Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Η γλώσσα εκφράζει το περιεχόμενο της καρδιάς, αλλά και το επηρεάζει. Έτσι, το πάθος του θυμού για παράδειγμα, μόνο η σιωπή το μαραίνει. Μερικές φορές, για να ξεσπάσουμε δήθεν και να ξελαφρώσουμε, αρχίζουμε να βρίζουμε, να κατηγορούμε, να χλευάζουμε, ή αναμασούμε συνεχώς τις αδικίες που κατά τη γνώμη μας υπέστημεν. Και αντί να ηρεμήσουμε, ανάβουμε και ξαναφορτιζόμαστε με μίσος. Έτσι συνεχίζεται ο φαύλος κύκλος του αναβρασμού, της δήθεν εκτονώσεως και εν τέλει της επιδεινώσεως του πάθους μας. Ο Γρηγόριος, όταν ασκούσε σιωπή, πόσο πικραμένος ήταν από το φθόνο και το μίσος και το διωγμό των αντιπάλων του συνεπισκόπων, που είχε ως αποτέλεσμα να φύγει από την Κων/πολη. Να μιλήσει; Να εκφράσει το πόνο του; Θα πικραινόταν περισσότερο και γι’ αυτό σιωπά.



 
ΣΙΩΠΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Χειμώνας 2016 στο Χιλιανδάρι, με τον φακό του Μοναχού Μιλούτιν Χιλιανδαρινού

..Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό... (ομιλία του Σολτσενίστιν το 1983 στο Λονδίνο)



Την ημέρα της απονομής σ’ αυτόν του βραβείου Τέμπλτον[1], στην αίθουσα του Χίλτχολ του Λονδίνου την 10η Μαΐου 1983.

 
Πάνω από μισό αιώνα ενώ ήμουν παιδάκι ακόμη, άκουγα από διαφόρους ηλικιωμένους ανθρώπους τα εξής λόγια, με τα οποία εξηγούσαν τις μεγάλες ταραχές και συμφορές στην Ρωσία: «Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον Θεό˙ από εκεί έρχονται όλα τα κακά».

Από τότε κοπίασα επάνω στην ιστορία της επαναστάσεως κάτι περισσότερο από μισό αιώνα˙ διάβασα σχετικά εκατοντάδες βιβλία˙ συγκέντρωσα εκατοντάδες προσωπικές μαρτυρίες και έγραψα και ο ίδιος προς εκκαθάριση αυτής της καταστροφής οκτώ τόμους. Εν τούτοις σήμερα, αν κάποιος με παρακαλέσει να κατονομάσω, όσο γίνεται συντομότερα, την βασική αιτία αυτής της εξολοθρευτικής επαναστάσεως που καταβρόχθισε περίπου 60.000.000 ανθρώπους δεν θα μπορούσα να εκφρασθώ ακριβέστερα από το να επαναλάβω: Οι άνθρωποι λησμόνησαν το Θεό˙ από εκεί έρχονται όλα τα κακά.
Αλλά και πέρ’ από αυτό, τα γεγονότα της ρωσικής επανάστασης μπορούν να κατανοηθούν μόνο σήμερα, στο τέλος του αιώνα και, μάλιστα, κάτω από το πρίσμα των όσων έχουν συμβεί από τότε και στον υπόλοιπο κόσμο. Φανερώνεται μία γενική διαδικασία. Αν θα απαιτούσε κάποιος από μένα να του δώσω έναγενικότερο χαρακτηρισμό του 20ου αιώνα δεν θα εύρισκα τίποτε ακριβέστερο και περιεκτικότερο από τα λόγια: Οι άνθρωποι λησμόνησαν τον ΘεόΤα πάθη της ανθρώπινης συνείδησης, της αποστερημένης των θείων κορυφών, καθόρισαν και όλα τα κυριότερα εγκλήματα του 20ου αιώνα. Το πρώτο από τα εγκλήματα αυτά είναι ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος. Πολλά από όσα ζούμε στην εποχή μας έχουν τη ρίζα τους στον πόλεμο εκείνο, - κατά τον οποίο η Ευρώπη με την αφθονία, το σφρίγος και την ανθηρότητά της, όρμησε σαν μαινάδα κατά του 
εαυτού της και τον τραυμάτισε για έναν αιώνα και επάνω, ίσως και δια παντός – δεν μπορούμε να τον εξηγήσουμε διαφορετικά, παρά μόνο δια της ολοκληρωτικής σκοτίσεως του νου των ιθυνόντων και δια της απωλείας από τη συνείδηση της ανωτέρας δυνάμεως επάνω μας. Μόνο μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα της αθεΐας και της μανίας μπορούσαν τα χριστιανικά κράτη να αποφασίσουν την εφαρμογή των χημικών αερίων, πράγμα που υπερβαίνει σαφώς τα όρια του ανθρωπίνου.

Όμοια κολόβωση της συνείδησης της στερημένης των θείων κορυφών, ήταν αυτή η τελευταία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, να παραδοθεί η ανθρωπότητα στην σατανική παγίδα της «πυρηνικής ομπρέλας». Ας διώξουμε από πάνω μας τη μέριμνα˙ ας βγάλουμε το καθήκον και την υποχρέωση από τη νεολαία μας˙ ας μην προσπαθούμε να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας – για την προστασία των άλλων δεν γίνεται ούτε λόγος˙ ας κλείσουμε τα αυτιά μας να μην ακούμε τους αναστεναγμούς που έρχονται από την Ανατολή και ας ζήσουμε κυνηγώντας της ευτυχία. Και αν, παρ’ ελπίδα, εμφανισθεί και πάνω από μας ο κίνδυνος, τότε θα μας προστατεύσει η ατομική βόμβα. Εάν ούτε αυτή μας προστατεύσει, τότε ας καταστραφεί, ας πάει κατά διαβόλου ολόκληρος ο κόσμος. Η αξιοθρήνητη και χωρίς βοήθεια κατάσταση, στην οποία έχει σήμερα καταντήσει η Δύση πήγασε κυρίως απ’ αυτό το μοιραίο σφάλμα: η υπεράσπιση της ειρήνης δεν επιτυγχάνεται με την αρετή των καρδιών ούτε με την σταθερότητα των ανθρώπων, αλλά μόνο με την ατομική βόμβα.Μόνο λόγω της απώλειας της θεϊκής υπερσυνειδήσεως μπόρεσε η Δύση μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, να βλέπει ήσυχη την χρόνια καταστροφή της Ρωσίας που κατασπαράσσεται από τους ανθρωποφάγους και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο να βλέπει, επίσης ήσυχη, την όμοια καταστροφή ολόκληρης της Ανατολικής Ευρώπης, οπότε και άρχισε να πραγματοποιείται η μακροχρόνια διαδικασία της καταστροφής του κόσμου. Αλλά η Δύση δεν το έχει αυτό αντιληφθεί. Αντίθετα έχει βοηθήσει πολύ την διαδικασία αυτή. Κατά τη διάρκεια του αιώνα μας μία και μοναδική φορά συγκέντρωσε τις δυνάμεις της για να πολεμήσει το Χίτλερ. Οι καρποί ˙ όμως της νίκης κατά του Χίτλερ είναι ήδη χαμένοι. Στον άθεο αυτό αιώνα, έχει εξευρεθεί ένα αναισθησιακό μέσο εναντίον των ανθρωποφάγων: Με τους ανθρωποφάγους πρέπει να διεξάγουμε εμπόριο. Αυτό είναι το κατόρθωμα της σημερινής μας ιστορίας.

Αν θα μπορούσαμε να διαζωγραφούσαμε στα μάτια των περασμένων αιώνων το μεθόριο, στο οποίο έχει φθάσει σήμερα ο κόσμος, όλοι θα αναστέναζαν και με μία φωνή θα αναφωνούσαν: Η ΑποκάλυψιςΌλα όμως τα έχουμε συνηθίσει και επιπλέον έχουμε ταυτισθεί βιωματικά με αυτά.

Ο Ντοστογέφσκυ προειδοποιούσε: «Ίσως ακολουθήσουν μεγάλα γεγονότα που θα αιφνιδιάσουν τις λόγιες δυνάμεις μας». Έτσι και συνέβη. Και προφήτευσε: «Ο κόσμος θα σωθεί μόνον, αφού προηγουμένως τον επισκεφθεί το ακάθαρτο Πνεύμα». Θα σωθεί άραγε; Πρόκειται να το δούμε. Η σωτηρία μας θα εξαρτηθεί από τη συνείδησή μας, 
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

από το φωτισμό μας, από τις προσωπικές και κοινές προσπάθειές μας σ’ αυτή την καταστροφική ατμόσφαιρα. Ήδη όμως έχει πραγματωθεί η πρόρρηση ότι το πονηρό πνεύμα περιφέρεται με τη σκοτεινή μορφή του επάνω από τις πέντε Ηπείρους.

Είμαστε μάρτυρες της καταστροφής του κόσμου, η οποία σε άλλα μέρη είναι ακούσια και σε άλλα εκούσια. Όλος ο 20ος αιώνας αποτελεί μια αλυσίδα αθεΐας και αυτοκαταστροφής. Και μέσα σ’ αυτή την πτώση του κόσμου στην άβυσσο υπάρχουν χαρακτηριστικά αναμφίβολα γενικά που δεν εξαρτώνται ούτε από τα κρατικά, πολιτικά συστήματα ούτε από τις εθνικές ιδιαιτερότητες. Και η σημερινή Ευρώπη που φαινομενικά μοιάζει τόσο λίγο με τη Ρωσία του 1913, βρίσκεται μπροστά στην ίδια πτώση, παρ’ ότι στην κατάσταση αυτή έφθασε από διαφορετικό δρόμο. Τα διάφορα διαμερίσματα του κόσμου βάδισαν το καθένα ιδιαίτερο δρόμο. Αλλά όλοι βρίσκονται σήμερα στο κατώφλι του κοινού ολέθρου.

Η Ρωσία γνώρισε στην ιστορία της αιώνες, όταν το κοινωνικό ιδεώδες της δεν ήταν ούτε η μεγαλοσύνη, ούτε ο πλούτος, ούτε η υλική ευμάρεια, αλλά η αγιότητα ως τρόπος ζωής. Η Ρωσία τότε ήταν διαποτισμένη από την Ορθοδοξία και διαφύλαττε την πιστότητα στην Εκκλησία των πρώτων αιώνων. Η αρχαία αυτή Ορθοδοξία κατάφερε να προφυλάξει τον λαό της δύο-τρεις αιώνες από το ζυγό των αλλοφύλων (Τατάρων) και παράλληλα να αποκρούσει τα άδικα χτυπήματα των σπαθιών των σταυροφόρων από τη Δύση. Τους αιώνες εκείνους η ορθοδοξη πίστη είχε εισέλθει στον τρόπο σκέψης και στους χαρακτήρες των ανθρώπων, στην διαγωγή, στην δομή της οικογένειας στον καθημερινό βίο στον εργατικό ημερολόγιο, στην σειρά των εργασιών της εβδομάδας και του έτους. Η πίστη ήταν η ενοποιητική και ζωτική δύναμη του έθνους.

Κατά τον 17ο όμως αιώνα το τραγικό εσωτερικό σχίσμα (υπόθεση των παλαιοπίστων) υπέσκαψε τα θεμέλια της Ορθοδοξίας μας και, τον 18ο αιώνα, η Ρωσία συγκλονίσθηκε από τους βίαιους μετασχηματισμούς του Μεγάλου Πέτρου, ο οποίος κατέπνιξε το θρησκευτικό πνεύμα και την εθνική ζωή χάριν της οικονομίας, του κράτους και του στρατού. Παράλληλα προς τη μονομερή «διαφώτιση» του Πέτρου έφθασε και η λεπτή μεν, αλλά δηλητηριώδης αύρα της εκκοσμίκευσης, η οποία τον 19ο αιώνα διαπότισε όλα το μορφωμένα στρώματα του πληθυσμού και άνοιξε διάπλατα τις πύλες στον μαρξισμό. Λίγο πριν από την επανάσταση, η πίστη στην Ρωσία είχε εξατμισθεί στους κύκλους των μορφωμένων και είχε αρκετά τραυματισθεί στα στρώματα των αγραμμάτων. Ο Ντοστογέφσκυ, κρίνοντας με βάση την Γαλλική επανάσταση, η οποία εμαίνετο από μίσος προς την Εκκλησία, συμπέρανε: «Η επανάσταση πρέπει να αρχίσει οπωσδήποτε από την αθεΐα». Έτσι και συνέβη. Μία όμως τόσο οργανωμένη, 

στήσιμο της γκιλοτίνας στην Γαλλική επανάσταση
στρατικοποιημένη και επίμονη αθεΐα, σαν αυτή του μαρξισμού, δεν γνώρισε μέχρι σήμερα ο κόσμος. Στο φιλοσοφικό σύστημα και στην ψυχολογική βάση του Μαρξ και του Λένιν, το μίσος εναντίον του Θεού αποτελεί την κύρια κινητήρια δύναμη και προηγείται όλων των πολιτικών και οικονομικών διεκδικήσεών τους. Η μαχητική αθεία δεν είναι λεπτομέρεια, δεν είναι περιφέρεια, δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας συνέπεια της κομμουνιστικής πολιτικής. Είναι το κύριο νήμα της.  

Για να επιτύχει τους διαβολικούς στόχους της η πολιτική αυτή έπρεπε να κατακυριεύσει ένα πληθυσμό άθρησκο και χωρίς εθνική ταυτότητα˙ έπρεπε να καταστρέψει την πίστη και το έθνος. Και οι κομμουνιστές διακηρύττουν εντελώς φανερά και το ένα και το άλλο και τα πραγματοποιούν επίσης ολοφάνερα. Το πόση ανάγκη αισθάνεται ο άθεος κόσμος ν’ ανατινάξει τη θρησκεία και πόσο έντονα νοιώθει ότι είναι εμπόδιο στο δρόμο του, όπως το κόκκαλο στον λαιμό, το καταλαβαίνουμε και από τον πρόσφατο πλέγμα απόπειρων κατά του Πάπα της Ρώμης.

Η δεκαετία του 1920 στην Ε.Σ.Σ.Δ. αποτελεί την μακριά αλυσίδα του καθολικού μαρτυρίου των ορθοδόξων ιερωμένων. Έχουν τουφεκισθεί δύο μητροπολίτες, μεταξύ των οποίων ο Πετρουπόλεως Βενιαμίν που είχε προηγουμένως εκλεγεί με παλλαϊκή ψηφοφορία. Ο ίδιος ο Πατριάρχης Τύχων πέρασε από την Τσεκά-Γκεπεού (ČK-GPU) και αργότερα απεβίωσε υπό αινιγματικές περιστάσεις. Οι τσεκιστές ανάγκαζαν δεκάδες αρχιεπισκόπους και επισκόπου, δεκάδες χιλιάδες ιερείς, μοναχούς και μοναχές να αρνηθούν το Λόγο του Θεού˙ τους βασάνιζαν, τους τουφέκιζαν, τους έκλειναν στα μπουντρούμια, τους έστελναν στα στρατόπεδα, τους εξόριζαν στην έρημη Τούνδρα και στον άπω Βορρά. Πετούσαν έξω γέροντες χωρίς τροφή και στέγη. Και όλοι αυτοί οι χριστανοί-μάρτυρες προχωρούσαν σταθερά στον θάνατο υπέρ της πίστεως. Πολύ σπάνιες εξαιρέσεις ήταν αυτοί που λύγισαν και αρνήθηκαν την πίστη. Σε δεκάδες
εκατομμύρια λαϊκούς απέκλεισαν να ανατρέφουν τα παιδιά τους στην πίστη. Φυλάκιζαν τους γονείς, άρπαζαν το παιδιά τους και με απειλές και ψεύ δη ξερίζωναν από μέσα τους την πίστη. Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η στερημένη νοήματος καταστροφή της ρωσικής αγροτικής οικονομίας στην δεκαετία του τριάντα, η λεγόμενη αποκουλακοποίηση και συλλογικοποίσης που εξόντωσε 15.000.000 αγρότες χωρίς κανένα οικονομικό νόημα, διαξήχθει με σκληρότητα και με κύριο στόχο να εξοντωθεί ο παραδοσιακός, εθνικός τρόπος ζωής και να εξολοθρευγεί η θρησκεία από την ύπαιθρο.

Το ίδιο αυτό σχέδιο της ψυχικής διαφθοράς εξαπλώθηκε πάνω στο κτηνώδες αρχιπέλαγος Γκουλάγκ, όπου υπεδείκνυαν στους κατάδικους να επιζήσουν με αντίτιμο το θάνατο των άλλων. Μόνο οι μωροί άθεοι μπορούσαν ν’ αποφασίσουν και την τελευταία καταστροφή που θέλουν να πραγματοποιήσουν σήμερα, τη δόλια καταστροφή της ίδιας της φύσης της Ρωσίας: να καταρδεύσουν τον ρωσικό Βορρά, να ανατρέψουν το ροή των βορείων ποταμών, να διασαλεύσουν τη ζωή του παγωμένου Ωκεανού και να ωθήσουν τα νερά προς το Νότο τον οποίο έχουν ήδη καταστρέψει με τις προηγούμενες, εξ’ ίσου ανόητες, «μεγάλες ανοικοδομήσεις του κομμουνισμού».

Μόνο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, όταν ο Στάλιν είχε ανάγκη να συγκεντρώσει δυνάμεις εναντίον του Χίτλερ, άρχισε ένα κυνικό παιχνίδι με την Εκκλησία. Αυτό το παραπλανητικό παιχνίδι που συνεχίσθηκε έπειτα από τις διακοσμήσεις του Μπρέζνιεφ και τα διαφημιστικά δημοσιεύματα, στην Δύση το εγκολπώθηκαν και το δέχθηκαν σαν ακίβδυλο νόμισμα. Αλλά πόσο ριζωμένο μέσα στον κομμουνισμό είναι το μίσος κατά της θρησκείας, μπορεί να το κρίνει κανείς από τον πιο φιλελεύθερο ηγέτη των κομμουνιστών, 

Νικίτα Χρουστσώφ
τον Κρουστσώφ. Ο Κρουστσώφ, ενώ αποφάσισε να προβεί σε ορισμένα ουσιώδη απελευθερωτικά διαβήματα, παράλληλα με τις μεταρρυθμίσεις του, άνοιξε για μια ακόμη φορά τον ασκό του Αιόλου της θηριώδους λενινικής φλογώσεως για την εξολόθρευση της θρησκείας.

Αλλά να, τι δεν μπορούσαν να περιμένουν οι άνθρωποι αυτοί. Σε χώρα χωρίς ναούς, όπου η αθεΐα θριαμβεύει και μαίνεται ήδη τα δύο τρίτα του αιώνα, όπου οι ιεράρχες είναι μέχρι εσχάτων ορίων ταπεινωμένοι και στερημένοι βουλήσεως, όπου τα υπολείμματα της εξωτερικής Εκκλησίας είναι ανεκτά μόνο για προπαγάνδα στο δυτικό κόσμο, όπου και σήμερα, όχι απλώς φυλακίζουν για την πίστη και στέλνουν στα στρατόπεδα, αλλά και μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο πετούν σε αυστηρή κάθειρξη τους συγκεντρωμένους να προσευχηθούν την ημέρα του Πάσχα, σε μια τέτοια λοιπόν χώρα, κάτω από τον κομμουνιστικό ζυγό, η χριστιανική παράδοση επιβίωσε! Μάλιστα. Ναι μεν πολλά εκατομμύρια σε μας εκεί είναι πνευματικώς ερημωμένα και διεφθαρμένα από την επιβεβλημένη από τις Αρχές αθεΐα, πλην όμως, διατηρήθηκαν εκατομμύρια πιστοί, οι οποίοι μόνο εξωτερικά αναγκάζονται να σιωπούν. Η επίγνωση του Θεού στην πατρίδα μου έχει φθάσει σε μεγάλο βάθος, όπως, εξ άλλου, συμβαίνει πάντοτε σε εποχές διωγμών και δεινοπαθημάτων.Και εδώ βλέπουμε τη χαραυγή της ελπίδας: Όσο εξοπλισμένος και αν είναι ο κομμουνισμός με πυραύλους και άρματα μάχης και με όση επιτυχία και αν προσπαθεί να καταλάβει τον πλανήτη, είναι καταδικασμένος να μη νικήσει ποτέ τον χριστιανισμό.

Η Δύση μέχρι στιγμής δεν δέχθηκε την κομμουνιστική επιδρομή. Η θρησκεία στην Δύση είναι ελεύθερη, αλλά και ο δικός της ιστορικός δρόμος την οδήγησε σήμερα στο μαρασμό της θρησκευτικής συνείδησης. Αιτία του μαρασμού αυτού ήσαν τα διχάζοντα σχίσματα, οι αιματηροί θρησκευτικοί πόλεμοι και η έχθρα. Και αυτονόητα, από τον όψιμο ακόμη μεσαίωνα, την Δύση την κατέκλυζε ολοένα και περισσότερο το πνεύμα της εκκοσμίκευσης. Και αυτή η απειλή κατά της πίστεως – μη προερχόμενη από εξωτερική καταπίεση, αλλά από εσωτερική διαβρωτική δύναμη – φαίνεται ότι είναι ακόμη πιο επικίνδυνη.

Στην Δύση, με την πάροδο των δεκαετηρίδων χανόταν απαρατήρητα η έννοια του νοήματος της ζωής που είναι ανώτερο από την απόκτηση της «ευτυχίας», η οποία ενισχυόταν ζηλότυπα ακόμη και με κρατικά συντάγματα Ο αιώνας μας δεν είναι ο πρώτος αιώνας, κατά τον οποίο στη Δύση περιγελούν τις έννοιες του καλού και του κακού και τις έχουν εκδιώξει με επιτυχία από την κοινή χρήση, αφού τις υποκατέστησαν με πολιτικούς και ταξικούς υπολογισμούς, των οποίων τα χρόνια ζωής είναι εφήμερα. Είναι ντροπή να αναφέρεις επιχειρηματολογία που βασίζεται στις προαιώνιες αξιολογικές έννοιες. Είναι ντροπή να αρθρώσεις ότι το κακό φωλιάζει στην καρδιά κάθε ανθρώπου, πριν εγκαθιδρυθεί μέσα σ’ ένα πολιτικό σύστημα. Δεν θεωρείται όμως ντροπή, να υποχωρούμε καθημερινά στο ολοκληρωτικό κακό. Και εάν κρίνει κανείς από τις ολισθήσεις των υποχωρήσεων μπροστά στα μάτια μόνο της δικής μας γενεάς, τότε η Δύση ολισθαίνει όλο και περισσότερο προς τον εξαφανισμό της. Οι δυτικές κοινωνίες χάνουν όλο και περισσότερο τη θρησκευτική τους ουσία και παραδίδουν τη νεολαία τους στην αθεΐα.Τι ανάγκη έχουμε για περισσότερους μάρτυρες της αθεΐας, όταν στις Ηνωμένες Πολιτείες γυρίσθηκε 
εμπαικτική κινηματογραφική ταινία για τον Ιησού Χριστό; Και όταν εφημερίδα της αμερικανικής πρωτεύουσας δημοσιεύει χωρίς αισχύνη γελοιογραφία της Θεομήτορος; Όταν διευρύνονται τα εξωτερικά δικαιώματα, για ποιο λόγο να εγκρατευόμαστε εσωτερικά οι ίδιοι από την αναξιότητα;…

Ή γιατί να απέχουμε από την έξαψη του φυλετικού, ταξικού, και μανιακού ιδεολογικού μίσους; Το μίσος κατατρώγει σήμερα πολλές ψυχές. Οι άθεοι διδάσκαλοι διαπαιδαγωγούν τη νεολαία στο μίσος έναντι της κοινωνίας τους. Μέσα σ’ όλη αυτή την μαστίγωση λησμονείται ότι τα ελαττώματα της κεφαλαιοκρατίας είναι τα ριζικά ελαττώματα της ανθρώπινης φύσεως, ότι δηλαδή πρόκειται, μαζί με την χωρίς όρους και όρια απελευθέρωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και για την απελευθέρωση των ελαττωμάτων του˙ επίσης λησμονείται ότι στον κομμουνισμό (και η πνοή του κομμουνισμού είναι αισθητή πίσω από τον σβέρκο όλων των μετριοπαθών μορφών του σοσιαλισμού, οι οποίες είναι ασταθείς), τα ίδια αυτά ελαττώματα εκτυλίσσονται ανεξέλεγκτα σε όλους, όσοι έχουν και την παραμικρή εξουσία, ενώ όλοι οι άλλοι έχουν πράγματι φθάσει στην «ισότητα» - ισότητα των πτωχών δούλων.

Αυτό το αναφλεγόμενο μίσος έχει γίνει η ατμόσφαιρα του σημερινού ελεύθερου κόσμου˙ όσο ευρύτερες είναι οι δεδομένες ελευθερίες, και όσο περισσότερο έχει εξασφαλισθεί στην κοινωνία η κοινωνική ασφάλεια και ευζωϊα, τόσο εντονώτερο είναι, κατά παράδοξο τρόπο, και αυτό το τυφλό μίσος. Έτσι η σημερινή ανεπτυγμένη Δύση έδειξε με το παράδειγμά της ότι η σωτηρία του ανθρώπου δεν επιτυγχάνεται με υλική ευμάρεια ούτε με επιτυχείς επιχειρήσεις (μπίζνες).

Το αναφλεγόμενο αυτό μίσος επεκτείνεται όλο και περισσότερο σε οτιδήποτε το ζωντανό στην ίδια τη ζωή στον κόσμο, στα χρώματά του, στους ήχους του, στις μορφές του, στο ανθρώπινο σώμα – και η σκληρή τέχνη του 20ου αιώνα καταστρέφεται από αυτό το έκφυλο μίσος, διότι η τέχνη δίχως αγάπη είναι στείρα. Στην Ανατολή η αγάπη αυτή έχει εκπέσει, διότι την κατεδίωξαν και την ποδοπάτησαν, ενώ στη Δύση κατέπεσε οικειοθελώς και οι εξεζητημένες μεγαλεπήβολες αναζητήσεις την αντικατέστησαν, διότι ο άνθρωπος προσπαθεί όχι να φανερώσει το σχέδιο του Θεού για μας, αλλά να υποκαταστήσει με τον εαυτό του το Θεό

Με βαθειά πικρία οφείλω εδώ να πω – δεν τολμώ να το αποσιωπήσω – ότι ο προκάτοχός μου στο βραβείο αυτό, το προηγούμενο έτος, ακόμη και τους μήνες εκείνους, όταν έλαβε το βραβείο,υποστήριξε δημόσια το κομμουνιστικό ψέμα, δηλώνοντας κραυγαλέα ότι δεν έχει παρατηρήσει την καταδίωξη της θρησκείας στην Ε.Σ.Σ.Δ. Ενώπιον όλων των σκοτωμένων και καταπιεσμένων λέγω: Ας τον κρίνουν οι Ουρανοί.

Σήμερα φαίνεται όλο και ευρύτερα ότι, παρά τις τόσο εκλεπτυσμένες πολιτικές ζυγοσταθμίσεις, η θηλιά στο λαιμό της ανθρωπότητας συσφίγγεται με την κάθε δεκαετία ολοένα και στενότερα και απελπιστικότερα˙ διέξοδος δεν υπάρχει πουθενά για κανένα, ούτε πυρηνική, ούτε οικονομική, ούτε οικολογική. Μάλιστα, η πραγματικότητα μοιάζει πολύ μ’ αυτό που λέγω.
Και μπροστά στα βουνά ή, μάλλον, στις οροσειρές τέτοιων παγκοσμίων γεγονότων, μου φαίνεται ακατάλληλο και απρεπές να υπενθυμίζω ότι το κλειδί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας βρίσκεται στην κάθε επιμέρους ανθρώπινη καρδιά, στην προσωπική προτίμηση του όντως δεδομένου Αγαθού ή Κακού. Το κλειδί αυτό είναι και σήμερα το πιο αληθινό. Οι κοινωνικές θεωρίες, οι οποίες τόσο πολλά υπόσχονται, έχουν χρεοκοπήσει και μας άφησαν σε αδιέξοδο. Οι ελεύθεροι άνθρωποι της Δύσεως θα μπορούσαν, φυσικά, να εννοήσουν ότι γύρω τους υπάρχει και πολύ ψέμα, ελεύθερα καλλιεργημένο και να μην επιτρέψουν να τους επιβληθεί αυτό τόσο εύκολα. Οι προσπάθειες αναζητήσεως διεξόδου από την σημερινή κατάσταση του κόσμου είναι άκαρπες, χωρίς την επιστροφή της συνειδήσεώς μας με μετάνοια προς τον Δημιουργό του παντός. Χωρίς αυτό δεν θα φωτίσει καμία διέξοδος εμπρός μας. Τα μέσα που κρατήσαμε για τον εαυτό μας είναι πολύ πτωχά. Πρέπει. Προ πάντων, να συνειδητοποιήσουμε όλη την φρίκη, την οποία δεν έχει προξενήσει κάποιος απ’ έξω 
ΑΠΛΗΣΤΙΑ
ΛΑΓΝΕΙΑ

ούτε οι ταξικοί ή εθνικοί εχθροί, αλλά έχει δημιουργηθεί μέσα στον καθένα μας και μέσα στην κάθε κοινωνία, ακόμη και την πιο ανεπτυγμένη˙ ιδίως «εκεί», διότι εκεί τα έχουμε πράξει όλα εμείς οι ίδιοι με την ελεύθερη βούλησή μας και με τον καθημερινό απερίσκεπτο εγωισμό μας. Εμείς οι ίδιοι σφίγγουμε όλο και περισσότερο τη θηλιά, για την οποία μιλώ.
Ας αναρωτηθούμε: Μήπως είναι ψεύτικα τα ιδανικά του αιώνα μας; Μήπως η αυτοπεπεισμένη μας ορολογία είναι του συρμού; Μήπως προέρχονται από εκεί οι επιπόλαιες συνταγές προς διόρθωση της καταστάσεως; Προτού να είναι αργά, πρέπει στον κάθε στίβο να αναθεωρήσουμε τις συνταγές αυτές με βλέμμα αθόλωτο. Η λύση της κρίσεως δεν βρίσκεται στον δρόμο των καθημερινών αντιλήψεων, οι οποίες 

ΟΡΓΗ

είναι κοινώς παραδεκτές.
Η ζωή μας δεν εξαρτάται από την αναζήτηση της υλικής επιτυχίας, αλλά από την επιδίωξη τηςπνευματικής αυξήσεως. Ολόκληρη η επίγεια ζωή μας είναι, απλώς, ένα ενδιάμεσο στάδιο αναπτύξεως για μια υψηλότερη ζωή˙ και από το στάδιο αυτό δεν πρέπει να κατακρημνιζόμαστε και 
ΑΛΑΖΟΝΙΑ
να κατασπαταλούμε την προοπτική μας άκαρπα. Μόνοι οι υλικοί νόμοι δεν εξηγούν την ζωήμας και δεν φανερώνουν τον δρόμο της. Από τους νόμους της φυσικής και της φυσιολογίας δεν θα μας αποκαλυφθεί ποτέ η αναμφίβολη αλήθεια ότι ο Δημιουργός συνεχώς και καθημερινώς συμμετέχει στην ζωή του καθενός μας, ότι απωσδήποτε προσθέτει στην ύπαρξή μας ενέργειες και ότι, όταν μας εγκαταλείπει Εκείνος, πεθαίνουμε. Η συμμετοχή του δεν είναι λιγότερη στη ζωή όλου του πλανήτη. Αυτό πρέπει να το αισθανθούμε στην σκοτεινή και φρικαλέα αυτή στιγμή.

Στις απερίσκεπτες ελπίδες των δύο τελευταίων αιώνων, οι οποίες μας οδήγησαν στον εκμηδενισμό μας και στο χείλος του πυρηνικού ή και μη πυρηνικού θανάτου, μπορούμε να αντιτάξουμε μόνο την επίμονη αναζήτηση του ζεστού χεριού του Θεού, το οποίο τόσο ανέμελα και με τόση αυτοπεποίθηση, έχουμε, εν τω μεταξύ, απωθήσει. Μόνο τότε θα διανοιχθούν τα μάτια μας για τα σφάλματα αυτού του κακοδαίμονος 20ου αιώνα και τα χέρια μας θα κατευθυνθούν προς διόρθωση των σφαλμάτων αυτών. Ειδ’ άλλως, δεν έχουμε 
ZHΛΕΙΑ
με τι να συγκρατηθούμε από την κατολίσθηση˙ όλοι οι στοχαστές του Διαφωτισμού δεν κατόρθωσαν να μας διαφυλάξουν απ’ αυτή την κατολίσθηση.
Οι πέντε ήπειροί μας βρίσκονται στο σκοτάδι. Αλλά μέσα σε τέτοιου είδους δοκιμασίες φανερώνονται και οι υπέρτατες ικανότητες των ανθρώπινων ψυχών. Εάν καταστραφούμε και χάσουμε τον κόσμο μας αυτό, υπαίτιος θα είναι ο ίδιος ο εαυτός μας.

Σημείωση 

 [1] Το βραβείο Τέμπλτον χορηγείται κάθε χρόνο για την ανάπτυξη και διάδοση της θρησκείας στον κόσμο. Έχει καθιερωθεί προ δεκαετίας. Για το έτος 1983 το βραβείο αυτό δόθηκε στον Αλεξ. Ι. Σολζενίτσυν για την συμβολή του στην ανάπτυξη της χριστιανικής συνείδησης.-

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Οι τρεις ιεράρχες και τα Ορθόδοξα θρησκευτικά




treis-ierarxes

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χολέβας.
Η επικείμενη εορτή των Τριών Ιεραρχών φέρνει στην επικαιρότητα το αίτημα να συνδυάσουμε τα κείμενα και τα διδάγματα των μεγάλων αυτών Πατέρων της Εκκλησίας με τις σύγχρονες ανάγκες της Παιδείας και με την κρίση που βιώνουμε. Πιστεύω ότι σε μία δύσκολη εποχή, όπως είναι η σημερινή, η ελληνορθόδοξη παιδεία μπορεί να καλλιεργήσει μηνύματα αισιοδοξίας και να δώσει πρότυπα ζωής στα παιδιά μας.
Όταν διαβάζει κάποιος τα βιβλία διαφόρων τάξεων και επιπέδων του σχολείου διερωτάται γιατί ταλαιπωρούμε τους νέους μας χωρίς αξίες και πρότυπα. Έχει επικρατήσει μία δήθεν προοδευτική αντίληψη που θεωρεί ξεπερασμένες τις παραδοσιακές αξίες, οι οποίες κράτησαν όρθιο το Έθνος μας επί αιώνες. Επικρατεί η τάση να υποτιμώνται οι μάρτυρες, οι ήρωες και οι αγωνιστές των εθνικών ιδεωδών και να προβάλλονται υλιστικές αξίες που δεν εμπνέουν. Επιπλέον η πολυδιαφημισμένη πολυπολιτισμικότητα αναφέρεται ως κύριος στόχος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ενώ έχει αποτύχει σε όλη την Ευρώπη, όπως ομολογούν οι ηγέτες της. Άλλωστε σε εποχές κρίσης ένας λαός συσπειρώνεται και αποκτά αυτοπεποίθηση περισσότερο με την προβολή της εθνικής ταυτότητας και της εθνικής συνείδησης και όχι με πολυπολιτισμικούς χυλούς και με διεθνιστικά, δήθεν ανθρωπιστικά, μηνύματα.
Η δύσκολη περίοδος που διανύουμε απαιτεί την αναπροσαρμογή των στόχων της παιδείας επάνω σε βάσεις ελληνορθόδοξες και μακριά από συμπλέγματα ηττοπάθειας και θολοκουλτούρας. Η γλώσσα μας πρέπει να διδάσκεται ως ενιαία, από τις αρχαίες μέχρι τις νεότερες μορφές της. Η κατάργηση του πολυτονικού πρέπει να επανεξετασθεί, διότι επέφερε ανορθογραφία και αύξησε τις δυσλεξίες και μαθησιακές δυσχέρειες. Τα κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας πρέπει να βασισθούν σε νέα σχολικά εγχειρίδια που θα επαναφέρουν τους μεγάλους λογοτέχνες και ποιητές και δεν θα καλλιεργούν την απαισιοδοξία που παρατηρώ σήμερα σε διδασκόμενα κείμενα. Η Ιστορία ωφελεί όταν καλλιεργεί τον υγιή πατριωτισμό μακριά από λογικές «συνωστισμού», τουρκολαγνείας και μαρξίζοντος υλισμού. Οι νέοι μας αναζητούν εθνική υπερηφάνεια και ηρωικά πρότυπα. Γιατί τούς τα στερήσαμε κατά τα τελευταία χρόνια;
Το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να παραμείνει Ορθόδοξο Χριστιανικό, όπως διακηρύσσει και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας μας με την απόφαση της 13.1.2016. Όπως ορθώς τονίζει στη σχετική εισήγησή του ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ Ιερόθεος, για λόγους θεολγικούς, παιδαγωγικούς και νομικούς πρέπει να απορριφθούν οι προτάσεις για θρησκειολογικό ή πολυθρησκειακό μάθημα. Ένα μάθημα αποχριστιανοποιημένο έρχεται σε αντίθεση με στοιχειώδεις παιδαγωγικές αρχές και συν τοις άλλοις είναι αντισυνταγματικό, όπως κατέδειξε με εννέα σχετικές επισημάνσεις της η γνωστή και σαφέστατη απόφαση για τα Θρησκευτικά του Διοικητικού Εφετείου Χανίων με αριθμό 115/2012. Σε όλες τις χώρες της Ευρ. Ενώσεως -πλην της Γαλλίας- το μάθημα υπάρχει ως βασικό μέσο διαπλάσεως ήθους και αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο το περιεχόμενο βασίζεται στην επικρατούσα θρησκεία κάθε λαού. Η Χριστιανική διδασκαλία είναι ακόμη πιο αναγκαία σήμερα, διότι η αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο είναι το ζητούμενο εν μέσω οικονομικής κρίσης.
Σε ορισμένα Γυμνάσια της πατρίδας μας έγινε τα τελευταία χρόνια ένας πειραματισμός. Διδάχθηκε ένα πολυθρησκειακό μάθημα αντί για τα Ορθόδοξα Θρησκευτικά με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγχυση σε μαθητές και διδάσκοντες. Το Πρόγραμμα αυτό πρέπει αμέσως να αποσυρθεί έστω κι αν το υποστηρίζει μία μικρή ομάδα «προοδευτικών» θεολόγων. Βασίζεται στη θεωρία του θρησκευτικού εγγραμματισμού, η οποία δοκιμάσθηκε στην Αγγλία και κρίθηκε αποτυχημένη. Τα ελληνόπουλα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για το πείραμα, βομβαρδίσθηκαν από πληροφορίες για Βουδισμό, Ταοϊσμό, Ισλάμ, κ.λπ. ανακατεμένα με λίγη Ορθοδοξία και Καθολικισμό. Έτσι κινδύνευσαν να αποκοπούν από την ελληνορθόδοξη παράδοση και την εθνική μας ταυτότητα. Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου στην πλήρη τεκμηρίων εισήγησή του της 12.1.2016, ενώπιον των Συνοδικών Ιεραρχών, καθηγητών των Θεολογικών Σχολών και εκπροσώπων των Θεολόγων, χαρακτήρισε αυτό το πιλοτικό πρόγραμμα ως μία συγκριτική θρησκειολογία, η οποία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει τη βάση των οποιωνδήποτε βελτιώσεων. Πρότεινε -και αυτό δέχθηκε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος- να παραμείνουν ως κορμός τα βιβλία και το Αναλυτικό Πρόγραμμα του Γυμνασίου και του Λυκείου, όπως ισχύουν σήμερα, και να προστεθούν στο τέλος κάθε βιβλίου ορισμένα κεφάλια γνωριμίας με τα κυριώτερα θρησκεύματα. Δέχθηκε μάλιστα να αξιοποιηθούν και κάποια θετικά στοιχεία από το Πιλοτικό Πρόγραμμα, αν υπάρχουν.
Εννοείται ότι και η εισήγηση του Σεβ. Ναυπάκτου και η τελική απόφαση της Διρκούς Ιεράς Συνόδου δεν κάνουν αποδεκτή την πρόταση του Υπουργού Παιδείας κ. Νίκου Φίλη για μετάλλαξη του μαθήματος από Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή σε θρησκειολογία. Τα παιδιά μας χρειάζονται πρότυπα και όχι ξερές γνώσεις.
Χρωστούμε πολλά στους νέους μας. Τους έχουμε πληγώσει με τις συνέπειες της κρίσης, για την οποία οι ίδιοι δεν ευθύνονται. Τουλάχιστον ας τους εφοδιάσουμε με ηθικά και πνευματικά εφόδια για να επιβιώσουν ως άνθρωποι και ως Έλληνες. Να τους μεταδώσουμε, μέσω της παιδείας, τις προαιώνιες αξίες του Ελληνισμού, όπως είναι η φιλοπατρία, η δημοκρατία, η θρησκευτική ευλάβεια, η κοινωνική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη, ο ηρωισμός, η αγάπη προς τα γράμματα, ο σεβασμός προς τους γονείς, η αγάπη για τα έθιμά μας. Και για να τιμήσουμε ουσιαστικά τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη Χρυσόστομο, ας επαναφέρουμε τα Πατερικά κείμενα στη Μέση Εκπαίδευση!

Πρέπει να δοκιμαστεί πολύ ενας άνθρωπος για να πείς οτι είναι φίλος.Πρέπει να δείς αν έχει το πνεύμα της θυσίας.Οχι για σένα αλλά για όλο τον κόσμο.Οταν δείς οτι ενας άνθρωπος δεν το έχει αλλά είναι εγωκεντρικός κι ολα τα γυρίζει γύρω απο τον ευατό του,τότε θα καταλάβεις οτι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι για φίλος.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhzSoDkN0iBSN752xH-s68I5RzpRDGHT1rYe-bJJvV6AIHuXuF9eJKqylRQuKjwKqEY36yJKCLlIp1nxJ8_9syzWXUg75vIh2TyvVE04TgY-SHkohXvYKRe-1j2YLyU_NoAVyoEeZj87ukK/s1600/183696-Velorution+-+two+kids+holding+hands+by+SSH.jpg

Οι τελευταίες ημέρες της ζωής του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου --(και: Ο ενδοξότερος και ο πολυγραφότατος Άγιος)


Η σαρκοφάγος του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου 
στην περιοχή Κομάνι της Γεωργίας.

Οι τελευταίες ημέρες της ζωής του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

του Δρ. θεολογίας Αθανάσιου Μουστάκη


Οι τελευταίες, μαρτυρικές ημέρες της ζωής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και οι εξορίες του κατά τα έτη 406 και 407 με την ευκαιρία της ανακομιδής του ιερού λειψάνου του στις 27 Ιανουαρίου του έτους 438.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του έτους 406. Οι εχθροί του έχουν απομακρύνει τον ιεράρχη από τον πατριαρχικό θρόνο και την Κωνσταντινούπολη και τον έχουν μεταφέρει στη Βιθυνία και τη Νίκαια, όπου περιμένει να ορισθεί ο τόπος της εξορίας του.

Πολλοί από όσους τον υποστήριζαν συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στη Χαλκηδόνα και άλλοι συλλαμβάνονταν και πιέζονταν να αποκηρύξουν τον Άγιο. Οι αντιχρυσοστομικοί επίσκοποι γρήγορα χειροτόνησαν ως επίσκοπο στην Κωνσταντινούπολη τον πρεσβύτερο Αρσάκιο, ευλαβή
αλλά απαίδευτο και άπραγο γέροντα. Αυτός έμεινε στον πατριαρχικό θρόνο από τις 27 Ιουνίου μέχρι τις 11 Νοεμβρίου του 405. Τον Μάρτιο του 406 τον διαδέχθηκε ο σκληρός διώκτης του Αγίου, Αττικός.

Τον Ιούλιο του 406 ο αυτοκράτορας Αρκάδιος όρισε την Κουκουσό της Αρμενίας, ως τόπο εξορίας του Αγίου. Η απόσταση από τη Νίκαια είναι περισσότερο από 700 χιλιόμετρα.

Κατά την περίοδο που βρισκόταν στη Νίκαια ο Άγιος ανέκτησε κάπως τις δυνάμεις του και ασχολήθηκε με την ιεραποστολή στη Φοινίκη, στην Αραβία και την Κύπρο ενισχύοντάς την με χρήματα αλλά κυρίως με δοκιμασμένους και ικανούς ιερείς. Παράλληλα, ενδιαφέρθηκε για την ιεραποστολή στην Περσία και έκανε προσπάθειες για τον εκχριστιανισμό των Γότθων.

Η πορεία του θα ήταν προς τα ανατολικά και νότια. Θα περνούσε από την Άγκυρα και θα έφτανε μέχρι την Καισάρεια. Από εκεί θα κατηφόριζε προς τα βουνά της Ισαυρίας, μέχρι την Κουκουσό. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, πέρα από τον κόπο και τις κακουχίες, ευτυχώς πολλοί ήταν αυτοί που έδειχναν την αγάπη τους προς τον Άγιο.

Όσο έμπαιναν προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας οι συνθήκες επιδεινώνονταν. Μεγάλο υψόμετρο, καύσωνας την ημέρα, δριμύ ψύχος τη νύκτα, πολύωρη πεζοπορία. Θλίψη τον περίμενε στην Άγκυρα όπου ο επίσκοπος Λεόντιος τον υποδέχθηκε εχθρικά.

Η κατάσταση έγινε τραγική μέχρι την Καισάρεια, καθώς πέρα από τις κακουχίες τον Άγιο βασάνιζε υψηλός πυρετός. Αν και διαδιδόταν ότι ο επίσκοπος της πόλεως Φαρέτριος τον περίμενε με χαρά η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Πολλοί, όμως, ήταν αυτοί που τον υποδέχθηκαν με αγάπη όταν έφτασε στην πόλη τους ημιθανής.

Η στάση του επισκόπου, ο οποίος τον αγνόησε επιδεικτικά, τον ανάγκασε να καταλύσει στο άκρον της πόλεως σε κάποιο σπίτι που του παραχώρησαν. Εκεί δέχθηκε τις φροντίδες ικανών ιατρών και ανέλαβε κάπως δυνάμεις. Παρέμενε κλινήρης, αλλά οι επιθέσεις κακόβουλων και φανατικών, που υποκινούνταν από τον επ. Φαρέτριο, δεν τον άφηναν στιγμή ήσυχο, καθώς πολλοί από αυτούς έμπαιναν ακόμη και στο κατάλυμά του για να τον απειλήσουν ώστε να φύγει από την πόλη τους.

Τελικά, παρά τους κινδύνους των ληστών της περιοχής, αποφάσισε να φύγει. Ο Φαρέτριος όμως και πάλι έστειλε τον πρεσβύτερο Ευήθιο, ο οποίος πήγε στο κατάλυμα του Αγίου έξω πλέον από την πόλη και τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την περιοχή την ίδια ώρα, μεσάνυκτα, χωρίς σελήνη. Η περιοχή της Καισάρειας είχε υψόμετρο μεγαλύτερο από 1.100 μέτρα, ενώ σε κάποια σημεία ξεπερνούσε τα 1.300.

Με πολλή δυσκολία σηκώθηκε. Τον υποβάσταζαν και άρχισε η φοβερή πεζοπορία σε δρόμο ανώμαλο, στην περιοχή του δύσβατου και φοβερού Ταύρου. Η πορεία του υπήρξε μαρτυρική, αλλά επιτέλους, στις 20 Σεπτεμβρίου, έφθασε στην Κουκουσό. Το ταξίδι των 700 περίπου χιλιομέτρων είχε διαρκέσει 70 ημέρες.

Ευτυχώς, με τη χάρη του Θεού στην Κουκουσό τον υποδέχθηκαν με αγάπη και τον φρόντισαν καλά. Μάλιστα, ο ευγενής γαιοκτήμονας Διόσκορος του προσέφερε το σπίτι του για διαμονή.

Ο Άγιος, απλός και ταπεινός, σημειώνει στις επιστολές του ότι ήταν χίλιες φορές πιο ευχαριστημένος στον τόπο της εξορίας από την μαρτυρική πεζοπορία. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να αποφύγει την σχεδιαζόμενη αλλαγή του τόπου εξορίας.

Κατά την παραμονή του εκεί δεν σταμάτησε να δέχεται φίλους, πιστούς, κληρικούς και λαϊκούς, από τα γύρω μέρη, αλλά και την πατρίδα του την Αντιόχεια, η οποία βρισκόταν σε απόσταση 250 περίπου χιλιομέτρων.

Μέχρι την έλευση του χειμώνα δεν σταμάτησε να φροντίζει τους πάντες, να παρηγορεί τους φίλους του στην Κωνσταντινούπολη και να μεριμνά για την ιεραποστολή. Με την έναρξη της περιόδου του ψύχους οι αρρώστιες επανήλθαν, πυρετός, εμετοί, στομαχόπονοι, κεφαλαλγίες και αϋπνίες.

Παρά την κατάσταση αυτή δεν σταμάτησε να ζητεί με επιστολές, σε ανατολή και δύση, να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει η αντίθετή του ομάδα με σύγκληση Μεγάλης Συνόδου, η οποία θα έπαιρνε μία θέση βασισμένη στην ορθή κρίση και όχι στα πάθη και τις προσωπικές εχθρότητες.

Κατά τη διάρκεια της εξορίας του (από το καλοκαίρι του 406 μέχρι το καλοκαίρι του 407) έγραψε περίπου 240 επιστολές παρά τις τραγικές συνθήκες που αντιμετώπιζε. Σε αυτές περιλαμβάνονταν επιστολές παρηγοριάς, στήριξης, συμβουλευτικές. Σε αυτές διηγείται τις ταλαιπωρίες του και με ανακούφιση δεν σταματά να γράφει το περίφημο «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

Μάλιστα, στην Κουκουσό, συνέταξε και δύο έργα στα οποία υποστηρίζει ότι οι δυσκολίες είναι μία άριστη αφορμή που δίνεται στον καθένα μας για πνευματική πρόοδο.

Παρά την απομόνωσή του οι εχθροί του δεν ησύχαζαν. Τα νέα από τα προβλήματά του τους ευχαριστούσαν, αλλά η αγάπη που του έδειχναν οι πιστοί, όπου κι αν πήγαινε, τους τρόμαζε και πολλαπλασίαζε το μίσος τους.

Ο Ρώμης Ιννοκέντιος επέμενε για Οικουμενική Σύνοδο που θα επανεξέταζε το θέμα του Αγίου. Ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, όμως, υπέγραψε διάταγμα που άλλαζε τον τόπο εξορίας του στην Πιτυούντα, την περιοχή μιας βάρβαρης φυλής, των Τζάνων, στους πρόποδες του Καυκάσου, στην περιοχή της σημερινής Αμπχαζίας. Εκεί δεν θα μπορούσαν να τον βρουν και να επικοινωνήσουν μαζί του οι φίλοι και θαυμαστές του.

Βέβαια, κρυφή ελπίδα των εμπνευστών αυτής της μετακίνησης ήταν να πεθάνει ο Άγιος κατά το ταξίδι των 1.500 χιλιομέτρων περίπου, το οποίο θα πραγματοποιούνταν σε τραγικές συνθήκες, με βορειοανατολική κατεύθυνση και όλο σχεδόν επάνω σε βουνά.

Η διαταγή της μετακινήσεώς του έφτασε στην Κουκουσό το καλοκαίρι του 407 και η συνοδεία ξεκίνησε στις 25 Αυγούστου. Την αποτελούσαν ο Άγιος και δύο φρουροί στρατιώτες. Ο ένας φρουρός μάλιστα φερόταν στον Άγιο με ιδιαίτερη σκληρότητα, αφού θα είχε μεγαλύτερη αμοιβή αν ο κρατούμενος πέθαινε στο δρόμο.

Από αυτό το κομμάτι την ζωής του δεν έχουμε κάποια επιστολή του.

Πορεύθηκαν προς τη Σεβάστεια (Σιβάς 1.400 μ. υψόμετρο) ώστε μέσω Κομάνων και Αμάσειας να φθάσουν στην Αμισό (Σαμψούντα). Από εκεί θα έπαιρναν καράβι. Παρά την κατεστραμμένη υγεία του έπρεπε να βαδίζει περίπου 20 χιλιόμετρα την ημέρα. Συχνά βάδιζε μέσα στη βροχή, ακάλυπτος. Σύντομα άρχισαν και πάλι ρίγη, πυρετοί και πονοκέφαλοι.

Οι στρατιώτες δεν του επέτρεπαν να αναπαυθεί ή να δεχθεί οποιαδήποτε περίθαλψη. Στις 12 Σεπτεμβρίου έφτασαν στην Δαζιμώνα (Kaz Ova). Την επομένη ξεκίνησαν για τα Κόμανα που τότε ήταν μεγάλη πόλη, αλλά τα παρέκαμψαν για να μην ανακουφιστεί έστω για λίγο ο Άγιος.

Διανυκτέρευσαν στον προσκυνηματικό ναό του Αγίου μάρτυρα Βασιλίσκου που βρισκόταν 8 χιλιόμετρα μετά τα Κόμανα. Η κατάσταση του Αγίου ήταν απελπιστική. Το βράδυ εμφανίστηκε ο μ. Βασιλίσκος και του έδωσε κουράγιο λέγοντάς του ότι την επομένη θα ήταν μαζί.

Μόλις ξημέρωσε ο Άγιος ζήτησε από τους φρουρούς του να μην ξεκινήσουν ή τουλάχιστον να ξεκινήσουν κατά το μεσημέρι ώστε να προλάβει λίγο να αναπαυθεί και να μειωθεί το ψύχος της νύκτας, αλλά εκείνοι τον έσυραν στο δρόμο και τον υποχρέωσαν να βαδίσει προς την Νεοκαισάρεια.

Μετά από 5 περίπου χλ. οι φρουροί πείσθηκαν ότι ο Άγιος δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα παραπάνω και τον βοήθησαν να επιστρέψει στο ναό.

Ζήτησε από τον πρεσβύτερο του ναού να του αλλάξει ενδύματα, μοίρασε τα λιγοστά του υπάρχοντα, κοινώνησε, προσευχήθηκε, είπε το «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν» προσθέτοντας το «Ἀμήν» και παρέδωσε το πνεύμα του στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 407.

Ενταφιάστηκε στον ναό του μ. Βασιλίσκου.

Επί Πρόκλου, τα λείψανά του επανήλθαν στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Ιανουαρίου 438 και τα τοποθέτησαν στο ναό των Αγίων Αποστόλων με εξαιρετικές τιμές.

Η συντομευμένη περιγραφή προέρχεται εξ ολοκλήρου από το βιβλίο «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος» (τόμος Α', εκδ. Αποστολική Διακονία) του αειμνήστου Καθηγητού Στυλιανού Παπαδοπούλου.



 Ο ενδοξότερος και ο πολυγραφότατος Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Ο Απόστολος Παύλος υπαγορεύει στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο την ερμηνεία 
των επιστολών του. Εικόνα του αγιογραφείου της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.*

Ο ενδοξότερος και ο πολυγραφότατος 
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
*Χρήστου Κρικώνη, Ομοτίμου καθηγητή της Θεολογίας του Α.Π.Θ. 


1. Βιογραφικά του Χρυσοστόμου

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ιεράρχης με ασυνήθιστες πνευματικές ικανότητες, με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και με πλούσια και εμφανή τα χαρίσματα της θείας Πρόνοιας ήταν επόμενο να διακριθεί ως εξέχουσα προσωπικότητα στη χορεία των μεγάλων πατέρων, που κοσμούν το στερέωμα της Εκκλησίας.

Είναι, αναμφισβήτητα, ο ενδοξότερος και ο πολυγραφότατος από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των βυζαντινών –ιδίως των πρώτων– χρόνων και ο κατ' εξοχήν πνευματικός ηγέτης της χριστιανικής κοινωνίας. Και όπως χαρακτηριστικά έχει παρατηρηθεί η μελέτη των εκκλησιαστικών πραγμάτων παρουσιάζει τον Χρυσόστομο ως τον κορυφαίον μεταξύ των θεωρητικών Πατέρων της Εκκλησίας, επικεφαλής των οποίων είναι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, αλλά εν πολλοίς και αυτού του Μ. Βασιλείου, ο οποίος υπερέχει όλων δια την κοινωνικήν του δράση.

Αλλ' επειδή ο Χρυσόστομος ασχολήθηκε ως επί το πλείστον με τα προβλήματα του ανθρώπου και όχι τόσο με τα θεωρητικά προβλήματα της εποχής του, τα οποία βεβαίως και εγνώριζε καλά, και επειδή ο σκοπός της εκκλησιαστικής ζωής του ήταν η εξύψωση της ηθικής ζωής και η ανάδειξη των πνευματικών δυνάμεων των χριστιανών με το προσωπικόν του παράδειγμα και με τον λόγον του, γι' αυτό εμφανίζεται στην ιστορία της Εκκλησίας με το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του αγωνιστή της έμπρακτης χριστιανικής ηθικής ζωής και του μάρτυρος της χριστιανικής αγάπης.

Ο Χρυσόστομος αισθάνεται έντονη την προστασία της θείας Πρόνοιας, η οποία με καταφανή τρόπο καθοδηγούσε τα διαβήματά του στην πορεία της εκκλησιαστικής ζωής και δράσεώς του. Και ο ίδιος ομολογούσε την εύνοια αυτή της θείας Πρόνοιας και την έβλεπε ολοκάθαρα να προσδιορίζει την προσωπική ζωή του από τα παιδικά του χρόνια, όπως συμβαίνει με όλες εκείνες τις μεγάλες προσωπικότητες, που η θεία Πρόνοια προορίζει να γίνουν όργανά της. Αυτή η θεία Πρόνοια του επεφύλαξε ευνοϊκές συνθήκες και όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις να λάβει την καλύτερη για την εποχή του μόρφωση.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές, ο Χρυσόστομος, γόνος αριστοκρατικής και διαπρεπούς οικογενείας, λόγω γεννήσεως και μορφώσεως ανήκε στο πνευματικό ελληνικό περιβάλλον. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια μεταξύ των ετών 344-354 ίσως το 350-351 –κατά την τελευταία άποψη του αείμνηστου καθηγητού της Πατρολογίας Παν. Χρήστου- από γονείς ευσεβείς, και ανατράφηκε μέσα σε χριστιανικό περιβάλλον που του παρείχε η θαλπωρή της οικογενείας του και ιδιαίτερα της μητέρας του Ανθούσας, από την οποία έλαβε το λεπτό πνεύμα και τον ευαίσθητο χαρακτήρα. Αναφερόμενος αργότερα για την οικογένειά του ο Χρυσόστομος έλεγε «ο εμός πατήρ και ο πάππος και ο επίπαππος σφόδρα ευσεβείς και σπουδαίοι ετύγχανον όντες».

Κατά ταύτα όλη η οικογένειά του απέπνεε το πνευματικό άρωμα της ευσεβείας και μέσα σ' αυτό ανατράφηκε πνευματικά από τα παιδικά του χρόνια με φρόνηση και σοβαρότητα, γεγονός που προμήνυε πόσο μεγάλη και σημαντική προσωπικότητα θα ανεδεικνύετο. Βέβαια την ανατροφή του ανέλαβε αποκλειστικά η ευσεβεστάτη και σεμνή μητέρα του Ανθούσα και η θεία του, από πατέρα, Σαβιανή, αφού ο πατέρας του Σεκούνδος, ανώτερος αξιωματικός του στρατού απέθανε ολίγον μετά την γέννησή του και για την μόρφωσή του δεν φείσθηκε θυσιών, κόπων και χρημάτων.

Η μητέρα του με την εξασφάλιση των μέσων για την παροχή κάθε δυνατής μορφώσεως του υιού της αποδείχθηκε όχι μόνο μεγάλη τροφός αλλά και καταπληκτική παιδαγωγός. Αυτή, χήρα, μόλις είκοσι χρονών, αφοσιώθηκε αποκλειστικά και ολόψυχα στην ανατροφή του Ιωάννη και στη φροντίδα να εξασφαλίσει κάθε εκπαίδευση για να γίνει μια συγκροτημένη και τέλεια προσωπικότητα. Αυτή με την άγια ζωή της αλλά και με τις συνετές συμβουλές της έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην παροχή πολύπλευρης παιδείας.

Αυτή κατέβαλε στην ψυχή του νεαρού Ιωάννη τα πρώτα σπέρματα της ευαγγελικής αληθείας και τον έστρεψε από μικρό προς την τέλεια και απόλυτη χριστιανική ζωή. Θα ήταν δυνατόν να είχε λεχθεί και για τη μητέρα του Ανθούσα ό,τι είχε ειπεί ο Γρηγόριος Θεολόγος για την μητέρα του Μ. Βασιλείου, την Εμμέλεια «τ ούτο εν γυναιξί ώφθη η Ανθούσα όπερ παρ' ανδράσιν ο Ιωάννης». Με ανάλογο θαυμασμό είχε εκφρασθεί και ο εθνικός ρήτορας Λιβάνιος με αφορμή τη μητέρα του Χρυσοστόμου για τις χριστιανές γυναίκες γενικότερα· «Βαβαί, οίαι παρά Χριστιανοίς γυναίκες εισίν».

Όμως η θεία Πρόνοια του επεφύλαξε, εκτός από την αρίστη ανατροφή από τη μητέρα του Ανθούσα, και εξαιρετική μόρφωση από διαπρεπέστερους διδασκάλους και ρήτορες της εποχής του. Εφοίτησε στην ονομαστική ρητορική σχολή των περίφημων εθνικών ρητόρων του Ανδραγαθίου και του Λιβανίου από τους οποίους διδάχθηκε τους θησαυρούς των γνώσεων της κλασικής αρχαιότητος.

Ο Λιβάνιος μάλιστα όταν ερωτήθηκε ποιον θα άφηνε διάδοχόν του στη Σχολή, απάντησε ότι προόριζε τον Ιωάννη εάν δεν τον είχαν συλήσει οι Χριστιανοί. Βέβαια τον Ιωάννη δε τον εσύλησαν οι Χριστιανοί, γιατί ο ίδιος από μόνος του και εκούσια έγινε χριστιανός ή όπως είχε ειπεί για κάθε ανθρώπινη ψυχή ο Τερτυλλιανός, ο Ιωάννης ήταν ψυχή χριστιανική από τη φύση της «anima naturaliter christiana».

Στη συνέχεια ο Ιωάννης παρακολούθησε τους διακεκριμένους διδασκάλους της Θεολογικής Σχολής της Αντιοχείας –του περίφημου «Ασκητηρίου»–, τον Καρτέριον και τον ευσεβή και ασκητικόν Διόδωρον, τον οποίον, θαυμάζοντας έλεγε «τον άπαντα χρόνον διετέλεσε αποστολικόν επιδεικνύμενος βίον, μηδέν ίδιον έχων, αλλά παρ᾿ ετέρων τρεφόμενος, αυτός τη προσευχή και τη διδασκαλία του λαού προσκαρτερών».

Εκτός όμως των διδασκάλων του, μεγάλη επίδραση στη διάπλαση της θρησκευτικής διαθέσεως και του χαρακτήρος του άσκησε και ο γηραιός επίσκοπος Αντιοχείας, Άγιος Μελέτιος, για τον οποίο ο Χρυσόστομος έλεγε ότι η θέα και μόνο της όψεώς του εγοήτευε τους πάντας και τους προσείλκυε στην αρετή. Είναι γεγονός ότι ο Άγιος Μελέτιος «ηράσθη της ευφυΐας και του κάλλους της καρδίας του Ιωάννου», τον προσείλκυσε στην Εκκλησία και τον εβάπτισε (σε ηλικία περίπου 21 ετών, το έτος 372).

Η φοίτηση του Χρυσοστόμου κοντά σε τόσο διαπρεπείς διδασκάλους είχε ως αποτέλεσμα να λάβει ευρεία και λαμπρά μόρφωση και από ενωρίς να δείξει τις εξαιρετικές ικανότητες και επιδόσεις του. Χωρίς να είναι διανοούμενος ή φιλόσοφος ανεδείχθη σε έναν κλασικό ρήτορα ή ομιλητή με την έννοια περισσότερον του διδασκάλου της ηθικής αγωγής. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται ολοκάθαρα από τη γλώσσα και το ύφος του. Στη ρητορική δεξιοτεχνία του ύφους του άνετα μπορεί να συγκριθεί με τον κορυφαίο ρήτορα της αρχαιότητος, τον Δημοσθένη, και τους Ξενοφώντα και Πλάτωνα. Και παρ᾿ ότι παρέμεινε Έλληνας στην παιδεία, δεν συγκινήθηκε από την ελληνική φιλοσοφία και ποτέ δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ασχοληθεί ιδιαίτερα με αυτήν. Πάντως η επίδραση των κλασικών σπουδών στη λογοτεχνική υφή και την επιχειρηματολογία του σε όλα τα έργα του –ιδίως τα πρώτα– είναι έντονη.

Ο Χρυσόστομος μετά την αποφοίτηση από τις κοσμικές σπουδές στις ανώτερες σχολές, για ένα ελάχιστο χρόνο –ίσως ολίγους μόνον μήνες– άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου ή ρητοροδιδασκάλου, κάτι που είχε συμβεί και με άλλους μεγάλους πατέρες (Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο κ.λπ.). Αλλά το δικηγορικό έργο, ως επάγγελμα, περιελάμβανε (και περιλαμβάνει) εκτός άλλων την εξυπηρέτηση των επιδιώξεων και των συμφερόντων του πελάτου, που δεν είναι πάντοτε σύμφωνα με τις προσωπικές πεποιθήσεις και ηθικές αρχές του ασκούντος αυτό. Γι᾿ αυτό και ο Χρυσόστομος, τονίζοντας τις αρνητικές περιπτώσεις και πλευρές, χαρακτηρίζει το επάγγελμα «μεστόν πονηρίας και δολιότητος» και εγκαίρως διαπιστώνει ότι το δικηγορικόν επάγγελμα δεν τον ικανοποιεί και ότι αυτός δεν είχε γεννηθεί να γίνει δικηγόρος.

Και, όπως ήδη αναφέρθηκε, ενώ είχε όλα τα μέσα και τις προϋποθέσεις να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη και ευρύτερη μόρφωση, να έχει δόξες και τιμές στον κόσμο, αυτός έδειξε πλήρη αποστροφή προς τα εγκόσμια. Είναι ανόητο, έλεγε, να κυνηγά κανείς σκιές, όπως είναι ο πλούτος, η δύναμη, οι ηδονές· «το γαρ σκιάς διώκειν μαινομένου εστίν».

Αρεσκόμενος στο μονήρη και ασκητικό βίο μετά το βάπτισμά του αφοσιώνεται αποκλειστικά στα θεία και γίνεται νέος άνθρωπος, όπως λέγει ο βιογράφος του Παλλάδιος. Από τότε δεν εξεστόμισε ποτέ κακόν λόγον ή κατάρα ή αστειότητα και ποτέ δεν ορκίσθηκε και δεν ψεύσθηκε. Στη μόνωση βρήκε αυτό που ζητούσε· η μόνωση προσφέρει στιγμές περισυλλογής, αυτοεξέτασης, προσευχής, που υψώνουν τον άνθρωπο στις σφαίρες του υπερφυσικού.

Σύνθημα της ζωής του ήταν το θαυμάσιον λόγιον· «έ χου των πνευματικών, υπερόρα των βιοτικών».

Ανάλογη είναι και η διατύπωση του Μ. Βασιλείου στην Ομιλία του «Εις το Πρόσεχε σεαυτώ»· «υ περόρα σαρκός, παρέρχεται γαρ· επιμελού ψυχής, πράγματος αθανάτου». Αλλά ο Χρυσόστομος το θέμα της ματαιότητος και παροδικότητος της παρούσης ζωής ανέπτυξε με περισσή χάρη και δύναμη στις θαυμάσιές του ομιλίες «Προς Ευτρόπιον», όπου χαρακτηριστικά τονίζει ότι πρέπει «και στους τοίχους και στα ενδύματα και στην αγορά και στις οικίες και στους δρόμους και στις θύρες και στις εισόδους και προ πάντων στη συνείδηση και καρδιά συνεχώς πρέπει να γράφωμεν και συνέχεια να μελετούμε πάντοτε το ρητό “ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης”».

Τον Χρυσόστομο ενδιαφέρει κυρίως το έργο της πνευματικής ζωής και αναπτύξεως των ανθρώπων, η κυρίως μόρφωση των ψυχών, και επειδή έχει τη γνώμη ότι η θεωρία και η πράξη όχι μόνο δεν πρέπει να απέχουν μεταξύ τους αλλά να συμπίπτουν, γι᾿ αυτό αισθάνθηκε την ανάγκη –όπως όλοι οι μεγάλοι Πατέρες– της απομακρύνσεως εκ του κόσμου, της μονώσεως και της ασκήσεως, προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης πνευματική ολοκλήρωση και η πνευματική ελευθερία με την κυριαρχία του πνεύματος επί του σώματος.

Συνέπεια αυτών των απόψεών του ήταν η απόφασή του να αποσυρθεί από τα εγκόσμια. Τούτο έγινε μετά τον θάνατο της προσφιλούς μητέρας του το 374. Και τούτο γιατί η μητέρα του μόλις αντελήφθη ότι ο Ιωάννης εσχεδίαζε να φύγει στην έρημο, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στην κλίνη όπου τον εγέννησε και με δάκρυα στα μάτια, αλλά με την ίδια στοργή και τρυφερότητα που γνώριζε, του υπενθύμισε όλα εκείνα –και ήταν πάρα πολλά– που στερήθηκε με τη χηρεία της για χάρη του.

«Τον παρακάλεσε να μην τη ρίξει τώρα με τη δική του φυγή σε δεύτερη χηρεία, εγκαταλείποντάς την, αλλά να περιμένει λίγο, γιατί το τέλος της δεν είναι μακριά». «Άλλωστε, του είπε, στους νέους υπάρχει πάντα ο χρόνος και η ελπίδα να φθάσουν εκεί που θέλουν. Όταν με παραδώσεις στη γη και με θάψεις κοντά στον πατέρα σου, του είπε, τότε “κάνε μακρινές αποδημίες και ταξίδευσε σε οποιαδήποτε θάλασσα θέλεις, χωρίς κανένας να σε εμποδίσει”. Όσο καιρό όμως αναπνέω ακόμη, κάνε υπομονή και μείνε μαζί μου... Πρόσεξε, του είπε, γιατί εγώ φρόντισα να μη σου λείψει τίποτε, να είσαι απερίσπαστος από βιοτικές ανάγκες και αμέριμνος από όλα τα αναγκαία για να μπορέσεις (εσύ) να συνεχίσεις το ιερό έργο σου. Και να ξέρεις, του πρόσθεσε, κανείς δεν σε αγαπά πιο πολύ από μένα τη μητέρα που σε γέννησε... Αν όχι τίποτε άλλο, τουλάχιστον γι᾿ αυτό μείνε όσο ακόμη ζω κοντά μου...».

Ασφαλώς τα λόγια της μητέρας νίκησαν την σκέψη και θέληση του υιού της Ιωάννη και υπερίσχυσε η αγάπη του για εκείνην. Κατόπιν τούτου ο Ιωάννης ανέβαλε –δεν ματαίωσε– τον σκοπό του μένοντας κοντά της και ζώντας ως υπάκουος υιός στο σπίτι μαζί με τη μητέρα του, στην Αντιόχεια.

Τότε ανεχώρησε στα ιερά ησυχαστήρια - ασκητήρια, που δεν ήταν πολύ μακριά έξω από την Αντιόχεια και τα οποία «ώσπερ λαμπτήρες εισίν αφ᾿ υψηλού τοις πόρρωθεν επιβαίνουσι φαίνοντες, επί λιμένος καθήμενοι και προς γαλήνην την αυτών άπαντας έλκοντας, ουκ εώντες εν σκότω διάγειν τους εκεί βλέποντας». Τότε ο Χρυσόστομος και μετά από παρότρυνση φίλων του αναφερόμενος στον μοναχικόν βίον, έγραψε τις θαυμάσιες πραγματείες περί ασκητισμού, στις οποίες ετόνιζε ότι σκοπός του είναι η τελείωση του ανθρώπου στην κατά Θεόν ζωή, η οποία δεν ήταν εύκολον και δυνατόν να επιτευχθεί μέσα στη γεμάτη από πειρασμούς και φαυλότητα κοινωνία. Σχετικά λέγει· «Θα ευχόμουν η κοινωνία να ήταν καλή για να μη χρειάζεται να τρέχουν στις ερήμους όσοι ζουν μέσα σ᾿ αυτή· και ούτε οι ασκητές που ζουν στις ερημίες να έρχονται για να ζήσουν σ᾿ αυτή».

Πρόθεσή του δεν ήταν να προτρέψει τους ανθρώπους να αποσυρθούν σωματικά από τον κόσμο, εγκαταλείποντας τις πόλεις τους, αλλά να αναμορφώσει τη ζωή της κοινωνίας, των πόλεων και των χωριών, σύμφωνα με τις αρχές του Ευαγγελίου· γι᾿ αυτό, άλλωστε, και έγινε ποιμήν, διδάσκαλος και ιεροκήρυκας.

Γιατί πράγματι μέσα στην κοινωνία δεν κατόρθωσαν οι διακηρύσσοντες την κοινωνική αλλαγή με τα υλικοτεχνικά μέσα, την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνικής, να φέρουν την ευημερία των ανθρώπων και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αντίθετα, κοινή είναι η διαπίστωση ότι κάθε ημέρα αυξάνει η αδικία, η εκμετάλλευση και η διαφθορά, ο εκφυλισμός και η πολυτέλεια με τις ποικίλες απολαύσεις, οι συνεχείς ανταγωνισμοί, τα μίση και οι πόλεμοι. Κατά συνέπεια κανείς απ᾿ αυτούς δεν θεωρεί ότι οι θλίψεις, οι στερήσεις και ο πόνος της καθημερινής ζωής έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για την ανάπτυξη ισχυρής βουλήσεως και ακεραίου χαρακτήρα. Μόνο με κόπους πολλούς, στερήσεις και επίμονες ασκήσεις μπορεί ο πιστός να γίνει κύριος των αδυναμιών του σώματός του και όχι με την εύκολη, και γεμάτη ανέσεων και απολαύσεων ζωή, λέγει ο Χρυσόστομος.

Άλλωστε, ο Χρυσόστομος δεν θεωρούσε την άσκηση ως αυτοσκοπό και ούτε απέβλεπε με αυτήν αποκλειστικά στην ατομική τελείωση. Αντίθετα, θεωρούσε την άσκηση ως ευκαιρία κατάλληλη για την αναμόρφωση της κοινωνίας και της σωτηρίας των ανθρώπων, σε συνδυασμό με την λοιπή πνευματική ζωή.

Η ασκητική ζωή, βεβαίως, έδιδε την ευκαιρία στον Χρυσόστομο για πιο άνετη επικοινωνία με τον Θεό δια της προσευχής. Ο Χρυσόστομος ήταν άνθρωπος της προσευχής και της μονώσεως· ζούσε συνεχώς προσευχόμενος. Η προσευχή είναι ρίζα συγχρόνως και τροφή της πνευματικής ζωής και αν στερήσεις, έλεγε, τον εαυτό σου της προσευχής είναι ωσάν να βγάζεις το ψάρι από το νερό και περιμένεις να ζήσει· «ώσπερ γαρ εκείνω ζωή το ύδωρ, ούτω σοι προσευχή». Είναι αδύνατον να ζει κανείς χωρίς την προσευχή· «αμήχανον άνευ προσευχής αρετή συζήν και μετά ταύτης πορεύεσθαι τον βίον».

Η πείρα και η μαρτυρία των προσευχομένων δείχνει ότι δεν υπάρχει στον κόσμο ισχυρότερο πράγμα από την προσευχή· «ουκ έστιν ουδέν ευχής δυνατώτερον, ουδ᾿ ίσον». Αυτή κάνει τους ανθρώπους «ναούς του Χριστού»· αυτή είναι το ύψιστον αγαθόν· «παντός αγαθού κεφάλαιον και σωτηρίας και ζωής αιωνίου πρόξενος». Γι' αυτό και συνιστούσε στους άλλους συνεχώς να προσεύχονται· «καν εν βαλανείω ης, εύχου, καν εν οδώ καν επί κλίνης, όπου εάν ης εύχου». Γιατί έτσι θα αισθάνονται τους εαυτούς τους ευτυχείς και μακαρίους «επί τη του Θεού λατρεία».

Παράλληλα με τη συνεχή προσευχή η άσκηση έδιδε στον Χρυσόστομο την κατάλληλη ευκαιρία και για συνεχή μελέτη της Αγίας Γραφής, η οποία κρατεί την ψυχή σε διαρκή επικοινωνία με τον Θεό. Μάλιστα ο Χρυσόστομος θεωρούσε ως αιτία όλων των κακών στην κοινωνία και καθημερινή ζωή των ανθρώπων «το μη ειδέναι τας Γραφάς». Η μελέτη της Αγίας Γραφής ήταν το καταφύγιόν του σε όλες τις δοκιμασίες της πολυτάραχης ζωής του και σ᾿ αυτήν και μόνον εύρισκε γαλήνη και ανακούφιση.

Συνιστούσε στους πιστούς την ανάγνωση της Αγίας Γραφής ακόμη και αν πολλές φορές δεν είναι απόλυτα κατανοητό το αληθινό νόημά της. Με την συνεχή ανάγνωση των Αγίων Γραφών ο Χρυσόστομος απέκτησε τέτοια οικειότητα με το περιεχόμενό τους και τόσο βαθειά τις κατανόησε, ώστε, κατά κοινή ομολογία, να γίνει ο επιδεξιότερος και ικανότερος ερμηνευτής τους, αφού συνέγραψε τα πολυαριθμότερα, περίπου 700 Ομιλίες, και ασύγκριτα σε κάλλος και δύναμη ερμηνευτικά υπομνήματα καθώς και άλλα έργα του.

Ο Χρυσόστομος έζησε επί εξαετία και πλέον ως ασκητής και αναχωρητής στα Μοναστήρια και ασκητήρια με συνεχή προσευχή και μελέτη της Αγίας Γραφής και προ πάντων με στερήσεις και σκληραγωγία κοντά σε διασήμους για την εποχή του ασκητές.

Εκεί εσχεδίαζε τη δράση του ως αναμορφωτού των ψυχών, προετοίμαζε τον εαυτόν του για την μεγάλη του αποστολή στον κόσμο και ελάμβανε την απόφασή του για τους αγώνες της πνευματικής δράσεώς του στην κοινωνία. Και βεβαίως εγνώριζε καλά ότι κάθε πνευματική δράση στην κοινωνία θα αντιμετώπιζε οπωσδήποτε και την ανάλογη αντίδραση του κόσμου. Την δράση αυτή επεχείρησε με την ανάληψη του έργου που θέλησε να πραγματοποιήσει μέσα στην Εκκλησία και την κοινωνία με την χάρη και την ευλογία της.

Γι᾿ αυτό και όταν επέστρεψε στον κόσμο, στην Αντιόχεια, μετά την άσκησή του στην ερημία, χειροτονήθηκε διάκονος (381) από τον επίσκοπο της πόλεως Μελέτιον, τον οποίον και βοηθούσε στα ποιμαντορικά καθήκοντα. Ως απλός διάκονος ο Χρυσόστομος παρέμεινε για μία εξαετία και στο διάστημα αυτό επεδόθη στη συγγραφή αξιολόγων πραγματειών (όπως περί Παρθενίας κ.ά.) και στο διδακτικό έργο.

Το 386 χειροτονήθηκε ως πρεσβύτερος από τον διάδοχο του Μελετίου Φλαβιανό και ως πρεσβύτερος τότε, στην πρώτη ομιλία του από άμβωνος, εκφράζει το δέος του να προσεγγίσει την Αγία Τράπεζα και, όπως λέγει, του φαίνεται απίστευτον, μειρακίσκος αυτός να ομιλεί ενώπιον του εκκλησιάσματος. Όμως το εκκλησίασμα αυτό διεπίστωνε πόσον σπουδαίον και υπέροχον ρήτορα είχε έμπροσθέν του και με βαθειά ικανοποίηση έβλεπε τα μεγάλα δείγματα των εκπληκτικών ικανοτήτων του. Ίσως όμως και ο ίδιος ο Χρυσόστομος να συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά το εξαιρετικό χάρισμα της ευγλωττίας με το οποίο η θεία Πρόνοια τον επροίκισε. Γιατί ήταν γεννημένος ρήτορας και από την αρχή κατεγοήτευε το ακροατήριό του με την ευφράδεια και τη δύναμη του λόγου του.

Έτσι από τότε και επί μία δωδεκαετία περίπου ως πρεσβύτερος στην Αντιόχεια και επί άλλα έξι ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως εκήρυττε συνεχώς· μερικές φορές δυο και τρεις φορές την ημέρα· «εβουλόμην, έλεγε, και εν νυκτί τούτο ποιείν και ως μυρία σχισθέντα παραγίνεσθαι υμίν και διαλέγεσθαι». Η ψυχή του ήταν κυριευμένη από το πάθος να κηρύττει τον λόγο του Θεού· προς τούτο περιήρχετο όλους τους ναούς της πόλεως.

Το κήρυγμά του διεκρίνετο για την αμεσότητα και την πειστικότητά του γι᾿ αυτό και ήταν το αποτελεσματικότερο μέσο να επιδράσει στα άτομα και στην κοινωνία. Από τα κηρύγματά του αυτά και τις εκφωνηθείσες ομιλίες του προέρχονται τα ογκώδη και πολυάριθμα ερμηνευτικά έργα του στα βιβλία της Αγίας Γραφής.


Ο Χρυσόστομος είχε την εσωτερική πεποίθηση ότι οι εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι λειτουργοί και όργανα του Χριστού επί της γης. Ειδικότερα για την αποστολή του κληρικού θαυμάσια είναι τα όσα αναφέρει στο υπέροχο έργο του «Περί Ιερωσύνης».

Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρεσβύτερος στην Αντιόχεια συγκλονιστικά γεγονότα συνετάραξαν την πόλη. Εξεγέρθηκαν Αντιοχείς εναντίον του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β', εξ αιτίας της επιβολής σκληρών φόρων και προέβησαν σε βιοπραγίες εναντίον των αρχών. Μάλιστα έσπασαν τους ανδριάντας - αγάλματα του αυτοκράτορα και της οικογενείας του (του αδελφού του, της συζύγου του Φλακίλλης και των δύο τέκνων του). Η είδηση της καταστροφής τους έφθασε αμέσως στον αυτοκράτορα, ο οποίος αισθάνθηκε προσβεβλημένος και εξοργίσθηκε τόσο πολύ για την ανόσια πράξη, ώστε αποφάσισε να κατεδαφίσει τελείως την πόλη και να εξολοθρεύσει τους κατοίκους της. Έτσι άρχισαν τις συλλήψεις και φυλακίσεις. Οι Αντιοχείς πανικοβλήθηκαν και, έντρομοι και απελπισμένοι, πολλοί εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν στα βουνά και στις ερημίες, όπου ατυχώς βρήκαν το θάνατο από την πείνα και τις κακουχίες και άλλοι κατέφυγαν στους ναούς (Η πόλη σχεδόν ερημώθηκε).

Τότε ήλθε η ώρα του Χρυσοστόμου, η ώρα της Εκκλησίας, η οποία έχει το μοναδικό προνόμιο, όταν στις δυσκολότερες στιγμές της Ιστορίας οι άλλοι –οι αρμόδιοι και υπεύθυνοι ή μη– σιωπούν ή καιροσκοπούν, αυτή, δια των εκπροσώπων της να διακηρύττει την αλήθεια και μόνο, να βρίσκεται κοντά στο λαό της, να τον παρηγορεί και να του δίνει ελπίδα.

Στην απελπιστική κατάσταση και απόγνωση των κατοίκων της Αντιοχείας εμφανίσθηκε ο Χρυσόστομος, ο οποίος εξεφώνησε τους περίφημους λόγους του «εις Ανδριάντας» καθ᾿ όλη την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής. Με αυτούς προσπάθησε, επωφελούμενος της ψυχικής καταστάσεως των κατοίκων, –και τελικά επέτυχε– να εμψυχώσει τους εναπομείναντας πανικόβλητους Αντιοχείς και να τους δώσει ελπίδα, αρχίζοντας τους λόγους του με τη φράση· «Τι είπω και τι λαλήσω; δακρύων ο παρών καιρός, ουχί ρημάτων, θρήνων ουχί λόγων, ευχής ου δημηγορίας. Τις ημίν εβάσκανεν, αγαπητοί; τις ημίν εφθόνησεν; πόθεν η τοσαύτη γέγονε μεταβολή; Ουδέν της πόλεως της ημετέρας σεμνύτερον ην, ουδέν γέγονε ελεεινότερον νυν... ουδέν της πόλεως της ημετέρας πρότερον μακαριώτερον ην, ουδέν ατερπέστερον γέγονε νυν.

Χωρίς πολέμου φυγή, χωρίς μάχης επανάστασις... Σιγή πανταχού φρίκης γέμουσα και ερημία· οι βουνοί λάβετε κοπετόν και τα όρη θρήνον... ου γαρ εστιν ο υβρισθείς ομότιμόν τινα έχων επί της γης· βασιλεύς γαρ εστι, κορυφή και κεφαλή των επί γης ανθρώπων απάντων. Δια τούτο δη προς τον άνω καταφεύγομεν βασιλέα· εκείνον καλέσωμεν εις βοήθειαν...». Με αυτά τα λόγια και με άλλα παρόμοια συνιστούσε την μετάνοια και επιστροφή των Αντιοχέων, οι οποίοι, πράγματι, μεταμελημένοι τώρα, δέχθηκαν το κήρυγμα της μετανοίας και μεταβλήθηκαν· «ο ακόλαστος σώφρων εγένετο, ο θρασύς επιεικέστερος, ο ράθυμος σπουδαίος, οι μηδέποτε εκκλησίαν ιδόντες, αλλ' εις θεάτροις προσεδρεύοντες, εις εκκλησίαν διημερεύουσι νυν».

Παράλληλα ο Χρυσόστομος επενέβη στις Αρχές και με το προσωπικό του κύρος και τους πειστικούς του λόγους επέτυχε να σταματήσουν οι διώξεις και οι φυλακίσεις των πολιτών και να μην πραγματοποιηθούν οι θανατικές καταδίκες των συλληφθέντων. Ενώ ο επίσκοπος Φλαβιανός, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες (που οφείλονταν στις καιρικές συνθήκες λόγω του χειμώνος, τα προβλήματα της υγείας του λόγω γήρατος και των οικείων του, η αδελφή του ήταν ετοιμοθάνατη, καθώς και των εορτών του Πάσχα, που επέβαλαν να βρίσκεται κοντά στο ποίμνιό του) μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί με την πραότητα που τον διέκρινε και με επίμονες προσπάθειες κατόρθωσε να εξευμενίσει τον Αυτοκράτορα και το διάβημά του να επιτύχει. Και ο Χρυσόστομος έλεγε· «Ο Βασιλεύς είναι φιλάνθρωπος, ο Επίσκοπος επιβλητικός, αλλά προ πάντων ο Θεός φιλεύσπλαγχνος».

Η ευχάριστη είδηση έφθασε γρήγορα στους Αντιοχείς και στο άκουσμά της ο λαός πανηγύριζε με απερίγραπτη χαρά ώστε ο Χρυσόστομος σε σχετική ομιλία του να λέγει· «Ευλογητός ο Θεός, ο την ιεράν ταύτην εορτήν μετά χαράς και ευφροσύνης πολλής καταξιώσας ημάς επιτελέσαι σήμερον και την κεφαλήν αποδούς τω σώματι και τον ποιμένα τοις προβάτοις...». Έτσι ετελείωσε η μεγάλη εκείνη δοκιμασία των Αντιοχέων κατά την οποία ο Χρυσόστομος κατάφερε στις δύσκολες εκείνες στιγμές όχι μόνο να τους παρηγορήσει, να ζωντανέψει την πίστη τους στο Χριστό αλλά και να τους αναμορφώσει σε αληθινούς χριστιανούς.

Η δράση του έσωσε την πόλη από βέβαιη καταστροφή· και όπως έλεγε πολύ εύστοχα· «αρκεί εις άνθρωπος ζήλω πεπυρωμένος ολόκληρον διορθώσασθαι δήμον». Φαίνεται όμως ότι η μεταστροφή μερικών δεν ήταν μόνιμη αλλά προσωρινή, και κράτησε τόσο όσο διαρκούσε ο κίνδυνος για την πόλη και τους κατοίκους της, γιατί ο Χρυσόστομος στη συνέχεια εκφράζει την βαθειά του λύπη θεωρώντας ότι μάταια και άσκοπα ήταν τα κηρύγματά του. Ήθελε, αν ήταν δυνατόν, όλοι να γίνουν άγιοι, εκλεκτοί του Θεού στον κόσμο.

Για τον Χρυσόστομο η σωτηρία της ψυχής των χριστιανών ήταν το πολυτιμότερο πράγμα και έδειξε το μεγαλείο της ανδρειωμένης ψυχής του για τους κατοίκους της Αντιοχείας και σε άλλες δύσκολες ανθρώπινες στιγμές. Τέτοιες ήταν συχνά εχθρικές επιδρομές, προβλήματα πείνας (να σημειωθεί ότι η Εκκλησία της Αντιοχείας τότε έτρεφε περισσότερους από 3.000 αναξιοπαθούντες, χήρες, ορφανά, ασθενείς, φυλακισμένους, ηλικιωμένους, ξένους κ.λπ.), αλλά και σεισμών που προκάλεσαν με τις πολλές καταστροφές μεγάλη δυστυχία και απόγνωση στους κατοίκους. Και στις περιπτώσεις αυτές ο Χρυσόστομος βρέθηκε –όπως άρμοζε σε Ιεράρχη, πνευματικό ποιμένα– και πάλι κοντά στο λαό· του παραστάθηκε και του πρόσφερε παρηγορία και ελπίδα. Σε κάποια σχετική ομιλία του λέγει· «είδατε Θεού δύναμη, είδατε Θεού φιλανθρωπία; Με τη δύναμή του έσεισε την οικουμένη και με την φιλανθρωπία του πάλι την εστερέωσε... Μα ενώ ο σεισμός πέρασε, ο φόβος μένει. Και ενώ εκείνος ο σάλος έφυγε, η ευλάβεια ας μη φύγει. Κάναμε λιτανείες τρεις ημέρες. Μα ας μη σταματήσουμε τη σπουδή για προσευχή. Γι᾿ αυτό έγινε ο σεισμός. Για τη ραθυμία μας. Εραθυμήσατε και ήλθε ο σεισμός...».

Ο ιερός πατήρ αντιμετώπισε με την ίδια επιτυχία και τους εχθρούς της πίστεως, τους Ιουδαίους και τους αιρετικούς, διαφωτίζοντας το ποίμνιο για το οποίο έτρεφε απεριόριστη και έμπρακτη αγάπη.

Η φήμη του φλογερού αυτού πρεσβυτέρου, του Ιωάννου, είχε γίνει γνωστή όχι μόνο στην περιοχή της Αντιόχειας αλλά και σ᾿ όλα τα μέρη της Ανατολής και Δύσεως, παντού, σ᾿ όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας. Έτσι έφθασε και στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη και όταν απέθανε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος, ο λαός, αναγνωρίζοντας τις πασίγνωστες ικανότητες και το αδαμάντινον ήθος του, απέβλεψε προς αυτόν «τον επιστήμονα της ιερωσύνης», όπως λέγει ο βιογράφος του. Αλλ᾿ επειδή εγνώριζαν ότι ο Χρυσόστομος δεν θα εδέχετο να ανέλθει στον κενό πατριαρχικό θρόνο και θα απεποιείτο το αξίωμα αυτό, χρησιμοποιήθηκε ένα τέχνασμα με το οποίο πείσθηκε ο Χρυσόστομος να οδηγηθεί έξω της πόλεως, απ᾿ όπου απήχθηκε, χωρίς ούτε ο ίδιος ούτε ο λαός να γνωρίζει πού θα οδηγείτο.

Η προσωπικότητα ενός πολυπαθούς αγίου. 
Χρήστου Κρικώνη, Ομοτίμου καθηγητή της Θεολογίας του Α.Π.Θ.

*Ο Χρίστος Θ. Κρικώνης, είναι καθηγητής της Εκκλησιαστικής Γραμματολογίας-Πατρολογίας και Ερμηνείας Πατερικών Κειμένων της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.


Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου
πηγή κειμένου:apostoliki

*Σημείωση αγιογραφικής εικόνος: Όταν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμήνευε τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, εμφανίστηκε ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος να σκύβει και να του μιλάει στο αριστερό του αφτί. Τον έβλεπε ο μαθητής του, ο Άγιος Πρόκλος. Για να μας θυμίζει το θαύμα αυτό και να μας αποδεικνύει πόσο θεόπνευστες είναι οι ερμηνείες που έκανε ο Άγιος...



Πηγή