Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Η ζωή είναι μεγάλη, μην τη κάνεις καρναβάλι!

http://kissmygrass.gr/wp-content/uploads/2014/06/500f2eb2e21e6b610afbe0611011da0e.jpg

Τρύπες

Ο θάνατός σου... η τηλεθέασή μου!

 http://www.getgreekmusic.gr/wp-content/uploads/2015/04/pantelidis5.jpg
Αυτός ο χρόνος μπήκε με πολύ θανατικό στα κανάλια. Με πολλά πτώματα, πρόσφατα και παλιά... Το πτώμα της γυναίκας που ανακαλύφθηκε θαμμένο στο χωράφι...Το πτώμα που βρέθηκε στον καταψύκτη... Το παλιό φονικό [του γιου από τη μάνα-Μήδεια] που βγήκε στο φως... Η απανθρακωμένη σορός του δασκάλου μέσα στο αυτοκίνητό του...
Ζούμε περίοδο CSI στις ειδησεογραφικές εκπομπές.
Σαν να μην έφταναν τα φονικά, ήρθε και το φοβερό τροχαίο του νεαρού [αγαπημένου της νεολαίας] τραγουδιστή και γέμισε με οσμή θανάτου τα ιδιωτικά κανάλια.
Ο Αντ1 έβγαλε το νέο στον αέρα πρωί-πρωί... Σε λίγα λεπτά , τηλεφώνησε στους φίλους του εκλιπόντος που έμαθαν στον αέρα για το δυστύχημα...
Στο δελτίο του Alpha: Οι λεπτομέρειες του δυστυχήματος... Το χρονικό της αναγνώρισης από συναδέλφους και συγγενείς... Η βόλτα στη γειτονιά του αδικοχαμένου καλλιτέχνη... Οι συνεντεύξεις των γειτόνων... Λουλούδια –καντήλια –σημειώματα: «Παντελή μου σε ζήλεψαν οι άγγελοι και σε πήραν από εμάς...».
Το ‘φαινόμενο Παντελίδη’ στα Γεγονότα του MEGA : video με τον απεγλωβισμό –συνεντεύξεις από αυτόπτες μάρτυρες –  η μητέρα του τραγουδιστή στο νοσοκομείο – τα μηνύματα των συναδέλφων του.
Πρώτη αναφορά στις ειδήσεις του Star. Η μητέρα σοκαρισμένη στα σκαλάκια έξω από τα επείγοντα περιστατικά. Νωρίτερα, στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», πάλι τη μητέρα κυνηγούσε η κάμερα...
Ο Μπογδάνος στο Skai, χαρακτήρισε τον χαμό του τραγουδιστή, πρώτη είδηση και κατήγγειλε την υποκρισία των ΜΜΕ «που μόλις προχθές αφιέρωναν τεράστια κομμάτια προγράμματος στο να "κράζουν" τον Παντελή Παντελίδη, σήμερα χύνουν δάκρυα λύπης και συγκίνησης». [Λες και το να κρίνεις έναν στίχο σημαίνει ότι χαίρεσαι κιόλας για τον θάνατο του δημιουργού...]
Το Ε έκανε τηλε-μαραθώνιο την αναμετάδοση της θλιβερής είδησης... Ξεκίνησε με την [ψυχαγωγική] εκπομπή  της  Γερμανού, στη συνέχεια πήρε τη σκυτάλη η [κοινωνική] εκπομπή της Τατιάνας Στεφανίδου, κι έπειτα, ήρθε η [εντελώς ειδησεογραφική-πολιτική] εκπομπή του Νίκου Ευαγγελάτου να το τερματίσει με ρεπορτάζ όπως: «Αυτή είναι η φονική λάμα που σκότωσε τον Παντελή Παντελίδη.» [Έλεος!] - «Βλέπετε τα λυγισμένα σίδερα της προστατευτικής μπάρας» [Αλίμονο... Είναι γνωστό άλλωστε ότι η κάμερα πρέπει να τα δει όλα, σε γκρο πλαν ει δυνατόν...].
Όλα τα είδαμε και μπορούμε να προβλέψουμε λίγο –πολύ τι έχουμε ακόμη να δούμε: συνεντεύξεις της πονεμένης οικογένειας του [αδικοχαμένου] Παντελίδη αλλά και των γειτόνων –μακρινών συγγενών –συναδέλφων που δούλεψαν μαζί φέτος-πέρσυ-πρόπερσυ, συναδέλφων που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ... Ζωντανή αναμετάδοση της κηδείας... Ρεπορτάζ από τον τόπο του δυστυχήματος, από το κέντρο που θα δούλευε, από το σχολείο που πήγαινε... Θα το τραβήξουν όσο δεν πάει... Λάστιχο θα το κάνουν ... Γιατί...
Ο θάνατος πουλάει πολύ.
Όσο πιο ξαφνικός, βίαιος και φρικτός, τόσο μεγαλύτερο το μερίδιο τηλεθέασης. Ο θάνατος ενός νέου, αγαπητού, διάσημου ανθρώπου τινάζει την τηλεθέαση στα ύψη.
Μπροστά στους δείκτες της AGB τίποτα δεν μετράει. Ούτε η αξιοπρέπεια του νεκρού ούτε ο σεβασμός στον πόνο των δικών του. Όλα βορά στο τέρας με το γυάλινο πρόσωπο .
Τι θλίψη... Για τον νέο άνθρωπο που έφυγε στη στροφή... Για την απώλεια που ζει η οικογένειά του... Για τη θανατολαγνεία που έχει ενσκήψει στα κανάλια ...
Ιφιγένεια Κοντού

Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και η ελληνική διάρκεια



kwnstantinos_despotopoulos

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χολέβας.
Ο Ακαδημαϊκός και Φιλόσοφος Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος εκοιμήθη προ ολίγων ημερών σε ηλικία 103 ετών. Όπως συνηθίζουμε να λέμε, έφυγε «πλήρης ημερών». Αλλά και η παιδεία του ήταν πλήρης. Πρώτον, διότι κάλυπτε όλο το φάσμα των Ανθρωπιστικών Επιστημών με έμφαση στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Δεύτερον, διότι προσέφερε τα φώτα του για να δίνει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την εθνική μας ταυτότητα.
Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος έδωσε μάχες για να προστατευθεί η εθνική μας αυτοσυνειδησία και για να τεκμηριωθεί ιστορικά η ελληνική διάρκεια, από την Αρχαία Ελλάδα μέσω του Βυζαντίου/ Ρωμανίας μέχρι τον Νεώτερο και Σύγχρονο Ελληνισμό. Όταν μία τηλεοπτική παραγωγή ακολουθούμενη από συναφή δημοσιεύματα αμφισβήτησε αυτή την ελληνική διάρκεια, ο σοφός Ακαδημαϊκός αντέδρασε. Μεταξύ άλλων απέστειλε μία επιστολή στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 28-1-2010, στην οποία κατέγραφε πλούτο επιχειρημάτων. Τον ενόχλησε η προσπάθεια των δημιουργών της σειράς, οι οποίοι παρουσίαζαν το ελληνικό έθνος ως εξαφανισμένο επί Τουρκοκρατίας και τους Δυτικούς Διαφωτιστές ως «κατασκευαστές» της νεοελληνικής εθνότητας και ταυτότητας. Επειδή και σήμερα βλέπουμε στον Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία να πρωταγωνιστούν διανοητές με παρόμοιες αποδομητικές απόψεις, θυμίζω μερικά από τα επιχειρήματα του εκλιπόντος:
«… Ο πρώτος μετά την Άλωση Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, απευθυνόμενος στους μοναχούς της Πάτμου, τονίζει προς αυτούς ότι με την περίσωση των ευρισκομένων στη Μονή χειρογράφων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας συμβάλλουν στην επιβίωση του υποδούλου Γένους.
… Στον 17ο αιώνα, ο Έλληνας Επίσκοπος Βελιγραδίου έγραψε για τον σύγχρονό του φιλόσοφο Θεόφιλον Κορυδαλλέα ότι δεν υστερεί όχι μόνο των διάσημων τότε φιλοσόφων της Ιταλίας, αλλά και των ημετέρων φιλοσόφων της αρχαίας εποχής.
… Ο μέγας ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, στον 17ο αιώνα, ονομάζεται για τους Ευρωπαίους «Ελ Γκρέκο», ο Έλληνας, με όσα ένδοξα υποβάλλει τότε η λέξη αυτή, ενώ και υπενθύμιζε την ύπαρξη του Γένους των Ελλήνων, μεγαλουργού άλλοτε και υποδούλου τότε.
…Ο Διονύσιος Σολωμός, στον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, γραμμένον πριν να υπάρξει ακόμη ελληνικό κράτος, όχι λοιπόν ως φερέφωνο της εκπαιδευτικής πολιτικής του, αναφέρεται σε «περασμένα μεγαλεία» και χαρακτηρίζει «σαν πρώτα αντρειωμένη» την ελευθερία, δηλαδή εμπνέεται από την ιστορική διάρκεια του Ελληνικού Έθνους..
… Η διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους, λοιπόν, είναι διάτορα μαρτυρημένη από την ιστορική πραγματικότητα και δεν είναι απλώς εφεύρημα του «ελληνικού ρομαντισμού», προς ιδεολογική στήριξη «εθνικών επεκτατισμών», όπως επιπόλαια γράφεται σε πρόσφατο δημοσίευμα….».
Προτείνω στους οπαδούς της επανασυγγραφής των σχολικών βιβλίων να ξαναδιαβάσουν τα κείμενα του Κων. Δεσποτόπουλου για την ελληνική διάρκεια, τα οποία επιβεβαιώνουν τον Κων. Παπαρρηγόπουλο, τον Κωστή Παλαμά και άλλους σπουδαίους.

Σπάστε τον Σταυρό, σπάστε τον...


...Κάποια στιγμή γυρίζαμε ἀπό τήν κοινότητα στό σπίτι. Περνούσαμε τή γέφυρα Ποκρόφσκι καί ὁ πατέρας μου μέ κρατοῦσε ἀπό τόν ὦμο, ἤ ὅπως ἤθελα νά σκέφτομαι ἐγώ, στηριζόταν σέ μένα. Πίσω μας ἀκούσαμε τούς ἤχους ἑνός φορτηγοῦ. Τέτοια αὐτοκίνητα στήν περιοχή μας ἐκείνη τήν ἐποχή ἦταν πολύ σπάνιο φαινόμενο. Γυρίσαμε καί εἴδαμε στήν ὁδό Ποκρόσφκαγια ἕνα φορτηγό αὐτοκίνητο, ἀνοιχτοῦ τύπου. Πάνω στήν καρότσα ἦταν ἀρκετοί ἄνθρωποι. Σέ κάθε λακούβα, σέ κάθε στροφή, σφύριζαν, φώναζαν. Οἱ φωνές τους ἦταν οἱ ἄγριες φωνές ἑνός μεθυσμένου πλήθους. Ξαφνικά, χωρίς νά τό περιμένουμε, σταμάτησαν μπροστά στό Ναό τοῦ ἁγίου Νικολάου. Κατέβηκαν ὅλοι καί κοιτοῦσαν τό Ναό. ῞Ενας ἀπ’ αὐτούς φοροῦσε τραγιάσκα, δίπλα του ἦταν ἕνας λεπτός φαλακρός μ’ ἕνα μεγάλο χαρτοφύλακα στό χέρι. ῞Ολοι οἱ ἄλλοι περίμεναν.  ῾Ο ἄνθρωπος μέ τήν τραγιάσκα πλησίασε στό Ναό, φώναζε, ἔδειχνε τά χαρτιά πού κρατοῦσε ὁ φαλακρός κι ἔπειτα ἔδειχνε τόν τροῦλλο. Φώναζε κι αὐτός, φώναζαν καί οἱ ἄλλοι. Σά νά τούς ἔδωσε τό σύνθημα, ἀγρίεψαν καί μέ γέλια, κραυγές, σφυρίγματα ἔτρεξαν πρός τήν πόρτα τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ. ῎Εβγαλαν τά παλτά καί τά μπουφάν τους, πήδησαν τά κάγκελα καί μπῆκαν στήν αὐλή.

Αἰσθάνθηκα τά χέρια τοῦ πατέρα μου στό κεφάλι μου καί στούς ὤμους. Τά χέρια του με «ἔσφιγγαν», ἀλλά κάποια στιγμή ἔπεφταν σάν κομμένα. Κοίταζα κρυφά τόν πατέρα, τά χείλη του κάτι ψέλλιζαν. Δέν μποροῦσε πιά νά κάνει τίποτα, δέν εἶχε τή δύναμη. Μόνο προσευχή μποροῦσε νά κάνει.

Αὐτή ἡ ἀγριεμένη ὁμάδα εἶχε ἐντολή νά ἀνέβει στή στέγη. Κάπου βρῆκαν σκάλες καί οἱ πιο τολμηροί ἄρχισαν νά ἀνεβαίνουν. Μερικοί «ἔπεφταν», γελοῦσαν, φώναζαν, καί ξανανέβαιναν. ᾿Ανέβηκαν ἀρκετοί, στάθηκαν πάνω ἀπό τό μέρος τοῦ ἱεροῦ, ἐκεῖ πού ἦταν ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, στήν ὁποία πάντα μέ δέος προσευχόμουν. ῎Αρχισαν νά χτυποῦν μέ τίς μπότες τους στό σίδερο τῆς στέγης, ἐνῶ ἀπό τή σκάλα συνεχῶς ἀνέβαιναν, μέχρι πού δέν χωροῦσε ἄλλους. Αὐτός μέ τήν τραγιάσκα τούς ἔδειχνε μέ τό δάχτυλο τόν τροῦλλο καί κουνοῦσε τά χέρια σάν νά σκούπιζε κάτι. Στή στέγη τοῦ Ναοῦ γινόταν ἕνα φοβερό πανηγύρι. ᾿Ανέβαιναν, ἔπεφταν, φώναζαν. Γύρω ἀπό τό Ναό ἄρχισε νά μαζεύεται κόσμος. Πίσω μας, ἀπό τίς μισάνοιχτες πόρτες, στά παράθυρα τοῦ σπιτιοῦ τῆς κοινότητας, οἱ μοναχές ἔκλαιγαν. Σκούπιζαν μέ τά μαντήλια τους τά δάκρυα. ῏Ηταν συγκλονισμένες ἀπό τό φρικτό θέαμα.

  Μετά τό κλείσιμο τοῦ Ναοῦ τῆς ἁγίας Σκέπης ἡ μόνη δυνατότητα πού εἶχαν οἱ μοναχές νά τελοῦν τίς ἀκολουθίες ἦταν στό Ναό τοῦ ῾Αγίου Νικολάου. Αὐτή ἦταν ἡ μοναδική τους χαρά, νά συμμετέχουν στή Θεία Λειτουργία, νά ψάλλουν στή χορωδία, νά ἐξομολογοῦνται, νά κοινωνοῦν. ῏Ηταν ὅ,τι πιό πολύτιμο μετά τήν καταστροφή τῆς μονῆς τους. ῾Ο π. Παῦλος πάντα προσεκτικός καί διακριτικός, μέ μιά ἀπεριόριστη ὑπομονή, ἦταν γι’ αὐτές μία ἐλπίδα, ἕνα στήριγμα, ἕνα σύμβολο φωτεινό. Καί τώρα αὐτός ὁ π. Παῦλος στέκεται ἐδῶ ὄρθιος, κρατάει ἤ μᾶλλον κρατιέται ἀπό τόν μικρό γιό του καί βλέπει νά βεβηλώνουν καί νά καταστρέφουν τό Ναό του. Καί ὅσο περισσότερο παρακολουθοῦν οἱ μοναχές αὐτούς τούς φρικτούς χορούς στή στέγη τοῦ Ναοῦ, τόσο γίνεται ἀδύνατο νά κοιτάξουν τόν ἱερέα τους, ὁ ὁποῖος σιωπηλά καί μέ ἀβάσταχτο πόνο στέκεται δίπλα. Μόλις χτές λειτουργοῦσε σ’ αὐτό τό Ναό καί στό κήρυγμά του ἔλεγε πώς πρέπει νά ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας.
῎Ηδη ἀνέβασαν τίς σκάλες στή στέγη, τίς ἔδεσαν καί μέ δυνατές φωνές καί σφυρίγματα ἄρχισαν νά σκαρφαλώνουν στόν τροῦλλο τοῦ Ναοῦ. ῎Εδεσαν ἕνα σχοινί στό σταυρό τοῦ τρούλλου κι ἔκαναν νοήματα σέ ὅσους εἶχαν μείνει κάτω. Κάποιος στή στέγη ἔβγαλε ἕνα τσαλακωμένο κόκκινο μαντήλι καί τό κουνοῦσε στόν ἀέρα. Προσπάθησε ἔπειτα νά δέσει αὐτό τό κόκκινο πανί στό σταυρό. ῞Ολοι φώναζαν, οὔρλιαζαν καί κανείς δέν μποροῦσε νά διακρίνει τά λόγια αὐτοῦ πού φοροῦσε τήν τραγιάσκα. Συνέχιζε νά φωνάζει καί νά κάνει νοήματα. ᾿Από κάτω τούς ἔστελναν σχοινιά. ῎Εδεσαν τά σχοινιά γύρω ἀπό τή μέση τους καί τήν ἄλλη ἄκρη στόν σταυρό. Τό χειροκρότημα καί οἱ φωνές ἀπό κάτω τούς ἔδωσαν θάρρος. Κάνοντας γύρους καί φωνάζοντας ἄρχισαν νά καταστρέφουν τόν τρούλλο, ἐνῶ οἱ κάτω ἐπευφημοῦσαν.

῞Οταν ἐγώ μέ τόν πατέρα μου βγήκαμε ἀπό τό σπίτι, ἡ μητέρα μᾶς σταύρωσε καί πῆγε νά μᾶς δώσει μία ὀμπρέλα, γιατί ὅλα ἔδειχναν ὅτι θά βρέξει. ῾Ο πατέρας μου δέν πῆρε τήν ὀμπρέλα, ὄχι γιατί πίστευε ὅτι δέν θά βρέξει, ἀλλά ἐπειδή ἡ ἴδια ὀμπρέλα ἦταν δεῖγμα ὅτι ἀνήκεις στά ἀνώτερα κοινωνικά στρώματα, στούς πλούσιους, στούς ἀστούς. Κινδύνευες καί μόνο γι’ αὐτό, ἀπό μιά ὀμπρέλα, νά χαρακτηριστεῖς ὡς ἀστός καί ἄρα ὡς ἐχθρός τοῦ λαοῦ.

῎Αρχισε νά βρέχει δυνατά. ῾Ο χορός πάνω στή στέγη τοῦ Ναοῦ σταμάτησε, γιατί γλιστροῦσε. Οἱ καταστροφεῖς τοῦ Ναοῦ ἔγιναν πιό προσεκτικοί, ἐνῶ αὐτός μέ τήν τραγιάσκα φώναζε, τούς ἔλεγε νά βιαστοῦν, τούς ἔδειχνε μέ τά χέρια τόν σταυρό καί μέ μίσος ἔλεγε·
– Σπάστε τον, σπάστε τον.

Αὐτοί ἔβαλαν τά δυνατά τους. Τραβοῦσαν τά σχοινιά, ἀλλά ὁ σταυρός δέν κουνιόταν. Οἱ ἀπό κάτω φώναζαν. ῞Ολοι εἶχαν γίνει μούσκεμα ἀπό τή βροχή καί θύμωναν ὅλο καί περισσότερο πού ὁ σταυρός μένει ἀμετακίνητος.

Κάποιος πιό τολμηρός πιάστηκε ἀπό τό σταυρό καί ἄρχισε νά δένει τό σκοινί πάνω του. Οἱ ἄλλοι ἕνωσαν κι ἄλλα σχοινιά, ὥσπου τό σχοινί μάκρυνε καί ἔφτασε μέχρι τή γῆ. Καί οἱ πάνω καί οἱ κάτω τραβοῦσαν τό σχοινί . ῞Ομως ἀπό τή βροχή εἶχε γίνει πολύ βαρύ καί γλιστροῦσε. Κάποια στιγμή γλίστρησαν κι ἔπεσαν κάτω βλαστημῶντας. Μερικοί ἐγκατέλειψαν τήν προσπάθεια, ἄλλοι πιό φανατικοί συνέχιζαν. Αὐτός μέ τήν τραγιάσκα, δέν φώναζε πιά, ἀλλά γαύγιζε. ῞Ολοι ἔβριζαν, βλαστημοῦσαν, ἀπειλοῦσαν. ῾Ο σταυρός δέν ἔπεφτε. ῞Ομως καί αὐτοί δέν τό ἔβαζαν κάτω, τά μάτια τους σπινθίριζαν ἀπ’ τό μῖσος καί τήν κακία.


῾Ο πατέρας μέ ἔσφιξε δυνατά καί μέ σκέπασε μέ τό παλτό μου. ῾Ο δυνατός ἀέρας σφύριζε. Κάτω στά πόδια μας μόνο λάσπη. ᾿Εγώ κοντά στόν πατέρα, μέσα στό σκοτάδι, κάτω ἀπό τίς φτεροῦγες τοῦ παλτοῦ του. Καί μόνο σ’ ἕνα στενό ἄνοιγμα μπροστά, μποροῦσα νά διακρίνω τί γίνεται πάνω στό Ναό. ῾Ο πατέρας μέ ἔσφιξε δυνατά, πολύ δυνατά. Μοῦ φάνηκε πώς δέν καταλαβαίνει ὅτι ἐγώ πνίγομαι καί πονάω. Στό πρόσωπό μου ἔτρεχαν ρυάκια ἀπό τό νερό τῆς βροχῆς, τά ὁποῖα κατέβαιναν ἀπό τό κεφάλι τοῦ πατέρα μου, μά αὐτός δέν τό ἔνοιωθε.

Σέ λίγο ἄρχισε ὁ σταυρός νά κλονίζεται. Πίσω ἀπό τήν πλάτη μας ἀκούγαμε τίς προσευχές καί τό κλάμα τῶν μοναχῶν. ῾Ο σταυρός ἔπεσε πάνω στόν τροῦλλο, γλίστρησε στήν ἄκρη τῆς στέγης κι ἔπεσε κάτω. ῞Οσοι ἦταν κοντά ἀποτραβήχτηκαν. Φωνές καί κραυγές μίσους ἀκούστηκαν. ῾Ο σταυρός στό ἔδαφος μέ κομμένα τά σχοινιά. Σ’ ὅλο τό μῆκος τοῦ σταυροῦ ἔτρεχαν μικρά ρυάκια ἀπό τό νερό τῆς βροχῆς. Κλαίγαμε καί μεῖς, ἔκλαιγε καί ὁλόκληρος ὁ οὐρανός.

᾿Απόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Γεωργίου Π. Ανσίμωφ
«ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ», εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ