς, μὲ τὸ ὁποῖο τοὺς κατασυντρίβει καὶ τοὺς ἀφήνει ἀναπολογήτους, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ προβάλλουν πειστικὰ ἐπιχειρήματα. Τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἡ παγία θέση τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ ὅτι ἐκλείπει κάθε αὐθεντικὴ μαρτυρία γιὰ τὸ ὅτι τὸ Κοράνιο εἶναι θεόσταλτο καὶ ὁ προφήτης τους ἀληθινός. Τοὺς ρωτᾶ: «Καὶ τίς ἐστιν ὁ μαρτυρῶν, ὅτι γραφὴν αὐτῷ δέδωκεν ὁ Θεός; Καὶ τὶς τῶν προφητῶν προεῖπεν ὅτι τοιοῦτος ἀνίσταται προφήτης» Μὴ ἔχοντας τὶ νὰ ἀπαντήσουν οἱ Σαρακηνοί, ὁ Ἅγιος τοὺς φέρνει δύο παραδείγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ προφήτης Μωϋσής, ὁ ὁποῖος παρέλαβε τὸ Νόμο ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ λαοῦ καὶ μὲ φοβερὲς θεοσημεῖες καὶ τὸ δεύτερο ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ προφῆτες, ἀπὸ τὸν προφήτη Μωϋσὴ κι ἔπειτα, μαρτύρησαν καὶ προεφήτευσαν γιὰ ὅλο τὸ σχέδιο τῆς προαιωνίου θείας οἰκονομίας. Καὶ τοὺς ξαναρωτᾶ: «Πῶς καὶ ὁ δικός σας ὁ προφήτης δὲν ἦλθε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δηλαδὴ μαρτυρούμενος καὶ προφητευόμενος»; Οἱ Σαρακηνοί, ἔχοντάς τα χαμένα, ἀπαντοῦν μὲ τὸ ἀόριστο: «ὁ Θεὸς ὅσα θέλει ποιεῖ» Ὁ Ἅγιος, ὅμως, τοὺς προκαλεῖ νὰ ἀπαντήσουν πιὸ συγκεκριμένα στὸ πῶς κατέβηκε ἡ γραφὴ στὸν προφήτη τους κι αὐτοὶ ἀπαντοῦν ὅτι, ἐνῶ κοιμόταν, κατέβηκε ἡ γραφὴ πάνω του. Βέβαια, δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία ὁ Ἅγιος νὰ γελοιοποιήσει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸν Μωάμεθ, προσαρμόζοντας σ’ αὐτὸν τὴν λαϊκὴ παροιμία, ποὺ ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ, «κοιμᾶται κι ὀνειρεύεται».
Πιὸ κάτω ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὑπεισέρχεται σ’ ἕνα πολὺ καίριο σημεῖο τῆς διαλογικῆς συζητήσεως μὲ τοὺς Σαρακηνούς, μὲ τὸ ὁποῖο τοὺς κατασυντρίβει καὶ τοὺς ἀφήνει ἀναπολογήτους, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ προβάλλουν πειστικὰ ἐπιχειρήματα. Τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ἡ παγία θέση τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ ὅτι ἐκλείπει κάθε αὐθεντικὴ μαρτυρία γιὰ τὸ ὅτι τὸ Κοράνιο εἶναι θεόσταλτο καὶ ὁ προφήτης τους ἀληθινός. Τοὺς ρωτᾶ: «Καὶ τίς ἐστιν ὁ μαρτυρῶν, ὅτι γραφὴν αὐτῷ δέδωκεν ὁ Θεός; Καὶ τὶς τῶν προφητῶν προεῖπεν ὅτι τοιοῦτος ἀνίσταται προφήτης» Μὴ ἔχοντας τὶ νὰ ἀπαντήσουν οἱ Σαρακηνοί, ὁ Ἅγιος τοὺς φέρνει δύο παραδείγματα. Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ προφήτης Μωϋσής, ὁ ὁποῖος παρέλαβε τὸ Νόμο ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ λαοῦ καὶ μὲ φοβερὲς θεοσημεῖες καὶ τὸ δεύτερο ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι οἱ προφῆτες, ἀπὸ τὸν προφήτη Μωϋσὴ κι ἔπειτα, μαρτύρησαν καὶ προεφήτευσαν γιὰ ὅλο τὸ σχέδιο τῆς προαιωνίου θείας οἰκονομίας. Καὶ τοὺς ξαναρωτᾶ: «Πῶς καὶ ὁ δικός σας ὁ προφήτης δὲν ἦλθε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δηλαδὴ μαρτυρούμενος καὶ προφητευόμενος»; Οἱ Σαρακηνοί, ἔχοντάς τα χαμένα, ἀπαντοῦν μὲ τὸ ἀόριστο: «ὁ Θεὸς ὅσα θέλει ποιεῖ» Ὁ Ἅγιος, ὅμως, τοὺς προκαλεῖ νὰ ἀπαντήσουν πιὸ συγκεκριμένα στὸ πῶς κατέβηκε ἡ γραφὴ στὸν προφήτη τους κι αὐτοὶ ἀπαντοῦν ὅτι, ἐνῶ κοιμόταν, κατέβηκε ἡ γραφὴ πάνω του. Βέβαια, δὲν χάνει τὴν εὐκαιρία ὁ Ἅγιος νὰ γελοιοποιήσει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸν Μωάμεθ, προσαρμόζοντας σ’ αὐτὸν τὴν λαϊκὴ παροιμία, ποὺ ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ, «κοιμᾶται κι ὀνειρεύεται».
Ὁ Ὅσιος, ὅμως, δὲν ἀρκεῖται μόνο στὰ παραπάνω, μὲ τὰ ὁποῖα κατέδειξε τὴν
παντελὴ ἀπουσία κάθε γνησίου μαρτυρίας περὶ τοῦ ψευδοπροφήτου καὶ τοῦ
ψευδοβιβλίου του, ἀλλὰ προχωρεῖ καὶ στὸ νὰ ἀποκαλύψει καὶ τὴν πλήρη
ἀντίθεση, καταπάτηση καὶ παρακοὴ τῶν Σαρακηνῶν ἔναντι τοῦ ἰδίου τοῦ
βιβλίου τους, τοῦ Κορανίου. Τοὺς λέει ὅτι, ἀφοῦ τὸ Κοράνιο ἐντέλλεται
τίποτα νὰ μὴν κάνουν καὶ νὰ μὴν δέχονται ἄνευ μαρτύρων, πῶς δέχθηκαν τὸν
Μωάμεθ καὶ τὴ θρησκεία του χωρὶς νὰ ἐξετάσουν τὴν αὐθεντικότητα καὶ
γνησιότητά του; Γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ εὐτελῆ πράγματα (π.χ. γυναῖκες,
γαϊδάρους, κτήνη, κτήματα) ἔχουν μάρτυρες, ἐνῶ γιὰ τὸ τόσο σοβαρὸ θέμα
τῆς πίστεως καὶ τῆς γραφῆς παραμένουν ἀμάρτυροι. Οἱ Σαρακηνοί, ὅπως
εἶναι φυσικό, σιωποῦν γεμᾶτοι ντροπὴ καὶ ὁ Ὅσιος καταλήγει στὸ
ἀναμφισβήτητο συμπέρασμα ὅτι γιὰ τὸν Μωάμεθ καμμία γραφὴ δὲν μαρτυρεῖ.
ἱερὸς Δαμασκηνὸς
Στὴ συνέχεια ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς ἀναφέρεται δειγματοληπτικὰ σὲ δύο
περικοπὲς ἀπὸ τὸ Κοράνιο, τὶς ὁποῖες, μάλιστα, ἀποκαλεῖ «ληρωδίες»,
δηλαδὴ φλυαρίες, γιὰ νὰ μᾶς δώσει νὰ καταλάβουμε ἀκόμη καλύτερα τὴν
γελοιότητα καὶ τὴν ἀνοησία ποὺ ὑπάρχει στὴ δῆθεν θεόσταλτη γραφή.
Ἡ πρώτη περικοπὴ ἀναφέρεται στὴ γραφὴ τῆς γυναικός, ἡ ὁποία ὁρίζει γιὰ
τὸν γάμο καὶ τὸ διαζύγιο. Σύμφωνα μ’ αὐτὴ ὁ ἄνδρας μπορεῖ νὰ ἔχει
τέσσερεις γυναῖκες καὶ χίλιες παλλακίδες, οἱ ὁποῖες θὰ ὑπακούουν στὶς
τέσσερεις γυναῖκες. Τὸ διαζύγιο ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὴ βούληση τοῦ
ἀνδρός, ὁ ὁποῖος, ὅποτε θέλει, μπορεῖ νὰ διώξει μία ἀπὸ τὶς γυναῖκες του
καὶ νὰ πάρει ἄλλη. Μᾶς πληροφορεῖ, ὅμως, ὁ Ἅγιος ὅτι ἡ θέσπιση τοῦ
διαζυγίου προῆλθε ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ ἔρωτα ποὺ εἶχε ὁ Μωάμεθ γιὰ μιὰ
γυναῖκα. Συγκεκριμένα λέει ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶχε ἕνα συνεργάτη, τὸν Ζεΐδ, ὁ
ὁποῖος εἶχε μιὰ πολὺ ὄμορφη γυναῖκα, τὴν ὁποία ἐρωτεύθηκε ὁ Μωάμεθ. Καὶ
κάποια φορὰ λέει ὁ Μωάμεθ στὸν Ζεΐδ: «Ὁ Θεὸς μοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ
χωρίσεις τὴ γυναῖκα σου» καὶ ὁ Ζεΐδ τὴν χώρισε. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες
τοῦ εἶπε: «Ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὴν πάρω ἐγώ». Ἀφοῦ τὴν πῆρε καὶ
μοίχευσε μαζί της, θέσπισε καὶ τὸ νόμο, ὅποιος θέλει, νὰ χωρίζει τὴ
γυναῖκα του. Ἐάν, ὅμως, μετὰ τὸν χωρισμὸ ἐπιστρέψει σ’ αὐτήν, νὰ τὴν
πανδρευθεῖ ἄλλος. Γιατὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὴν πάρει, ἂν δὲν πανδρευθεῖ
ἀπὸ ἄλλον. Ἐὰν καὶ ὁ ἀδελφὸς χωρίσει τὴ γυναῖκα του, νὰ τὴν πανδρεύεται ὁ
ἀδελφός του, ἂν θέλει. Ἐπιπροσθέτως, ἀναφέρει ὁ Ἅγιος καὶ τὸ ρητὸ τοῦ
Κορανίου «εἴργασαι τὴν γῆν, ἣν ὁ Θεὸς ἔδωκέ σοι, καὶ φιλοκάλησον αὐτήν»,
ἀναφερόμενο στὴ γυναῖκα καὶ σταματάει τὸ θέμα ἐδῶ, αἰδούμενος νὰ
μολύνει τὴ γλῶσσα του καὶ τὴ σκέψη τῶν ἀναγνωστῶν μὲ ἄλλα παρόμοια
αἰσχρὰ πράγματα τοῦ Μωάμεθ.
Ἡ δεύτερη περικοπή, τὴν ὁποία ἐπεξεργάζεται ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, σχετίζεται
μὲ τὴν καμήλα τοῦ Θεοῦ. Μὲ σκωπτικὴ διάθεση διηγεῖται ὅτι μιὰ καμήλα,
σταλμένη ἀπ’ τὸ Θεό, ἤπιε ὅλο τὸ ποτάμι καὶ δὲν μποροῦσε νὰ περάσει
ἀνάμεσα ἀπὸ δύο βουνά, ἐπειδὴ δὲν χωροῦσε. Ὑπῆρχε, ἐπίσης, ἕνας λαὸς
στὸν τόπο ἐκεῖνο, ποὺ τὴ μιὰ μέρα ἔπινε ἐκεῖνος τὸ νερὸ καὶ τὴν ἑπομένη ἡ
καμήλα, πίνοντας τὸ νερό, τοὺς ἔτρεφε δίνοντάς τους γάλα ἀντὶ γιὰ νερό.
Καὶ ρωτᾶ ὁ Ἅγιος τοὺς Σαρακηνούς: «Γιατὶ ὁ προφήτης σας, στὸν ὁποῖο,
ὅπως ἰσχυρίζεσθε, μίλησε ὁ Θεός, δὲν ἔμαθε γιὰ τὴν καμήλα, ποιὸ εἶναι τὸ
νόημα καὶ ὁ συμβολισμός της, ποιὰ ἦταν ἡ καμήλα, ποιὸς ὁ λαὸς ποὺ ἔπινε
τὸ γάλα, ποῦ βρίσκεται τώρα ἡ καμήλα»; Κάνει λόγο, ἐπίσης, καὶ γιὰ τὶς
παχυλὲς ἀντιλήψεις ποὺ ἔχουν οἱ Μουσουλμάνοι γιὰ τὸν Παράδεισο, λέγοντας
ὅτι μπορεῖ ἡ καμήλα νὰ βρίσκεται στὸν Παράδεισο, ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τοὺς
Ἀγαρηνοὺς στὸν Παράδεισο κυλοῦν τρία ποτάμια, ἕνα μὲ νερό, ἕνα μὲ κρασὶ
καὶ ἕνα μὲ γάλα. Τελικά, ὅμως, τοὺς βεβαιώνει μὲ αὐστηρότητα, ποῦ
βρίσκεται ἡ καμήλα καὶ ποῦ θὰ καταλήξουν κι αὐτοί, ὅτι δηλαδὴ ἡ θαυμάσια
καμήλα τους βρίσκεται σὲ ψυχὲς ὄνων, ὅπου κι αὐτοὶ πρόκειται νὰ ζήσουν
ὡς κτηνώδεις, πηγαίνοντας ὡς πρόδρομος αὐτῶν, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται τὸ
«σκότος τὸ ἐξώτερον καὶ κόλασις ἀτελεύτητος, πῦρ ἠχοῦν, σκώληξ ἀκοίμητος
καὶ ταρτάριοι δαίμονες» Ἀπὸ τὸ τελευταῖο ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ
Ἰσλαμισμὸς εἶναι μιὰ δαιμονικὴ θρησκεία, ἡ ὁποία τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ
προσφέρει στοὺς ἀκολούθους της εἶναι ἡ παράδοση τῶν ψυχῶν τους στὸν
δαίμονα καὶ ἡ ὁριστικὴ ἀπώλειά τους. Δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα σωτηρίας.
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Ἀπὸ τὴν περίοδο (1353 - 1354) τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὴ Μ.
Ἀσία προέκυψαν τρία αἰχμαλωσιακὰ κείμενα˙ δύο ἐπιστολὲς γραμμένες ἀπὸ
τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο Γρηγόριο (Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν καὶ
ἐπιστολὴ πρὸς ἀνώνυμον ὅτε ἑάλω) καὶ μία διάλεξη μεταξὺ τοῦ ἰδίου τοῦ
Ἁγίου Γρηγορίου καὶ τῶν Χιόνων (ἐξισλαμισθέντων χριστιανῶν) (Διάλεξις
πρὸς τοὺς ἀθέους Χιόνας), ἡ ὁποία καταγράφηκε ἀπὸ τὸν ἰατρὸ Ταρωνείτη.
Τὰ κείμενα αὐτὰ περιέχουν μεταξὺ ἄλλων τρεῖς συζητήσεις τοῦ Ἁγίου
Γρηγορίου: α) μὲ τὸν Ἰσμαήλ, ἐγγονὸ τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν, β) μὲ τοὺς Χιόνες
καὶ γ) μὲ ἕνα τασιμάνη, μουσουλμάνο θρησκευτικὸ λειτουργό
Θὰ ἐπικεντρώσουμε τὴν προσοχή μας στὴ θεολογικὴ συζήτηση, ποὺ εἶχε ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος μὲ τὸν Ἰσμαήλ, τὸν ἐγγονὸ τοῦ ἐμίρη Ὀρχάν, ἡ ὁποία
σώζεται στὸ ἔργο του «Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ Ἐκκλησίαν». Ἡ διάλεξη
αὐτὴ διεξήχθη τρεῖς μῆνες (Ἰούνιος τοῦ 1354) μετὰ τὴ σύλληψή του στὴν
Προῦσα στὴν ἔπαυλη τοῦ Ὀρχάν.
«Ὁ Ἰσμαήλ, περιτριγυρισμένος ἀπὸ μερικοὺς ἄρχοντες, προσκάλεσε τὸν Άγιο
Γρηγόριο σ’ ἕνα χλοερὸ μέρος, ὅπου τοῦ προσεφέρθησαν φροῦτα. Ἡ ἀποχὴ τοῦ
ἁγιορείτη Παλαμᾶ ἀπὸ τὸ κρέας ἀποτέλεσε καὶ τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὴν πρώτη
ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἀπηύθηνε ὁ ὑψηλὸς συνομιλητής του, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφερόταν
νὰ πληροφορηθεῖ, ἐὰν ὁ ἅγιος Γρηγόριος δὲν ἔτρωγε ποτὲ κρέας καὶ γιὰ
ποιὸν λόγο. Τὸ ἐνδιαφέρον του ἀσφαλῶς προερχόταν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ
διακριβώσει κατὰ πόσον ἡ νηστεία τῶν χριστιανῶν παρουσίαζε ὁμοιότητες
μὲ τὴ νηστεία, ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὸ Κοράνιο νὰ τηρεῖται κατὰ τὸν μῆνα τοῦ
Ραμαζανίου καὶ συνιστᾶ ἕνα ἀπὸ τοὺς πέντε «στύλους τοῦ Ἰσλάμ».
Στὸ κατὰ Ματθαῖον ἅγιο Εὐαγγέλιο μαρτυρεῖται ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς
Χριστός, πρὶν πειρασθεῖ ὑπὸ τοῦ διαβόλου μὲ τοὺς γνωστοὺς τρεῖς
πειρασμούς, «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα,
ὕστερον ἐπείνασε». Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος τονίζει καὶ τὸ «νύκτας
τεσσαράκοντα». Δὲν ἀρκοῦσε, δὲν ἔφθανε νὰ πεῖ μόνο «ἡμέρας
τεσσαράκοντα»; Λέει καὶ «νύκτας τεσσαράκοντα» γιὰ ἀπολογητικὸ καὶ
ἀντιαιρετικὸ σκοπό. Αὐτὴ ἡ φράση ξεχωρίζει καὶ διακρίνει τὴν Ὀρθοδοξία
στὸ θέμα τῆς νηστείας ἀπὸ τὴ θρησκεία τοῦ Ἰσλαμισμοῦ, μὲ τὴν ὁποία κακῶς
γίνονται διάλογοι καὶ συναντήσεις σὰν ἴσοι πρὸς ἴσους. Εἶναι γνωστὸ ὅτι
οἱ Μουσουλμάνοι νηστεύουν ἐπὶ σαράντα ἡμέρες, μόνο ὅμως τὴν ἡμέρα, καὶ
τὴ νύκτα, τὸ βράδυ καταλύουν τὴ νηστεία καὶ ὀργιάζουν. Τὴν ἡμέρα
νηστεύουν καὶ τὸ βράδυ συμπόσια, ποτὰ καὶ φαγητά. Εἶναι ὅμως αὐτὴ
νηστεία; Ὄχι βέβαια. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι νηστεύουμε, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ
Κυρίου μας, σαράντα ἡμέρες καὶ σαράντα νύκτες, σαράντα νυχθήμερα ἢ
ἡμερονύκτια καὶ μετά, «ὕστερον» καταλύουμε τὴ νηστεία. «Νηστεύσας ἡμέρας
τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε».
Στὴ συνέχεια ὁ Ἰσμαὴλ τὸν ρωτᾶ ἂν οἱ Χριστιανοὶ δεχόμασθε καὶ ἀγαποῦμε
τὸν προφήτη τους Μωάμεθ˙ «ἐκεῖνος ἥρετο πάλιν, εἰ δεχόμεθα καὶ ἀγαπῶμεν
καὶ ἡμεῖς τὸν προφήτην αὐτῶν Μεχούμετ» «Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀμέσως
ἀπάντησε ὅτι οὔτε τὸν δεχόμασθε οὔτε τὸν ἀγαποῦμε τὸν Μωάμεθ. Ὅταν ὁ
Ἰσμαὴλ τοῦ ζήτησε τὸν λόγο αὐτῆς τῆς ἀρνήσεως καὶ ἀπορρίψεως, ὁ Ἅγιος
Γρηγόριος εἶπε ὅτι δὲν πιστεύουμε στὴ διδασκαλία του, ἀπορρίπτουμε τὴ
διδασκαλία του, καὶ ἑπομένως γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ τὸν
δεχθοῦμε καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσουμε ὡς διδάσκαλο καὶ προφήτη˙ «τῷ μὴ
πιστεύοντι τοῖς τοῦ διδασκάλου λόγοις οὐκ ἕνι τὸν διδάσκαλον ὡς
διδάσκαλον ἀγαπᾶν»
«Στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος μεταφέρεται στὴ Νίκαια. Κάποια μέρα ἐξῆλθε γιὰ
περίπατο ἔξω ἀπὸ τὴ πόλη ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴ πύλη. Συνέπεσε τότε νὰ
κηδεύουν οἱ Μουσουλμάνοι κάποιον ὁμόπιστό τους. Ὁ Ἅγιος παρακολουθοῦσε
τὰ τελούμενα ἐκ τοῦ μακρόθεν. Ὅταν ἐπέστρεφαν, κάθησαν μαζὶ μὲ ἕνα
τασιμάνη, ἕνα μουσουλμάνο κληρικὸ δηλ., στὸ μέρος ὅπου καθόταν καὶ ὁ
Ἅγιος Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ζήτησε κάποιον ποὺ νὰ γνωρίζει καὶ τὶς
δύο γλῶσσες, μὲ δική του πρωτοβουλία ἄνοιξε συζήτηση μὲ τὸν τασιμάνη. Μὲ
ἀφορμὴ τὰ τελεσθέντα κατὰ τὴν κηδεία ὁ διάλογος περιεστράφη γύρω ἀπὸ
τὴν σχετικὴ τελετουργία καὶ τὴν μέλλουσα κρίση.
Παρατήρησε ὁ Ἅγιος ὅτι θὰ ἔπρεπε οἱ εὐχές τους, νὰ ἀναπέμπονται πρὸς τὸν
Χριστό, ἐφ’ ὅσον, ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι πιστεύουν, κριτὴς ὅλων θὰ ἔλθει ὁ
Χριστός. Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ Θεὸς θὰ κρίνει τὴν
οἰκουμένη, ὅπως καὶ σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Δανιήλ. Ἑπομένως ὁ Χριστὸς ὡς
Θεὸς θὰ κρίνει τὴν οἰκουμένη, δὲν εἶναι διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα
κατὰ τὴν θεότητα, ὅπως δὲν εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο τὸ ἡλιακὸ
ἀπαύγασμα. Ὁ τασιμάνης φάνηκε νὰ δυσανασχετεῖ. Ἀνέπτυξε καὶ τὶς δικές
του θέσεις, ἐνῶ ἐν τῷ μεταξὺ συγκεντρώθηκαν πολλοὶ Χριστιανοὶ καὶ
Τοῦρκοι, γιὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴ συζήτηση. Eἶπε λοιπὸν ὅτι οἱ
Μουσουλμάνοι δέχονται ὅλους τοὺς προφῆτες καὶ τὸν Χριστό, πιστεύουν δὲ
ὅτι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ εἶναι θεϊκὴ ἀποκάλυψη, κατῆλθεν ἐξ
οὐρανοῦ. Στραφεὶς δὲ πρὸς τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν ἐρώτησε: «Ὑμεῖς δὲ πῶς
οὐ δέχεσθε τὸν ἡμέτερον προφήτην, οὐδὲ πιστεύετε τῷ τούτου βιβλίῳ, ἐξ
οὐρανοῦ καὶ αὐτὸ καταβάντι»;
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι πλήρης, θαρραλέα καὶ ἀποφασιστική,
ὅπως θὰ δοῦμε. Προϋποθέτει μάλιστα γνώση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τῶν
πρὸ αὐτοῦ ἁγίων, ἰδιαίτερα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Λέγει
λοιπὸν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἀπαντώντας στὸν τασιμάνη, ὅτι εἶναι παλαιότατη
συνήθεια νὰ μὴ δεχόμασθε τίποτε ὡς ἀληθές, ἂν δὲν ὑπάρχουν σχετικὲς
μαρτυρίες. Οἱ μαρτυρίες εἶναι δύο εἰδῶν˙ τὸ ἕνα εἶδος μαρτυρίας εἶναι τὰ
ἴδια τὰ ἔργα καὶ τὰ πράγματα, τὸ ἄλλο οἱ μαρτυρίες ἀπὸ ἀξιόπιστα
πρόσωπα. Ἀναφέρεται στὸν προφήτη Μωϋσὴ καὶ στὶς μαρτυρίες ποὺ ὑπάρχουν
γι’ αὐτὸν μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, ὅπως καὶ στὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος «μετὰ
ἐξαισίων ὢν εἰργάσατο πολλῶν καὶ μεγάλων, καὶ παρ’ αὐτοῦ Μωσέως καὶ τῶν
ἄλλων προφητῶν μαρτυρεῖται» Δὲν ισχύει τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸν Μωάμεθ, ὁ
ὁποῖος οὔτε μαρτυρεῖται ἀπὸ τοὺς προφῆτες οὔτε ἔκανε κάποιο θαῦμα
ἀξιόλογο˙ «Τὸν δὲ Μεχούμετ οὔτε παρὰ τῶν προφητῶν εὑρίσκομεν
μαρτυρούμενον οὔτε τὶ ξένον εἰργασμένον καὶ ἀξιόλογον πρὸς πίστιν
ἐνάγον. Διὰ τοῦτο οὐ πιστεύομεν αὐτῷ οὐδὲ τῷ παρ’ αὐτοῦ βιβλίῳ»
Ὁ τασιμάνης δυσανασχέτησε˙ ἀπολογήθηκε, ὅμως, προβάλλοντας τὸ ἐπιχείρημα
ὅτι στὸ Εὐαγγέλιο ὑπῆρχαν μαρτυρίες γιὰ τὸν Μωάμεθ, ἀλλὰ τὶς ἔσβησαν,
τὶς ἐξαφάνισαν οἱ Χριστιανοί, καὶ ὅτι δεῖγμα θεϊκῆς εὐλογίας καὶ
ἀποδοχῆς τοῦ Μωάμεθ εἶναι ὅτι διαρκῶς ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ μέχρι τὴ δύση, σὲ
ὅλη δηλ. τὴν οἰκουμένη, ὁ Θεὸς τοῦ χαρίζει νίκες ἐναντίον τῶν ἄλλων
ἐθνῶν˙ «Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄκρας ἀνατολῆς ἐξελθὼν ἡλίου, μέχρι καὶ τῆς αὐτοῦ
δύσεως, ὡς ὁρᾶς, νικῶν κατήντησεν»
Εἶναι συντριπτικὴ ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ
τοῦ τασιμάνη. Λέγει ἐν πρώτοις ὅτι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀποκόπηκε οὔτε
τροποποιήθηκε τὸ παραμικρό. Ὑπάρχουν γι’ αὐτὸ φρικτὲς ἐντολές˙ ὅποιος
τολμήσει νὰ ἀποκόψει κάτι ἢ νὰ τὸ ἀλλάξει ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸν Χριστό.
Κανεὶς Χριστιανὸς δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ ἀποκόψει ἢ νὰ ἀλλάξει τὰ θεοχάρακτα
λόγια τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε καὶ οἱ πολλὲς μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου
μαρτυροῦν γι’ αὐτό˙ θὰ εἶχε γίνει ἀντιληπτὴ ἡ ὁποιαδήποτε παραχάραξη.
Ἀκόμη καὶ πολλοὶ αἱρετικοί, ποὺ συμφωνοῦν σὲ μερικὰ μὲ τοὺς
Μουσουλμάνους, δὲν ἔχουν νὰ δείξουν τέτοιο παραλλαγμένο Εὐαγγέλιο. Στὸ
Εὐαγγέλιο ἄλλωστε ὑπάρχουν ἐμφανῶς διδασκαλίες ἀντίθετες πρὸς τὴν
διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ˙ πῶς λοιπὸν θὰ μαρτυροῦσε τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν
Μωάμεθ; Ἐπὶ πλέον δὲν ὑπάρχει στὸ Εὐαγγέλιο τίποτε σχεδὸν ποὺ νὰ μὴν
ἔχει προλεχθῆ ἀπὸ τοὺς προφῆτες˙ ἂν λοιπὸν ὑπῆρχε γραμμένο κάτι γιὰ τὸν
Μωάμεθ, θὰ τὸ εἶχαν πρoείπει καὶ οἱ προφῆτες. Ἀντίθετα μέσα στὸ
Εὐαγγέλιο ὑπάρχει γραμμένο καὶ ὄχι σβησμένο ὅτι «ἐλεύσονται πολλοὶ
ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ πολλοὺς πλανήσουσι». Γι’ αὐτὸ καὶ
παραγγέλει: «Μὴ οὖν πλανηθῆτε ὀπίσω αὐτῶν» Εἶναι βέβαια σωστὸ ὅτι ὁ
Μωάμεθ προχώρησε ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ μέχρι τὴ Δύση νικώντας τοὺς ἄλλους
λαούς. Πῶς τὸ κατόρθωσε ὅμως αὐτό; «Πολέμῳ καὶ μαχαίρᾳ καὶ λεηλασίαις
καὶ ἀνδραποδισμοῖς καὶ ἀνδροκτασίαις ὧν οὐδὲν ἐκ Θεοῦ τοῦ ἀγαθοῦ
προηγουμένως ἐστί, τοῦ ἐξ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνου δὲ μᾶλλον προηγούμενον
θέλημα». Καὶ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ξεκίνησε ἀπὸ τὴ Δύση καὶ κατέκτησε τὴν
Ἀνατολή. Καὶ πολλοὶ ἄλλοι σὲ διάφορες ἐποχὲς μὲ τὰ στρατεύματά τους
κατέκτησαν μεγάλα τμήματα τῆς οἰκουμένης. Σὲ κανένα ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς δὲν
ἐμπιστεύθηκαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὶς ψυχές τους, ὅπως ἐσεῖς στὸν Μωάμεθ.
Ἄλλωστε μολονότι χρησιμοποίησε ὁ Μωάμεθ τὴ βία καὶ κολάκευε τὶς ἡδονές,
ἐν τούτοις δὲν κατέκτησε καὶ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Ἀντίθετα ἡ
διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, μολονότι ἀπομακρύνει ἀπ’ ὅλες τὶς ἡδονὲς τῆς
ζωῆς, ἐξαπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει βία,
ἀλλὰ μᾶλλον νικώντας τὴν βία ποὺ ἄλλοι ἀσκοῦσαν ἐναντίον της, ὥστε
πράγματι μόνον αὐτὴ νὰ μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἡ νίκη ποὺ νίκησε τὸν
κόσμο
Ἡ συντριπτικὴ καὶ θαραλλέα ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐξόργισε τοὺς
Τούρκους. Οἱ παρατυχόντες Χριστιανοὶ παρατήρησαν τὶς κακὲς διαθέσεις
τους καὶ μὲ νοήματα προέτρεψαν τὸν Ἅγιο Γρηγόριο νὰ μετριάσει τοὺς
λόγους, ὁ ὁποῖος πράγματι χαμογελώντας μὲ ἱλαρότητα εἶπε ὅτι εἶναι
φυσικὸ νὰ διαφωνοῦμε, γιατὶ διαφορετικὰ θὰ εἴχαμε τὴν ἴδια πίστη
Ἀνταποκρινόμενος στὴν τελευταία αὐτὴ ἐξ ἀνάγκης προκληθείσα συναινετικὴ
ἀτμόσφαιρα κάποιος ἀπὸ τοὺς Τούρκους εἶπε ὅτι θὰ ἔλθει κάποτε καιρὸς ποὺ
θὰ συμφωνήσουμε μεταξὺ μας: «Ἔσται ποτὲ ὅτε συμφωνήσομεν ἀλλήλοις». Στὴ
διαπίστωση αὐτὴ συνεφώνησε καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, δίνοντας κατ’
οἰκονομίαν τόπο στὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων, καὶ ἀσφαλῶς χωρὶς ποτὲ νὰ
πιστεύσει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσουμε Χριστιανοὶ καὶ Μουσουλμάνοι.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ διευκρινήσουμε, πράγμα τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ
ἔχουμε ὑπόψιν μας, ὅτι κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὅλοι θὰ δοῦν
πρόσωπο πρὸς πρόσωπο τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὅλοι θὰ Τὸν προσκυνήσουν,
ἀλλὰ δὲν θὰ σωθοῦν ὅλοι. Ἄλλοι θὰ ἀναστηθοῦν «εἰς κρίσιν», δηλ. θὰ πᾶνε
στὴ κόλαση καὶ ἄλλοι «εἰς ἀνάστασιν ζωῆς», δηλ. θὰ πᾶνε στὸν Παράδεισο. Ἡ
Ἀνάσταση θὰ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους, θὰ εἶναι Καθολική Ἀνάσταση τῆς
ἀνθρωπίνης φύσεως, ὄχι, ὅμως, καὶ τῆς θελήσεως. Ὁ καθένας μας θὰ κριθεῖ
σύμφωνα μὲ τὶς πράξεις, τοὺς λόγους καὶ τὶς σκέψεις του. Ἐὰν στὴν
ἐπίγεια ζωὴ ὁ καθένας μας πιστεύει ὀρθόδοξα καὶ ζεῖ ὀρθόδοξα, τότε ἔχει
ἐλπίδα σωτηρίας, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἱεροσολύμων καὶ τὸν ἅγιο
Συμεώνα τὸν Νέο Θεολόγο.
Ἑπομένως, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εὐχόμενος ὅτι κάποτε θὰ
συμφωνήσουν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μὲ τοὺς Μουσουλμάνους εἶχε ὑπόψιν
του τὰ πατερικὰ λόγια τῶν δύο παραπάνω ἁγίων. Εὐχήθηκα, λέγει, πράγματι
νὰ ἔλθει ὁ καιρὸς ἐκεῖνος: «Συνεθέμην γὰρ μνησθεὶς τῆς τοῦ ἀποστόλου
φωνῆς, ὅτι ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶν γόνυ κάμψει καὶ πᾶσα γλῶσσα
ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός˙ τοῦτο δ’
ἔσται πάντως ἐν τῇ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»
Συνεχίζουμε μὲ τὴν τρίτη συζήτηση, τὴν «Διάλεξη πρὸς τοὺς ἀθέους
Χιόνας». Ἡ διάλεξη αὐτὴ μεταξὺ τοῦ Ἁγίου καὶ τῶν Χιόνων (ἐξισλαμισθέντων
χριστιανῶν) ἔγινε μὲ πρωτοβουλία τοῦ ἐμίρη Ὀρχὰν στὴν ἔπαυλή του, ποὺ
βρισκόταν σὲ λοφώδη περιοχή. Τὴ νευραλγικότητα τῆς διαλέξεως φανερώνει
τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἐμίρης εἶχε ὁρίσει ὡς προκαθήμενο τῆς συζητήσεως τὸν
στρατηγὸ Παλαπάνο. Ἡ σύνταξη τῆς διαλέξεως ἀποδίδεται στὸν ἰατρὸ τοῦ
ἐμίρη, Ταρωνείτη.
«Ὁ παριστάμενος στὴ θέση τοῦ ἀμηρᾶ ἄρχων Παλαπάνος, γνωρίζοντας προφανῶς
τὴν ἀπάντηση ποὺ εἶχε δώσει ἐνωρίτερα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος στὸν Ἰσμαὴλ
ὑπέβαλε τώρα τὴν ἴδια ἐρώτηση, συμπληρωμένη ὅμως μὲ κάποια διαπίστωση
ἐλλείψεως ἀμοιβαιότητος καὶ ἀλληλοκατανοήσεως μὲ εὐθύνη τῶν Χριστιανῶν,
διότι ἐνῶ οἱ Μουσουλμάνοι δέχονται τὸν Χριστό, τὸν τιμοῦν καὶ τὸν
ἀγαποῦν, ὅπως καὶ τὴν μητέρα του, δὲν πράττουν τὸ ἴδιο καὶ οἱ Χριστιανοὶ
γιὰ τὸν Μωάμεθ˙ «Ὁ αὐθέντης ὁρίζει σέ εἰπεῖν πῶς ἡμεῖς μὲν δεχόμεθα τὸν
Χριστὸν καὶ ἀγαπῶμεν καὶ τιμῶμεν καὶ λέγομεν αὐτὸν εἶναι τοῦ Θεοῦ λόγον
καὶ πνοήν, ἔχομεν δὲ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ πλησίον τοῦ Θεοῦ, ὑμεῖς οὐ
δέχεσθε τὸν προφήτην ἡμῶν, οὐδὲ ἀγαπᾶτε αὐτόν»
Τώρα καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι συμπληρωμένη καὶ
ὁλοκληρωμένη σὲ σχέση μὲ τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν Ἰσμαήλ. Δὲν
πιστεύουμε στὴ διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ, «διὰ τοῦτο οὐκ ἀγαπῶμεν ἡμεῖς τὸν
Μεχούμετ ». Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐδίδαξε ὅτι θὰ ἔλθει πάλι, γιὰ
νὰ κρίνει ὅλο τὸν κόσμο˙ καὶ μᾶς παρήγγειλε νὰ μὴ δεχθοῦμε κανένα ἄλλον
πρὸ τῆς δικῆς του παρουσίας. Ἔλεγε ἐπίσης πρὸς ὅσους δὲν πίστευαν σ’
αὐτόν, ὅτι ἦλθε ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατρὸς καὶ δὲν τὸν δέχθηκαν˙ «ἐὰν ἔλθει
κάποιος ἄλλος στὸ δικό του ὄνομα, αὐτὸν θὰ τὸν δεχθοῦν». Εἶναι σαφὴς ἐδῶ
ὁ ὑπαινιγμὸς ὅτι ὁ Μωάμεθ ἦταν αὐτόκλητος καὶ ὄχι θεόκλητος, ἀπόστολος
τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ὄχι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅμως τὸν δέχθηκαν οἱ Μουσουλμάνοι.
Προσθέτει ἐδῶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν ἐκ μέρους τῶν
Χριστιανῶν ἀπόρριψη τοῦ Μωάμεθ, ὅσα λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς
Γαλάτας˙ «Κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσηται ὑμῖν παρ’ ὃ παρελάβετε,
ἀνάθεμα ἔστω»
Ο λόγος του Κυρίου είναι πολύ σοβαρός. Δεν πρόκειται για την σταδιοδρομία και για τα μικρά πράγματα της ζωής αυτής, αλλά για την υπερνίκηση των παθών και της αμαρτίας αυτού του κόσμου, ώστε να ζήσουμε αιώνια με τον Πατέρα...
Γέροντας Σοφρώνιος του Έσσεξ
Ο Απόστολος Πέτρος λέγει για το
«βασίλειον ιεράτευμα» ότι μπορεί να εκπληρωθεί με τη συμμετοχή μας στη
Λειτουργία. Να φοβάστε, αλήθεια, να πηγαίνετε από συνήθεια στη
λειτουργία. Προσπαθείστε να ζείτε κάθε φορά πιο βαθιά αυτό που ζούσε ο
Χριστός κατά το Μυστικό Δείπνο, όταν εγκαθίδρυσε το μεγάλο αυτό μυστήριο
που είναι η θεία Ευχαριστία. Τότε η λειτουργία θα αποβεί σωτήρια όχι
μόνο για σας, αλλά και για όσους συμμετέχουν σ’ αυτή. Δεν ανήκει μόνο
στους ιερείς να ζουν στην καρδιά τους τα παθήματα του Χριστού για τον
κόσμο που είναι λεία της αμαρτίας και του θανάτου.
Καθετί που υπάρχει, υπάρχει γιατί ο Θεός το σκέπτεται. Ο Θεός σκέπτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει. Αν ζητείτε το θέλημα του Θεού με απλότητα και ταπείνωση, ο Θεός μπορεί να μεταβάλει οποιαδήποτε κατάσταση ακόμη και την πιο αρνητική.
Συνεπώς
αν υπακούετε στον πνευματικό σας πατέρα, αν έχετε εμπιστοσύνη σ’ αυτόν,
μη φοβάστε ότι θα οδηγηθείτε λανθασμένα. Ο Θεός θα βρίσκει πάντοτε τον
τρόπο να σας αποκαλύπτει την αλήθεια. Βαδίζοντας με υπακοή, κάνετε την
καρδιά σας πιο ευαίσθητη σε κάθε πνευματική κίνηση στη ζωή σας.
Δεν
έχει μεγάλη σημασία αν η θεωρία του πνευματικού μας πατέρα είναι
ατελής. Ο Θεός θα διορθώσει τις πράξεις μας κατά το μέτρο που τελούνται
στην υπακοή και την πίστη στον Χριστό. Αυτό που φαινόταν λανθασμένο θα
γίνει σωστό. Αντιθέτως αυτό που φαινόταν τέλειο στη λογική μας πολλές
φορές δεν είναι παρά η αντανάκλαση της αμαρτωλής θελήσεώς μας, και ο
Θεός δε θα είναι μαζί μας.
Η πιο απλή οδός είναι να υπακούομε και να μην επιβάλλουμε το θέλημά μας. Αυτός είναι ο ισχυρότερος πόλεμος εναντίον των παθών.
Για να εννοήσουμε το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας, οφείλουμε να περάσουμε από την οδό της υπακοής. Και να το κάνουμε αυτό με πολλή προσοχή. Στο μέτρο που η θεωρία του είναι σωστή ο άνθρωπος μπορεί να έχει υψηλότατη έμπνευση κάνοντας την πιο απλούστατη εργασία, όπως για παράδειγμα τη μαγειρική. Απεναντίας χωρίς υπακοή, έστω και αν είναι κάποιος πατριάρχης, επίσκοπος ή ιερέας μπορεί να χαθεί.
Μέσα μας φέρουμε το προπατορικό αμάρτημα, το δηλητήριο αυτό του πρώτου πειρασμού του Αδάμ στον παράδεισο –«έσεσθε ως θεοί»– αλλά η υπακοή μπορεί να μας ελευθερώσει απ’ αυτό.
Το παν εξαρτάται από τη σχέση μας με τον Θεό. Αν έχουμε εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του, θα βρούμε τη δύναμη ν’ ακολουθήσουμε το λόγο του πνευματικού μας πατέρα. Η λογική που χαρακτηρίζει την καθημερινή ζωή και τα διανοήματά μας δεν επαρκούν. Ο Θεός εγκαταλείπει αυτόν που έχει υπερβολική εμπιστοσύνη στη σύνεσή του. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν κάποιος λόγος είναι εναντίον μας, ή κάποια συμβουλή φαίνεται παράλογη για την κοινή λογική. Αν είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε αυτόν το λόγο, αυτή τη συμβουλή, αν έχουμε εμπιστοσύνη σ’ αυτόν το λόγο, σ’ αυτή τη συμβουλή, ο Θεός τελικά θα τακτοποιήσει τα πράγματα, ώστε η έκβαση να είναι θετική. Το μυστήριο της υπακοής είναι μια από τις πιο σοβαρές πραγματικότητες στην οδό της σωτηρίας.
Είθε ο Κύριος να σας φυλάει! Και σεις κρατείτε τη σωστή στάση! Από έξω τίποτε δεν φαίνεται. Είναι μια ζωή για την οποία δεν μπορούμε να πούμε τίποτε το ιδιαίτερο. Αλλά εσωτερικά, χάρη στην υπακοή, βρισκόμαστε σε κατάσταση συνεχούς εντάσεως. Τέτοιος οφείλει να είναι ο χριστιανός. Ένα «καλώδιο υψηλής τάσεως», πάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλάκι χωρίς να πάθει την παραμικρή ζημία, αλλά μέσα από το οποίο περνά ενέργεια ικανή να κάνει ολόκληρο τον κόσμο να εκραγεί. Ιδού με ποιόν τρόπο εγγίζουμε την αιώνια Βασιλεία του Χριστού.
Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος εισέρχεται στο άναρχο είναι του Θεού.
Η υπακοή είναι απαραίτητη για την αιώνια σωτηρία. Προετοιμάστε την καρδιά και το νου σας. Κρατείστε θετική εσωτερική στάση.
«Να είμαστε κατ’ εικόνα του Θεού». Δεν μπορούμε να φθάσουμε σ’ αυτό, παρά μόνο με υπακοή όμοια με την υπακοή του Χριστού, της Παναγίας και όλων όσοι ακολούθησαν τα ίχνη τους.
Όταν συναγόμαστε επί το αυτό, οφείλουμε να είμαστε σαν ένας άνθρωπος, κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού που είναι ένας μόνο Θεός. Δεν μπορούμε να το κατορθώσουμε αυτό, παρά μόνο αν έχουμε μέσα μας το Άγιο Πνεύμα και όχι την εσωτερική ακαταστασία των κακών λογισμών μας.
Η πιο απλή οδός είναι να υπακούομε και να μην επιβάλλουμε το θέλημά μας. Αυτός είναι ο ισχυρότερος πόλεμος εναντίον των παθών.
Για να εννοήσουμε το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας, οφείλουμε να περάσουμε από την οδό της υπακοής. Και να το κάνουμε αυτό με πολλή προσοχή. Στο μέτρο που η θεωρία του είναι σωστή ο άνθρωπος μπορεί να έχει υψηλότατη έμπνευση κάνοντας την πιο απλούστατη εργασία, όπως για παράδειγμα τη μαγειρική. Απεναντίας χωρίς υπακοή, έστω και αν είναι κάποιος πατριάρχης, επίσκοπος ή ιερέας μπορεί να χαθεί.
Μέσα μας φέρουμε το προπατορικό αμάρτημα, το δηλητήριο αυτό του πρώτου πειρασμού του Αδάμ στον παράδεισο –«έσεσθε ως θεοί»– αλλά η υπακοή μπορεί να μας ελευθερώσει απ’ αυτό.
Το παν εξαρτάται από τη σχέση μας με τον Θεό. Αν έχουμε εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του, θα βρούμε τη δύναμη ν’ ακολουθήσουμε το λόγο του πνευματικού μας πατέρα. Η λογική που χαρακτηρίζει την καθημερινή ζωή και τα διανοήματά μας δεν επαρκούν. Ο Θεός εγκαταλείπει αυτόν που έχει υπερβολική εμπιστοσύνη στη σύνεσή του. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν κάποιος λόγος είναι εναντίον μας, ή κάποια συμβουλή φαίνεται παράλογη για την κοινή λογική. Αν είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε αυτόν το λόγο, αυτή τη συμβουλή, αν έχουμε εμπιστοσύνη σ’ αυτόν το λόγο, σ’ αυτή τη συμβουλή, ο Θεός τελικά θα τακτοποιήσει τα πράγματα, ώστε η έκβαση να είναι θετική. Το μυστήριο της υπακοής είναι μια από τις πιο σοβαρές πραγματικότητες στην οδό της σωτηρίας.
Είθε ο Κύριος να σας φυλάει! Και σεις κρατείτε τη σωστή στάση! Από έξω τίποτε δεν φαίνεται. Είναι μια ζωή για την οποία δεν μπορούμε να πούμε τίποτε το ιδιαίτερο. Αλλά εσωτερικά, χάρη στην υπακοή, βρισκόμαστε σε κατάσταση συνεχούς εντάσεως. Τέτοιος οφείλει να είναι ο χριστιανός. Ένα «καλώδιο υψηλής τάσεως», πάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλάκι χωρίς να πάθει την παραμικρή ζημία, αλλά μέσα από το οποίο περνά ενέργεια ικανή να κάνει ολόκληρο τον κόσμο να εκραγεί. Ιδού με ποιόν τρόπο εγγίζουμε την αιώνια Βασιλεία του Χριστού.
Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος εισέρχεται στο άναρχο είναι του Θεού.
Η υπακοή είναι απαραίτητη για την αιώνια σωτηρία. Προετοιμάστε την καρδιά και το νου σας. Κρατείστε θετική εσωτερική στάση.
«Να είμαστε κατ’ εικόνα του Θεού». Δεν μπορούμε να φθάσουμε σ’ αυτό, παρά μόνο με υπακοή όμοια με την υπακοή του Χριστού, της Παναγίας και όλων όσοι ακολούθησαν τα ίχνη τους.
Όταν συναγόμαστε επί το αυτό, οφείλουμε να είμαστε σαν ένας άνθρωπος, κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού που είναι ένας μόνο Θεός. Δεν μπορούμε να το κατορθώσουμε αυτό, παρά μόνο αν έχουμε μέσα μας το Άγιο Πνεύμα και όχι την εσωτερική ακαταστασία των κακών λογισμών μας.
Πώς ν’ αποκτήσουμε τη χάρη αυτή;
Πώς
να πολιτευθούμε, ώστε ο Θεός και ο Άγιο Πνεύμα Του να ενοικήσουν μέσα
μας; Πρέπει να υπακούουμε. Μόνο με την διαρκή προσοχή στον αδελφό μας
κατορθώνουμε να δημιουργήσουμε μέσα μας ένα είδος «ραντάρ» για να
αισθανόμαστε αυτό που οι άλλοι σκέπτονται, τη θέληση και την πνευματική
τους κατάσταση. Αντιθέτως, χωρίς υπακοή, και αν γυρεύουμε πρώτα την
άνεσή μας, θα είμαστε χωρισμένοι από τους άλλους και θα έχουμε πόλεμο.
Η πνευματική υπακοή είναι απαραίτητη στην καθημερινή ζωή. Να προτιμάτε το θέλημα του άλλου παρά το δικό σας. Να δέχεσθε με θετική στάση κάθε αίτημα του πνευματικού σας, ενός αδελφού ή μιας αδελφής. Έτσι θα δημιουργηθεί σιγά-σιγά μέσα σας και γύρω σας μια ατμόσφαιρα, όπου η καρδιά θα γίνει πολύ απαλή, πολύ ευαίσθητη σε κάθε εσωτερική κίνηση, σε όλες τις πνευματικές εναλλαγές.
Όταν συγκεντρωνόμαστε, ας παρακαλεί ο καθένας τον Θεό να μας δίνει το πνεύμα της υπακοής στο θέλημα Του και να μας ευλογεί όλους. Είτε ο νεώτερος, είτε ο πιο ηλικιωμένος, να ακούτε τον άλλο με την καρδιά, για ν’ αντιληφθείτε πότε το Πνεύμα του Θεού μιλάει μέσω αυτού.
Η πνευματική υπακοή είναι απαραίτητη στην καθημερινή ζωή. Να προτιμάτε το θέλημα του άλλου παρά το δικό σας. Να δέχεσθε με θετική στάση κάθε αίτημα του πνευματικού σας, ενός αδελφού ή μιας αδελφής. Έτσι θα δημιουργηθεί σιγά-σιγά μέσα σας και γύρω σας μια ατμόσφαιρα, όπου η καρδιά θα γίνει πολύ απαλή, πολύ ευαίσθητη σε κάθε εσωτερική κίνηση, σε όλες τις πνευματικές εναλλαγές.
Όταν συγκεντρωνόμαστε, ας παρακαλεί ο καθένας τον Θεό να μας δίνει το πνεύμα της υπακοής στο θέλημα Του και να μας ευλογεί όλους. Είτε ο νεώτερος, είτε ο πιο ηλικιωμένος, να ακούτε τον άλλο με την καρδιά, για ν’ αντιληφθείτε πότε το Πνεύμα του Θεού μιλάει μέσω αυτού.
Ένας
διάκονος είκοσι χρονών, ο Μέγας Αθανάσιος, και όχι οι πατριάρχες, οι
επίσκοποι ή οι άλλοι μάρτυρες, ήταν εκείνος που εισηγήθηκε τη λέξη
«ομοούσιος» κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ., για να
προσδιορίσει τη σχέση ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό μέσα στην Αγία
Τριάδα. Αλλά για να φθάσουμε σ’ αυτό, πρέπει να κοπιάσουμε. Θα το
κατορθώσουμε μόνο με την υπακοή.
Με την υπακοή η καρδιά γίνεται διαρκώς πιο ευαίσθητη για τη ζωή των άλλων, για τα παθήματα τους, για την πρόοδό και τις ανάγκες τους.
Διακονώντας και όχι εξουσιάζοντας τον αδελφό γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο. Ο Χριστός υπέδειξε την οδό κατά τη νύκτα του Μυστικού Δείπνου. Ενώ ήταν ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του.
Με την υπακοή η καρδιά και το πνεύμα μας θα πλατυνθούν στο άπειρο.
Με την υπακοή η ζωή μας γίνεται εξαιρετικά συνειδητή, ακόμη και στον βαθύτερο ύπνο.
Με την υπακοή πολεμούμε τα πάθη, ώστε κανένας εμπαθής λογισμός να μη μπορεί να μας αιχμαλωτίσει.
Μπροστά στον καθένα οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι να εκπληρώσουμε το δικό του μάλλον θέλημα παρά το δικό μας. Έτσι πλαταίνει η συνείδησή μας. Σιγά-σιγά, με τρόπο εντελώς απροσδόκητο, γεννιέται μέσα μας ο θρήνος για τον «Αδάμ παγγενή».
Η υπακοή αρχίζει με τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, με την πιο ταπεινή εργασία, αλλά τελειώνει με τη συνείδηση του «εγώ ειμι». Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη διάθεση αυτή του πνεύματος με την ενέργεια της πίστεως στην Ανάσταση.
Με την υπακοή η καρδιά γίνεται διαρκώς πιο ευαίσθητη για τη ζωή των άλλων, για τα παθήματα τους, για την πρόοδό και τις ανάγκες τους.
Διακονώντας και όχι εξουσιάζοντας τον αδελφό γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο. Ο Χριστός υπέδειξε την οδό κατά τη νύκτα του Μυστικού Δείπνου. Ενώ ήταν ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του.
Με την υπακοή η καρδιά και το πνεύμα μας θα πλατυνθούν στο άπειρο.
Με την υπακοή η ζωή μας γίνεται εξαιρετικά συνειδητή, ακόμη και στον βαθύτερο ύπνο.
Με την υπακοή πολεμούμε τα πάθη, ώστε κανένας εμπαθής λογισμός να μη μπορεί να μας αιχμαλωτίσει.
Μπροστά στον καθένα οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι να εκπληρώσουμε το δικό του μάλλον θέλημα παρά το δικό μας. Έτσι πλαταίνει η συνείδησή μας. Σιγά-σιγά, με τρόπο εντελώς απροσδόκητο, γεννιέται μέσα μας ο θρήνος για τον «Αδάμ παγγενή».
Η υπακοή αρχίζει με τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, με την πιο ταπεινή εργασία, αλλά τελειώνει με τη συνείδηση του «εγώ ειμι». Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη διάθεση αυτή του πνεύματος με την ενέργεια της πίστεως στην Ανάσταση.
Ο Χριστός είπε: «Ει
τις… ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα
τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την ευατού ψυχήν, ου
δύναταί Μου μαθητής είναι (ου δύναται ακολουθείν Με)» (Λουκ. 14,26).
Ο
λόγος του Κυρίου είναι πολύ σοβαρός. Δεν πρόκειται για την σταδιοδρομία
και για τα μικρά πράγματα της ζωής αυτής, αλλά για την υπερνίκηση των
παθών και της αμαρτίας αυτού του κόσμου, ώστε να ζήσουμε αιώνια με τον
Πατέρα. Μετά την πτώση η ανθρώπινη φύση είναι σε όλες της τις εκδηλώσεις
ενάντια σ’ αυτό που ο ουράνιος Πατέρας μας περιμένει από μας. Ιδού
γιατί οφείλουμε να μισήσουμε τον εαυτό μας στην κατάσταση που βρίσκεται
σ’ αυτόν τον κόσμο μετά την πτώση.
Μέσω της υπακοής ο νους μας μπορεί να βρεθεί καθαρός ενώπιον του Θεού.
«Ο αγαπών πατέρα ή μητέρα ή τέκνα υπέρ Εμέ ου δύναται ακολουθείν Με». Για τους ανθρώπους του κόσμου τίποτε δεν είναι πιο φοβερό από αυτούς τους λόγους. Ωστόσο, οφείλουμε να κατορθώσουμε να ξεπεράσουμε ό,τι μας δένει με τα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Διαφορετικά, δεν θα φθάσουμε ποτέ στην παγκόσμια και απόλυτη αγάπη του Θεού.
Υπακοή είναι η τέλεια αποταγή από το «ίδιον θέλημα». Αυτή είναι η οδός που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε, για να γίνουμε ελεύθεροι, ν’ ακούσουμε στην καρδιά μας τη φωνή του Πνεύματος του Αγίου. Όσο θα υπάρχει μέσα μας κάποιο πάθος, η ζωή μας θα είναι τραγική, χωρίς διέξοδο. Δεν μπορούμε να βρούμε την ειρήνη χωρίς την πλήρη αποταγή από το δικό μας θέλημα.
Μόνο όταν ελευθερωθούμε από τους λογισμούς τις ιδέες και τα θελήματά μας, θα μπορέσουμε να ζήσουμε με κάθε καθαρότητα στην «ατμόσφαιρα» του Θεού.
Υπακοή σημαίνει να κόβουμε το «ίδιον», το ατομικό μας θέλημα. Στην καθημερινή ζωή σημαίνει να είμαστε διατεθειμένοι ν’ αρνηθούμε τις ιδέες μας, για να ελευθερωθούμε από την έμπονη και άθλια πάλη, που διεξάγουμε ενάντια στα πάθη. Μόλις τελειώσει αυτός ο πόλεμος, είμαστε ήδη στις πύλες της αιωνιότητος.
- Αν αρνείσθε το προσωπικό σας θέλημα αναζητώντας το θέλημα του Θεού, ο Θεός θα είναι μαζί σας. Αν επιμένετε ν’ ακολουθείτε το δικό σας λογισμό, ο Θεός θα σας εγκαταλείψει.
Η πιο μεγάλη τιμωρία για τον άνθρωπο είναι να τον «παραδώσει» ο Θεός στο ίδιο θέλημά του. Στην εποχή μας που απέρριψε τον Χριστό, κανείς δεν κατανοεί την ολοφάνερη αυτή δουλεία.
Η καθαρά προσευχή προϋποθέτει την αμεριμνία. Κατορθώνεται όταν σε οποιαδήποτε εργασία ο νους μένει ελεύθερος από σκέψεις και ζει μόνο με το Όνομα του Θεού και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Δεν ήλθα για να επιβάλω το θέλημά μου στον άλλο, αλλά για να τον υπηρετήσω κατά το υπόδειγμα του Χριστού. Προσπαθείστε να ενεργείτε κατ’ αυτόν τον τρόπο και θα δείτε ότι η χάρη του Θεού θα είναι μαζί σας. Ακολούθως υιοθετείστε αυτή τη στάση σε κάθε στιγμή της ζωής σας.
Αν δεν αποκτήσουμε το πνεύμα της διακονίας του πλησίον η ζωή μας θα είναι ανώφελη. Αν θέλουμε να αναγεννήσουμε τη φύση μας, να γίνουμε «καθ’ ομοίωσιν» Θεού, ο πόθος να διακονήσουμε τον πλησίον πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή μας.
Η διακονία του πλησίον έχει σωτήρια δύναμη απείρως μεγαλύτερη από οποιαδήποτε θεολογική θεωρία.
Πώς μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό «καθώς εστι»; Ο Χριστός μάς δείχνει την οδό παροτρύνοντάς μας να παραμένουμε στην αγιότητα για να μη βλάπτουμε τον πλησίον, να προτιμούμε τους άλλους από τον εαυτό μας, να μην επιδιώκουμε να τους εξουσιάζουμε.
Οφείλουμε να πεθάνουμε για τον εαυτό μας, για να ζήσουν οι άλλοι. Ο Χριστός το είπε: «Μη φοβηθείτε να χάσετε τη ζωή σας στη διακονία του αδελφού». Όποιος υπηρετεί τον άλλο σώζει την ψυχή του για την αιώνια ζωή.
Μέσω της υπακοής ο νους μας μπορεί να βρεθεί καθαρός ενώπιον του Θεού.
«Ο αγαπών πατέρα ή μητέρα ή τέκνα υπέρ Εμέ ου δύναται ακολουθείν Με». Για τους ανθρώπους του κόσμου τίποτε δεν είναι πιο φοβερό από αυτούς τους λόγους. Ωστόσο, οφείλουμε να κατορθώσουμε να ξεπεράσουμε ό,τι μας δένει με τα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Διαφορετικά, δεν θα φθάσουμε ποτέ στην παγκόσμια και απόλυτη αγάπη του Θεού.
Υπακοή είναι η τέλεια αποταγή από το «ίδιον θέλημα». Αυτή είναι η οδός που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε, για να γίνουμε ελεύθεροι, ν’ ακούσουμε στην καρδιά μας τη φωνή του Πνεύματος του Αγίου. Όσο θα υπάρχει μέσα μας κάποιο πάθος, η ζωή μας θα είναι τραγική, χωρίς διέξοδο. Δεν μπορούμε να βρούμε την ειρήνη χωρίς την πλήρη αποταγή από το δικό μας θέλημα.
Μόνο όταν ελευθερωθούμε από τους λογισμούς τις ιδέες και τα θελήματά μας, θα μπορέσουμε να ζήσουμε με κάθε καθαρότητα στην «ατμόσφαιρα» του Θεού.
Υπακοή σημαίνει να κόβουμε το «ίδιον», το ατομικό μας θέλημα. Στην καθημερινή ζωή σημαίνει να είμαστε διατεθειμένοι ν’ αρνηθούμε τις ιδέες μας, για να ελευθερωθούμε από την έμπονη και άθλια πάλη, που διεξάγουμε ενάντια στα πάθη. Μόλις τελειώσει αυτός ο πόλεμος, είμαστε ήδη στις πύλες της αιωνιότητος.
- Αν αρνείσθε το προσωπικό σας θέλημα αναζητώντας το θέλημα του Θεού, ο Θεός θα είναι μαζί σας. Αν επιμένετε ν’ ακολουθείτε το δικό σας λογισμό, ο Θεός θα σας εγκαταλείψει.
Η πιο μεγάλη τιμωρία για τον άνθρωπο είναι να τον «παραδώσει» ο Θεός στο ίδιο θέλημά του. Στην εποχή μας που απέρριψε τον Χριστό, κανείς δεν κατανοεί την ολοφάνερη αυτή δουλεία.
Η καθαρά προσευχή προϋποθέτει την αμεριμνία. Κατορθώνεται όταν σε οποιαδήποτε εργασία ο νους μένει ελεύθερος από σκέψεις και ζει μόνο με το Όνομα του Θεού και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Δεν ήλθα για να επιβάλω το θέλημά μου στον άλλο, αλλά για να τον υπηρετήσω κατά το υπόδειγμα του Χριστού. Προσπαθείστε να ενεργείτε κατ’ αυτόν τον τρόπο και θα δείτε ότι η χάρη του Θεού θα είναι μαζί σας. Ακολούθως υιοθετείστε αυτή τη στάση σε κάθε στιγμή της ζωής σας.
Αν δεν αποκτήσουμε το πνεύμα της διακονίας του πλησίον η ζωή μας θα είναι ανώφελη. Αν θέλουμε να αναγεννήσουμε τη φύση μας, να γίνουμε «καθ’ ομοίωσιν» Θεού, ο πόθος να διακονήσουμε τον πλησίον πρέπει να κυριαρχεί στη ζωή μας.
Η διακονία του πλησίον έχει σωτήρια δύναμη απείρως μεγαλύτερη από οποιαδήποτε θεολογική θεωρία.
Πώς μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό «καθώς εστι»; Ο Χριστός μάς δείχνει την οδό παροτρύνοντάς μας να παραμένουμε στην αγιότητα για να μη βλάπτουμε τον πλησίον, να προτιμούμε τους άλλους από τον εαυτό μας, να μην επιδιώκουμε να τους εξουσιάζουμε.
Οφείλουμε να πεθάνουμε για τον εαυτό μας, για να ζήσουν οι άλλοι. Ο Χριστός το είπε: «Μη φοβηθείτε να χάσετε τη ζωή σας στη διακονία του αδελφού». Όποιος υπηρετεί τον άλλο σώζει την ψυχή του για την αιώνια ζωή.
πηγή:Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου: «Περί Πνεύματος και ζωής πνευματικά κεφάλαια»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
