Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

https://makarenia.files.wordpress.com/2014/02/dalara.jpg?w=730




Απ’ την αγάπη και την ειρήνη δεν υπάρχει τίποτε ανώτερο.

Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης

Αντρες που κλαίνε (με αφορμή τον Βαγγέλη…)

vaggeis
Πάλι ξύπνησα με αυτό το χαρακτηριστικο κενό στο στομάχι. Δεν ξέρω τελικά αν είναι πείνα τούτο το περίεργο συναίσθημα που νιώθω ή μια γενικότερη στέρηση που εκτείνεται στο υπόλοιπο κορμί μου και σταδιακά με αγγίζει όπως η κρυάδα από το σβέρκο μέχρι τα νύχια. Πάει καιρός που βρίσκομαι σε αυτήν την ακαθόριστη κατάσταση, αγκαλιά με μπερδεμένες αισθήσεις και παραισθήσεις που πάνε κι έρχονται και ξαναπάνε.
Τις περισσότερες φορές ξεχνιέμαι και προτιμώ να κάθομαι έτσι, στην κουλουριασμένη μου στάση με τις ώρες, τις μέρες, ίσως και τις εβδομάδες, σε μια προσπάθεια μήπως και καταφέρω να καταργήσω το χρόνο, άλλοτε το πετυχαίνω, άλλοτε όχι, άλλοτε ο χρόνος καταφέρνει και καταργεί εμένα. Συχνά μού είναι δύσκολο να καταλάβω αν πριν λίγο ξημέρωσε ή αν τώρα που άνοιξα τα κολλημένα μου μάτια είναι πρωί ή απόγευμα ή χαράματα ή μεσημέρι, εξάλλου με τα μονίμως κλειστά πατζούρια είναι καθαρά θέμα τύχης να μαντέψεις σε ποια φάση από την ημέρα βρίσκεσαι.
Που και που πανικοβάλομαι με το πού ξεβγώ από αυτόν το βαθύ μου ύπνο, η καρδιά μου τινάζεται δυνατά λες κι ανατινάζεται κι ύστερα καταλαγιάζει πάλι και μετά αναστατώνεται ξανά, αυτό το φαινόμενο μπορεί να επαναληφθεί δεκάδες φορές μέχρι να βυθιστώ μέσα στα ατέλειωτά μου όνειρα εξαντλημένος.

Κι είναι όνειρα που δε μ’ αφήνουν σε ησυχία, βλέπω για νεκρούς τους ζωντανούς και για ζωντανούς τους πεθαμένους, φωνάζω με όση φωνή έχω την ίδια στιγμή που φαίνομαι βουβός, ακούω ήχους εκκωφαντικούς ενώ την ίδια ώρα δεν μπορώ να τους ακούσω, μπαμ, άνοιξε ρε φοβιτσιάρη μαλάκα, ποιος είναι, κρύψου, σώπα, κανείς δεν είναι, σώπα, κανείς.
Μοιάζει όλο αυτό με παιχνίδι παιδικό, λες και προσπαθώ να κρυφτώ από τους άλλους αλλά κι από τον εαυτό μου τον ίδιο, δεν είμαι σίγουρος πια για το ποιός με τρομάζει περισσότερο, το μόνο βέβαιο είναι ότι κάπου έχασα τον έλεγχο αυτής της κατάστασης, τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα φανταζόμουνα, κανονικά θα έπρεπε τώρα να είμαι ήρεμος κι ευτυχισμένος, να τρέχω εκεί έξω με τους συμφοιτητές μου και να χαιρόμαστε και να γελάμε, να απολαμβάνουμε όλο αυτό το ιδανικό που λέγεται φοιτητική ζωή και που θυμάμαι να το φαντάζομαι από μικρό παιδάκι. Ήταν μεγάλη υπόθεση το ότι έφυγα επιτέλους για πρώτη φορά από το χωριό μου, να μπορώ να διαχειρίζομαι την καθημερινότητά μου όπως θέλω, να ξυπνάω και να κοιμάμαι όποτε γουστάρω, να διαλέγω τους φίλους κι εκείνοι να διαλέγουν εμένα, να μάθω να τακτοποιώ πράγματα, υποχρεώσεις, να ερωτευτώ, να απογητευτώ και να ερωτευτώ πάλι, να σπουδάσω και να κάνω τους γέρους μου υπερήφανους, έτσι αυτόνομη προσωπικότητα καθώς θα γίνω. Κι αντί να συμβούνε όλα αυτά, κάθομαι τώρα εδώ, ακίνητος και τρομαγμένος, είναι κι αυτό το κλάμα μου που δεν έχει τελειωμό, παλιμπαιδίζω, είναι πολύ περίεργο το ότι κοτζάμ άντρας κλαψουρίζω σαν μωρό παιδί, συμπεριφέρομαι λες κι είμαι νήπιο που το άφησαν οι γονείς του για πρώτη ημέρα στο σχολείο κι όλο στρέφω το βλέμμα προς τη μανούλα μου που μου αφήνει το χέρι και που φεύγει και χάνεται, όπως απομακρύνεται, κι εγώ παλεύω με αυτόν τον κόμπο στο λαιμό και δακρύζω κι όταν έρχονται τα μεγαλύτερα παιδιά και με πειράζουν φοβάμαι και τρέχω πάλι προς τα εκεί και φωνάζω, τρέχω, μαμά, μαμά, με κυνηγάνε, σώπα, κανείς δεν είναι, σώπα, κανείς.
Σχεδόν σε κάθε φάση αυτής της μικρούλας μου ζωής θυμάμαι να με πειράζουν οι άλλοι και μονίμως κανείς από όσους ήτανε υποτίθεται κοντά μου να μη μου δίνει σημασία και να με λένε όλοι υπερβολικό και αγαθιάρη. Ειδικά στο σχολείο, από το δημοτικό μέχρι το λύκειο, είναι τόσα που θυμάμαι αλλά και δεν θέλω να θυμάμαι. Όπως τότε, εκείνο το ξημέρωμα που πήρα το δρόμο για να πάω στο μάθημα κι έτσι, όπως πήγαινα, είδα όλο το χωριό γεμάτο με φωτοτυπημένες αφίσες πάνω στις ξύλινες κολώνες που είχαν μια φωτογραφία μου στη μέση και γράφανε από κάτω τη λέξη “μαϊμού” κι ύστερα από λίγο όλοι τους άρχισαν να με φωνάζουν έτσι και να κάνουν κινήσεις πιθήκου με το που με έβλεπαν να περνάω δίπλα τους. Αλλά και μετά, την πρώτη κιόλας ημέρα που πήγα στο Γυμνάσιο, με είχαν προειδοποιήσει μήνες πριν ότι και μόνο που θα εμφανιστώ εκεί και θα περάσω την καγκελόπορτα από αυτό το νέο μου σχολειό θα έπρεπε να υποστώ μια ειδική δοκιμασία, ήμουν κάτι σαν νεοσύλλεκτος κι έπρεπε να αποδείξω ότι, πέρα από τα μαθήματα και τους βαθμούς, είχα να δώσω κι άλλου είδους εξετάσεις για να γίνω ο πιο καλός ο μαθητής.
Και θυμάμαι ότι, έτσι όπως κουβάλαγα ανύποπτος την τσάντα μου στον ώμο, ήρθαν από πίσω με ποδοβολητά και σκόνη και πέτρες κατά πάνω μου και με σπρώχνανε και με πετούσαν κάτω να γλείψω τα χώματα και με πατούσανε στην πλάτη και μετά με σηκώνανε όρθιο με το στανιό και με βάζανε να παίξω ξύλο με παιδιά που μου ρίχνανε γροθιές στην κοιλιά δίχως ούτε να τα ξέρω, δώστου κι άλλη ρε, μην κολώνεις, και ξέφευγα και πήγαινα προς τους καθηγητές που κοιτούσαν πέρα, κύριε, κύριε, με χτυπάνε, σώπα, κανείς δεν είναι, σώπα, κανείς.
Σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης διδάχτηκα κι από έναν καινούργιο εκφοβισμό, όπως περνούσανε οι τάξεις, έτσι ανέβαινε θαρρείς και το επίπεδο δυσκολίας όσων είχα να αντιμετωπίσω. Γι’ αυτό κι η αποκορύφωση ήρθε στο Πανεπιστήμιο. Από την πρώτη στιγμή, όταν ήρθα σε τούτη την απομονωμένη τη σχολή, ένιωσα εκείνο το αποκρουστικό ρίγος να διατρέχει τη σπονδυλική μου στήλη, σαν από προαίσθημα, εξάλλου ήμουν καλά εκπαιδευμένος, ώστε να μυρίζομαι όπως το σκυλί τον επερχόμενο κίνδυνο. Μόνο που είχα ανέκαθεν αυτό το ελάττωμα, αντί να γαβγίζω και να αντεπιτίθεμαι, καθόμουν στη γωνιά μου και δεχόμουνα τον εξευτελισμό χωρίς αντίσταση, έτσι καθώς τραβάγανε οι άλλοι τα κρεμασμένα αυτιά μου. Και το ‘ξερα, είχα δει εκείνη την περίεργη παρέα με τους γεροδεμένους τεταρτοετείς, εκείνους που καθόντουσαν μονίμως στα ίδια τραπέζια όλοι μαζί, την ώρα που ερχόντουσαν στη λέσχη για να φάνε και χασκογελούσανε και βροντοφωνάζανε δυνατά με την περίεργη, την ντόπια τη λαλιά τους, πετώντας προς το μέρος μου τους τσίγκινους τους δίσκους, τόσο που ένας με πήρε ξόφαλτσα μια φορά όταν έμεινα να τους κοιτάζω με ανοιχτό το στόμα. Κι όταν καταλάβανε ότι με έχουν του χεριού τους μάθανε που μένω και καταφέρανε με τον καιρό να με κάνουν το μικρό τους παιχνιδάκι, τη μια με δένανε χειροπόδαρα, την άλλη με βάζανε μέσα στις ντουλάπες και με κλειδώνανε για ώρες εκεί μέσα, και μου πετάγανε κέρματα για να πω κι ένα τραγούδι, μόνο έτσι με λύσανε ένα βράδυ που ξελαρυγγιάστηκα από κλάμματα τραγουδιστά, και πήγα και τα είπα όλα στον διευθυντή από τη σχολή την επόμενη μέρα, διευθυντά, διευθυντά, με πονάνε, σώπα, κανείς δεν είναι, σώπα, κανείς.
Έναν καλό φίλο όλο κι όλο μπόρεσα να κάνω και μόνο αυτός έδειχνε να αντιλαμβάνεται ότι βρισκόμουν μονίμως σε κατάσταση κινδύνου. Πριν καιρό ήρθε και με βρήκε να προσπαθώ να κουρέψω μόνος μου το κεφάλι μου με τη σμπαραλιασμένη μου ξυριστική μηχανή, θυμάμαι, με πόση απορία γέμισε το πρόσωπό του όταν με αντίκρισε έτσι με το κακοκουρεμένο μου κρανίο που αλλού είχε δέρμα κι αλλού τρίχες πετσοκομένες σαν ρίζες άγριες. Του είπα ότι έχω μερικές ιδέες για το πώς θα μπορούσα να αλλάξω μορφή και συνήθειες, ότι ήθελα να κάνω ορισμένα κόλπα για να μην μπορούν πια να με αναγνωρίσουν, ότι είχα σκοπό να εξαφανιστώ από προσώπου γης, μήπως και γλυτώσω. Του είπα ότι αν τυχόν αρχίσουν όλοι να με ψαχνουν και δεν μπορούνε να με βρούνε θα σημαίνει ότι το σχέδιό μου πέτυχε και ότι θα έχω βρει πλέον τη γαλήνη που ψάχνω να βρω από τότε που ξεκίνησαν όλα αυτά τα βάσανα που με ταλαιπωρούνε. Του είπα να μην ανησυχεί ακόμα κι αν περάσει χρόνος πολύς, χωρίς να έχει νέα μου, αυτό ίσως και να αποδεικνύει ότι παλεύω με τους δαίμονες που έχω μέσα μου και ότι ίσως είμαι κοντά στο να τους νικήσω μια και καλή. Του είπα να διπλοκλειδώσει την πόρτα σε εκείνο το δωμάτιο από την εστία τής ντροπής και να πετάξει το κλειδί στη λίμνη. Του είπα ότι αν έρθουν προς τα εδώ, να τους πει ότι δεν ξέρει που βρίσκομαι και ότι ακόμα κι αυτός με ψάχνει. Του είπα ότι όποια πόρτα κι αν σπάσουν, θα έχω φροντίσει να κρυφτώ καλά. Του είπα ότι όσους αστυνόμους και τηλεοπτικούς ερευνητές κι αν φέρουν, ακόμα και νεκρός να είμαι μπροστά τους, κάτω από τη μύτη τους, θα πούνε πάλι αυτό που όλοι τους λένε κάθε φορά που στο τέλος χάνομαι.
Κανείς δεν είναι, κανείς.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει

http://www.terrapapers.com/wp-content/uploads/2014/10/1.jpg

Κ.Π. Καβάφης,  Η Σατραπεία

The Love Me Or Die

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgCqcwzEAt7keOTPYm02U8d53oUoahtNcP-TTFIPWmVFb4GL6bFE15Ht36ecv_OQfG-vkkrb4mssGJd1p-V8Dne9MDOfDWy6B36UAq_F8KreWQynOoIhBDorg4cnbwE_4xftKbhTGvQ3Z4/s1600/IMG_7125.JPG


Όταν το Άθως πάει στο ΜΙΕΤ (δια χειρός Στράτου Καλαφάτη)

Ενας πιστός στη δική του οπτική φωτογράφος προσεγγίζει με μοναδικό τρόπο ένα ανθρώπινο περιβόλι 1000 χρόνων, το Άγιον Όρος. Σήμερα στο ΜΙΕΤ.
 
Γιάννης Καρλόπουλος
 
 
To ATHOS του Καλαφάτη δεν είναι μόνο ένας καρπός από τα 25-26 ταξίδια των τελευταίων 5 χρόνων. Είναι ένα διαχρονικό βλέμμα στην ανθρώπινη διάσταση του Θείου. Μπορεί το ημερολόγιο μας να γράφει 2015, στην ουσία πρόκειται για μια στιγμή στο Αεί. O Στράτος με τη δουλειά του πολλά χρόνια ψάχνει για το Ει και το Ην, το δικό του και –εδώ, δια μέσω των μοναχών– κάθε ανθρώπου που αναζητά την επί γης (και σώματι) ειρήνη. Παράλληλα εστιάζει στις «μορφές», της γης και των ανθρώπων στέλνοντας «σήματα» στον έναστρο ουρανό κάθε φορά που τα φλας του λαμπυρίζουν. Το Φως στην ανατολική ορθόδοξη πίστη προέρχεται από «μέσα», από το σκοτάδι, τόσο θεολογικά όσο και ζωγραφικά. Από το σκούρο στο πιο φωτεινό, στα ψιμύθια του προσώπου των αγίων που συγκεντρώνεται στις τελευταίες πινελιές.
KAL.CN 1508502 08K
Ας ακούσουμε λίγο πως απάντησε ο φωτογράφος στην ερώτηση από την Πεμπτουσία [pemptousia.gr]  για τη δουλειά αυτών των χρόνων: «Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι δύσκολο σήμερα να ασχοληθεί κανείς με τη φωτογραφία. Είναι πολύ εύκολο. Γίνεται ακόμα και με ένα κινητό τηλέφωνο. Αυτό που έχει σημασία είναι η χρήση της εικόνας που κάνει κανείς, καθώς και ποιος είναι ο στόχος του. Προσπαθώντας να μιλήσω ή να επικοινωνήσω ως φωτογράφος και ως δημιουργός μέσα από τις εικόνες μου, πρέπει να αντιληφθώ τον τόπο και τους ανθρώπους και να δημιουργήσω τέτοιες εικόνες, ώστε να μπορέσουν να μεταφέρουν την ενέργεια που θέλω εγώ να μεταφέρω ως δημιουργός. Άρα ο χρόνος είναι απαραίτητος, αν συνυπολογίσει κανείς την πολυπλοκότητα του Αγίου Όρους αλλά και την ιδιαίτερη ανάγκη να προσεγγίσει κανείς με τον απαραίτητο σεβασμό αυτόν τον τόπο. Δεν μπορεί κανείς να μην υπολογίσει τα χίλια χρόνια ιστορίας. Την ίδια στιγμή, εγώ ως δημιουργός και φωτογράφος, θα πρέπει να βρω έναν τρόπο να γίνω και λίγο πιστός στην οπτική μου στις φωτογραφικές μου απόψεις και να βρω έναν τρόπο να συνδυάσω αυτά τα πράγματα. Τα εικοσιπέντε – εικοσιέξι ταξίδια, δικαιολογούνται απ’ αυτά που σας λέω, δηλαδή ότι δεν είναι ένας απλός προορισμός, ασφαλώς δεν είναι τουριστικός προορισμός που θα μπορούσε κάποιος να κάνει μια τουριστική καταγραφή και να φύγει».
KAL_CN_16057_05_08 001
Επέλεξα να μην συμπεριλάβω σε αυτό το ποστ φωτογραφίες πορτραίτα μοναχών και άλλων προσώπων του Αγίου Όρους. Δεν είναι ούτε αισθητικό το θέμα, ούτε θρησκευτικό. Επισκέφθηκα το Ορος (συχνά η λέξη που ακούγεται για προσκυνητές και περιηγητές είναι «μπήκα» στο Όρος), το Πάσχα του 2013 και αναπόφευκτα κάνω κι εγώ μια δική μου «προβολή» βλέποντας τις φωτογραφίες. Είχα τη τύχη να δω την δουλειά του Στράτου πριν την κυκλοφορία του βιβλίου και την τελική επιλογή στο στούντιό του (studio tessera – Kalafatis/Nalbantidou) στα Λαδάδικα της Θεσσαλονίκης. Έφτιαξα ένα προσωπικό editing, αρκετά ελλειπτικό, υπονοώντας την ανθρώπινη παρουσία. Κακά τα ψέμματα, οι πιο πολλοί άνθρωποι (μην πω όλοι) «βλέπουμε» αυτό που έχουμε σαν preview στο κεφάλι μας στις δουλειές των άλλων.
KAL_CN_2303401_10 001
O Νίκος Ξυδάκης (νυν υπουργός Πολιτισμού) σημειώνει για ένα Ντοκιμαντέρ του αθέατου:  
Κοιτάω τις φωτογραφίες του Στράτου Καλαφάτη από τον Αθω εδώ και τρία χρόνια. Από το πρώτο σώμα μιας μακρόπνοης εργασίας, που ξεκίνησε πολλά χρόνια νωρίτερα, συν τις εκάστοτε προσθήκες. Τις έχω δει πολλές φορές, έχω ξεχωρίσει πια τις πιο προσφιλείς μου, τις έχω διαβάσει, τις έχω διατρέξει, τις έχω δει ψηφιακές και τυπωμένες, μεγάλες, μικρές, σε μορφή δοκιμίου βιβλίου. Τις θυμάμαι. Οσες φορές κι αν τις δω, ίδια αίσθηση, ίδια αισθήματα: βλέμμα σαν χάδι, τρυφερό, βλέμμα που αγκαλιάζει και διεισδύει, που συνομιλεί, βλέμμα που συμπεριλαμβάνει, δεν αποκλείει, βλέμμα που αποφεύγει τα σχόλια και τις ερμηνείες, βλέμμα που υμνεί το κάλλος, βλέμμα που κυκλώνει το αθέατο, το ελλείπον. Το βλέμμα του Στράτου.
Αυτό το βλέμμα το θυμάμαι κι από προηγούμενες δουλειές, αλλά εδώ κορυφώνονται ασύγκριτα η ένταση, η διεισδυτικότητα, η καθολικότητα, και ταυτοχρόνως η απαλότητα, η ευρυχωρία, η αλαφράδα. Και ναι, η αγάπη. Με αυτές τις αρετές, ενοφθαλμισμένες σε ασπαίρουσα φόρμα, καταφέρνει το εξής παράδοξο: να αποδίδει την χιλιόχρονη βαριά παράδοση του Αγίου Όρους, την ιστορία, την πνευματικότητα,  τον εσωτερικό πλούτο και την εξωτερική φτώχεια, με φόρμες απολύτως σύγχρονες, με την ευαισθησία του καιρού μας, με μια γραφή λάμπουσα και υποβλητική μαζί, με μια εντελώς προσωπική ποπ. Μάλλον η πιο συμπαγής, η πιο συγκινούσα φωτογραφική δουλειά που έχω δει ώς τώρα.


KAL_CN_18046_12_08 001
Ενα άλλο πρόσωπο που θα είναι εκεί, είναι ένας από τους σημαντικότερους έλληνες εκδότες, ο Σταύρος Πετσόπουλος της Άγρα.
Τέλος, νοιώθω μεγάλη περιέργεια πως θα είναι να βλέπεις τέτοιες φωτογραφίες σε μεγάλη διάσταση, να είσαι ανάμεσά τους και όχι ξεφυλλίζοντάς τους. Το ATHOS, ο Άθως έρχεται και μας βρίσκει, αφού για πολλούς από εμάς είναι είτε άβατο, είτε «άφατο». 
KAL.CN.2600102_11 001
Η σημερινή έκθεση είναι τρίτος σταθμός, μετά τη Θεσσαλονίκη και το Βερολίνο.
Στράτος Καλαφάτης: ΑTHOS, Τα Χρώματα της Πίστης
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης – Μέγαρο Εϋνάρδου, Αγίου Κωνσταντίνου 20 & Μενάνδρου, τηλ. 210 5221 420 – 210 5223 101
19/2/–28/3/2015
Πληροφορίες και όλο το προλογικό κείμενο του Ν. Ξυδάκη για την έκθεση της Θεσσαλονίκης στο ΜΙΕΤ , άρθρο της Μαριλένας Αστραπέλλου από το Βήμα με την κυκλοφορία του βιβλίου και συνέντευξη του ΣΚ από το Lifo.
KAL_CN_15098_02_08 001
KAL.CN 2603903_11 001 KAL_CN_2508605_11 001 KAL_CN_2511102_11 001 KAL CN 2603106_11 001 KAL.CN 2603403_11 001
KALCN_2606104_11 001
KALCN_2605509_11  001
KAL_CN2608904_12 001 KAL_CN2609310_12 001
KAL.CN 2601401_11 001
KAL_CN2609707_12 001 KAL.CN_2701307_12 001 KAL.CN_2701810_12 001
πηγή

Το σπίτι του Παλαμά



http://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2013/07/800px-PALAMAS_House_Plaka-%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85-5.jpg

του Μελέτη Μελετόπουλου*
Προχθές περνούσα από την οδό Περιάνδρου, ένα στενό στην Πλάκα, που βγάζει στην Αμαλίας.
Το μάτι μου έπεσε με θλίψη σε μία παλιά νεοκλασσική διώροφη μονοκατοικία, που ήταν εγκαταλελειμμένη και ερειπωμένη, πραγματικά σε άθλια κατάσταση. Σε ποιά χώρα αφήνουν την αρχιτεκτονική κληρονομιά τους να καταρρέει και να μεταβάλλεται σε μάντρα για υλικά οικοδομών;
Αλλά η θλίψη έγινε έκπληξη και μετά οργή, όταν είδα ξαφνικά, στην πρόσοψη του σπιτιού, μία επιγραφή. «Εδώ έζησε ο εθνικός ποιητής Κωστής Παλαμάς». Έμεινα άφωνος. Σε ποιά χώρα αφήνουν το σπίτι του Εθνικού τους Ποιητή να καταρρέει και να μεταβάλλεται σε ερείπια; Πόσο πιά αδιάφοροι, πόσο αναίσθητοι, πόσο απαράδεκτοι είμαστε, εμείς οι Νεοέλληνες; Πόσο άχρηστες ήταν οι κυβερνήσεις που κυβέρνησαν αυτήν την χώρα;
Θυμήθηκα δύο στίχους που έγραψε ο Παλαμάς στον Δωδεκάλογο του Γύφτου: Το σκεβρωμένο σπίτι και το κακοχτιστό-που είν’ έτοιμο να πέση κι ακόμα στέκει ορθό.
Φυσικά ο Παλαμάς, όταν έγραφε αυτές τις γραμμές το 1899, εννοούσε την Ελλάδα της Μελούνας, ένα διεθνώς απαξιωμένο και χρεωκοπημένο τριτοκοσμικό κράτος.
Δηλαδή όπως ακριβώς έχουμε γίνει και σήμερα. Το σπίτι του Παλαμά συμβολίζει και την σημερινή συλλογική μας αποτυχία.
Βέβαια, υπάρχουν και συγκεκριμένες ευθύνες: ο Δήμαρχος Αθηναίων, ο κ. Καμίνης, τι έκανε; Ο νόμος του δίνει το δικαίωμα έως και να απαλλοτριώσει το σπίτι και να το ανορθώσει στην συνέχεια. Οι κύριοι υπουργοί Πολιτισμού της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και του ΠΑΣΟΚ πού ήσαν; Με τι τόσο πιο σημαντικό είχαν να ασχοληθούν, ώστε άφησαν να μεταβληθεί σε ερείπια το σπίτι του ανθρώπου που εξέφρασε όσο λίγοι την συλλογική μας συνείδηση; Ή μήπως ο Παλαμάς θεωρήθηκε εθνικιστής και μεγαλοϊδεάτης, οπότε άφησαν επί τούτου να ρημάξει το σπίτι του, για να παύσει να τροφοδοτεί τον ελληνικό λαό με στίχους όπως: «Την Πόλη βλέπω πέρα εκεί, στον επικό τον κάμπο;».
Μην μας απαντήσουν οι διάφοροι ψευτοαρμόδιοι ότι «είναι υπόθεση της τάδε υπηρεσίας», «πρέπει να το εγκρίνει το τάδε συμβούλιο» κ.λπ. Διότι όλα αυτά αποτελούν προφάσεις εν αμαρτίαις. Άμα είσαι Δήμαρχος, Υπουργός, Γενικός Γραμματέας και θέλεις να παρέμβεις, κανείς δεν σε εμποδίζει. Για άλλα θέματα, πιο «σημαντικά», βρίσκουν αμέσως λύσεις…
Τρόποι να σωθεί, και μάλιστα άμεσα, το σπίτι του Παλαμά, υπάρχουν πολλοί. Κοινοτικά προγράμματα, κονδύλια κλπ. Ακόμη και χορηγίες. Εγώ, όμως, προτείνω έναν άλλον τρόπο, που θα μας αφυπνίσει και θα μας ενώσει, ως κοινωνία, γύρω από έναν κοινό στόχο: ας γίνει έρανος και ας δώσει κάθε Έλληνας ένα ευρώ για την αποκατάσταση της οικίας του εθνικού μας ποιητή. Με δέκα εκατομμύρια ευρώ, ανακαινίζουμε το σπίτι, το κάνουμε μουσείο και βάζουμε και στην άκρη κι ένα «fund» για να το συντηρούμε.
Ο νέος υπουργός Πολιτισμού είναι ένας εξαιρετικά καλλιεργημένος, ευαίσθητος και ακέραιος άνθρωπος. Του απευθύνουμε έκκληση: Νίκο Ξυδάκη, και μόνον το σπίτι του Παλαμά να σώσεις, η υπουργία σου θα μείνει στην ιστορία.

Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης.