Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Η Ορθοδοξία ως Θεραπεία (π. Γεώργιος Μεταλληνός)

Τί είναι η θεραπεία μέσω της πίστης μας; Γιατί λέμε ότι η ορθοδοξία θεραπεύει; Ας δούμε τι μας λέει ο π.Γεώργιος Μεταλληνός*, Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. π. Γ. Δ. Μεταλληνού Κοσμήτορα της Θεολ. Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών: 
«Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, ως εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας. Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη «η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρική.»...

Αν θέλαμε να ορίσουμε συμβατικά τον Χριστιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμπειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού) [1] μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του ανθρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». Με δεδομένη την διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ, στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει την δυνατότητα διατήρησης ή αποκατάστασης της υγείας του μέσα από μια ορισμένη θεραπευτική διαδικασία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ο γράφων είναι σε θέση να κατανοήσει τη σύμπτωση ιατρικής και εκκλησιαστικής ποιμαντικής επιστήμης στο σημείο αυτό, διότι ως διαβητικός και ως χριστιανός γνωρίζει, ότι και στις δύο περιπτώσεις οφείλει να ακολουθήσει πιστά τα οριζόμενα εκατέρωθεν για την επίτευξη του διπλού στόχου. 
 Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν», αυτό που ο Θεός είναι από την φύσιν του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυτή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας. Δεν πρόκειται για μια ηθική βελτίωση του ανθρώπου, αλλά για την εν Χριστώ ανα-δημιουργία, ανά-πλαση ανθρώπου και κοινωνίας μέσα από την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με το Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. Αυτό εκφράζει η φράση του απ. Παύλου (Β΄ Κορ. 5,17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χριστώ είναι καινούργιο δημιούργημα. Γι’ αυτό χριστιανικά η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική «εισβολή» του Αιωνίου και Υπέρχρονου μέσα στον ιστορικό χρόνο, είναι η αρχή ενός νέου κόσμου, μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχίζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυθεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων. 
 Η Εκκλησία ως «σώμα Χριστού» και εν Χριστώ κοινωνία υπάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει την σωτηρία, ως ένταξη σε αυτή την αναγεννητική διαδικασία.[2] Το σωστικό αυτό έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί ως ένα παγκόσμιο θεραπευτήριο. «Ιατρείον Πνευματικόν» (Πνεματικό Νοσοκομείο) ονομάζεται η Εκκλησία από τον ιερό Χρυσόστομο (†407). Στην συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα 
1) Ποια είναι η αρρώστια την οποία θεραπεύει η χριστιανική Ορθοδοξία; 2) Ποια είναι η θεραπευτική μέθοδος που εφαρμόζει; 3) Ποια είναι η ταυτότητα του αυθεντικού χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας;[3] 
 1. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνάμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει» Ρωμ. 8.22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ενότητας σύννομη της ανθρωπότητας. (βλ. Πραξ.17.26). η Χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μόνο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωση αληθείς ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2.4), αφού ο Θεός είνα «σωτήρ πάντων ανθρώπων» (Α΄ Τιμ. 4.10). η αρρώστια λοιπόν για την οποία μιλάει ο Χριστιανισμός είναι πανανθρώπινη (Ρωμ. 5.12: «...εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω (= λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (=αστόχησαν στην πορεία τους προς την θέωση. Όπως δε η πτώση (δηλαδή η αρρώστια) είναι πανανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία – θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε ανθρώπου. 
 Η φυσική (αυθεντική) κατάσταση του ανθρώπου προσδιορίζεται, αγιοπατερικά, από την λειτουργία μέσα του, τριών μνημονικών συστημάτων, δύο από τα οποία γνωρίζει και ελέγχει η επιστήμη της ιατρικής, ενώ το τρίτο είναι υπόθεση της ποιμαντικής θεραπευτικής. Το πρώτο είναι η κυτταρική μνήμη (DNA), που καθορίζει τα πάντα στον ανθρώπινο οργανισμό. Το δεύτερο είναι η εγκεφαλική κυτταρική μνήμη, η λειτουργία του εγκεφάλου, που ρυθμίζει την σχέση μας με τον εαυτό μας και το περιβάλλον. Τα δύο αυτά συστήματα γνωρίζει η επιστήμη της ιατρικής και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία τους. 
 Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα ακόμη μνημονικό σύστημα, την καρδιακή ή νοερά μνήμη, που λειτουργεί μέσα στην καρδιά. Η καρδιά, στην Ορθόδοξη παράδοση, δεν λειτουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίματος. Ακόμη κατά την πατερική διδασκαλία, δεν είναι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα το κέντρο της αυτοσυνειδησίας μας, αλλά η καρδιά. Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μια υπερφυσική λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλαδή ενέργειά Του. Βέβαια αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από την εμπειρία των Αγίων και όχι με τη λογική λειτουργία και τη διανοητική θεολόγηση. 
 Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (†1809), ανακαιφαλαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιον» ονομάζει την καρδιά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσικό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από τα πάθη. Η υπερφυσική λειτουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλαδή την θέωση του, ως πλήρη ένταξή του στην εν Χριστώ κοινωνία. 
 Στην υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νου. Στον γλωσσικό κώδικα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του ανθρώπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στην θέα του Θεού ή θεοπτία. Βέβαια πρέπει να διευκρινήσουμε ότι η γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης και απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσιαστική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού. Η ενέργεια του νου μέσα στην καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» (noetic faculty) της καρδιάς. Διευκρινίζουμε, και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ενεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νους στην καρδιά. 
 Η νοερά λειτουργία πραγματώνεται ως αδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α΄Θεσσ. 5,17) του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γαλ. 4,6 · Ρωμ.8,26· Α΄Θεσσ. 5,19), και ονομάζεται από τους αγίους πατέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος μέσα στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», ακούοντας δηλαδή στην καρδιά του την «φωνή» (Α΄ Κορ. 14,11ε. Γαλ. 4,6.κ.α.) έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8,11). Ο Μ. Βασίλειος στη Β΄ επιστολή του λέγει, ότι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νους «αναχωρεί» προς τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο ενεργούμενος από την θεία ενέργεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία ή σε κάποια εκ-στάση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις οποίες ασχολείται η λογική. 
 Για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που μας αγγίζει: Ένας επιστήμονας που έχει αποκτήσει και πάλι την νοερά λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλήματα του, ενώ ο νους μέσα στην καρδιά διατηρεί αδιάλειπτη τη μνήμη του Θεού. Ο άνθρωπος που διασώζει και τα τρία παραπάνω μνημονικά συστήματα είναι ο Άγιος. Αυτός είναι ορθόδοξα ο υγιής (normal) άνθρωπος. Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου προς την αγιότητα. 
 Η μη λειτουργία ή υπολετουργία της νοεράς ενέργειας του ανθρώπου είναι η ουσία της πτώσεως. Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του ανθρώπου, στην αρχή ακόμα της ιστορικής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του. Σ’ αυτή την νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι απόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο ηθικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, †444 ) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως η αρρώστια κάποιου δέντρου μεταδίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό. 
 Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας ή της μνήμης του Θεού και η σύγχυσή της με την λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει με όλους μας, υποδουλώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικισμό και της αντικοινωνικότητα. Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της προσωπικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Η χρήση του Θεού γίνεται με την «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θεού), που μπορεί να εκφυλιστεί σε αυτοθεοποίηση του ανθρώπου («αυτείδολον εγενόμην» λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγαν Κανόνα» του). Η χρήση του συνανθρώπου και κατ' επέκταση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση της με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή, λοιπόν, είναι η νόσος, την οποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ολόκληρος [4] στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλησίας. 
 2. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, ως εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας. Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη «η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρικήν. Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικό όργανον, που όλοι το έχουν και το οποίο χρειάζεται θεραπεία. Ούτε η φιλοσοφία, ούτε καμία των γνωστών θετικών ή κοινωνικών επιστημών δύναται να θεραπεύσει το όργανον αυτό [...] Δια τούτο ο αθεράπευτος δεν γνωρίζει ούτε καν την ύπαρξη αυτού του οργάνου». 
 Η ανάγκη θεραπείας του ανθρώπου, κατά τα παραπάνω, είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε ανθρώπου στη φυσική του ύπαρξη με την ενεργοποίηση και της τρίτης μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνεται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδερφός με τον συνάνθρωπό του, πρέπει η ιδιοτέλειά του, που λειτουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ Α΄ Κορ. 13,8: «η αγάπη... ου ζητεί τα εαυτής». Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ.5,8· Α΄ Ιωαν.5,7 ε.), που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και το κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτημοσύνη», αλλά η «ακτημοσύνη», ως αυτοπαραίτηση από κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δικαιοσύνη. 
 Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονομημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεώς μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό ή αιώνιο θάνατος, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από την Χάρη του Θεού. Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες εστίες του ανθρώπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χριστού και στην ανάστασή του. Ο Χριστιανός ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή- Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης που δέχεται με την μετοχή του στην μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευμένος άνθρωπος, που δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του. 
 3. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας: α) Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία αλλά θρησκεία. Οι κληρικοί, εκλεγόταν αρχικά από τους θεραπευμένους, για να λειτουργούν ως θεραπευτές. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν την Εκκλησία των Αποστολικών χρόνων. β) Οι επιστήμονες της Εκκλησιαστικής θεραπείας είναι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της ιατρικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους. γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγχώρηση αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον! Η Εκκλησία δεν μπορεί να στείλει κάποιον στον παράδεισο ή στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δεν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θεραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο Φώς Του ως παράδεισος και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12,29). Και αυτό, φυσικά, αφορά σε κάθε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώνια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου. δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). Έτσι, διαφοροποιείται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο της ποιμαντικής θεραπευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευματικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς την θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στην μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του ανθρώπου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο (hinc et nunc). Αυτό διαπιστώνεται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων, που νικούν την βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεοδώρας της Αυγούστας. 
 Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της ασκητικής θεραπευτικής της Εκκλησίας. Θα παρακαλούσα δε τον ιατρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχτεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χάρης, διότι τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία. Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύματα ως αποδείξεις της θεώσεως διότι ανήκουν σε άλλη σφαίρα. ε) Τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κάποια Χριστιανική ιδεολογία, αλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η απλή ανάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση που ο ασθενής καταφεύγει στον γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο. 
 Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία. Δεν έχει σημασία αν την αποδέχεται κανείς ή όχι. Αναφερόμενος όμως σε επιστήμονες προσπάθησα, ως εν επιστήμη συνάδελφος, να απαντήσω επιστημονικά στο ερώτημα «τι είναι η Ορθοδοξία». Κάθε άλλη εκδοχή για τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω και αν θέλει να προβάλλεται σαν Ορθοδοξία. 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ 
Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας. Θσσαλινίκη 1984. Του ιδίου, Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της., στον τόμο. Ορθοδοξία, Ελληνισμός... Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β΄ τόμος, 1996, σ.67-87. Του ιδίου Church synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ.63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ.66 (1995) 646-680. Π Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μητροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986. Του ιδίου, Μικρά είσοδος στην Ορθόδοξη Πνεύματικότητα, Αθήνα 1992. Του ιδίου, Υπαρξιακή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λειβαδιά 1995. Ακόμη οι σχετικές κατά καιρούς δικές μας μελέτες, όπως π.χ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθήνα 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αθήνα 1996 κ.α. Στα βιβλία αυτά βρίσκει κανείς και τη λοιπή βιβλιογραφία. 
Σημειώσεις- επεξηγήσεις 1. Άκτιστος (=αδημιούργητος. άπλαστος στην λαϊκή γλώσσα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, δημιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπαντική» δύναμη κατά την γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, όλοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όντας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο (Das ganz Andere). Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Και γι’ αυτό το Άκτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του. 2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του Β΄ αιώνα, Ο Ποιμήν του Ερμά, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χριστού, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»! 3. Κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπαυτικοακουστική) θεώρηση της Πίστης μας, σε ακαδημαϊκό μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε «ταύτιση» Ακτίστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στην ειδωλολατρεία. Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις-νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη Πατερική Ορθοδοξία.). σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και, τελικά, η «χρήση» του θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση: do, ut des ). Στη δική μας, όμως, παράδοση, ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξευμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α΄Ιωάν. 4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δεν ζητεί τίποτε από τα πλάσματά Του. Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας. 4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λόγος: «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στις Μονές, όταν λειτουργούν Ορθόδοξα, φυσικά. Γι’ αυτό οι Μονές (π.χ. οι αγιορείτικες) μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου». 

 *Ο π. Γ. Δ. Μεταλληνός Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1940 και περάτωσε εκεί την εγκύκλιο παιδεία του (1958). Σπούδασε Θεολογία (1958-1962) και κλασσική φιλολογία (1964-1967) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από όπου έλαβε τα πτυχία θεολογίας και Φιλολογίας. Μετά την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, (1963-1965), διορίστηκε επιστημονικός βοηθός στην έδρα Πατρολογίας και το 1969 μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στην τότε Δυτική Γερμανία (Βόννη και Κολωνία), όπου έμεινε μέχρι το 1975. Ενδιάμεσα έκανε σπουδές και έρευνες αρχειακές στην Αγγλία. Το 1971 εισήλθε στις τάξεις του κλήρου στη Γερμανία και έγινε διδάκτωρ Θεολογίας (Αθήνα) και Φιλοσοφίας – Ιστορίας (Κολωνία). Από το 1984, καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών διδάσκοντας «Ιστορία του Πνευματικού Βίου κατά την μεταβυζαντινή περίοδο», «Ιστορία και Θεολογία της Λατρείας» και «Βυζαντινή Ιστορία». Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής από 1/9/2004 έως 31/8/2007, οπότε και αφυπηρέτησε, διατελών πλέον ως Ομότιμος Καθηγητής. 
 Λειτουργεί στον ιερό ναό (Άγιος Αντίπας) της Οδοντιατρικής Σχολής. 

Εί­ναι μύ­θος η ά­πο­ψη ό­τι η ι­δε­ο­λο­γί­α της Χρυ­σής Αυ­γής αν­τί­κει­ται στον Χρι­στι­α­νι­σμό;

  http://3.bp.blogspot.com/-t61x_s_y7uM/Uw6kei3hmSI/AAAAAAAArA0/frN3xD5lFXY/s1600/%CE%A0%CE%91%CE%A4%CE%95%CE%A1%CE%91%CE%9A%CE%97%CE%A3+%CE%A3%CE%91%CE%A4%CE%91%CE%9D%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%A3+%CE%9D%CE%91%CE%96%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%A3+%CE%A7%CE%A1%CE%A5%CE%A3%CE%97+%CE%91%CE%A5%CE%93%CE%97.jpg
 Ίσως κά­ποι­ος α­να­γνώ­στης να α­να­ρω­τη­θεί για­τί α­να­φε­ρό­μα­στε με την ανάρτηση αυτή στην Χρυ­σή Αυ­γή κι ό­χι στα ά­κρα της άλ­λης πλευ­ράς. Αφού διαβάσει βέβαια ο αναγνώστης τα όσα φρικτά έχουν γραφτεί από τους ηγέτες της Χ.Α. ενάντια στην Ορθόδοξη πίστη θα καταλάβει.



Όμως, να το­νί­σου­με κατηγορηματικά ό­τι εί­μα­στε ε­νάν­τια σε κά­θε μορ­φής βί­ας, συ­νε­πώς και στον Στα­λι­νι­σμό και στην δικτατορία του προλεταριάτου και σε κά­θε ά­κρο, που αν­τί για την Α­γά­πη πρε­σβεύ­ει το μί­σος και θε­ω­ρεί ό­τι «ο ο­ποισ­δή­πο­τε σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα». Επίσης δι­αφ­ωνού­με κάθετα με την βί­α που ε­πι­χει­ρεί να δι­και­ο­λο­γή­σει ο φον­τα­μεν­τα­λι­στι­κός προ­τε­σταν­τι­κός «χρι­στι­α­νι­σμός», και με οποιουδήποτε είδους «σταυροφορία», διαφωνούμε με κάθε μορφής ολοκληρωτισμό, κόκκινο, μαύρο, θρησκευτικό, ισλαμικό κλπ.



Αγαπάμε την πατρίδα μας και τον πολιτισμό μας σε όλη την μακραίωνη ιστορία της, αλλά διαφωνούμε με τις ακραίες αρχαιολατρικές θρησκείες του μίσους και του παραλογισμού. 

Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι μια ακόμα θρησκεία, αλλά ζωντανή σχέση με τον Σταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό, στον Τριαδικό Θεό της Αγάπης, όπως καταγράφται από την ζωντανή παράδοση των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας και διατυπώνεται στο Ευαγγέλιο.  





Α­πό­σπα­σμα α­πό άρ­θρο του Βα­σί­λη Αρ­γυ­ριά­δη, που δη­μο­σι­εύ­τη­κε στο πε­ρι­ο­δι­κό ΣΥΝΑΞΗ (Μάρ­τιος 2013) με τί­τλο, «Τέσ­σε­ρις πλά­νες κι έ­να βι­βλί­ο». (Το άρθρο έχει με αφορμή το βιβλίο «Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής» του Δημ. Ψαρρά, εκδ. ΠΟΛΙΣ 2012)
… Για την ι­δε­ο­λο­γί­α της Χρυ­σής Αυ­γής ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­ναι τμή­μα του «απε­χθούς» Ε­βρα­ϊ­σμού. Α­να­φέ­ρει η Δι­α­κή­ρυ­ξη των Ιδεολογικών Αρχών τους: «Ο Ι­ου­δαι­οχρι­στι­α­νι­σμός... με το ι­σο­πε­δω­τι­κό του μι­κρό­βιο και το μεσ­σι­α­νι­κό του κή­ρυγ­μα, έ­φθει­ρε και α­νέ­τρε­ψε τις πα­ρα­δο­σια­κές δο­μές των αρ­χαί­ων κοι­νω­νι­ών... Έ­τσι αυ­τή η θρη­σκεί­α των δού­λων και των Ε­βραί­ων προ­σέ­λα­βε τις δι­α­στά­σεις μιας ο­ρι­ζόν­τιας ε­πι­δη­μίας που στα­δια­κά πρό­σβα­λε ο­λους τους λα­ούς της Ευ­ρώ­πης, για να κα­τα­στεί στη συ­νέ­χεια και για πολ­λούς αι­ώ­νες το δε­σμω­τήριο το­υ Ευρω­πα­ϊ­κο­ύ Πο­λι­τι­σμού» [σ. 238].


Και στο πε­ρι­ο­δι­κό τους οι χρυ­σαυ­γί­τες δη­λώ­νουν α­πε­ρί­φρα­στα το 1981: «Εί­μα­στε πα­γα­νι­στές για­τί στη θέ­ση των η­ρώ­ων και των φι­λο­σό­φων μας δεν θα μπο­ρέ­σου­με πο­τέ να βά­λου­με προ­φή­τες σκο­τει­νούς και βα­σι­λιά­δες αι­μο­στα­γείς ε­νός ά­ξε­στου νο­μα­δι­κο­ύ λα­ο­ύ... Εί­μα­στε εξ­τρε­μιστές για­τί η ι­στο­ρί­α γρά­φε­ται α­πό πα­ρά­τολ­μους δη­μι­ουρ­γούς με με­τα­φυ­σι­κές πα­ρορ­μή­σεις και ό­χι α­πό φι­λή­συ­χα αν­θρω­πά­κια, υ­πη­ρέ­τες της Εβραϊκής σα­πί­λας» [σ. 39].

Και το 2007: «Το μα­κρο­βι­ό­τε­ρο Κί­νη­μα των Ελλήνων Ε­θνι­κι­στών Χρυ­σή Αύ­γή, ουδέ­πο­τε στα 26 χρό­νια το­υ ι­δε­ο­λο­γι­κού της α­γώ­νος στά­θη­κε αρ­νη­τι­κή α­πέ­ναν­τι σε κά­ποι­ες προ­σπά­θει­ες που πα­ρα­τη­ρούν­ται α­πό ο­ρι­σμέ­νους συμ­πα­τρι­ώ­τες μας για την α­να­βί­ω­ση της Ελληνικής Πα­τρώ­ας Θρη­σκεί­ας. Της πα­τρο­πα­ρά­δο­της δη­λα­δή ευ­σέ­βειας των Αρ­χαί­ων Προ­γό­νων μας που σε ε­πί­πε­δο κο­σμο­θε­ω­ρη­τι­κό ε­ξέ­φρα­ζε έ­να λα­ό φυ­λε­τι­κά ο­μοι­ο­γε­νή, με ι­σχυ­ρή πί­στη στα ι­δα­νι­κά της Ε­θνι­κής Κοι­νό­τη­τος» [σ. 229].


  Το «ά­νοιγ­μα» που έ­χει κά­νει στην Ορθοδοξία η Χ.Α., α­πό τη στιγ­μή που ει­σήλ­θε στο κοι­νο­βού­λιο, έ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νη ερ­μη­νεί­α: «Πι­στεύ­ου­με σε έ­ναν Ελληνικό Χρι­στι­α­νι­σμό...», γρά­φει ο Ν. Μι­χα­λο­λιά­κος, «Βλέ­που­με στη γλυ­κιά μορ­φή της Πα­να­γί­ας-Στρα­τη­γού την Παλ­λά­δα-Αθηνά (!), βλέ­που­με στην ε­ορ­τή των Χρι­στου­γέν­νων την ημέ­ρα το­υ Ανίκητου Ή­λιου (!), στην η­μέ­ρα της Αναστάσεως ό­χι το ε­βρα­ϊ­κό Πά­σχα, αλ­λά τα αν­θε­στή­ρια (!)» [σ. 248].


Το «άνοιγ­μα» έ­χει ε­πί­σης συγ­κε­κρι­μέ­να πλαί­σια (τα πλαί­σια που έ­χει ή­δη θέ­σει στην ι­στο­ρί­α η να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νί­α): «Οφείλουμε να θυ­μη­θο­ύ­με τη στά­ση που κρά­τη­σε α­πέ­ναν­τι στη θρη­σκεί­α η Ε­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κή Γερ­μα­νί­α το­υ Τρί­του Ρά­ιχ... Λέ­γον­τας οι Γερ­μα­νοί Εθνι­κο­σο­σι­α­λι­στές ότι πι­στεύ­ουν σε έ­να "θε­τι­κό χρι­στι­α­νι­σμό" εν­νο­ο­ύ­σαν α­κρι­βώς αυτό: ότι η θρη­σκεί­α εί­ναι επι­θυ­μη­τή, εφό­σον δεν στέ­κε­ται εμ­πό­διο στις ε­θνι­κές και φυ­λε­τι­κές ε­πι­δι­ώ­ξεις το­υ Κρά­τους», ανα­φέ­ρει το πε­ρι­ο­δι­κό έν­τυ­πο της Χ.Α. [σ. 230]. Με άλ­λα λό­για, για τη Χ.Α., ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­ναι α­νε­κτός, υ­πό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι θα α­πο­κη­ρύ­ξει τον πυ­ρή­να της Και­νής Δι­α­θή­κης και ο­λό­κλη­ρη την Πα­λαι­ά...


Ας μας ε­πι­τρα­πεί στο ση­μεί­ο αυτό να εκ­θέ­σου­με κά­ποι­α α­κό­μη ντο­κου­μέν­τα το­υ βι­βλί­ου το­υ Δημήτρη Ψαρρά, ζη­τών­τας εκ προ­οι­μί­ου συγ­γνώ­μη από τους ευ­αίσθη­τους α­να­γνώ­στες, για κά­ποι­ες ο­λό­τε­λα α­νάρ­μο­στες εκ­φρά­σεις που τα ντο­κου­μέν­τα αυ­τά πε­ρι­λαμ­βά­νουν.


Ποί­η­μα το­υ Νί­κου Μι­χα­λο­λιά­κου: «Σι­γή στο δά­σος πα­γε­ρή, ο­σμή εγ­κλήμα­τος·/ σύλ­λη­ψις της στιγ­μής και αν­θρω­πο­θυ­σία./ Τρα­γό­μορ­φος ε­πρό­βα­λε το­υ Μύ­θου νο­σταλ­γός,/ Σα­τα­νι­κά υπέ­ρο­χος, ο Μέ­γας Παν./ Ώ­ρα το­υ δει­λινο­υ, το σκό­τος ανα­τέλ­λει/ και οι εξό­ρι­στοι της μέ­ρας/ οι ε­ω­σφό­ροι, οι ποι­η­τές ξυ­πνο­ύνε·/ η­δο­νι­κά με βλέμ­μα κόκ­κι­νο, θο­λό τυ­ρα­γνι­σμέ­νο/ μιά κί­τρι­νη Σε­λή­νη που προ­βάλ­λει αν­τι­κρί­ζουν/ και τα στοι­χειά της νύ­χτας ξα­να­ζού­νε,/ οι μο­νο­μά­χοι, οι κρε­μα­σμέ­νοι και οι συ­νω­μό­τες./ Και Αυ­τός στη μέ­ση το­υ Να­ο­ύ,/ στο κέν­τρο της τε­ρά­στιας αι­μά­τι­νης κη­λί­δας,/ στο βά­θρο το­υ Βω­μο­ύ./ Τρα­γό­μορ­φος, Σα­τα­νι­κά υ­πέ­ρο­χος/ την ώ­ρα δο­ξά­ζει της θυ­σί­ας,/ των ευ­γε­νών εν­στίκτων και της βί­ας,/ Αυτός ο Αι­ώ­νιος Κυ­βερ­νή­της, ο Μέ­γας Παν». Το ποί­η­μα φέ­ρει τον τί­τλο «Ο Μέ­γας Παν» και όλως πε­ρι­έρ­γως θυ­μί­ζει το δι­ά­ση­μο έρ­γο «Ύμνος στον Πά­να», το­υ δι­α­βό­η­του σα­τα­νι­στή το­υ 20ου αι­ώ­να Άλι­στερ Κρό­ου­λι. Η ομοι­ό­της θα ή­ταν σύμ­πτω­ση α­πλή (έ­στω και «δι­α­βο­λι­κή»), αν η α­πο­κρυ­φι­στι­κή ορ­γά­νω­ση το­υ Ά­λι­στερ Κρό­ου­λι (της ο­ποί­ας μέ­λος, κα­τά τη δι­ε­θνή νε­ο­να­ζι­στι­κή πα­ρα­φι­λο­λο­γί­α, ή­ταν και ο Α­δόλ­φος Χί­τλερ) δεν έ­φε­ρε το όνο­μα Ερ­μη­τι­κό Τάγ­μα της Χρυ­σής Αυγής [σσ. 286-288 και 276),


Σε μια άλ­λη ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή (το­υ Οδυσσέα Πα­τε­ρά­κη), ο Πρό­λο­γος εί­ναι γραμ­μέ­νος από τον Νί­κο Μι­χα­λο­λιά­κο. Στη συλ­λο­γή αυτή πε­ρι­έ­χε­ται το εξής στι­χούρ­γη­μα: «Σκύ­ψε· τα χέ­ρια σου ά­πλω­σε και πά­ρε την ψυ­χή μου-/ σ' εσέ­να α­νή­κει, ω Σα­τα­νά, κι ε­δώ και μπρος και πάν­τα,/ για­τί το τόλ­μη­σα κι ε­γώ, το πως να το ρω­τή­σω,/ γί­νε­ται να '­ναι δί­και­ος, ο δη­μι­ουρ­γός της πλά­σης». Η ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή φέ­ρει τον εύ­γλωτ­το τί­τλο Το Αστραφτερό σκο­τά­δι το­υ Εωσφόρου και στον Πρό­λο­γο έ­χει γρά­ψει γι' αυτή ο Νί­κος Μι­χα­λο­λιά­κος: «Εκείνο το οπο­ίο προ­σω­πι­κώς πε­ρισ­σό­τε­ρο τι­μώ εις το Αστραφτερό σκο­τά­δι το­υ Εωσφόρου εί­ναι η Πνευ­μα­τι­κή Τόλ­μη και η Ι­δε­ο­λο­γι­κή Συ­νέ­πεια. Η Πνευ­μα­τι­κή Τόλ­μη ε­νός νέ­ου αν­θρώ­που να μην υ­πο­λο­γί­ζει τον σκο­τα­δι­σμόν εί­κο­σι αι­ώ­νων και να τολ­μά α­να­φο­ράς εις τους πα­λαι­ούς απω­λε­σθέν­τας πα­ρα­δεί­σους, οι ο­ποίοι συγ­χρό­νως εί­ναι και οι μελ­λον­τι­κοί κό­σμοι των ο­νεί­ρων μας, τα ο­πο­ία με την βού­λη­σίν μας θα γί­νουν πραγ­μα­τι­κό­της» [σ. 289].

 

Ο βου­λευ­τής και μέ­λος της Κεν­τρι­κής Ε­πι­τρο­πής της Χ.Α. Γι­ώρ­γος Γερ­μέ­νης (γνω­στός και με το ψευ­δώ­νυ­μο «Καιά­δας») πα­ρα­βρέ­θη­κε στις 8.9.2012 στο Πα­νη­γύ­ρι της Πα­να­γί­ας Παν­το­βα­σί­λισ­σας στη Ρα­φή­να, ε­πι­κε­φα­λής κλι­μα­κί­ου της Χ.Α. (ή­ταν τό­τε που έ­γι­ναν και τα ε­πει­σό­δια με τους μι­κρο­πω­λη­τές). Η δή­λω­ση που έ­κα­νε στις τη­λε­ο­πτι­κές κά­με­ρες κρί­θη­κε ευ­σε­βής: «Ηρ­θα­με κι ε­με­ις να τι­μή­σου­με την Πα­να­γί­α», ειπε. Εντούτοις, η άλ­λη ι­δι­ό­τη­τα και δρά­ση του εν λό­γω βου­λευ­τή θέ­τει εν αμ­φι­βό­λω την ει­λι­κρί­νεια της τη­λε­ο­πτι­κής δή­λω­σης: ο Γι­ώρ­γος Γερ­μέ­νης εί­ναι μέ­λος του ελ­λη­νονορ­βη­γι­κο­ύ συγ­κρο­τή­μα­τος Naer Mataron (black metal ο­νο­μά­ζε­ται ή μου­σι­κή που παί­ζουν) και έ­να από τα τρα­γού­δια του ανα­φέ­ρει εν­δει­κτι­κά: «... Για μι­σό εκατομ­μύ­ριο χρό­νια ο Θε­ός κα­θό­τα­νε/ και έ­βλε­πε τον έ­να να βγά­ζει το μά­τι το­υ αλ­λου­νο­ύ/ Και μό­νο τό­τε εί­χε τη λαμ­πρή ι­δέ­α/ να στεί­λει τον ....* γιο του, τον ....* Ι­η­σο­ύ Χρι­στό/ Αλ­λά τώ­ρα θρι­αμ­βεύ­ει ο Δι­ά­βο­λος/ Θ' α­φή­σου­με την εκ­κλη­σία να σα­πί­σει/ και θα σφά­ξου­με στην α­γία τρά­πε­ζά τους τους ηλί­θιους...» [σσ. 305-307].

πηγή 

Τότε που τα καρπούζια δεν ήταν κολοκύθια. (Ένα ταξίδι 50 χρόνια πίσω).

Έφυγα για λίγο από την αστική βρώμα. Ταξιδάκι σε μέρη γνωστά αλλά άγονα και γι αυτό ξεχασμένα. Εκεί που κυκλοφορούσε ο Παν. Εκεί που είχε τα λημέρια του ο Θοδωρής. Στα όρη, στ’ άγρια βουνά, στις ράχες, στα λαγκάδια.

Γήινος χρόνος ταξιδιού 2,5 ώρες (από την Αθήνα). Φαίνεται όμως ότι διάβηκα κάποια χρονοθυρίδα και βρέθηκα ... 50 χρόνια πίσω!

Κρύο παιδιά. Όταν οι άλλοι ψάχνουν για δροσιά, εκεί χρειάζεσαι ζακέτα το απόγευμα και κουβέρτα το βράδυ (μάλλινη, όχι πικέ και αηδίες).

Δεν ήταν όμως αυτό που με συγκλόνισε. Άλλα ήτανε. Για πάρτε μια γεύση:



Η γιαγιά (80φεύγα-90έλα) που μας σερβίρισε (ένα κρύο νεράκι για καλωσόρισμα) χρησιμοποίησε αυτά. Τα θυμάστε;

Εντάξει, ποτέ δεν ξέρεις τι θα βρεις σε ορεινό χωριουδάκι, σε καλυβάκι χτισμένο το ’50 όπου ζει γερόντισσα αγρότισσα που δεν αγγίζει ο χρόνος, αλλά διαφημιστικά ποτήρια του Ταμ-Ταμ και του κρασιού Πλάκα από το ’60, σχεδόν ολοκαίνουργα και ετοιμοπόλεμα, δεν το χωράει ο νους έτσι;

Και μετά από πολλή κουβέντα και επειδή είχε μεσημεριάσει και πεινάσαμε, είπαμε να φάμε ελαφρά, μια σαλάτα, έτσι για να μην προσβάλουμε αλλά ούτε και να κουράσουμε τη γιαγιά. Μετά τα ποτήρια για-συλλέκτες-μόνο, νέα ταραχή:


Παιδιά προσέξτε τη σαλάτα. Δηλαδή τι να προσέξετε; Έπρεπε να νιώθατε τη μυρωδιά, τη γεύση. Δεν πρόλαβε να τα καθαρίσει και παραλίγο να λιποθυμήσουμε. Γέμισε ο αέρας από οσμές φρεσκάδας που δεκαετίες είχαν να αισθανθούν οι μύτες μας. Και όταν δοκιμάσαμε, τρώγαμε ψαχνό. Τραγανό, γλυκό και αρωματικό. Παρατηρήστε το αγγουράκι με τα ελάχιστα σπόρια και το χρώμα της ντομάτας. Περιττό βέβαια να σας πω ότι όποιος ήθελε κι άλλη, δεν είχε παρά να απλώσει το χέρι του έξω από το παράθυρο. Αυτά τα αγνά πράγματα φυτρώνανε στο διπλανό περιβολάκι.

Ενθουσιαστήκαμε, ευχαριστήσαμε, κάναμε άπειρες βόλτες στο χωριό (ρημαγμένο, ελάχιστοι νοματαίοι άπαντες υπέργηροι, απελπισία) και στις ραχούλες, ξεποδαριαστήκαμε, φάγαμε και κάτι σάντουιτς που είχαμε μαζί μας και κατά το σούρουπο γυρίσαμε. Η γερόντισσα δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Έβγαλε καρπουζάκι:


Προσέξτε πάλι (δηλαδή τι να προσέξετε κτλ κτλ). Το καρπούζι δεν φύτρωνε εκεί, το είχαν φέρει από διπλανό νομό, αλλά ήτανε ... καρπούζι! Ψαχνό, τραγανό κτλ κτλ.

Τόλμησα, ο αδαής, να ανοίξω κουβέντα (περί αγνών περιβολιών, μεταλλαγμένων κτλ) και νέα έκπληξη διαδέχθηκε το γευστικό σοκ: έβγαλα λαυράκι. Έμαθα γιατί αυτά τα ρημαδοκάρπουζα που τρώμε τα τελευταία χρόνια μπορεί να είναι κόκκινα, ζουμερά, δροσιστικά, αλλά ... καρπούζια δεν είναι. Δεν μυρίζουν καρπούζι, δεν έχουν γεύση καρπούζι (οι τσίχλες με τεχνητό-χημικό άρωμα καρπουζιού είναι πιο εύγευστες!).

Το μυστικό είναι ... η κολοκυθιά!

Πριν πολλά χρόνια κάποιοι ξύπνιοι παραγωγοί, προκειμένου να προλάβουν τις αγορές του Βορρά και να εξάγουν καρπούζια ΠΡΙΝ από τους ανταγωνιστές των άλλων μεσογειακών χωρών, άρχισαν να κεντρώνουν καρπούζια στις κολοκυθιές! Η καρπουζιά η καημένη κρατάει ένα μόνο καρπούζι και αργεί να το ωριμάσει, η κολοκυθιά όμως μπορεί να θρέψει πολύ περισσότερα του ενός και τα ωριμάζει ταχύτατα. Έτσι η παραγωγή είναι γρήγορη, μεγαλύτερη και αποδοτικότερη (η χαρά τού εξαγωγέα). Τα καρπούζια όμως είναι «κολοκύθια»: άοσμα, άγευστα, άνοστα! (σιγά μην ξέρουν οι κουτόφραγκοι πώς πρέπει να είναι το καρπούζι). Δεν είναι επικίνδυνα (αντιθέτως είναι πολύ ωφέλιμα), δεν είναι μεταλλαγμένα, αλλά δεν είναι καρπούζια. Το πράγμα φαίνεται γενικεύτηκε και μάλλον γι αυτό αναζητούμε πια καρπούζι και καρπούζι δεν βρίσκουμε (σιγά μην ξέρουν οι νεοέλληνες πώς πρέπει να είναι το καρπούζι).

Αφού ευχαριστήσαμε και καληνυχτίσαμε πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Δεν θα σας ζαλίσω με αναλύσεις όπως συνηθίζω και θα κλείσω με μια συμβουλή:

Άμα δείτε καρπούζι (με δοκιμή) με πολλά (μα πολλά) μαύρα σπόρια και το «άσπρο» να είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το «κόκκινο» και ασύμμετρο σε πάχος, πάρτε το πριν προλάβει κανείς άλλος. Είναι καρπούζι και όχι ... κολοκύθια!!

πηγή 

Η ΒΙΩΣΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ – ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ

 
Ἀπὸ αἰῶνες, κάθε χρόνο, τὴν παραμονὴ τῆς Μεταμορφώσεως, ἀρκετοὶ μοναχοὶ ἀναχωροῦν ἀπὸ τὴν Μεγίστη Λαύρα μὲ ζῶα φορτωμένα μὲ τρόφιμα, σκεπάσματα καὶ λειτουργικὰ σκεύη καὶ ἀνεβαίνουν πρὸς τὴν «Ἁγίαν κορυφήν» τοῦ Ἄθωνος, σὲ ὕψος 2.033 μέτρων, ἐπάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα, ὅπου βρίσκεται ἕνα μικρὸ παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἐκεῖ, τὴν ἄλλη μέρα τὸ βράδυ, θὰ κάνουν τὴν ὁλονύχτιον ἀγρυπνίαν μὲ τρόπο παρόμοιο πρὸς ὅλα τὰ μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ἀνεβαίνοντας σιγά-σιγά, ὅπως τότε, οἱ Ἀπόστολοι ἀνεβαῖναν μὲ τὸν Ἰησοῦν «εἰς ὄρος ὑψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τοὺς προεόρτιους ὕμνους στὸ ρυθμὸ τῶν κωδωνίσκων τῶν μουλαριῶν: «Δεῦτε συνανέλθωμεν τῷ Ἰησοῦ ἀναβαίνοντι εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιον...»1.
Στὸν δρόμο, μοναχοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη τοῦ Ὄρους καὶ προσκυνηταὶ ποικίλων ἐθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, καὶ αὐτὴ ἡ πομπὴ ποὺ συναποτελεῖται ὁμοιάζει τότε μὲ τοὺς Ἑβραίους ποὺ συγκεντρώνονταν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Παλαιστίνης μαζὶ μὲ τοὺς προσήλυτους γιὰ νὰ ἑορτάσουν εἰς τὸν οἶκον Κυρίου εἰς τὴν Σιών (βλ. Β΄ Παραλ. 30, 25). «Ἐκεῖ γὰρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί, φυλαὶ Κυρίου, μαρτυρίου τῷ Ἰσραήλ, τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου» (Ψ. 121, 4).
Αὐτὴ ἡ «ἁγία Κορυφή», ἡ ὁποία τακτικὰ ἐνδύεται μὲ λαμπρὸ χιόνι, ποὺ ἄλλοτε ἀντανακλᾶ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου καὶ ἄλλοτε κρύβεται ὑπὸ τὴν νεφέλη, ἦταν προορισμένη νὰ γίνη «Ὄρος τοῦ φωτός»· διότι ἡ ἀρχαία λέξις «αἴθων» σημαίνει: πυρώδης, ἀναλαμπῶν, ἀστράπτων... Ἡ κορυφὴ κατέχει μιὰ ἰδιαίτερη θέση στὴν καρδιὰ τῶν ἁγιορειτῶν. Βλέπουν αὐτὸ τὸ ὄρος σὰν τὸν ἄξονα τοῦ κόσμου, ποὺ ἑνώνει τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, σὰν τὸν στύλον διὰ τοῦ ὁποίου οἱ προσευχές τους ἀναβαίνουν πρὸς τὸν Θεόν, σὰν τὸ ὑποπόδιον τοῦ Θεοῦ, σὰν τὴν ἐκλεκτὴν κατοικίαν τῆς Παντανάσσης, τῆς «Μητρὸς τοῦ Φωτός»2. Ἀναρίθμητες εἰκόνες ἢ χαλκογραφίες δείχνουν τὴν Παναγίαν στὸν οὐρανό, πάνω ἀπὸ τὴν χιονισμένη κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος, ποὺ ἐξαπλώνει στὸν κόσμο τὸ Μαφόριόν της, τὴν «ἁγίαν Σκέπην» τῆς προσευχῆς της.
Ἐκεῖ ἐπίσης, κατὰ μιὰ ἀρχαία καὶ ἀδιάρρηκτη παράδοση, οἱ μοναχοὶ ἀναβαίνουν μερικὲς φορὲς γιὰ ἕνα προσωπικὸ προσκύνημα, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν πλησιέστερα πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ γιὰ νὰ λάβουν ἀπὸ τὸν Θεὸν μιὰ πληροφορία γιὰ τὶς ἀποφασιστικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς τους.
Ἐκεῖ, στὸν δέκατο αἰώνα, ἐν ἡμέρᾳ Μεταμορφώσεως, ὁ κτίτωρ τῆς μονῆς τῶν Ἰβήρων, ὅσιος Εὐθύμιος, εἶδε τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ νὰ ἐξαστράπτει ὡς πῦρ φλέγων ἐνῷ λειτουργοῦσε: «αἴφνης φῶς ἀμέτρητον περιήστραψεν ἅπαντας καὶ σεισμὸς ἐγένετο καὶ ὅλοι ἔπεσαν πρηνεῖς κατὰ γῆς. Μόνος δὲ ὁ μακάριος Εὐθύμιος ἵστατο, φαινόμενος ὡς στῦλος πυρὸς καὶ μένων ἀκίνητος πρὸ τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου»3.
Τέσσερεις αἰῶνες ἀργότερα, ἡ Παναγία ἐμφανίστηκε στὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Καυσοκαλυβίτην μέσα σὲ ἄφθονο θεῖο φῶς καὶ ἀρώματα, κρατώντας στὴν ἀγκαλιά της τὸν Κύριον, ποὺ εὐλόγησε τὸν ἅγιον καὶ τὸν γέμισε μὲ θείαν ἀγαλλίασιν4. Ἐκεῖ ἀκόμα, ὕστερα ἀπὸ αἰῶνες τέτοιων γεγονότων ποὺ ἔμειναν κρυφά, ὁ Γέρων Ἰωσὴφ (+1959), ὁ μέγας ἡσυχαστὴς καὶ πραγματικὸς πατὴρ τῆς σημερινῆς ἀναγεννήσεως τῆς παραδόσεως τῆς νοερᾶς προσευχῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος, συνάντησε τὸν συνασκητή του, τὸν Γέροντα Ἀρσένιον (+1983) καὶ ἄρχισε τὴν ζωὴ σκληροῦ ἀγῶνος καὶ περιπλανήσεως στὶς κλιτῦς τοῦ Ἄθωνος. Καὶ ἀπὸ τὴν κορυφὴν αὐτήν, μία μέρα, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἀπελπισία, μιὰ λαμπρὴ ἀκτίνα φωτὸς ἐξήστραψε καὶ μπῆκε στὴν καρδιά του. Καὶ ἀπὸ τότε, ὅπως σ’ ἕνα Θαβώρ, ὁ νοῦς του δὲν σταμάτησε νὰ μένει διαρκῶς μὲ τὸν Ἰησοῦν ἑνωμένο μέσα στὴν καρδιά του5.
Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ διήγησις ὅτι ἑπτὰ ἀσκηταὶ ζοῦν σ’ αὐτὰ τὰ ὕψη γυμνοὶ καὶ ἄγνωστοι καὶ διατηροῦν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, τὴν μυστικὴ παράδοση τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς θεωρίας.
Μύθος ἢ ἀλήθεια ἡ διήγησις αὐτὴ δείχνει ἀκριβῶς πόσο κεντρικὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς «Ἁγίας Κορυφῆς» στὴν συνείδηση καὶ στὴν ζωὴ τῶν ἁγιορειτῶν. Γι’ αὐτὸ τὸ μικρὸ παρεκκλήσι τῆς Μεταμορφώσεως καὶ δίπλα του ὁ πελώριος σιδερένιος σταυρός, ποὺ στέκονται σ’ αὐτὸν τὸν στενὸ βράχο, ἔχουν μιὰ ἰδιαίτερη συμβολικὴ ἀξία καὶ δείχνουν, σὰν δυὸ σημεῖα, στὸν οὐρανὸ καὶ στὸν κάτω κόσμο, τὰ δυὸ χαρακτηριστικὰ τῆς μοναστικῆς πολιτείας, ἡ ὁποία εἶναι βίωσις τοῦ σταυροῦ, ἑκουσία καὶ ἀδιάλειπτη συμμετοχὴ στὸ πάθος τοῦ Κυρίου, καὶ εἶναι ταυτόχρονα ἡ ὁδὸς τῆς θεώσεως, μιὰ ζωὴ μέσα στὸ φῶς τῆς ἐσχατολογικῆς δόξης, ποὺ ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, γιὰ μιὰ στιγμή, στοὺς Ἀποστόλους του, πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ.
Ὅπως ὁ Κύριος ἀνέβηκε στὸ ὄρος «κατ’ ἰδίαν» μὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς Μαθητὲς γιὰ νὰ προσευχηθεῖ (Λουκ. 9, 28), ἔτσι καὶ οἱ μοναχοί, ἀπαρνούμενοι τὸν κόσμο, ζοῦν στὸν Ἄθωνα «ἐν ἡσυχίᾳ καὶ προσευχῇ», ζοῦν ἐδῶ καὶ τώρα, μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Ὁ Ἄθως εἶναι γιὰ αὐτοὺς Θαβώρ, προτύπωσις τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Στὴν δύση τοῦ Βυζαντίου, ὅταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἁγιορείτης καὶ μέγας διδάσκαλος τοῦ θείου φωτός, ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν οὑμανιστῶν γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τὴν ὑποστήριξη τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας περὶ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου — δηλαδὴ τῆς πραγματικῆς συμμετοχῆς του στὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ διὰ μέσου τῆς ἀκτίστου χάριτος — τὸ θέμα τῆς Μεταμορφώσεως καὶ τῆς φύσεως τοῦ Θαβωρίου φωτὸς βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς διαμάχης. Σ’ ὅλα τὰ ἔργα τους, ὁ ἅγιος Γρηγόριος καὶ οἱ ὁμόφρονές του, κάνουν ἀναρίθμητες ἀναφορὲς σ’ αὐτὸ τὸ θεῖο γεγονὸς καὶ δείχνουν ὅτι ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου, ὡς πρότυπον τῆς δικῆς μας θεώσεως, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἑορτὴ τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ πανήγυρις τοῦ Ἁγίου Ὄρους6. Γιὰ χρόνια ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶχε ζήσει στοὺς πρόποδες τοῦ Ἄθω, στὴν Μ. Λαύρα, καὶ ὡς ἡσυχαστὴς στὸ ὑψηλότερα εὑρισκόμενο κελλίον τοῦ ἁγίου Σάββα7. Γι’ αὐτὸν ὅπως καὶ γιὰ κάθε σύγχρονο ἁγιορείτη, ὁ Ἄθως ταυτίζεται μὲ τὸ Θαβὼρ καὶ μὲ κάθε «ὄρος τοῦ Θεοῦ», ὅπου ὁ Θεὸς ἀποκαλύφτηκε στοὺς ἀνθρώπους. Γιὰ αὐτοὺς εἶναι καὶ ὄρος Σιών, καὶ ὄρος Σινᾶ, ὄρος Κάρμελ, ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καὶ ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ. Εἶναι ἐπίσης παρόμοιο μὲ ὅλα τὰ «ἅγια ὄρη» ὅπου ὁ Κύριος κατοίκησε «ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψ. 150,1) «ἐν συναγωγῇ θεῶν» (Ψ. 81,1), ὅμοιο μὲ τὸ ὄρος τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βιθυνίας, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προῆλθαν οἱ πρῶτοι ἁγιορεῖτες, μὲ τὸ ὄρος τοῦ Λάτρου, μὲ τὸ ὄρος τοῦ Γάνου, μὲ τὸ βουνὸ τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου καὶ μὲ ὅλα τὰ ἔνδοξα μοναστικὰ Κέντρα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας· μὲ τὰ ἅγια ὄρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ παραλληλίζεται τέλος μὲ τὸ ὄρος τοῦ Ὀλύμπου - τῆς ἀρχαίας κατοικίας τοῦ δωδεκαθέου. Συγγενεύει μὲ τοὺς Ἱεροὺς βράχους τῶν Μετεώρων, ὅπου στὸν πιὸ ψηλὸ βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως, μὲ τὰ ὄρη τῆς Πελοποννήσου, τῆς Μακεδονίας, τῶν Καρπαθίων, τῆς Σερβίας, τῆς Ἀρμενίας, μὲ τὸ σεβαστὸ Ἀραράτ, τὰ Καυκάσια ὄρη· μὲ τὰ ὄρη τῆς Ρωσσίας καὶ μὲ τὸ μικρὸ «Ἅγιον ὄρος» τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ στὸ δάσος τοῦ Σαρώφ· μὲ τὸ Monte Cassino τοῦ ἁγίου Βενεδίκτου, μὲ τὸ ὄρος τοῦ Μερκουρίου — φρούριο τῶν βυζαντινῶν ἀσκητῶν στὴν Καλαβρία —, καὶ μὲ ὅλα τὰ ἅγια ὄρη τῆς ὀρθοδόξου Δύσεως. Ὁ Ἄθως ταυτίζεται λοιπὸν μὲ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ὅρη ποὺ ἔγιναν Θαβώρ, γιὰ τοὺς μοναχοὺς ὅλων τῶν αἰώνων, καὶ ποὺ «μεταναστεύουν ἐκεῖ ὡς στρουθία» (Ψ. 10, 11).
Σ’ αὐτὴν τὴν νύχτα, μέσα στὸ στενὸ παρεκκλήσι, ὅπου μόνον λίγα πρόσωπα μποροῦν νὰ χωρέσουν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι προσπαθοῦν νὰ ζεσταθοῦν λιγάκι δίπλα στὴ μεγάλη φωτιὰ ποὺ καίγεται ἀπ’ ἔξω, οἱ φωνὲς τῶν ψαλτῶν γίνονται σάλπιγγες τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀνακηρύττουν στὸν κόσμο τὸ μήνυμα τοῦ ἀιδίου φωτός.
______________________________________________
1. 5 Αὐγούστου, 1ον Κεκραγάριον τοῦ Ἑσπερινοῦ.
2. Ἐκφώνησις τοῦ Ἱερέως πρὸ τοῦ «Τὴν Τιμιωτέραν…» στὸν Ὄρθρον.
3. Βίος τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Ἰβηρίτου: Μέγας Συναξαριστής –13 Μαΐου (5η ἔκδ. σ. 335).
4. Βίος τοῦ ἁγίου Μάξιμου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, Β΄, 9. (Ἐκδ. F. Halkin, Analecta Bollandiana, 54 (1936) σ. 78-79).
5. Μοναχὸς Ἰωσήφ: Γέρων Ἰωσὴφ Ἡσυχαστής. Ἐκδ. «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσσαλονίκη, 1983, σ. 24.
6. Δυὸ μοναστήρια εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Μεταμόρφωση, ἡ Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου καὶ ἡ Ἱ. Μ. Παντοκράτορος.
7. Ἅγ. Φιλόθεος ΚΠ.: Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, (PG151, 567B, 574C)

πηγή 

Η Θεσσαλονίκη είναι Ορθόδοξη και όχι Μουσουλμανική

 http://www.orthodoxy-icons.com/uploads/posts/2011-05/1304251506_holy-apostles-thessaloniki0001.jpg

Κωνσταντίνος Χολέβας
Πολιτικός Επιστήμων
Ως Ορθόδοξος Έλληνας και ως τέκνο της Θεσσαλονίκης ενίσταμαι και θλίβομαι για τις ατυχείς κινήσεις που γίνονται τον τελευταίο καιρό με στόχο την σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την Τουρκία κι το Ισλάμ. Ο δήμαρχος κατά τρόπο προκλητικό δηλώνει συχνά ότι θέλει να δώσει το όνομα του Κεμάλ Ατατούρκ σε κεντρικό δρόμο της πόλης. Το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με μία βιαστική απόφαση της πλειοψηφίας των καθηγητών αποφάσισε την ίδρυση Προγράμματος Ισλαμικών Σπουδών (ευτυχώς το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας διαφωνεί). Και το Μπαϊράμι των Μουσουλμάνων εορτάστηκε φέτος πανηγυρικά στην πόλη του Αγίου Δημητρίου με προσέλευση Τούρκων επισκεπτών.
Είναι διαστρέβλωση της Ιστορίας, προσβολή στους Αγίους και ήρωες της Θεσσαλονίκης και πλαστογράφηση της ταυτότητας των συγχρόνων Θεσσαλονικέων όλη αυτή η προσπάθεια. Πιθανόν κάποιοι να σκέπτονται τα οικονομικά οφέλη από την προσέλευση Τούρκων τουριστών, αλλά για την Πίστη και την Πατρίδα χύθηκαν ποταμοί αίματος. Δεν θα τα ξεπουλήσουμε όλα στον βωμό του πρόσκαιρου κέρδους. Η πρωτεύουσα της Μακεδονία έχει κατ’ εξοχήν συνδεθεί με την Ορθοδοξία και το Βυζάντιο (Ρωμανία). Αν θέλουμε να προσελκύσουμε επισκέπτες σεβόμενοι ταυτοχρόνως την ταυτότητά της πόλης πρέπει να την διαφημίσουμε πανορθοδόξως και παγκοσμίως ως ένα ανοικτό Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Ο Άγιος Δημήτριος, οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, η γειτνίαση με το Άγιον Όρος, οι πάμπολλοι βυζαντινοί ναοί, μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν πόλο έλξεως για εκατομμύρια προσκυνητές και μελετητές κυρίως από τον Ρωσικό και Βαλκανικό χώρο.
Η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκηγς έδωσε μέχρι τώρα στην πατρίδα μας τη δυνατότητα να έχει «πρέσβεις» σε διάφορες χώρες και ηπείρους. Πολλοί Σέρβοι Μητροπολίτες, ο νυν Πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης Ι΄, ο νόμιμος Αρχιεπίσκοπος των Σκοπίων Ιωάννης Βρανιτσέφσκι και εκατοντάδες κληρικοί της Οικουμενικής Ορθοδοξίας είναι απόφοιτοι ή διδάκτορες της σχολής αυτής. Αν το Τμήμα Θεολογίας επιμείνει στην απόφασή του για Ισλαμικές Σπουδές θα χάσουμε αυτή την πολύτιμη δεξαμενή πολιτιστικών πρεσβευτών. Οι Ορθόδοξοι της Μέσης Ανατολής θα ενοχληθούν με την παρουσία του Ισλάμ δεδομένου ότι διώκονται ανηλεώς από τους Ισλαμιστές και οι Σέρβοι θα δυσαρεστηθούν, διότι οι Ορθόδοξοι ναοί στο Κοσσυφοπέδιο καταστρέφονται από Αλβανούς Μουσουλμάνους.
Άγις Δημήτριε, φώτισε τους ταγούς της πόλης σου!

πηγή