Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Ψυχή Ορθρία



Ορθρίες ψυχές στα σκοτεινά αναζητούν την λάμψη
Μαύρα φορούν, όλο αγρυπνούν το έλεος να μην πάψει
Στασίδι τρίζει, στέκομαι, την κεφαλή μου κλίνω
Στον Κύριο των δυνάμεων κάθε μου ελπίδα αφήνω…
Πύλη βαριά διάπλατα άνοιξε νέα μέρα
Να την διαβώ παρακαλώ τον σπλαχνικό Πατέρα
Μάνα μου Πορταΐτισσα αξίωσε με πάλι
λέξεις να ρθούν  που να οδηγούν στου Υιού Σου την αγκάλη…
Απ το θρονί σου ευλόγησε οι μνήμες  να γραφτούνε
Χάρη να λάβουν από σε, να μυροβοληθούνε…
(Ημερολόγιο Όρους 2015).
Μέρος 1ο   
Είναι οι λέξεις σύμμαχοι της μνήμης… Μπορούν να κρατήσουν την καρδιά ζεστή, να την κάνουν να χτυπήσει πιο γοργά ή και να την σταματήσουν έστω για ελάχιστα… Μια… αρρυθμία που τόσο την καρτερώ, κάθε φορά που το σώμα μου επιστρέφει από το Όρος της σιωπής και της ψυχής, της προσευχής και του αίνου, του ευωδιαστού Περιβολιού και της αμπέλου της αληθινής… Να  μ αξιώσει η Δέσποινα του Κόσμου να συναντήσουν τις θύμισες  λέξεις που να μοιάζουν με απόσκοσμες και εξαϋλωμένες φιγούρες ερημιτών,  που τυπώνονται για πάντα στο μέσα σου… Να χωρέσουν μέσα τους αρίφνητες εικόνες με χρώματα, που μόνο Θεϊκό χέρι παντευλόγητο μπορεί να προσμίξει, συναισθήματα που μόνο τα αστέγνωτα  δάκρυα μπορούν να ταξιδέψουν, σε ένα οδοιπορικό που δεν θα τελέψει, παρά μόνο όταν η στερνή  ανάσα θα ξεφύγει απ τα χείλη …
-Ποια ήταν η καλύτερη φορά σου στο Όρος;… -Ποια η πιο αγαπημένη σου Μονή; … -Ποια σκήτη, ποιο κελί; Ποιος Ηγούμενος, ποιος Αρχοντάρης, ποιος Πνευματικός, ποιος Γέροντας;... Ποιό μονοπάτι, ποιος αρσανάς, ποια απλωταριά, ποιο μπαλκονάκι, ποιο κοιμητήρι, θα θυμάσαι περισσότερο; Είναι ερωτήσεις που άκουγα παλιά και απαντούσα, ανακαλώντας στην μάνα μνήμη τις πιο γλυκές μου επιστροφές στου Παραδείσου τ όνειρο, στο μύρισμά του, στο μέσα μου Άγιο Όρος, σε ό,τι η Παναγία οικονόμησε να ζήσουμε και να χαρούμε …
Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια, και αμέτρητα βήματα σε χώμα υγρό και ευωδιαστό για να καταλάβω πως στον Άθωνα έχει καταργηθεί διαπαντός ο συγκριτικός βαθμός… Παντού και έξαφνα τελείως, ανακαλύπτεις ότι μόνο ο υπερθετικός μπορεί να σταθεί και να κυριαρχήσει… Το άμετρο έλεος, η απεραντοσύνη της μακροθυμίας, η άπειρη αγαθοσύνη, η ατελεύτητη στοργή του Δημιουργού και Πατέρα μας… Είναι αυτός ο υπερθετικός που κάνει της φύσεως τους όρους να υποχωρούν, τη λογική να αμβλύνεται, τους μοναχούς να αφιερώνονται ολοκληρωτικά, τις ψυχές όρθρου βαθέως να ξυπνούν από τον λιγοστό τους ύπνο… Ορθρίες ψυχές που πασχίζουν να φωτίσουν το σκότος με το αληθινό Φως της Ζωής… Πηγαινοέρχονται σαν στρατιώτες σε μάχη που φουντώνει ολοένα, στην πρώτη γραμμή του αοράτου πολέμου, δίνουν αίμα και κάθε ικμάδα της δύναμής τους για να λάβουν πνεύμα και παράταση στο έλεος… Τέτοιες ψυχές αξιωθήκαμε να ανταμώσουμε και φέτος… Παιδιά αγαπημένα, Τιμητές  της Παναγίας, ελεύθεροι δούλοι Κυρίου  που δέονται όλο ζέση για τον σύμπαντα κόσμο. Ένας σταυρός και λίγο χώμα το βραβείο τους επί γης, μόλις σφαλίσουν τα μάτια τους… Ένας θησαυρός ο μισθός τους εν τοις Ουρανοίς, που καμιά λέξη, έστω και απ την δική μας ευλογημένη γλώσσα,  δεν έχει βρεθεί ακόμα για να τον  περιγράψει… Την ευχή τους να έχουμε, τις μεσιτείες τους και το χαμόγελό τους το χαρμολυπημένο! Η Πορταΐτισσα ας δεηθεί για μένα τον ταλαίπωρο να μην ξεχάσω τίποτα, απ όσα στέλνει ευλογίες στα παιδιά της τα πονεμένα που διψούν για τον Παράδεισο! Στο τέλος αυτού του ταξιδιού ας ευχηθούμε όλοι να έχουμε ορθρίες ψυχές που πασχίζουν για την καλή απολογία…
Ευλογείτε !   
Ο Οκτώβριος αγκαλιάζει στοργικά τους Αγίους της ενδέκατης μέρας του…Το πρωινό είναι ακόμα πιο χαρούμενο για όλους μας! Τέταρτη Κυριακή του Λουκά, των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων της εβδόμης Οικουμενικής συνόδου και εμείς μετά το δι ευχών φορτώνουμε τα πράγματα μας και αναχωρούμε γεμάτοι από ιερές προσδοκίες για αναπάντεχα  συναπαντήματα με σύγχρονους Θεηγόρους οπλίτες και αστέρες πολύφωτους και μυρίπνοα άνθη του Αθωνικού Παραδείσου. Οι σφιχτές αγκαλιές των παιδιών μας και τα μελαγχολικά τους προσωπάκια γίνονται ανάγκη και πρόσταγμα και τούτο το ταξίδι να μείνει αλησμόνητο… Τέσσερις φέτος οι ταξιδιώτες. Ο Νίκος δεν μπόρεσε να ρθει  αν και πολύ το ήθελε… Ο Παναγιώτης δεν άντεξε να μην ακολουθήσει τα χνάρια και τα αγιορείτικα σημάδια είκοσι ετών… Ο Μιχάλης και ο Θεοδόσιος συνεπείς στον άγιο πόθο τους… Έτοιμα από καιρό όλα και τα ραβδιά τα καινούρια, αυτά που ο Θεοδόσης έφτιαξε για όλους μας! Αγριελιά που αντέχει θα βοηθήσει τα βήματά μας στα Θεοτοκοβάδιστα λημέρια…. Ξύλο ισχυρό, γερό πολύ, μοιάζει με την ψυχή μας… Την αγριελιά όσο κι αν την ποτίσεις όσο και την λιπάνεις αν δεν την μπολιάσεις με καθαρή ελιά,  λάδι δεν στάζει… Έτσι κι εμείς αν δεν μπολιαστούμε με τον Ζώντα Χριστό θα μοιάζουμε με ανθεκτικά ξύλα βαλμένα σε χώμα ξερικό… έτοιμα να σπάσουν Ταξίδι με έναν καιρό που όμοιό του δεν έχουμε ξανααντικρίσει… Μαύρο πυκνό σκοτάδι μες στο μεσημέρι στα μέρη της Βοιωτικής γης! Νερό από τους ανοιχτούς ουρανούς και φόβος του αγνώστου… Τόσο έντονο το φαινόμενο που στιγμιαία θυμόμαστε τον Άγιο Διονύσιο τον Αεροπαγίτη που σε λίγες μέρες θα συναντήσουμε τιμώμενο με το παλαιό ημερολόγιο στο Όρος: Ή Θεός πάσχει ή τον παν απόλλυται! Ανοίγουμε τον θησαυρό των Αγίων, ένα βιβλίο με πολλές παρακλήσεις Ουρανίων  γενναιοφρόνων πρεσβευτών… Ψέλνουμε τα απολυτίκιά τους και νιώθουμε πως οδηγούν τα τρομαγμένα λιγοστά χιλιόμετρα που το αυτοκίνητο ίσα που διασχίζει μέσα στην ορμή του καιρού… Με την Θεομητορική επίκληση ξαναγεννήθηκε το φως, όπως και η ελπίδα της αιωνίου ζωής κάθε φορά που της αμαρτίας η δίνη γυρεύει να μας καταπιεί… Σαν να ξημέρωσε πάλι! Δόξα τω Θεώ! Άνοιξε ο δρόμος για του Ουρανού την πόλη ξανά μπροστά μας! Οι ώρες περνούν και η Ουρανούπολη υποδέχεται την αγωνία μας και τα θυμητάρια παλιών ετών. Συναντάμε γνώριμες φιγούρες έστω κι αν δεν τις έχουμε ξανααπαντήσει ποτέ! Όλοι μας φαίνονται οικείοι! Συμπολίτες του Ονείρου! Έχει ο Παράδεισος με μια φωτεινή αλυσίδα δεμένα τα παιδιά του Θεού  και  κάθε της κρίκος είναι ένας επίδοξος οικήτοράς του… Βράδιασε για τα καλά. Στο δωμάτιο σιμά στο δρόμο όλη τη νύχτα ακούω την θάλασσα. 
Σπάνε τα κύματα τόσο κοντά μας και η ανυπομονησία μας μεγαλώνει. Είναι και που το πρωί της Κυριακής  είχε απαγορευτικό! Νιώθω το πέλαγος να προσπαθεί να γαληνέψει για να ταξιδέψει προσευχές και παρακλήσεις, λαχτάρα και πόνο, τον αγνό πόθο για μετάνοια και εξιλέωση! Η θάλασσα θα μας φέρει κοντά στα παιδιά της Παναγιάς! Γαλήνεψέ την  Κύριε!
Ώρα 6 το πρωί της Δευτέρας τελευταίας μέρας του Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο. Πρέπει να συντονίσουμε τις ψυχές μας με τους ρυθμούς και το συναξάρι,  που στο Όρος έχουν το δικό τους μέτρημα. Στο λιμάνι ασυνήθιστα πολύς κόσμος! Ουρά για τον Παράδεισο που μακάρι να μας χωρέσει όλους… μα όλους! Μακάρι να στοιβάζονται τόσο ασφυκτικά ψυχές στις θύρες του! Ένα μικρό παιδί, μια σταλιά άνθρωπος σέρνει την βαλιτσούλα του κρατώντας με το άλλο του χέρι τον Ιερέα Πατέρα του! Ο Παπά Θόδωρος τεκνίο της Παναγίας εκλεκτό  απ το αγαπημένο μου Αιτωλικό! Και ο μικρός Γιαννάκης το τέταρτο βλαστάρι του, πρώτη φορά προσκυνητής στο Όρος! Και ένας άλλος Γιαννάκης λίγο μεγαλύτερός του πριν από 70 περίπου χρόνια  ξεκινούσε με λαχτάρα να συναντήσει τους Αγίους και κάποτε να τους μιμηθεί…. Ο μικρός που είχα μπροστά μου με μετέφερε νοερώς σε κείνο το πρωινό…
Ο μικρός Γιαννάκης ένας μεγάλος εργάτης του Κυρίου
(πρώτος από δεξιά στην Νέα Σκήτη)  
(από διήγηση του ιδίου του Γέροντος) «Στην σκάλα της Αγίας Άννης τον περίμενε ένα σεβάσμιο Γεροντάκι, ο Γέρο- Αρσένιος. Δεν είσαι συ ο Γιαννάκης από το Βόλο; τον ρώτησε. Ναι, του είπε, Γέροντα, άλλα πως με ξέρετε; -Α, λέγει, ο Γέροντας Ιωσήφ το ξέρει από τον Τίμιον Πρόδρομο. Του εμφανίστηκε απόψε και του είπε: Σου φέρνω ένα προβατάκι, βάλε το στην μάνδρα σου". Κόλλησε η σκέψη του εις τον Τίμιον Πρόδρομο, τον προστάτη του, εις του οποίου την ημέραν των γενεθλίων γεννήθηκε. Αισθανόμουν πολλή ευγνωμοσύνη δια την φροντίδα του αυτήν. - Λοιπόν, Γιαννάκη, πάμε, μου λέγει ο Γέρο Αρσένιος. Πάμε, διότι ο Γέροντας μας περιμένει. Ανηφορίσαμε. Τι αισθήματα! Όση δύναμιν και αν διαδέτη κανείς δεν περιγράφονται. Το βράδυ εκείνο, μέσα στο Εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου, πού είναι λαξευμένο μέσα στην σπηλιά, έβαλα την μετάνοια της υποταγής μου. Εκεί μέσα εις το παραμικρό εκείνο φως γνώρισε ή ψυχή μου με τον δικό της τρόπον την φωτεινή φυσιογνωμία του αγίου Γέροντος μου Ιωσήφ του Ησυχαστή».
Σήμερα είναι ένας από τους σύγχρονους Αγίους που άπαυστα και μαρτυρικά υπομένοντας, κανοναρχούν το Θείον έλεος! Της Φιλοθέου το καύχημα και της Αριζονίτισσας Παναγίας ο παραστάτης! Ο Γέροντας  Εφραίμ ο Φιλοθεϊτης , ο κάποτε μικρός Γιαννάκης, ένας μεγάλος εργάτης του αμπελώνος του Κυρίου! Έλαμψε πάλι η αλυσίδα του Παραδείσου! Ευχήθηκα να χάιδεψα το κεφάλι ενός μελλοντικού Αγίου! Ας μεσιτεύσει ο Τίμιος Πρόδρομος και γι αυτό το παιδί που τόσο νωρίς αξιώνεται να γαλουχηθεί με νάματα αιωνίου ζωής, στα ασκηταριά της παναγίας γης του Άθω …
(συνεχίζεται)
Νώντας Σκοπετέας
Απόσπασμα από εκπομπή με τίτλο: Ψυχή ορθρία  
πηγή

Η φωτογραφία από το Κεφαλοβρύσι Βιάννου στη Κρήτη...Τα λόγια είναι περιττά!




Η φωτογραφία αυτή κάνει το γύρο του διαδικτύου στα κοινωνικά δίκτυα και σε μπλόγκς. Πραγματικά το λόγια είναι περιττά…
“Σ’ αυτό εδώ το μετόχι, σκοτώθηκαν από τους γερμανούς” – H ιστορία πίσω από τη φωτό από τη Βιάννο που κάνει τον γύρο του διαδικτύου
“Σ’ αυτό εδώ το μετόχι στις 14-9-2014 σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς, αφού βασανίσθηκαν απάνθρωπα, τα παιδιά του Γεώργιου Βερβελάκη από το Κεφαλοβρύσι Βιάννου
Ευαγγελία 8 ετών
Μαρία 12 ετών
Στυλιανός 15 ετών
Γιατί αρνήθηκαν να δείξουν που είχε κρυφθεί ο πατέρας τους”
Μία φωτογραφία από την πλάκα που έχει τοποθετηθεί, εκεί που οι γερμανοί ναζί δολοφόνησαν τρία παιδιά, επειδή δεν ήθελαν να καταδώσουν τον πατέρα τους κυκλοφορεί εντονότατα στο διαδίκτυο, στις σελίδες των χρηστών του facebook που τη δημοσιοποιούν ενώ πολλοί εκφράζουν την οργή τους για την αναγόρευση του Χάινς Ρίχτερ σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Η φωτογραφία αρχικά δημοσιοποιήθηκε από τον λογαριασμό του Giannis Paragioudakis και μέσα σε λίγες ώρες περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι μοιραστήκαν τη φωτογραφία στις προσωπικές τους σελίδες, χαρακτηριστικό αν μη τι άλλο του αντίκτυπου που είχε σε αυτούς που την είδαν.
Όμως, από ότι φαίνεται, λίγοι γνωρίζουν την ιστορία και τα γεγονότα για τα οποία τοποθετήθηκε η πλάκα.
Όλα όσα συνέβησαν εκείνες τις ημέρες στα χωριά της Βιάννου κατέγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης, στην “Έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων στην Κρήτη”.
Στην επίσκεψή της επιτροπής στη Βιάννο, αφού συζήτησαν με τους ανθρώπους, και με τις μνήμες να είναι ακόμα νωπές, καταγράψανε τι πραγματικά συνέβη και τα γεγονότα πίσω από το φρικιαστικό έγκλημα που έλαβε χώρα στο αγροκτημα του Αργουλίδα.
Αντιγράφουμε από την έκθεση, που είναι πολύ λεπτομερή αφού αναφέρονται τα ονόματα αλλά και στοιχεία από τον φρικτό τρόπο δολοφονίας και βασανισμού αθώων παιδιών.
“Εις το αγρόκτημα του Αργουλίδα είχε καταφύγει ο εκ του χ. Κεφαλοβρύσι Βερβαλάκης μετά των 3 τέκνων του, Στυλιανού ετ. 12, Μαρίας ετ. 8, και Ευαγγελίας ετ. 6.
Ο πατήρ βλέπων τους Γερμανούς να πλησιάζουν (14/9) απεμακρύνθη από το αγρόκτημα και εκρύβη εντός σχοίνου, οπόθεν ηδύνατο να παρακολουθήση τα συμβαίνοντα.
Οι Γερμανοί εισελθόντες εις τον οικίσκον του κτήματος ευρόντες σακκίδια (βούργες) πολλά με τρόφιμα, ανήκοντα εις τους φεύγοντας κατοίκους, υποψιάσθησαν ότι ταύτα προορίζονται δια τους αντάρτας.
Τότε συνέλαβον τα εγκαταλελειμμένα παιδιά και ήρχισαν να τα βασανίζουν, δια να προβούν εις αποκαλύψεις· τα ωδήγησαν έξω, εχαράκωσαν με την ξιφολόγχην τα μάγουλά των και τας κνήμας των, τα εκέντησαν εις τα πέλματα και επειδή εκείνα δεν είχον τι να μαρτυρήσουν, τους απέσπασαν τα δόντια με την ξιφολόγχην και τέλος τα έσφαξαν δι αυτής· έπειτα τα εξήπλωσαν επί του τοίχου του κτήματος με κρεμασμένας τας κεφαλάς.”
Αυτό είναι το γεγονός για το οποίο τοποθέτησαν την πλάκα. Για να θυμούνται οι νεότεροι την φρίκη που δεν πρέπει να επιστρέψει. Για να θυμόμαστε τα εγκλήματα των ναζί που ακόμα και σήμερα οι γερμανικές αρχές δεν αναγνωρίζουν.

Θα Του ανοίξουμε επιτέλους;


 
 

Άνεργος στα 50: Οι άνθρωποι πίσω από τους αριθμούς


Το WE μιλά με τους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς της μακροχρόνιας ανεργίας. Οι πενηντάρηδες που έκαναν 'επάγγελμα' την αναζήτηση εργασίας και η λάθος συνταγή ενός κράτους που αφήνει ένα κομμάτι του ενεργού του πληθυσμού να 'σαπίζει'
«Όλοι μιλάνε για την ανεργία των νέων, έχεις ακούσει να μιλάει κανείς για την ανεργία των πενηντάρηδων; Αυτό είναι το μεγάλο μου παράπονο. Είναι σαν να μην υπάρχουμε. Νιώθω ότι βρίσκομαι στη ζώνη του λυκόφωτος», μου λέει ο Σπύρος Βούλγαρης, 55 ετών και άνεργος τα τελευταία 5 χρόνια. Η ζωή του άλλαξε ριζικά όταν έκλεισε η εταιρία εκδόσεων όπου εργαζόταν επί μία εικοσαετία. Η (μάταιη) αναζήτηση εργασίας έγινε η νέα του εργασία και οι εφιάλτες πήραν συγκεκριμένη μορφή. Για το ελληνικό κράτος, όμως, ο κύριος Σπύρος είναι ακόμα ένας από τους 1.180.141 ανέργους που κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ στην τελευταία της τριμηνιαία έκθεση και δεν ανήκει καν στην πλειοψηφία. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι άνεργοι της χώρας, περίπου 8 στους 10, είναι νέοι έως 29 ετών. Η πενηντάρηδες όμως κατέχουν μια άλλη θλιβερή πρωτιά, αυτή της μακροχρόνιας ανεργίας, καθώς αποτελούν το 93,6% των «παλαιών» ανέργων. Με άλλα λόγια, αν μείνεις άνεργος στα 50, εξαιρετικά δύσκολα θα ξαναβρείς δουλειά. Πολύ πιθανό να μην συμπληρώσεις ποτέ τα ένσημα για να βγεις στη σύνταξη. Αλλά ας πούμε ότι τα έχεις ήδη.

Για τη συνέχεια News247

Το ’40 στα σχολικά βιβλία Γλώσσας: δειλία, ηττοπάθεια και διασυρμός του Έπους!




Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος - Κιλκίς
 Όσο παραμένει, στα σχολικά βιβλία,  η μαγαρισιά,  που ατιμάζει την επέτειο, θα επιμένουμε στην επισήμανσή της. Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στο περιοδικό «ΑΦΥΠΝΙΣΗ» της ιεράς μονής  αγίου Νικοδήμου στο όρος Πάικο του Κιλκίς.
Στον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών, στις 27 Οκτωβρίου του 1960, ο μεγάλος μας λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης, μεταξύ των άλλων σπουδαίων ανέφερε και ένα συγκλονιστικό γεγονός, που διαδραματίσθηκε, όχι «στο διάσελο της Ιστορίας» (Βρεττάκος), στις αετοράχες της Πίνδου, αλλά στα μετόπισθεν, όπου  απόλεμος πληθυσμός της πατρίδας μας συναγωνιζόταν την ανδρεία των μαχητών. Το μεταφέρω:
«Είχε οργανωθή, κατά τη διάρκεια του αγώνα υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος, απ’ τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα και ένα φίλο γιατρό, σ’ αυτή την υπηρεσία, λοιπόν πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε. Ο κόσμος έκαμε ουρά κάθε μέρα για να δώση το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα, λοιπόν, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στην σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.

-Εσύ, παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ;
Ο γέρος απάντησε δειλά:
-Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε αυστηρά με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.
-Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δύο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δε θα ‘χουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε, γέρο μου μού είπε κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα κι ήρθα». («Η 28η Οκτωβρίου 1940», πανηγυρική λόγοι ακαδημαϊκών, επιμέλεια Πέτρος Χάρης, Αθήνα 1978, σ. 322).
Τι μεγάλη ψυχή ο γέροντας της ιστορίας! Τρεις γιούς και… χαλάλι της πατρίδας! Προσθέτει ένα νέο στοιχείο τούτη η διήγηση, όπως το γράφει ο Μυριβήλης: Ανδρείους μπορεί να βγάλει κάθε πατρίδα. Αγίους όμως μόνον αυτές που καταυγάζονται από το φως της Ορθοδοξίας, από το φώς του Χριστού και η Ελλάδα ανήκει-θέλουν δεν θέλουν οι εκκλησιομάχοι-σ’αυτήν την εκλεκτή μερίδα!
Γιορτάζουμε του «ΟΧΙ», τρία γράμματα, μια ελαχιστότατη λέξη που περικλείει μέσα της το μεγαλείο της ελληνικής ιστορίας!! Με τα «ΟΧΙ» ανήλθαμε στις κορυφές της δόξας!! Με τα «ΝΑΙ» και τις προδοσίες των διαχρονικών Νενέκων (ή μήπως Ναιναίκων;) μας σαβάνωσε η ντροπή και η υποτέλεια. Θα ξεδιπλωθούν και οι σημαίες στα μπαλκόνια των σπιτιών-όσων καίγονται από αγάπη για το «ιερό πανί» και όχι όσων τις καίνε- θα ακούσομε και τον Εθνικό μας Ύμνο, που δεν είναι ύμνος εις την Ελλάδα, αλλά Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Για τον εθνικό μας ποιητή είναι αξεδιάλυτα-ένα αυτά τα δύο. Και λέγεται πως, όταν το 1826 ο τότε πρωθυπουργός της Αγγλίας, Κάνιγκ, διάβασε τον Ύμνο του Σολωμού, συγκλονίστηκε και συνέταξε το Πρωτόκολλο με το οποίο αναγνώριζε τον αιμόφυρτο τόπο μας ως κράτος. Γιατί οι μεγάλοι του κόσμου συναγάγουν συμπεράσματα για την πολιτική τους, όχι με κριτήριο την «ετοιμότητα υποκλίσεων», αλλά με κριτήριο την αποφασιστικότητα των λαών και των κυβερνήσεών τους, να υπερασπίσουν την εθνική τους αξιοπρέπεια με θυσίες και με το αίμα τους, αν χρειαστεί!
Το ’40 νικήσαμε γιατί ο λαός και οι μαχητές του μέθυσαν με τ’ αθάνατο κρασί του ’21. Γιατί έβλεπαν την Παναγία να περπατά πάνω στα χιόνια, γιατί ντρέπονταν να ντροπιαστούν!
Στην τότε εφημερίδα «Πρωΐα» δημοσιεύτηκε επιστολή μιας μάνας χήρας από τα Μέγαρα, που μόλις είχε λάβει τον πολεμικό σταυρό ανδρείας του σκοτωμένου γιού της. (Δεν πήγαν να σκοτώσουν εκείνα τα παιδιά, πήγαν να πεθάνουν για την πατρίδα τους!). Έγραφε η χαροκαμένη μάνα στην επιστολή: «Ο Δημητρός μου, ο μοναχογιός μου, προστάτης των τριών κοριτσιών μου, έπεσε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Χαλάλι της πατρίδος ο Δημητρός μου. Ας ήτανε να πέθαινα κι εγώ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω η Ελλάς». Τέτοιοι γονείς που χαλάλιζαν τα παιδιά τους στην πατρίδα, ανάγκασαν σοφό της εποχής να αναφωνήσει: «Βγάλτε τα στεφάνια της νίκης από τα κεφάλια των στρατιωτών μας και φορέστε τα στα κεφάλια των γονιών τους»!
Και όταν φύγει το ψευτορωμαίικο, όπως το έλεγε ο Πατροκοσμάς, το λυμφατικό χαρτοβασίλειο του «ΝΑΙ» που ζούμε τώρα και έλθει το πραγματικό ρωμαίικο και αποκτήσουν τα παιδιά, οι μαθητές μας τα βιβλία που πρέπει, τέτοια θα διαβάζουν, με τέτοια παραδείγματα θα γαλουχούνται και θα μορφώνονται.
«Όταν θ’ ανθίσουν τούτοι οι τόποι
όταν θα ‘ρθούνε καινούργιοι άνθρωποι
θα συνοδεύσουν την βλακεία.
στην τελευταία της κατοικία».
(Ν.Γκάτσος)
Γιατί σήμερα η βλακεία, η προδοσία και η δειλία κυριαρχούν στα «περιοδικά ποικίλης ύλης», που τα ονομάζουν ευφημιστικώς βιβλία Γλώσσας! Είναι η πρώτη φορά από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, που δεν σέβονται οι συγγραφικές ομάδες και παρέες του υπουργείου πρώην εθνικής και νυν νεοταξικής εκπαίδευσης τους αγώνες, τις επετείους του λαού μας!
Στην Γ’ Δημοτικού, στο α’ τεύχος του βιβλίου Γλώσσας, σελ.79, το αφιέρωμα στο Έπος του ’40, περιορίζεται στη εξής αναφορά: «Από το ημερολόγιο της Ροζίνας, μιάς δεκάχρονης εβραιοπούλας από τη Θεσσαλονίκη. Οκτώβριος 1940: Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 δεν πήγαμε σχολείο. Είχε κηρυχτεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Αναστατωμένα ήμασταν εμείς τα παιδιά. Οι Ιταλοί βομβάρδισαν τη Θεσσαλονίκη. Στο μαγαζί του πατέρα μου γίνηκαν πολλές καταστροφές». Και τέλος! Τίποτε άλλο! Αυτό μαθαίνουν χιλιάδες Ελληνόπουλα για το Σαράντα! Αναστάτωση (όπως λέμε «συνωστισμός») και καταστροφή ενός εβραϊκού μαγαζιού! Σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως στην Πάτρα, σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι και παιδιά από ιταλικά βομβαρδιστικά. Έγραψαν γι’ αυτό οι εφημερίδες της εποχής. Γιατί δεν συμπεριέλαβαν ένα τέτοιο συμβάν;
Το επόμενο όμως αφιέρωμα της Ε’ Δημοτικού είναι εξοργιστικότατο! Στην σελίδα 44 του α’ τεύχους του βιβλίου Γλώσσας-δηλητηρίασης των παιδιών και μαγαρίσματος της μνήμης περιέχεται κείμενο με τίτλο:
«Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο!» Και υπότιτλο: «Κι εμείς πήγαμε στο υπόγειο». Και αφού κρύφτηκαν στο υπόγειο, διαμείβονται οι εξής άθλιοι διάλογοι:
«Μετά γύρισε (ο μπαμπάς) στη μανά και της είπε πώς θα τρέξει στην τράπεζα να σηκώσει λεφτά. «Δεν έχουμε δραχμή», είπε κι έφυγε τρέχοντας στη σκάλα…». Όταν ο προκομμένος ο μπαμπάς γύρισε από την τράπεζα απογοητευμένος, γιατί η τράπεζα ήταν κλειστή και δεν μπόρεσε «να σηκώσει λεφτά», πήγαν σ’ ένα υπόγειο, «στης κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί τα σπίτι της έχει υπόγειο και το λιακωτό της είναι τσιμεντένιο και δεν μπορούν να το τρυπήσουν οι μπόμπες». Και ο μπαμπάς –πρότυπο ήρωα- πήρε στην αγκαλιά του τον αφηγητή, παιδί μικρό και του είπε:
«-Άκη, από σήμερα θα γίνεις άντρας». Και ο Άκης, εμπνεόμενος από την «γενναιότητα» του πατέρα του, απάντησε:
«Εγώ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δεν ήθελα να γίνω σήμερα άντρας…». Βεβαίως, γιατί οι άντρες στρατεύονται και πολεμούν! Ενώ όσοι δεν θέλουν να γίνουν άντρες, παίρνουν το Ι5 (γιώτα πέντε) χαρτί απόλυσης και σπεύδουν στα υπόγεια και άσε τα κορόιδα να κατασκοτώνονται για την τιμή της πατρίδας!
Τι κείμενο είναι αυτό; Ποιο μήνυμα περνά; Πριν σχολιάσω να τονίσω το εξής: Όλοι οι ειδικοί επιστήμονες που ασχολούνται με την γλώσσα και την διδακτική της, γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν αθώα παραμυθάκια και ότι κάθε γλωσσικό κείμενο, ακόμα και ένα πρόβλημα μαθηματικών, προάγει συγκεκριμένες αξίες και στάσεις ζωής, πρότυπα δηλαδή.
Τι «προάγει» το προαναφερόμενο σκουπίδι; Πρώτον: Την δειλία, την ηττοπάθεια, την αφιλοπατρία, το ψεύδος! Γνωρίζουμε από τα «επίκαιρα» της εποχής ότι την ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος και η γενική επιστράτευση ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας! Έξαρση, ενθουσιασμός, φιλοπατρία, πίστη για το δίκαιο του αγώνα, θάρρος, ένα πραγματικό γλέντι του λαού, που είχε απηυδήσει από τις προκλήσεις του ιταμού και ολιγόνου Μουσολίνι! Και οι μπαμπάδες δεν κρύβονταν σαν λαγοί στα υπόγεια ούτε έτρεχαν στις τράπεζες! Αυτά τα σκέφτονται οι Γραικύλοι της σήμερον που γράφουν τα βιβλία! Να γλιτώσουν τις καταθέσεις τους και τα παλιοτόμαρά τους και η πατρίδα ας χαθεί! Εκείνοι οι μπαμπάδες, οι παππούδες μας, ντύνονταν στα χακί, και πήγαιναν, «με το χαμόγελο στα χείλη», μπροστά, στα μαρμαρένια αλώνια του Γένους! Καλά το γράφει ο ποιητής:
«Με ζήλο στα σκολειά της προδοσίας
του σάπιου αιώνα σέπεται η γενιά!».
(Κ.Βάρναλης, «Αιδώς, Αργείοι!»)
Σημειωτέον ότι στο ίδιο βιβλίο το αφιέρωμα για το «Πολυτεχνείο» καλύπτει επτά (7) σελίδες! Το αφιέρωμα στο ’40, πέντε (5)! Το να δίνεται στην 17η Νοεμβρίου 1973 ο χαρακτήρας μιας εθνικής επετείου και μάλιστα ισάξιας και ανώτερης-κρίνοντας από τον αριθμό των σελίδων-είναι από τα «πρωτότυπα» ευρήματα της νέας, νεοταξικής ιδεολογίας που διαπερνά τα βιβλία και προβληματικό από κάθε άποψη, που δεν έχει καμμία θέση σε σχολικό βιβλίο! Κι αν δεν κάνω λάθος, τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου», τύπου Δαμανάκη, Λαλιώτη και χιλιάδων άλλων «αντιστασιακών», ακόμη την χρυσοπληρώνει ο ελληνικός λαός…
Το εξευτελιστικό για την ιστορία μας κείμενο για το «υπόγειο» χάσκει εδώ και 10 περίπου χρόνια στα βιβλία-πανέρια με οχιές. Κάποιες αντιδράσεις υπάρχουν, όμως οι αόρατος αυθέντες του τόπου, που κυκλοφορούν σε διάφορες «Στοές» δεν συγκινούνται. Μας προκαλούν, ένα ολόκληρο λαό, που ήπιε προφανώς το «τρελλό νερό» (Κόντογλου) της αφασίας και της απάθειας, γι’ αυτό και συνεχίζεται το μάθημα γενιτσαρισμού. Οι αυριανοί «πορκουάδες» ετοιμάζονται…
Να κλείσω «φτύνοντας» το ψεύδος και το ατίμασμα της ηρωικής γενιάς του ’40, παραπέμποντας σε ένα κείμενο αυτόπτη μάρτυρα της ημέρας που οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Τότε που ο λαός μας, κατά το ρυπαρογράφημα, «έτρεχε να κρυφτεί στα υπόγεια»:

«Σιγά σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων […] έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. […] Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μία λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μία τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο. (Γ.Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, Βιβλιοπωλείον της Εστίας)

Ἆσμα Ἡρωϊκὸ καὶ Πένθιμο



Ἐλύτης Ὀδυσσέας


Ἆσμα Ἡρωϊκὸ καὶ Πένθιμο γιὰ τὸν Χαμένο Ἀνθυπολοχαγὸ τὴς Ἀλβανίας





Ἐκεῖ ποὺ πρῶτα ἑκατοικοῦσε ὁ ἥλιος

Ποὺ μὲ τὰ μάτια μιᾶς παρθένας ἄνοιγε ὁ καιρὸς

Καθὼς ἐχιόνιζε ἀπ’ τὸ σκούντημα τῆς μυγδαλιᾶς ὁ ἀγέρας

Κι ἄναβαν στὶς κορφὲς τῶν χόρτων καβαλάρηδες



Ἐκεῖ ποὺ χτύπαγεν ἡ ὁπλὴ ἑνὸς πλάτανου λεβέντικου

Καὶ μιὰ σημαία πλατάγιζε ψηλὰ γῆ καὶ νερὸ

Ποὺ ὅπλο ποτὲ σὲ πλάτη δὲν ἐβάραινε

Μὰ ὅλος ὁ κόπος τ’ οὐρανοῦ

Ὅλος ὁ κόσμος ἔλαμπε σὰν μία νεροσταγόνα

Πρωί, στὰ πόδια τοῦ βουνοῦ



Τώρα, σὰν ἀπὸ στεναγμὸ Θεοῦ ἕνας ἴσκιος μεγαλώνει.



Τώρα ἡ ἀγωνία σκυφτὴ μὲ χέρια κοκαλιάρικα

Πιάνει καὶ σβήνει ἕνα ἕνα τὰ λουλούδια ἐπάνω της•

Μὲσ’ στὶς χαράδρες ὅπου τὰ νερὰ σταμάτησαν

Ἀπὸ λιμὸ χαρᾶς κείτουνται τὰ τραγούδια•

Βράχοι καλόγεροι μὲ κρύα μαλλιὰ

Κόβουνε σιωπηλοί τῆς ἐρημιᾶς τὸν ἄρτο.



Χειμώνας μπαίνει ὥς τὸ μυαλό. Κάτι κακὸ

Θ’ ἀνάψει. Ἀγριεύει ἡ τρίχα τοῦ ἀλογόβουνου



Τὰ ὄρνια μοιράζουνται ψηλὰ τὶς ψίχες τ’ οὐρανοῦ.





Τώρα μὲσ’ στὰ θολὰ νερὰ μιὰ ταραχὴ ἀνεβαίνει•



Ὁ ἄνεμος ἁρπαγμένος ἀπ’ τὶς φυλλωσιὲς

Φυσάει μακριὰ τὴ σκόνη του

Τὰ φροῦτα φτύνουν τὸ κουκούτσι τους

Ἡ γῆ κρύβει τὶς πέτρες της

Ὁ φόβος σκάβει ἕνα λαγούμι καὶ τρυπώνει τρέχοντας

Τὴν ὥρα ποὺ μέσ’ ἀπὸ τὰ οὐράνια θάμνα

Τὸ οὔρλιασμα τῆς συννεφολύκαινας

Σκορπάει στοῦ κάμπου τὸ πετσὶ θύελλα ἀνατριχίλας

Κι ὕστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι ἀλύπητο

Κι ὕστερα πάει φρουμάζοντας στὶς νηστικὲς κοιλάδες

Κι ὕστερα βάζει τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀντιχαιρετίσουνε:

Φωτιὰ ἢ μαχαίρι!



Γι’ αὐτοὺς ποὺ μὲ φωτιὰ ἢ μαχαίρι κίνησαν

Κακὸ θ’ ἀνάψει ἐδῶ. Μὴν ἀπελπίζεται ὁ σταυρὸς

Μόνο ἂς προσευχηθοῦν μακριά του οἱ μενεξέδες!



Γ΄

Γι’ αὐτοὺς ἡ νύχτα ἦταν μία μέρα πιὸ πικρὴ

Λιώναν τὸ σίδερο, μασούσανε τὴ γῆς

Ὁ Θεὸς τους μύριζε μπαρούτι καὶ μουλαροτόμαρο



Κάθε βροντὴ ἕνας θάνατος καβάλα στὸν ἀέρα

Κάθε βροντὴ ἕνας ἄντρας χαμογελώντας ἄντικρυ

Στὸ θάνατο ―κι ἡ μοῖρα ὅ,τι θέλει ἂς πεῖ.



Ξάφνου ἡ στιγμὴ ξαστόχησε κι ἦβρε τὸ θάρρος

Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μὲς στὸν ἥλιο

Κιάλια, τηλέμετρα, ὅλμοι, κέρωσαν!



Εὔκολα σὰν χασὲς ποὺ σκίστηκεν ὁ ἀγέρας!

Εὔκολα σὰν πλεμόνια ποὺ ἄνοιξαν οἱ πέτρες!

Τὸ κράνος κύλησε ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ μεριά...



Στὸ χῶμα μόνο μιὰ στιγμὴ ταράχτηκαν οἱ ρίζες

Ὕστερα σκόρπισε ὁ καπνὸς κι ἡ μέρα πῆε δειλὰ

Νὰ ξεγελάσει τὴν ἀντάρα ἀπὸ τὰ καταχθόνια



Μὰ ἡ νύχτα ἀνασηκώθηκε σὰν πατημένη ὀχιὰ

Μόλις σταμάτησε γιὰ λίγο μὲσ’ στὰ δόντια ὁ θάνατος―

Κι ὕστερα χύθηκε μεμιᾶς ὥς τὰ χλωμά του νύχια!



Δ΄

Τώρα κείτεται ἀπάνω στὴν τσουρουφλισμένη χλαίνη

M’ ἕνα σταματημένο ἀγέρα στὰ ἥσυχα μαλλιὰ

M’ ἕνα κλαδάκι λησμονιᾶς στ’ ἀριστερό του αὐτὶ

Μοιάζει μπαξὲς ποὺ τοῦ ’φυγαν ἄξαφνα τὰ πουλιὰ

Μοιάζει τραγούδι ποὺ τὸ φίμωσαν μέσα στὴ σκοτεινιὰ

Μοιάζει ρολόι ἀγγέλου ποὺ ἐσταμάτησε

Μόλις εἴπανε «γειὰ παιδιὰ» τὰ ματοτσίνορα

Κι ἡ ἀπορία μαρμάρωσε...



Κείτεται ἀπάνω στὴν τσουρουφλισμένη χλαίνη.

Αἰῶνες μαῦροι γύρω του

Ἀλυχτοῦν μὲ σκελετοὺς σκυλιῶν τὴ φοβερὴ σιωπὴ

Κι οἱ ὧρες ποὺ ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες

Ἀκοῦν μὲ προσοχή•

Ὅμως τὸ γέλιο κάηκε, ὅμως ἡ γῆ κουφάθηκε

Ὅμως κανεὶς δὲν ἄκουσε τὴν πιὸ στερνὴ κραυγὴ

Ὅλος ὁ κόσμος ἄδειασε μὲ τὴ στερνὴ κραυγή.



Κάτω ἀπ’ τὰ πέντε κέδρα

Χωρὶς ἄλλα κεριὰ

Κείτεται στὴν τσουρουφλισμένη χλαίνη•

Ἄδειο τὸ κράνος, λασπωμένο τὸ αἷμα

Στὸ πλάι τὸ μισοτελειωμένο μπράτσο

Κι ἀνάμεσ’ ἀπ’ τὰ φρύδια―

Μικρὸ πικρὸ πηγάδι, δαχτυλιὰ τῆς μοίρας

Μικρὸ πικρὸ πηγάδι κοκκινόμαυρο

Πηγάδι ὅπου κρυώνει ἡ θύμηση!



Ὤ! μὴν κοιτᾶτε, ὢ μὴν κοιτᾶτε ἀπὸ ποῦ τοῦ-

Ἀπὸ ποῦ τοῦ ’φυγε ἡ ζωή. Μὴν πεῖτε πῶς

Μὴν πεῖτε πῶς ἀνέβηκε ψηλὰ ὁ καπνὸς τοῦ ὀνείρου

Ἔτσι λοιπὸν ἡ μιὰ στιγμὴ Ἔτσι λοιπὸν ἡ μιὰ

Ἔτσι λοιπὸν ἡ μιὰ στιγμὴ παράτησε τὴν ἄλλη

Κι ὁ ἥλιος ὁ παντοτινὸς ἔτσι μεμιᾶς τὸν κόσμο!





Ἥλιε δὲν ἤσουν ὁ παντοτινός;

Πουλὶ δὲν ἤσουν ἡ στιγμὴ χαρᾶς ποὺ δὲν καθίζει;

Λάμψη δὲν ἤσουν ἡ ἀφοβιὰ τοῦ σύγνεφου;

Κι ἐσὺ περβόλι ᾠδεῖο τῶν λουλουδιῶν

Κι ἐσὺ ρίζα σγουρὴ φλογέρα τῆς μαγνόλιας!



Ἔτσι καθὼς τινάζεται μὲσ’ στὴ βροχὴ τὸ δέντρο

Καὶ τὸ κορμὶ ἀδειανὸ μαυρίζει ἀπὸ τὴ μοίρα

Κι ἕνας τρελὸς δέρνεται μὲ τὸ χιόνι

Καὶ τὰ δύο μάτια πᾶνε νὰ δακρύσουν―

Γιατί, ρωτάει ὁ ἀϊτός, ποῦ ’ναι τὸ παλικάρι;

Κι ὅλα τ’ ἀϊτόπουλ’ ἀποροῦν ποῦ ’ναι τὸ παλικάρι!

Γιατί, ρωτάει στενάζοντας ἡ μάνα, ποῦ ’ναι ὁ γιός μου;

Κι ὅλες οἱ μάνες ἀποροῦν ποῦ νὰ ’ναι τὸ παιδί!

Γιατί, ρωτάει ὁ σύντροφος, ποῦ νὰ ’ναι ὁ ἀδερφός μου;

Κι ὅλοι του οἱ σύντροφοι ἀποροῦν ποῦ νὰ ’ναι ὁ πιὸ μικρός!

Πιάνουν τὸ χιόνι, καίει ὁ πυρετὸς

Πιάνουν τὸ χέρι καὶ παγώνει

Πᾶν νὰ δαγκάσουνε ψωμὶ κι ἐκεῖνο στάζει ἀπὸ αἷμα

Κοιτοῦν μακριὰ τὸν οὐρανὸ κι ἐκεῖνος μελανιάζει

Γιατί γιατί γιατί γιατί νὰ μὴ ζεσταίνει ὁ θάνατος

Γιατί ἕνα τέτοιο ἀνόσιο ψωμὶ

Γιατί ἕνας τέτοιος οὐρανὸς ἐκεῖ ποὺ πρῶτα ἐκατοικοῦσε ὁ ἥλιος!



ΣT΄

Ἦταν ὡραῖο παιδί. Τὴν πρώτη μέρα ποὺ γεννήθηκε

Σκύψανε τὰ βουνὰ τῆς Θρᾴκης νὰ φανεῖ

Στοὺς ὤμους τῆς στεριᾶς τὸ στάρι ποὺ ἀναγάλλιαζε•

Σκύψανε τὰ βουνὰ τῆς Θράκης καὶ τὸ φτύσανε

Μιὰ στὸ κεφάλι, μιὰ στὸν κόρφο, μιὰ μέσα στὸ κλάμα του•

Βγῆκαν Ρωμιοὶ μὲ μπράτσα φοβερὰ

Καὶ τὸ σηκῶσαν στοῦ βοριᾶ τὰ σπάργανα...

Ὕστερα οἱ μέρες τρέξανε, παράβγαν στὸ λιθάρι

Καβάλα σὲ φοραδοποῦλες χοροπήδηξαν

Ὕστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοὶ

Ὥσπου κουδούνισαν παντοῦ οἱ τσιγγάνες ἀνεμῶνες

Κι ἦρθαν ἀπὸ τῆς γῆς τὰ πέρατα

Οἱ πελαγίτες οἱ βοσκοὶ νὰ πᾶν τῶν φλόκων τὰ κοπάδια

Ἐκεῖ ποὺ βαθιανάσαινε μιὰ θαλασσοσπηλιὰ

Ἐκεῖ ποὺ μιὰ μεγάλη πέτρα ἐστέναζε!



Ἦταν γερὸ παιδί•

Τὶς νύχτες ἀγκαλιὰ μὲ τὰ νεραντζοκόριτσα

Λέρωνε τὶς μεγάλες φορεσιὲς τῶν ἄστρων

Ἦταν τόσος ὁ ἔρωτας στὰ σπλάχνα του

Ποὺ ἔπινε μέσα στὸ κρασὶ τὴ γέψη ὅλης τῆς γῆς,

Πιάνοντας ὕστερα χορὸ μ’ ὅλες τὶς νύφες λεῦκες

Ὥσπου ν’ ἀκούσει καὶ νὰ χύσ’ ἡ αὐγὴ τὸ φῶς μὲσ’ στὰ μαλλιά του

Ἡ αὐγὴ ποὺ μ’ ἀνοιχτὰ μπράτσα τὸν ἔβρισκε

Στὴ σέλα δυὸ μικρῶν κλαδιῶν νὰ γρατσουνάει τὸν ἥλιο

Νὰ βάφει τὰ λουλούδια,

Ἢ πάλι μὲ στοργὴ νὰ σιγονανουρίζει

Τὶς μικρὲς κουκουβάγιες ποὺ ξαγρύπνησαν...

Ἄ τί θυμάρι δυνατὸ ἡ ἀνασαιμιά του

Τί χάρτης περηφάνιας τὸ γυμνό του στῆθος

Ὅπου ξεσποῦσαν λευτεριὰ καὶ θάλασσα...



Ἦταν γενναῖο παιδί.

Μὲ τὰ θαμπόχρυσα κουμπιὰ καὶ τὸ πιστόλι του

Μὲ τὸν ἀέρα τοῦ ἄντρα στὴν περπατηξιὰ

Καὶ μὲ τὸ κράνος του, γυαλιστερὸ σημάδι

(Φτάσανε τόσο εὔκολα μὲσ’ στὸ μυαλὸ

Ποὺ δὲν ἐγνώρισε κακὸ ποτέ του)

Μὲ τοὺς στρατιῶτες του ζερβὰ δεξιὰ

Καὶ τὴν ἐκδίκηση τῆς ἀδικίας μπροστά του

―Φωτιά στὴν ἄνομη φωτιά!―

Μὲ τὸ αἷμα πάνω ἀπὸ τὰ φρύδια

Τὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας βροντήξανε

Ὕστερα λυῶσαν χιόνι νὰ ξεπλύνουν

Τὸ κορμί του, σιωπηλὸ ναυάγιο τῆς αὐγῆς

Καὶ τὸ στόμα του, μικρὸ πουλὶ ἀκελάηδιστο

Καὶ τὰ χέρια του, ἀνοιχτὲς πλατεῖες τῆς ἐρημίας

Βρόντηξαν τὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας

Δὲν ἔκλαψαν

Γιατί νὰ κλάψουν

Ἦταν γενναῖο παιδί!





Τὰ δέντρα εἶναι ἀπὸ κάρβουνο ποὺ ἡ νύχτα δὲν κορώνει.

Χιμάει, χτυπιέται ὁ ἄνεμος, ξαναχτυπιέται ὁ ἄνεμος

Τίποτε. Μὲσ’ στὴν παγωνιὰ κουρνιάζουν τὰ βουνὰ

Γονατισμένα. Κι ἀπὸ τὶς χαράδρες βουΐζοντας

Ἀπ’ τὰ κεφάλια τῶν νεκρῶν ἡ ἄβυσσο ἀνεβαίνει...

Δὲν κλαίει πιὰ οὒτ’ ἡ Λύπη. Σὰν τὴν τρελὴ ποὺ ὀρφάνεψε

Γυρνάει, στὸ στῆθος της φορεῖ μικρὸ κλαδὶ σταυροῦ

Δὲν κλαίει. Μονάχ’ ἀπὸ τὰ μελανὰ ζωσμένη Ἀκροκεραύνια

Πάει ψηλὰ καὶ στήνει μιὰ πλάκα φεγγαριοῦ

Μήπως καὶ δοῦν τὸν ἴσκιο τους γυρνώντας οἱ πλανῆτες

Καὶ κρύψουν τὶς ἀχτίδες τους

Καὶ σταματήσουν

Ἐκεῖ στὸ χάος ἀσθμαίνοντας ἐκστατικοί...



Χιμάει, χτυπιέται ὁ ἄνεμος, ξαναχτυπιέται ὁ ἄνεμος

Σφίγγεται ἡ ἐρημιὰ στὸν μαῦρο της μποξὰ

Σκυφτὴ πίσω ἀπὸ μῆνες-σύννεφα ἀφουκράζεται

Τί νὰ ’ναι ποῦ ἀφουκράζεται, σύννεφα-μῆνες μακριά;

Μὲ τὰ κουρέλια τῶν μαλλιῶν στοὺς ὤμους ―ἂχ ἀφῆστε την―

Μισὴ κερὶ μισὴ φωτιὰ μία μάνα κλαίει ―ἀφῆστε την―

Στὶς παγωμένες ἄδειες κάμαρες ὅπου γυρνάει ἀφῆστε την!

Γιατί δὲν εἶναι ἡ μοίρα χήρα κανενὸς

Κι οἱ μάνες εἶναι γιὰ νὰ κλαῖν, οἱ ἄντρες γιὰ νὰ παλεύουν

Τὰ περιβόλια γιὰ ν’ ἀνθοῦν τῶν κοριτσιῶν οἱ κόρφοι

Τὸ αἷμα γιὰ νὰ ξοδεύεται, ὁ ἀφρὸς γιὰ νὰ χτυπᾶ

Κι ἡ λευτεριὰ γιὰ ν’ ἀστραφτογεννιέται ἀδιάκοπα!





Πέστε λοιπὸν στὸν ἥλιο νὰ ’βρει ἕναν καινούριο δρόμο

Τώρα ποὺ πιὰ ἡ πατρίδα του σκοτείνιασε στὴ γῆ

Ἂν θέλει νὰ μὴ χάσει ἀπὸ τὴν περηφάνεια του•

Ἢ τότε πάλι μὲ χῶμα καὶ νερὸ

Ἂς γαλαζοβολήσει ἀλλοῦ μιὰν ἀδελφούλα Ἑλλάδα!

Πέστε στὸν ἥλιο νὰ ’βρει ἕναν καινούριο δρόμο

Μὴν καταπροσωπήσει πιὰ μήτε μιὰ μαργαρίτα

Στὴ μαργαρίτα πέστε νὰ ’βγει μ’ ἄλλη παρθενιὰ

Μὴ λερωθεῖ ἀπὸ δάχτυλα ποὺ δὲν τῆς πάνε!



Χωρίστε ἀπὸ τὰ δάχτυλα τ’ ἀγριοπεριστέρια

Καὶ μὴν ἀφῆστε ἦχο νὰ πεῖ τὸ πάθος τοῦ νεροῦ

Καθὼς γλυκὰ φυσᾶ οὐρανὸς μὲσ’ σ’ ἀδειανὸ κοχύλι

Μὴ στεῖλτε πουθενὰ σημάδι ἀπελπισιᾶς

Μόν’ φέρτε ἀπὸ τὶς περιβόλες τῆς παλληκαριᾶς

Τὶς ροδωνιὲς ὅπου ἡ ψυχὴ του ἀνάδευε

Τὶς ροδωνιὲς ὅπου ἡ ἀνάσα του ἔπαιζε

Μικρὴ τὴ νύφη χρυσαλλίδα

Ποὺ ἀλλάζει τόσες ντυμασιὲς ὅσες ριπὲς τὸ ἀτλάζι

Στὸν ἥλιο, σὰν μεθοκοποῦν χρυσόσκον’ οἱ χρυσόμυγες

Καὶ πᾶν μὲ βιάση τὰ πουλιὰ ν’ ἀκούσουνε ἀπ’ τὰ δέντρα

Ποιοῦ σπόρου γέννα στύλωσε τὸ φημισμένο κόσμο!



Θ΄

Φέρτε κανούρια χέρια τί τώρα ποιὸς θὰ πάει

Ψηλὰ νὰ νανουρίσει τὰ μωρὰ τῶν ἄστρων!

Φέρτε καινούρια πόδια τί τώρα ποιὸς θὰ μπεῖ

Στὸν πεντοζάλη πρῶτος τῶν ἀγγέλων!

Καινούρια μάτια ―Θὲ μου― τί τώρα ποῦ θὰ πᾶν

Νὰ σκύψουν τὰ κρινάκια τῆς ἀγαπημένης!

Αἷμα καινούριο τί μὲ ποιὸ χαρᾶς χαῖρε θ’ ἀνάψουν

Καὶ στόμα, στόμα δροσερὸν ἀπὸ χαλκὸ κι ἀμάραντο

Τί τώρα ποιὸς στὰ σύννεφα θὰ πεῖ «γειά σας παιδιά!»



Μέρα, ποιὸς θ’ ἀψηφήσει τὰ ροδακινόφυλλα

Νύχτα, ποιὸς θὰ μερέψει τὰ σπαρτὰ

Ποιὸς θὰ σκορπίσει πράσινα καντήλια μὲσ’ στοὺς κάμπους

Ἢ θ’ ἀλαλάξει θαρρετὰ κατάντικρυ ἀπ’ τὸν ἥλιο

Γιὰ νὰ ντυθεῖ τὶς θύελλες καβάλα σ’ ἄτρωτο ἄλογο

Καὶ νὰ γενεῖ Ἀχιλλέας τῶν ταρσανάδων!

Ποιὸς θ’ ἀνεβεῖ στὸ μυθικὸ καὶ μαῦρο ἐρημονήσι

Γιὰ ν’ ἀσπαστεῖ τὰ βότσαλα

Καὶ ποιὸς θὰ κοιμηθεῖ

Γιὰ νὰ περάσει ἀπὸ τοὺς Εὐβοϊκούς τοῦ ὀνείρου

Νὰ ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια

Αἷμα καὶ λαλιὰ

Νὰ ξαναστυλωθεῖ στὰ μαρμαρένια ἁλώνια

Καὶ νὰ ριχτεῖ ―ἂχ τούτη τὴ φορὰ―

Καὶ νὰ ριχτεῖ τοῦ Χάρου μὲ τὴν ἁγιοσύνη του!





Ἥλιος, φωνὴ χαλκοῦ, κι ἅγιο μελτέμι

Πάνω στὰ στήθη τοῦ ὄμοναν: «Ζωὴ νὰ σὲ χαρῶ!»

Δύναμη ἐκεῖ πιὸ μαύρη δὲ χωροῦσε

Μόνο μὲ φῶς χυμένο ἀπὸ δαφνόκλαδο

Κι ἀσήμι ἀπὸ δροσιὰ μόνον ἐκεῖ ὁ σταυρὸς

Ἄστραφτε, καθὼς χάραζε ἡ μεγαλοσύνη

Κι ἡ καλοσύνη μὲ σπαθὶ στὸ χέρι πρόβελνε

Νὰ πεῖ μεσ’ ἀπ’ τὰ μάτια του καὶ τὶς σημαῖες τους «Ζῶ!»



Γειά σου μωρὲ ποτάμι ὁπού ’βλεπες χαράματα

Παρόμοιο τέκνο θεοῦ μ’ ἕνα κλωνὶ ρογδιᾶς

Στὰ δόντια, νὰ εὐωδιάζεται ἀπὸ τὰ νερά σου•

Γειά σου κι ἐσὺ χωριατομουσμουλιὰ ποὺ ἀντρείευες

Κάθε ποὺ ’θελε πάρει Ἀντροῦτσος τὰ ὄνειρά του•

Κι ἐσὺ βρυσούλα τοῦ μεσημεριοῦ ποὺ ἔφτανες ὥς τὰ πόδια του

Κι ἐσὺ κοπέλα ποὺ ἤσουνα ἡ Ἑλένη του

Ποὺ ἤσουνα τὸ πουλί του, ἡ Παναγιά του, ἡ Πούλια του

Γιατί καὶ μιὰ μόνο φορὰ μὲσ’ στὴ ζωὴ ἂν σημάνει

Ἀγάπη ἀνθρώπου ἀνάβοντας

Ἄστρον ἀπ’ ἄστρο τὰ κρυφὰ στερεώματα,

Θὰ βασιλεύει παντότες παντοῦ ἡ θεία ἠχὼ

Γιὰ νὰ στολίζει μὲ μικρὲς καρδιὲς πουλιῶν τὰ δάση

Μὲ λύρες ἀπὸ γιασεμιὰ τὰ λόγια τῶν ποιητῶν



Κι ὅπου κακὸ κρυφὸ νὰ τὸ παιδεύει―

Κι ὅπου κακὸ κρυφὸ νὰ τὸ παιδεύει ἀνάβοντας!



IA΄

Κεῖνοι ποὺ ἐπράξαν τὸ κακὸ ― γιατί τοὺς εἶχε πάρει

Τὰ μάτια ἡ θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας

Γιατί τοὺς εἶχε πάρει

Τὴ θλίψη ὁ τρόμος χάνονταν μέσα στὸ μαῦρο σύγνεφο

Πίσω! καὶ πιὰ χωρὶς φτερὰ στὸ μέτωπο

Πίσω! καὶ πιὰ χωρὶς καρφιὰ στὰ πόδια

Ἐκεῖ ποὺ γδύν’ ἡ θάλασσα τ’ ἀμπέλια καὶ τὰ ἡφαίστεια

Στοὺς κάμπους τῆς πατρίδας πάλι καὶ μὲ τὸ φεγγάρι ἀλέτρι

Πίσω! Στὰ μέρη ὅπου λαγωνικὰ τὰ δάχτυλα

Μυρίζονται τὴ σάρκα κι ὅπου ἡ τρικυμία βαστᾶ

Ὅσο ἕνα γιασεμὶ λευκὸ στὸ θέρος τῆς γυναίκας!



Κεῖνοι ποὺ ἐπράξαν τὸ κακό ― τοὺς πῆρε μαῦρο σύγνεφο

Ζωὴ δὲν εἶχαν πίσω τους μ’ ἔλατα καὶ μὲ κρύα νερὰ

M’ ἀρνί, κρασὶ καὶ τουφεκιά, βέργα καὶ κληματόσταυρο

Παπποὺ δὲν εἶχαν ἀπὸ δρῦ κι ἀπ’ ὀργισμένο ἄνεμο

Στὸ καραούλι δεκαοχτὼ μερόνυχτα

Μὲ πικραμένα μάτια•

Τοὺς πῆρε μαῦρο σύγνεφο ― δὲν εἶχαν πίσω τους αὐτοὶ

Θεῖο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζὴ

Μάνα ποὺ νὰ ’χει σφάξει μὲ τὰ χέρια της

Ἢ μάνα μάνας ποὺ μὲ τὸ βυζὶ γυμνὸ

Χορεύοντας νὰ ’χει δοθεῖ στὴ λευτεριὰ τοῦ Χάρου!



Κεῖνοι ποὺ ἐπράξαν τὸ κακό ― τοὺς πῆρε μαῦρο σύγνεφο

Μὰ κεῖνος ποὺ τ’ ἀντίκρισε στοὺς δρόμους τ’ οὐρανοῦ

Ἀνεβαίνει τώρα μοναχὸς καὶ ὁλόλαμπρος!



IB΄

Μὲ βῆμα πρωινὸ στὴ χλόη ποὺ μεγαλώνει

Ἀνεβαίνει μοναχὸς καὶ ὁλόλαμπρος...



Λουλούδια ἀγοροκόριτσα τοῦ κρυφογνέφουνε

Καὶ τοῦ μιλοῦν μὲ μιὰ ψηλὴ φωνὴ ποὺ ἀχνίζει στὸν αἰθέρα

Γέρνουν καὶ κατ’ αὐτὸν τὰ δέντρα ἐρωτεμένα

Μὲ τὶς φωλιὲς χωμένες στὴ μασχάλη τους

Μὲ τὰ κλαδιὰ τους βουτηγμένα μὲσ’ στὸ λάδι τοῦ ἥλιου

Θαῦμα ― τί θαῦμα χαμηλὰ στὴ γῆ!

Ἄσπρες φυλὲς μ’ ἕνα γαλάζιο ὑνὶ χαράζουνε τοὺς κάμπους

Στράφτουν βαθιὰ οἱ λοφοσειρὲς

Καὶ πιὸ βαθιὰ τ’ ἀπρόσιτα ὄνειρα τῶν βουνῶν τῆς ἄνοιξης!



Ἀνεβαίνει μοναχὸς καὶ ὁλόλαμπρος

Τόσο πιωμένος ἀπὸ φῶς ποὺ φαίνεται ἡ καρδιά του

Φαίνεται μὲσ’ στὰ σύννεφα ὁ Ὄλυμπος ὁ ἀληθινὸς

Καὶ στὸν ἀέρα ὁλόγυρα ὁ αἶνος τῶν συντρόφων...

Τώρα χτυπάει πιὸ γρήγορα τ’ ὄνειρο ἀπὸ τὸ αἷμα

Στοὺς ὄχτους τοῦ μονοπατιοῦ συνάζουνται τὰ ζῶα

Γρυλίζουν καὶ κοιτάζουνε σὰ νὰ μιλοῦνε

Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἀληθινὰ μεγάλος

Γίγας ποὺ κανακεύει τὰ παιδιά του



Μακριὰ χτυποῦν καμπάνες ἀπὸ κρύσταλλο

Αὔριο, αὔριο λένε, τὸ Πάσχα τ’ οὐρανοῦ!



IΓ΄

Μακριὰ χτυποῦν καμπάνες ἀπὸ κρύσταλλο―



Λένε γι’ αὐτὸν ποὺ κάηκε μὲσ’ στὴ ζωὴ

Ὅπως ἡ μέλισσα μέσα στοῦ θυμαριοῦ τὸ ἀνάβρυσμα•

Γιὰ τὴν αὐγὴ ποὺ πνίγηκε στὰ χωματένια στήθια

Ἐνῷ μηνοῦσε μιὰν ἡμέρα πάλλαμπρη•

Γιὰ τὴ νιφάδα ποὺ ἄστραψε μὲσ’ στὸ μυαλὸ κι ἐσβήστη

Τότες ποὺ ἀκούστηκε μακριὰ ἡ σφυριγματιὰ τῆς σφαίρας

Καὶ πέταξε ψηλὰ θρηνώντας ἡ Ἀλβανίδα πέρδικα!



Λένε γι’ αὐτὸν ποὺ μήτε κάν ἐπρόφτασε νὰ κλάψει

Γιὰ τὸν βαθὺ καημὸ τοῦ Ἔρωτα τῆς ζωῆς

Ποὺ εἶχε ὅταν δυνάμωνε μακριὰ ὁ ἀγέρας

Καὶ κρῶζαν τὰ πουλιὰ στοῦ χαλασμένου μύλου τὰ δοκάρια

Γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ ἔπιναν τὴν ἄγρια μουσικὴ

Στὸ παραθύρι ὀρθὲς σφίγγοντας τὸ μαντίλι τους

Γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀπελπίζαν τὴν ἀπελπισιὰ

Προσμένοντας ἕνα σημάδι μαῦρο στὴν ἀρχὴ τοῦ κάμπου



Ὕστερα δυνατὰ πέταλα ἔξω ἀπ’ τὸ κατώφλι

Λένε γιὰ τὸ ζεστὸ καὶ ἀχάϊδευτο κεφάλι του

Γιὰ τὰ μεγάλα μάτια του ὅπου χώρεσε ἡ ζωὴ

Τόσο βαθιά, ποὺ πιὰ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ βγεῖ ποτέ της!



IΔ΄

Τώρα χτυπάει πιὸ γρήγορα τ’ ὄνειρο μὲσ’ στὸ αἷμα

Τοῦ κόσμου ἡ πιὸ σωστὴ στιγμὴ σημαίνει:

Ἐλευθερία,

Ἕλληνες μὲσ’ στὰ σκοτεινὰ δείχνουν τὸ δρόμο:

EΛEYΘEPIA

Γιὰ σένα θὰ δακρύσει ἀπὸ χαρὰ ὁ ἥλιος



Στεριὲς ἰριδοχτυπημένες πέφτουν στὰ νερὰ

Καράβια μ’ ἀνοιχτὰ πανιὰ πλέουν μὲσ’ στοὺς λειμῶνες

Τὰ πιὸ ἀθῶα κορίτσια

Τρέχουν γυμνὰ στὰ μάτια τῶν ἀντρῶν

Κι ἡ σεμνότη φωνάζει πίσω ἀπὸ τὸ φράχτη

Παιδιά! δὲν εἶναι ἄλλη γῆ ὡραιότερη...



Τοῦ κόσμου ἡ πιὸ σωστὴ στιγμὴ σημαίνει!



Μὲ βῆμα πρωινὸ στὴ χλόη ποὺ μεγαλώνει

Ὁλοένα ἐκεῖνος ἀνεβαίνει•

Τώρα λάμπουνε γύρω του οἱ πόθοι ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ

Χαμένοι μὲσ’ στῆς ἁμαρτίας τὴ μοναξιά•

Γειτόνοι τῆς καρδιᾶς του οἱ πόθοι φλέγονται•

Πουλιὰ τὸν χαιρετοῦν, τοῦ φαίνονται ἀδερφάκια του

Ἄνθρωποι τὸν φωνάζουν, τοῦ φαίνονται συντρόφοι του

«Πουλιὰ καλὰ πουλιά μου, ἐδῶ τελειώνει ὁ θάνατος!»

«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, ἐδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει!»

Ἀγιάζι οὐράνιας ὀμορφιᾶς γυαλίζει στὰ μαλλιά του



Μακριὰ χτυποῦν καμπάνες ἀπὸ κρύσταλλο

Αὔριο, αὔριο, αὔριο: τὸ Πάσχα τοῦ Θεοῦ!