Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Αν ενώ θεωρείς τον εαυτό σου πιστό χριστιανό προσπαθείς να δικαιολογείς τα σφάλματά σου και να ρίχνεις τις ευθύνες στους άλλους ... ίσως έχεις δίκιο ... αλλά την πνευματική σου πορεία δεν την ξεκίνησες ακόμη ...


Τα πράγματα του Θεού!


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.

Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός… Αυτός ήταν διαφορετικός. 
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει…

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο. 
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας: 
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας: 
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.

Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός. 
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά. 
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις. 
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. 
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές. 


- Πάλι λιβάνι γιαγιά; 
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ. 
- Και σαν τι λες; 
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη. 
- Και τα εννοείς; 
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται. 
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά. 
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.

Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε: 
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός. 
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες; 
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.

Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε… και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε: 


- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις; 
- Ορίστε; 
- Εκκλησία πας; 
- Δεν καταλαβαίνω … 
- Την προσευχή σου την κάμεις; 
- Τι εννοείς, γιαγιά; 
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις; 
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες. 
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε… την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.

Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει. 
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. 
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ” ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του “ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά». 
- Λες να “ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

Ο Μάξιµος ο Γραικός του γραµµατολόγου Μήτσου Αλεξανδρόπουλου


σάρωση0014
Απόσπασμα από το άρθρο -Οι βιογράφοι του Αγίου Μαξίμου του Γραικού
επιμέλεια έρευνας και κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.
Ο  Αλεξανδρόπουλος  έχει  ασχοληθεί  τουλάχιστον  δύο  φορές  µε  το Μάξιµο.  Στον  πρώτο  τόµο  της  τρίτοµης  Ιστορίας  του “ Η  Ρωσική Λογοτεχνία” στο  κεφάλαιο «Η  ΑΚΜΗ  ΤΗΣ  ΜΟΣΧΑΣ»  (Η  Φιλολογία του16 ου αιώνα)  αναφέρεται  στο  Μάξιµο  Γραικό(1470-1556),  τον  οποίο θεωρεί  ως  την «πνευµατικότερη  φυσιογνωµία  του  ρωσικού  Μεσαίωνα»(σ.208).
Αρχικά,  κάνει  µικρή  αναφορά  στην  οικογένεια  των  Τριβώληδων (αφού  το  κατά  κόσµον  όνοµα  του  Μάξιµου  ήταν  Μιχαήλ  Τριβώλης)  και στις  σπουδές  του  Μάξιµου  στην  Κέρκυρα  και  στην  Ιταλία.  Αναφέρει  ότι επηρεασµένος  από  τα  κηρύγµατα  του  Σαβοναρόλα  πήγε  στο  µοναστήρι του  Αγίου  Μάρκου  της  Φλωρεντίας(1502-1504),  απ’  όπου  όµως  έφυγε απογοητευµένος.  Επίσης,  ότι  εργάστηκε  για  λίγο  στο  τυπογραφείο  του Άλδου  Μανούτιου  και  τελικά  αναχώρησε  για  το  Άγιο  Όρος,  από  όπου στάλθηκε  το1518 στη  Ρωσία  για  µεταφράσεις  ιερών  κειµένων,  αλλά  δεν κατάφερε  να  επιστρέψει  ποτέ  στο  πολυπόθητο  γι’  αυτόν  Όρος,  καθώς έζησε  αιχµάλωτος  του  τσάρου  Βασιλείου  αρχικά  και  του  γιου  του  Ιβάν στη συνέχεια µέχρι το θάνατό του το1556.
Ο  Αλεξανδρόπουλος  θεωρεί  ότι«ο  Μάξιµος  εγκαινίασε  στη  Ρωσία τον  τύπο  του  Φρονηµατία  διανοούµενου»  (σ.208)  και  ότι «άφησε  βαθιά ίχνη  στα  ρωσικά  γράµµατα  και  σοβαρή  επίδραση  στους  Ρώσους  λόγιους […]  και  φαίνεται  να  έπαιξε  κάποιο  ρόλο  στην  προώθηση  της  ρωσικής τυπογραφίας» (σσ.208-209).
Ακολουθεί  αναφορά  στα  έργα  που  άφησε  στη  Ρωσία  και  στα ιδανικά  και  τις  αρχές  που  πρέσβευε  και  τις  οποίες  υπεραµυνόταν.
Τονίζεται  η  εναντίωσή  του  στις  αιρέσεις,  στην  τυπολατρία  του  κλήρου και  στις  αδικίες.  Χαρακτηρίζεται  ως«ιδεολόγος  διαφωτιστής»  (σ.209).  Ο Αλεξανδρόπουλος  αναφέρεται  και  σε  ορισµένες  πηγές  του,  όπως  στην εργασία  του  καθολικού  θεολόγου  και  φιλόλογου  Ντενίσωφ  Ο  Μάξιµος  ο Γραικός  και  η  ∆ύση  (1943),  τον  οποίο  χρησιµοποιούν  και  ο  Παπαµιχαήλ και  ο  Κανελλόπουλος.  Επίσης,  υπογραµµίζει  ότι  ο  Μάξιµος  δίδαξε  ύφος στους  Ρώσους  λόγιους,  γιατί  αν  και  αντιδυτικός  ήταν  ταυτόχρονα διανοούµενος  της  Αναγέννησης  και  άριστος  χρήστης  της  ρητορικής τέχνης.  Χαρακτηριστικό  είναι  το  γεγονός  ότι  το  ύφος  του  το  µιµήθηκαν µέχρι και οι αντίπαλοί του.
Στη  συνέχεια  ο  Αλεξανδρόπουλος,κάνει  λόγο  για  την  περίοδο  της  ζωής  του  Μάξιµου  στη Ρωσία  Γίνεται  αναφορά  στον  ηγούµενο  Ιωσήφ  Βόλοτσκι  που  ήταν υπέρµαχος  των  δυναµικών  µέτρων  ενάντια  στην  αιρετική  ∆ύση,  συνεχιστής  του  οποίου  υπήρξε  ο  κύριος  αντίπαλος  του  Μάξιµου,  ο ηγούµενος κι έπειτα µητροπολίτης ∆ανιήλ. Επίσης, αναφέρεται και στους αντιπάλους  των  οπαδών  του  Ιωσήφ,  στους«ακτήµονες»,  σπουδαιότεροι από  τους  οποίους  ήταν  ο  Νείλος  Σόρσκι  και  ο  καλόγερος  Βασιανός Πατρικιέγιεφ.  Τέλος,  καταγράφεται  και  το  όνοµα  του  Θεόδωρου Κάρπωφ  στους  υπέρµαχους  µιας  εκσυγχρονισµένης  ορθολογιστικής ανάπτυξης  του  ρωσικού  κράτους  και  στους  πρόδροµους  των  Ρώσων φιλοδυτικών.
Παρακάτω,  αναφέρεται  ότι  από  τα  έργα  του  Μάξιµου  αντλεί  ο αναγνώστης  πληροφορίες  για  άλλους  λαούς  και  χώρες,  για  τις ανακαλύψεις  των  θαλασσοπόρων  και  για  τα  ταξίδια  στις  Ινδίες  και  στις Μολούκες νήσους.
Όπως αρµόζει στα πλαίσια µιας Ιστορίας της Ρωσικής λογοτεχνίας,  που  εκδίδεται  περίπου  συγχρόνως  µε  το  µυθιστόρηµα  Σκηνές  από  το  βίο του  Μάξιµου  του  Γραικού,  ο  Αλεξανδρόπουλος  αντιµετωπίζει  το  Μάξιµο ως  σηµαντική  φυσιογνωµία-γέφυρα  για  το  πέρασµα  της  Ρωσίας  από  το Μεσαίωνα  στην  Αναγέννηση.  Υπονοείται  ότι  η  καταδίωξη  του  Μάξιµου,  ενός  αγιορείτη  µοναχού  υπέρµαχου  της  ακτηµοσύνης,  γίνεται περισσότερο  από  εκείνους  που  αντίκεινται  στον  εκσυγχρονισµό  της Ρωσίας.
images
Ο Μάξιµος του µυθιστοριογράφου Μήτσου Αλεξανδρόπουλου
Στο  έργο  του  Μήτσου  Αλεξανδρόπουλου  Σκηνές  από  το  Βίο  του Μάξιµου  του  Γραικού προτάσσεται  ένα  σηµείωµα  για  τις  εκδόσεις  και µεταφράσεις  του  βιβλίου.  Το  µυθιστόρηµα  γράφτηκε  κατά  τα  πρώτα χρόνια  της  Απριλιανής  δικτατορίας,  το  1967-69,  όταν  ο Αλεξανδρόπουλος βρισκόταν ακόµα ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρωσία.
Η  πρώτη  έκδοση  στην  Ελλάδα  έγινε  το 1976  µετά  τον  επαναπατρισµό του  συγγραφέα.  Είναι  το  µόνο  βιβλίο  του  Αλεξανδρόπουλου  σχετικό  µε βιογραφία  που  γράφεται  πριν  τον  επαναπατρισµό  του.  Με  το µυθιστόρηµα  αυτό,  πάντως,  ο  Αλεξανδρόπουλος  στρέφεται  προς  το παρελθόν,  σε  αντίθεση  µε  τα  σύγχρονά  του  ιστορικά  γεγονότα,  µε  τα οποία ασχολήθηκε στα πρώτα διηγήµατα και µυθιστορήµατά του.
Ακολουθεί  σύντοµο  βιογραφικό  σηµείωµα  για  το  Μάξιµο  Γραικό και  στη  συνέχεια,  παρατίθεται  σηµείωµα  του  συγγραφέα,  στο  οποίο δηλώνει  ότι  θεωρεί  το  Μάξιµο  ως  τον  πιο  σηµαντικό  Έλληνα  που εργάστηκε  στη  Ρωσία  και  πως  στην  προσπάθειά  του  να  ζωντανέψει  τη µορφή  του  καλόγερου  στο  µυθιστόρηµά  του  χρησιµοποίησε  εκτεταµένη επιστηµονική  βιβλιογραφία.  Μάλιστα,  νιώθει  ικανοποίηση  που  οι  νέες εργασίες  που  εµφανίστηκαν  µετά  το  έργο  του (π.χ.  η «Σιβηριανή ανακάλυψη»  του  Ν.Ν.  Ποκρόφσκι)  δεν  αναιρούν  την  εικόνα  του Μάξιµου όπως εµφανίζεται στο έργο του.
Ο  συγγραφέας  σπεύδει  να  υπογραµµίσει  ότι  το  µυθιστόρηµά  του  δεν  είναι  βιογραφία  και  ότι  η  ιστορία  τον  ενδιαφέρει  µόνο  ως  το  σηµείο που  µπορεί  να  τον  βοηθήσει  να  πλησιάσει  το  ανθρώπινο  φαινόµενο,  δηµιουργώντας  µια  καλλιτεχνική  µορφή.  Εξάλλου,  ο  Μάξιµος  είναι  ο άνθρωπος  καλλιτέχνης,  ο  πνευµατικός  άνθρωπος  µέσα  σε  δυσµενείς συνθήκες.  Θεωρεί  ως  δουλειά  του  συγγραφέα  να  ζωντανέψει  τον άνθρωπο  και  την  εποχή  του,  δηλαδή  τα  στοιχεία  που  διαµόρφωσαν  το χαρακτήρα  του  και  το  πώς  ο  ίδιος  διαµόρφωσε  την  εποχή  του.  Τα ερωτήµατα  ενός  ιστορικού  µετατρέπονται  σε  σκηνές  και  κεφάλαια  του µυθιστοριογράφου (σσ.7-8):
«∆εν  είναι  βιογραφία  το  µυθιστόρηµά  µου.  Η  ιστορία  µ’  ενδιαφέρει  ως  εκεί που  µπορεί  να  µε  βοηθήσει  να  πλησιάσω  το  ανθρώπινο  φαινόµενο,  δηµιουργώντας µια  καλλιτεχνική  µορφή.  Ο  ιστορικός  µπορεί  να  µένει  ικανοποιηµένος  αν  µπορέσει να  λύσει  αυτό  ή  το  άλλο  πρόβληµα,  ένα  από  τα  πολλά  που  σχετίζονται  συνήθως  µε
τις µεγάλες ιστορικές µορφές και σε κάποια στιγµή αποκτά ιδιαίτερη σηµασία για την επιστήµη  του  ή  παρουσιάζει  γενικότερο  ενδιαφέρον.  Για  έναν  συγγραφέα  αυτό  δεν αρκεί.  ∆ουλειά  δική  του  είναι  να  µπορέσει  να  ζωντανέψει  τον  άνθρωπο  µαζί  µε  την εποχή  του,  να  δώσει  όλα  εκείνα  τα  πολυφωνικά  πράγµατα  που  διαµόρφωσαν  το
χαρακτήρα του, µια ζωντανή  αλυσίδα  από  περιστατικά που µέσα στην ανάπτυξή τους ξανοίγεται ο ανθρώπινος χαρακτήρας.» [Μάξιµος, σ.7]
Επιπλέον,  ο  συγγραφέας  τονίζει  ότι  τον  ενδιαφέρει  ο  δηµιουργικός
πυρετός  στον  οποίο  ζούσε  η  Ρωσία  την  εποχή  του  Μάξιµου  και  δηλώνει πως  η  δική  του  ερµηνεία  ξεκινά  από  το  γεγονός  ότι  ένας  Έλληνας  λόγιος της  ιταλικής  Αναγέννησης  στα  τέλη  του15ου αιώνα  ως  τις  αρχές  του16 ου αιώνα  µέσα  από  τις  ηθικές  και  πνευµατικές  αναζητήσεις  του  φτάνει  στη Ρωσία,  για  να  ζήσει  µια  από  τις  πιο  δυναµικές  φάσεις  της  ιστορίας  της.
Υπογραµµίζει,  µάλιστα,  ότι  ο  αναγνώστης  θα  παρακολουθήσει  µερικές σκηνές  της  ζωής  του  Μάξιµου  στο  φόντο  των  ιστορικών  γεγονότων  της εποχής.
Ο τίτλος Σκηνές από το βίο του Μάξιµου του Γραικού φανερώνει τη συγγραφική  πρόθεση  για  επιλογή  ορισµένων  στιγµών  από  τον  ιδιόµορφο και  εξαιρετικά  πλούσιο  βίο  του  Μάξιµου  και  παραπέµπει  στους «βίους των αγίων» (Σταυροπούλου, σ.63).
Το  βιβλίο  αποτελείται  από  Πρόλογο  και  τρία  µέρη,  εκ  των  οποίων τα  δύο  πρώτα  διαιρούνται  σε  εννιά  κεφάλαια  το  καθένα  και  το  τρίτο  σε οχτώ.
Στον Πρόλογο ο Μάξιµος δεν εµφανίζεται άµεσα. Γίνεται αναφορά στην  άφιξη  στο  Άγιο  Όρος  ενός  παλιού  φίλου  του,  του  λόγιου  Νικόλαου Γρηγορόπουλου  το1516.  Παρουσιάζει,  µάλιστα,  ενδιαφέρον  το  γεγονός ότι  ο  Αλεξανδρόπουλος  µε  την  αναφορά  στο  όνοµα  του  Γρηγορόπουλου µας  παραπέµπει  έµµεσα  στον  κωδικογράφο  Ιωάννη  Γρηγορόπουλο,  µε τον  οποίο  σχετίστηκε  ο  Μάξιµος  στη  Βενετία,  στο  τυπογραφείο  του Άλδου  Μανούτιου  και  µε  τον  οποίο  διατηρούσε  αλληλογραφία.   Μέσα από  τις  σκέψεις  αυτού  του  προσώπου,  το  οποίο  διαδραµατίζει µυθοπλαστικό  ρόλο,  ο  Αλεξανδρόπουλος  κατορθώνει  να  µας  δώσει έµµεσα  ορισµένα  στοιχεία  του  χαρακτήρα  του  Μάξιµου,  προερχόµενα από  αναφορές  της  ιταλικής  κυρίως  περιόδου  του,  καθώς  και  να  αφήσει υπαινιγµούς  για  την  ατµόσφαιρα  και  το  κλίµα  που  υπήρχε  την  εποχή εκείνη  στο  Άγιο  Όρος,  το  οποίο  κάθε  άλλο  παρά  εξιδανικευµένο παρουσιάζεται.
Έτσι,  ο  µυθοπλαστικός  Πρόλογος  δεν  αντιστοιχεί  στην  αρχή  της ζωής  του  ήρωα,  αλλά  αναφέρεται  σε  ένα  χαρακτηριστικό  περιστατικό in  medias  res,  το  οποίο  αποτελεί  µικρή  έµµεση  αναδροµή  σε  βιογραφικά στοιχεία  του  Μάξιµου,  µέσω  των  αναπολήσεων  ενός  τρίτου  και  αποτελεί γέφυρα ανάµεσα στο Ιταλικό παρελθόν και στο παρόν του Όρους(από το οποίο  απουσιάζει  ο  Μάξιµος).  Άρα,  η  ζωή  του  Μάξιµου  είναι  η  ζωή  στη Μόσχα και όλα τα άλλα υποβαθµίζονται.
Το  πρώτο  µέρος  του  έργου  ξεκινά-  όπως  και  η  µυθιστορηµατική βιογραφία του Σαρδελή- από την άφιξη του Μάξιµου στη Μόσχα το1518  και  περιλαµβάνει  τα  γεγονότα  ενός  έτους  περίπου,  στη  διάρκεια  του οποίου  ο  Μάξιµος  προσφέρει  αφειδώς  τις  υπηρεσίες  του  µεταφράζοντας τον  Ψαλτήρα  και  µελετώντας  τα  αλλοιωµένα  θρησκευτικά  ρωσικά βιβλία. Ωστόσο, ακούσια εµπλέκεται στις έριδες των εκκλησιαστικών και πολιτικών  ηγετών,  καθώς  ούτε  η  επιθυµία  για  την  αύξηση  της µοναστηριακής περιουσίας του µητροπολίτη ∆ανιήλ και των οπαδών του,  ούτε  το  διαζύγιο  του  τσάρου  Βασιλείου  από  την  άτεκνη  γυναίκα  του Σολοµωνία και ο γάµος του µε την καθολική Ελένη Γλίνσκι τον βρίσκουν σύµφωνο.  Αναπόφευκτα,  λοιπόν,  πέφτει  θύµα  των  ραδιουργιών  και  των συκοφαντικών κατηγοριών τους, προκειµένου να πετύχουν την εξόντωσή του.  Προµήνυµα  του  µαρτυρίου  του  αποτελεί-  στον  επίλογο  του  πρώτου µέρους-  η  άρνηση  του  τσάρου  να  του  επιτρέψει  την  επιστροφή  του  στο Όρος.
Το  δεύτερο  µέρος  περιλαµβάνει  τα  γεγονότα  της  πενταετίας1520-1525.  Την  εποχή  αυτή  πραγµατοποιείται  η  δέση  του  δράµατος (όπως υποστήριξε  και  ο  Παπαµιχαήλ,  σ.246),  καθώς  η  αποποµπή  του µητροπολίτη  Βαρλαάµ  από  τον  τσάρο  το  ∆εκέµβρη  του 1521  και  η παράνοµη  ανάρρηση  του  ∆ανιήλ  στον  αρχιεπισκοπικό  θρόνο  θα αποτελέσει  κλειδί  για  τις  εξελίξεις.  Ο  ίδιος  ο  Μάξιµος  µέσα  από  τις εσωτερικές  σκέψεις  του  φαίνεται  να  συναισθάνεται  τον  κλοιό  να  σφίγγει γύρω  από  το  πρόσωπό  του,  ωστόσο  πιστός  στις  αξίες  του  δε  διστάζει  να στηλιτεύει  µε  το  λόγο  και  τα  γραπτά  του  ό,τι  θεωρεί  ότι  αντιβαίνει  στην ηθική  τάξη  των  πραγµάτων.  Έτσι,  οδηγείται  στη  σύλληψη.
Το  πιο ενδιαφέρον τµήµα του βιβλίου αποτελεί ο Επίλογος(ένατο κεφάλαιο) του δεύτερου  µέρους,  ο  οποίος  περιλαµβάνει  το  κατηγορητήριο  του  ∆ανιήλ σε  βάρος  του  Μάξιµου,  έµµεσα  την  απάντηση  του  Μάξιµου  στο κατηγορητήριο  όπως  προκύπτει  µέσα  από  τρία  αποσπάσµατα  έργων  του,  µια ανθολογία (Σταυροπούλου, σ.34) αναφορών και κρίσεων για το Μάξιµο,  γραµµένων  από  το 16ο ως  τον 20ό  αιώνα  από  Έλληνες  και  Ρώσους χρονικογράφους,  µελετητές  κ.ά.  και  υµνητική  αναφορά  του Αλεξανδρόπουλου  για  το «έκτο  δάχτυλο»  του  Μάξιµου,  την  πένα  του,  που  αποτέλεσε  το  µέσο  από  όπου  αντλούσε  κουράγιο,  για  να αντεπεξέλθει  στα  βασανιστήρια  που  υπέστη.  Ο  Επίλογος,  λοιπόν,  του δεύτερου  µέρους  και  κυρίως  η  τρίτη  και  τέταρτη  υποενότητά  του αποτελούν  τη  βασική  πρωτοτυπία  του  έργου  του  Αλεξανδρόπουλου έναντι  των  υπολοίπων  που  έχουν  γραφτεί  για  το  Μάξιµο.  Αλλά  στο  θέµα αυτό  θα  επανέρθουµε  παρακάτω,  όταν  γίνει  λόγος  για  την  τεχνική  του Αλεξανδρόπουλου  και  τις  καινοτοµίες  του  ως  προς  τη  χρήση  των  πηγών του και την οργάνωση της αληθοφάνειας της αφήγησής του.
Το  τρίτο  µέρος  περιλαµβάνει  τα  γεγονότα  των  ετών 1547-1556,  µέχρι  δηλαδή  το  θάνατο  του  Μάξιµου.  Είναι  η  εποχή  της  βασιλείας  του τσάρου  Ιβάν  του  Τροµερού,  στον  οποίο  επίσης  ο  Μάξιµος  απευθύνει νουθεσίες,  αλλά  και  έκκληση  να  του  δώσει  την  άδεια  να  επιστρέψει επιτέλους στην πατρίδα του. Και αυτή η επιστολή δεν απέφερε το ποθητό αποτέλεσµα.  Ωστόσο,  ήδη  τα  χρόνια  αυτά  ο  Μάξιµος  έχαιρε  καλύτερης αντιµετώπισης,  αφού  του  επιτρεπόταν  να  γράφει,  να  µεταλαµβάνει  και δεν ήταν πλέον σιδηροδέσµιος. Συνεχίζει να στηλιτεύει τα κακώς κείµενα και  αντιµετωπίζει  στωικά  την  αιχµαλωσία  του.  Γνωρίζει  ότι  πλησιάζει πλέον  ο  θάνατος  και  νοερά  κάνει  αναδροµές  στην  εποχή  κατά  την  οποία βρισκόταν  στην  Ιταλία,  είτε  στο  τυπογραφείο  του  Άλδου  Μανούτιου  στη Βενετία  (Σκηνές,  σσ.441-443,  445-447),  είτε  στο  καθολικό  µοναστήρι  του Αγίου  Μάρκου  της  Φλωρεντίας,  όπου  παραδέχεται  ότι  είχε  καρεί µοναχός  στις 14 Ιούνη  του 1502 (Σκηνές,  σ.421).  Με  την  εµπειρία  που  έχει αποκτήσει  από  την  πολυβασανισµένη  ζωή  του,  αλλά  και  λόγω  της ηλικίας  του  αποφεύγει  να  εµπλακεί  στις  θρησκευτικές  διαµάχες  της εποχής και συνειδητά απέχει από κάθε δίκη εναντίον αιρετικών(π.χ. δίκη Ματθαίου Μπάσκιν). Ωστόσο,  είναι  καταδικασµένος λίγο πριν το θάνατό του  να  υποστεί-  εν  αγνοία  του-  άλλη  µια  προδοσία,  καθώς  απεσταλµένοι από  το  Βατοπέδι  αντί  να  διεκδικήσουν  την  επιστροφή  του  Μάξιµου  στο Όρος,  εµφανίζονται  να  έχουν  µόνο  οικονοµικές  διεκδικήσεις  από  τον τσάρο.  Έτσι,  αποδεικνύεται  άλλη  µια  φορά  ότι  το  παιχνίδι  των συµφερόντων  δεν  έχει  ποτέ  τέλος.  Ευτυχώς  η  λύτρωση  του  Μάξιµου επήλθε  µε  το  βιολογικό  του  θάνατο,  τον  οποίο  συµβολικά  ο Αλεξανδρόπουλος  δηλώνει  µε  την  πτώση  του «έκτου  δαχτύλου»  στο πάτωµα  και  τη  νοερή  µεταφορά  του  Μάξιµου  στην  πατρίδα  (Σκηνές σ.460)
Ο  Αλεξανδρόπουλος  δίνει  έµφαση  στη  ρωσική  περίοδο  του Μάξιµου.  Ωστόσο  καταφέρνει  µέσα  από  αναδροµές  (Σκηνές ,  σσ.124-130,  421, 441-447)  και  νύξεις  των  γεγονότων  του  παρελθόντος  του  Μάξιµου  να υπονοήσει  τις  εσωτερικές  διεργασίες  και  εντάσεις  της  προσωπικότητάς του.  Έτσι,  ο  εσωτερικός  πνευµατικός  αγώνας  του  εµφανίζεται  έντονος,  αλλά  αποβαίνει  εξαιρετικά  γόνιµος,  αφού  οδηγεί  στην  εξέλιξη  της προσωπικότητάς του. Μάλιστα, στο τέλος του ασκητικού βίου έρχεται ως ανάµνηση το αναγεννησιακό παρελθόν. Σύµφωνα µε τη Σταυροπούλου:
«Ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  παρουσιάζει  η  συναισθηµατική,  ψυχολογική  και πνευµατική  εξέλιξη  που  δίνει  στον  πρωταγωνιστή  του  ο  Αλεξανδρόπουλος.  […]  βλέπουµε  τη  µεταστροφή  του  Μάξιµου,  που  από  λεπτολόγος  υπερασπιστής  και κήρυκας της ορθής  πίστης και του δόγµατος γίνεται δάσκαλος«ωφέλιµων  γνώσεων».
Αποκαλύπτει  ότι  είχε  γίνει  µοναχός  σε  καθολικό  µοναστήρι,  αποκαλύπτει  ακόµη  ότι ερµήνευσε  λαθεµένα  τη  συµβολική  παράσταση  του  τυπογραφείου  του  Άλδου Μανούτιου,  ενώ  θυµάται  όλο  και  περισσότερο  τη  ζωή  του  ως  λαϊκού.  Ο  ορθόδοξος πολυβασανισµένος  µοναχός  φαίνεται  να  χάνει  την  ασκητική  του  αυστηρότητα  και  να «παραµερίζει»  µπροστά  στον  άνθρωπο  της  αναγέννησης,  τον  σοφό  που  χαίρεται  την οµορφιά  της  ζωής  και  την  κατακτηµένη  εσωτερική  του  ελευθερία» (Σταυροπούλου,  σσ.30-31).
Όσον  αφορά  στο  έργο  του  Αλεξανδρόπουλου  είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί µελετητές εντόπισαν και σχολίασαν την άρτια τεχνική  του.  Μίλησαν  για  την  καλή  γνώση  της  σύγχρονης  βιβλιογραφίας για  το  Μάξιµο,  για  τη  βαθιά  διαίσθηση  του  καλλιτέχνη,  την  υψηλή επίγνωση  του  µέτρου,  την  ικανότητά  του  να  βλέπει  το  σύνολο  πίσω  από τις  λεπτοµέρειες,  χωρίς  να  έρχεται  σε  αντίθεση  µε  την  εικόνα  που σχηµατίστηκε από την επιστήµη και το σπάνιο χάρισµα της δηµιουργικής σύνθεσης
Πρόκειται  για  ένα  συγγραφέα  που  κατορθώνει  να  συνδυάζει  ένα τεράστιο  όγκο  πληροφοριών,  χωρίς  να  υστερεί  το  τελικό  καλλιτεχνικό αποτέλεσµα  σε  αισθητική  αξία,  αλλά  αντίθετα  προσφέροντας  στον αναγνώστη  την  τέρψη  ταυτόχρονα  µε  τη  γνώση.  Όπως  επισηµαίνει  ο Τοπορόφ:  «Το  βιβλίο  εκπλήσσει  µε  τον  τεράστιο  όγκο  πληροφόρησης  που  περιέχει,  µε την  ακριβή  στόχευση  και  το  καταπληκτικό  τακτ  µε  το  οποίο  ο  συγγραφέας  µεταφέρει και  ενσαρκώνει  τις  υπάρχουσες  επιστηµονικές  πληροφορίες  για  το  Μάξιµο  στο καλλιτεχνικό  σύνολο.  […]  Σχολαστικά  πιστός  στις  ιστορικές  πηγές  ο Αλεξανδρόπουλος  εντέχνως  επιλέγει  από  το  χάος  ετερογενών  και  κάποτε  αµφίβολης αξιοπιστίας µαρτυριών για το Μάξιµο, ό,τι είναι ικανό να φωτίσει το βαθύτερο νόηµα του  έργου. […]  Ο  συγγραφέας  µε  απόλυτη  επιτυχία  κάνει  παν  το  δυνατό,  ώστε  πίσω από  το  µερικό  κι  εµπειρικό  να  προβάλλει  το  γενικό  και  υπερεµπειρικό,  πίσω  από  το έργο και τις πράξεις του ήρωά του να δει την ανθρώπινη ουσία του» (Τοπορόφ, σ.72).
——————————-
ΠΗΓΕΣ.
Α.ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
Β.Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ.
Γ.ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗ.ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ.Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ
πηγή 

Η Ashley Bridges αρνήθηκε να κάνει χημειοθεραπεία για να σώσει το μωρό της!!

Η αυτοθυσία για ένα παιδί είναι μια πράξη αγάπης που μόνο μια μαμά μπορεί να κάνει. Μια τέτοια πράξη έκανε η 24χρονη μητέρα, Ashley Bridges για το μωρό της πριν καν εκείνο γεννηθεί.

 
Mother Makes Ultimate Sacrifice for Her Unborn Baby, Refusing Cancer Treatment While Pregnant

 
Το 2013, η Ashley ζούσε ευτυχισμένα με τον 5χρονο γιο της και τον αρραβωνιαστικό της. Ωστόσο ένα δυνατός πόνος στο δεξί γόνατο τάραξε την οικογενειακή τους γαλήνη αφού τα προβλήματα υγείας που ακολούθησαν ήταν πολλά. Η Ashley παραπέμφθηκε τελικά σε ειδικό όταν μετά από μερικούς μήνες δεν μπορούσε καν να περπατήσει.
Η διάγνωση ήταν δυσοίωνη: εξαιρετικά επιθετική μορφή καρκίνου των οστών. Όταν άκουσε τα νέα, η Ashley απελπίστηκε... η είδηση του καρκίνου ήρθε λίγες εβδομάδες αφότου ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος με το δεύτερο παιδί της.

Οι γιατροί της συνέστησαν να ξεκινήσει άμεσα χημειοθεραπεία και να τερματίσει την εγκυμοσύνη. Σε μια απίστευτη πράξη αυτοθυσίας, η Ashley αποφάσισε να μην προχωρήσει στην χημειοθεραπεία για να σώσει τη ζωή της αγέννητης κόρης της. «Δεν θα σκότωνα ποτέ ένα μωρό επειδή είμαι άρρωστη. Η ζωή της είναι εξίσου σημαντική με τη δική μου, αν όχι πιο σημαντική. Θέλω να πω ότι ως μητέρα καθήκον μου είναι να προστατεύω τα παιδιά μου» δήλωσε η ίδια σχετικά με την απόφαση της.

Η Ashley καλωσόρισε το μωρό της, Paisley τον Ιούλιο του 2014, αλλά ο καρκίνος έχει ήδη εξαπλωθεί σε όλο το σώμα της. Οι γιατροί της δίνουν μόλις λίγους μήνες ζωής. Τον Νοέμβριο εκείνη και ο αρραβωνιαστικός της αποφάσισαν να ενωθούν με τα ιερά δεσμά του γάμου έχοντας δίπλα τους τα παιδιά τους, συγγενείς και φίλους!
Η νιόπαντρη μητέρα ελπίζει τώρα να είναι παρούσα στα πρώτα γενέθλια της κόρης της και συνεχίζει τη μάχη της με τον καρκίνο. «Θέλω τα παιδιά μου να ξέρουν πόσο τα αγαπώ και πόσο αγωνίζομαι για εκείνα γι 'αυτούς», δηλώνει.

πηγή 

χωρίς σχόλιο

http://2.bp.blogspot.com/-g6-2GQ2VCR8/VLVKUtnaFyI/AAAAAAAAHuA/cpA-sFuVRK4/s1600/SPOTAKI%2BND%2B5.JPG

Αντί για 300, να έχουμε 200 χαραμοφάηδες

 https://marionettesinc.files.wordpress.com/2014/05/turkey-soma.jpg

του Δημήτρη Νάτσιου
Δάσκαλος Κιλκίς

«Κανείς πολιτικός δεν σκέφτεται τις μελλοντικές γενεές, γιατί το μέλλον δεν έχει εκλογική περιφέρεια»
Χ. Κίσιγκερ, το γνωστό κάθαρμα…

Στο άρθρο 51 του Συντάγματος αναγράφεται πως «ο αριθμός των βουλευτών ορίζεται με νόμο, δεν μπορεί όμως να είναι μικρότερος από διακόσιους ούτε μεγαλύτερος από τριακόσιους». Προβλέπει, δηλαδή, ο συνταγματικός νομοθέτης την δυνατότητα μείωσης του αριθμού των βουλευτών στους διακόσιους, πράγμα βεβαίως που ουδέποτε συνέβη. Ευχής έργον, επ’ αγαθώ του έθνους, θα ήταν η τροποποίηση του παραπάνω άρθρου. Να περιορισθεί ο αριθμός των βουλευτών από τριακόσιους σε διακόσιους ως ανώτατο όριο. Τα κέρδη και οι ωφέλειες από την ρηξικέλευθη αυτή πρόταση θα είναι πολλαπλά και για το Δημόσιο αλλά και για το «συμπαθές σώμα» των βουλευτών.
Πρώτον: Μία κυβέρνηση θα εκλέγεται-ισχυρώς και αυτοδυνάμως-με 100 περίπου βουλευτές. Κατά την διάρκεια μιάς κυβερνητικής θητείας έχουμε έναν ή δύο ανασχηματισμούς. Άρα θα μπορεί ο πρωθυπουργός να υπουργοποιεί όλους τους βουλευτές του. Έτσι θα παύσουν οι δυσαρέσκειες, οι δυσφορίες, οι απογοητεύσεις. Όλοι πλέον θα είναι απολύτως πειθήνιοι και πειθαρχικοί, πρωθυπουργολάτρες, αφοσιωμένοι στον αρχηγό και το περιβάλλον του.
Δεύτερον: Ένας βουλευτής κοστίζει στο Δημόσιο ταμείο 30.000 ευρώ περίπου μηνιαίως (μισθοί, παραστάσεις, ατέλειες και απαλλαγές, φρουροί, υπάλληλοι, έξοδα γραφείου και λοιπά προνόμια). Εκατό λιγότεροι σημαίνει ετήσιο έσοδο του Δημοσίου 10.000.000 ευρώ, ιλιγγιώδες νούμερο. Με αυτό το ποσό μπορεί το κράτος, για παράδειγμα, να λύσει το πρόβλημα της θέρμανσης στα σχολεία, να βελτιώσει αισθητά την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των ασθενεστέρων, να αυξήσει τις συντάξεις.
Τρίτον: Θα μειωθούν οι βουλευτές της Αθήνας. Σήμερα στην Αττική εκλέγονται καμιά εβδομηνταριά εθνοπατριοί και εθνομητριές. Είναι η πιο ισχυρή κοινοβουλευτική ομάδα, κράτος εν κράτει. Η Αθήνα δεν χρειάζεται τόσους βουλευτές, εφ’ όσον όλες οι ανώτατες κρατικές και «παρακρατικές» εξουσίες βρίσκονται εκεί. Αντιπροσώπευση θέλει μόνο η ειρωνικώς λεγόμενη «επαρχία». Το αδηφάγο αθηνοκεντρικό κράτος, εξαιτίας αυτού του γεγονότος γιγαντώνεται. 70 βουλευτές και 50 υπουργοί και υφυπουργοί κατοικοεδρεύουν στην πρωτεύουσα. Το έχουμε ξαναγράψει. Από την αρχαία πόλη-κράτος, φτάσαμε στο σύγχρονο κράτος-πόλη. Εκτός των άλλων, θα γλιτώσουμε και από το νοσηρό φαινόμενο, να βλέπουμε στα έδρανα της βουλής, πολυδιαφημιζόμενους, αμαθέστατους αστέρες και αστερίσκους του αθλητισμού, της τηλεόρασης, της κομμωτικής, της υψηλής κοπτικής και ραπτικής και λοιπών λειτουργημάτων. Στην Αθήνα, χρησιμοποιεί η κυρίαρχη «μάζα» τα ίδια κριτήρια, που εφαρμόζει στα πολυκαταστήματα. Όπως επιλέγει το απορρυπαντικό ή την οδοντόβουρτσα, που διαφημίζεται, έτσι ψηφίζει τους βουλευτές της. Αυτό λέγεται μαζική δημοκρατία ή καλύτερα «τηλεκρατία».
Τέταρτον: Μείωση του αιρθμού των βουλευτών, συνεπάγεται αυστηρότερη και συνετότερη επιλογή υποψηφίων για τις λίστες. Ίσως έτσι το σύστημα λειτουργήσει αξιοκρατικότερα και τεθούν ως προϋπόθεση για την ανάδειξη στο βουλευτικό αξίωμα, οι ικανότητες, το αδιαμφισβήτητο υψηλό ήθος, ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας. Ίσως συνετισθεί ο λαός και σταματήσει τον συνωστισμό στους θαλάμους των βουλευτικών γραφείων, όπου εκλιπαρεί για ένα ρουσφέτι. Από τις ανίατες πληγές του τόπου κι αυτό, το οποίο είχε επισημάνει και ο Ροΐδης, ο οποίος το περιέγραψε με το δικό του περιπαικτικό και γλαφυρό τρόπο, προ αιώνος. Έγραφε: «Ο κύκλος της αρμοδιότητος και της ενεργείας του Έλληνος βουλευτού είναι δεκάκις ευρύτερος παρά εις πάσαν άλλην χώραν και η πεποίθησις εις την παντοδυναμίαν του τοσαύτη, ώστε, ως οι Εβραίοι παρά του Χριστού τέρατα και σημεία, ούτω ζητούσι και οι Έλληνες εκλογείς παρά του βουλευτού να θαυματουργή, μεταβάλλων τους οχυρώνας εις δημοτικά σχολεία, τα χωράφια εις οικόπεδα, τους ακτήμονας εις κτηματίας, τους χρηστούς υπαλλήλους εις παυσανίας, τους βλαχοδημάρχους εις ιππότας του Σωτήρος, τους δικαστάς εις αδικητάς και τους ξυλοσχίστας εις καθηγητάς. Το Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, δύναται προς χρήσιν των σημερινών Ελλήνων να μετατραπεί εις Αρχή σοφίας φόβος βουλευτού». («Τα ανθελληνικά», σελ. 81).
Πέμπτον: Έχει ειπωθεί, νομίζω από τον Λένιν, πως αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα οι πολιτικοί θα τις καταργούσαν. Διαφωνεί κανείς; Εν προκειμένω, για να έρθουμε και στην επικαιρότητα. Αν εκλεγεί η ΝΔ, θα φορτωθεί ή τον «Ποτάμι» ή τον Βενιζέλο, θα συνεχίσει, δηλαδή, απρόσκοπτα η λιθοκάρδιος και χαλκέσπλαχνος Μέρκελ να μας κυβερνά απροκάλυπτα, απλώνοντας πάνω από την πατρίδα μας τα σάβανα των Μνημονίων. Ο κυρ-Αντώνης θα ομιλεί περί ανάπτυξης, ο Μιλτιάδης, ο Κυριάκος και λοιποί πορφυρογέννητοι τζιτζιφιόγκοι θα «υπουργούν» την εξαθλίωση του λαού και ο ΓΑΠ θα διδάσκει στα πανεπιστήμια του πλανήτη για το πώς επέβαλε «τον φόρο των πισινών».
Αν βγει ο ΣΥΡΙΖΑ, σέρνοντας μαζί του, τους ΑΝΕΛ ή τον «Ποτάμι»- όλα τα ξεπλένει – ή και τον Βενιζέλο – αρχολίπαρος ολκής – μετά από δύο τρεις λεονταρισμούς στα όργανα της Ε.Ε., θα προσγειωθεί, θα γλυκαθούν και από την εξουσία, τη δόξα και το χρήμα οι σύντροφοι – για το τελευταίο ειδικά οι προερχόμενοι από το ΠΑ$ΟΚ. Αυτοί δεν έχουν πρόβλημα, παλαιόθεν εκδίδονται- και θα βαδίσουν την πεπατημένη.
Το κατ’ εμέ, πιστεύω, ότι τούτος ο χιλιοβασανισμένος τόπος θα αποτινάξει τον ζυγό της κομματοκρατίας και ασημαντοκρατίας μόνο με λαϊκή εξέγερση. Δύο είναι οι πραγματικοί αντίπαλοι σήμερα στην Ελλάδα: ο λαός και οι πουλημένοι και ανίκανοι και διεφθαρμένοι κομματάνθρωποι. (Έρευνα που έγινε απέδειξε ότι η ανεργία στα υψηλά κομματικά στελέχη, όλων των κομμάτων-περί τους 120.000 νομίζω- είναι μόνο 4%).
Ακούγοντας τις τσιρίδες, τις υλακές, τους μυκηθμούς, τα βελάσματα, τους γρυλλισμούς, τους κοασμούς, τα ρεκάσματα και τα ογκανίσματα των υποψηφίων τούτες τις ημέρες και τις προεκλογικές ψευτιές τους και τρισαθλιότητες, μου ήρθαν στο νου δύο στιχουργήματα του Γ. Σουρή. Το ένα αναφέρεται στο πώς πρέπει να αντιδρούμε, ως λαός, στις ουρανομήκεις σαχλαμάρες που εκτοξεύονται και το δεύτερο απευθύνεται στους υποψήφιους βουλευτές.
Το πρώτο:
«Αυτά φωνάζει ο καθείς
και την φωνήν οξύνει
και στον λαό φορτώνεται
και του πατεί τον κάλο
αλλ’ ο λεγόμενος λαός
τον αφαλό του ξύνει
για να μην πω χωρίς ντροπή
πως ξύνει τίποτ’ άλλο».
Το δεύτερο:
«Φέρτε μου κανάτες, φέρτε μου βαρέλες,
στρώσατε γιά μένα περσικά χαλιά
φέρτε μου κουζίνες, φέρτε μου κοπέλες,
φέρτε μου λαγούτα, φέρτε μου βιολιά.
Αϊντε πάλι γλέντι και χουβαρνταλίκι!
Λύστε το πουγγί σας, δώστε χαρτζηλίκι!
Χύνω τους καφέδες και τα βάζα σπάνω…
Ωχ! Χριστέ κι ας φέξει… Ωχ! Ψυχή μου γλέντι!
Εκλογές και πάλι… σ’ ό,τι κι αν σας κάνω
σεις να λέτε όλοι “πεκεΐμ εφέντη!”.
Όλων σας τα σπίτια ανοιχτά να τάβρω
ειδ’ αλλιώς σκεφθήτε πώς θα φάτε μαύρο!
πηγή 

«Ολαρία, Ολαρά»


tsoukalas708

Κυβέρνηση της Αριστεράς: Μια παλινόρθωση του κοκκινοπράσινου εκσυγχρονιστικού ήλιου
Του Γιώργου Ρακκά 

Έκπληξη προκάλεσε σε πολλούς η τοποθέτηση του πάλαι ποτέ συμβούλου του Κώστα Σημίτη, υποστηρικτή του Σχεδίου Ανάν και αμειβόμενου προέδρου των εθελοντών της Ολυμπιάδας Αθήνα 2004(!), Κωνσταντίνου Τσουκαλά, ως επικεφαλής του επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλοι εξεπλάγησαν εξίσου με την παρουσία της Θεοδώρας Τζάκρη, του Μιχάλη Τρεμόπουλου ή του Θοδωρή Παραστατίδη σε εκλογικές περιφέρειες της Βορείου Ελλάδας.
Π ολλοί πιστεύουν ότι οι εξαγγελίες περί της «αλλαγής» και της «κυβέρνησης της αριστεράς» βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με αυτή την πρακτική ανακύκλωσης μπάζων του εκσυγχρονισμού, σημιτικού, γιωργοπαπανδρεϊκού ή πράσινου. Η δε εξισορροπητική παρουσία προσώπων από τον χώρο της λεγόμενης πατριωτικής αριστεράς είναι ισχνή –ισχνότερη από το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ στα ψηφοδέλτια του Σημίτη–, για να αποτελέσει αντίβαρο.
Κι όμως, η αιφνίδια νεκρανάσταση του κοκκινοπράσινου ήλιου στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά τη φυσιολογική συνέχεια ενός εγχειρήματος κυβέρνησης της ελληνικής ευρωπαϊκής αριστεράς. Για να το καταλάβουμε αυτό, θα πρέπει να κατανοήσουμε καλά ποιος είναι ο σύγχρονος πολιτικοκοινωνικός αστερισμός που εκφράζεται με την έννοια της αριστεράς στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Σ’ έναν προεκλογικό αντίλογο των Χρύσανθου Λαζαρίδη και Γιάνη (sic!) Βαρουφάκη, ο τελευταίος αντέταξε το γνωστό θεώρημα περί της “αθωότητας” της αριστεράς, που «δεν κυβέρνησε ποτέ στην Ελλάδα».  Κι όμως, στην πραγματικότητα, τα τελευταία τριάντα χρόνια αυτή η ανανεωτική αριστερά συμμετείχε κανονικότατα στην διακυβέρνηση, άλλοτε έμμεσα διά του ελέγχου των ιδεολογικών μηχανισμών εξουσίας (πανεπιστήμια, ΜΚΟ, οργανισμοί και συμβουλευτικές επιτροπές υπουργών) και άλλοτε άμεσα, ιδιαίτερα κατά την εποχή του Κώστα Σημίτη, αναλαμβάνοντας κεντρικότερους ρόλους.
Επρόκειτο για μια μείζονα διαδικασία ενσωμάτωσης, που δεν έχει μόνο πολιτικές διαστάσεις, αλλά και κοινωνικές και πολιτισμικές. Αυτές αφορούν ιδιαίτερα εκείνα τα κομμάτια του κόσμου της αριστεράς, εμφανίζονταν πολιτικά ριζοσπαστικότεροι από την ανανεωτική αριστερά, εντούτοις χαρακτηρίζονται από μεγάλη ταξική και πολιτισμική συγγένεια μαζί της, καθώς και ταυτόσημους μορφωτικούς και ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Η σύμπλευση όλων των παραπάνω στη γραμμή του εθνομηδενισμού, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις πιο αυθεντικές λαϊκές επαναστατικές παραδόσεις αυτού του τόπου, αποδεικνύει τη βαθύτερη «ενότητα» αυτών των δυνάμεων.
Αυτή είναι που επέτρεψε και την σύμπηξη του μετώπου του ΣΥΡΙΖΑ από μια πλειάδα οργανώσεων και συνιστωσών, παρά τις πολιτικές διαφορές μεταξύ τους. Αυτή η αριστερά περιλαμβάνει σήμερα ένα μεγάλο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό σύνολο, αρχίζοντας από τους συνδαιτυμόνες του πρωθυπουργικού γραφείου του Κωνσταντίνου Σημίτη, ή του Σωκράτη Κόκκαλη, περνάει μέσα από τα πιο διανοούμενα κομμάτια του ΠΑΣΟΚ και την πανεπιστημιακή αφρόκρεμα του ΣΥΡΙΖΑ, τους οικολόγους, και καταλήγει στην… ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τον αντιεξουσιαστικό χώρο.
Αυτόν ακριβώς τον χώρο αποσκοπεί να μεταβάλει σε πολιτικό μέτωπο ο Αλέξης Τσίπρας με τα συνθήματα της «νέας μεταπολίτευσης», της «κυβερνώσας ευρωπαϊκής αριστεράς», του «αριστερού μετώπου». Τι πρεσβεύει πολιτικά όμως αυτού του τύπου η ευρωπαϊκή αριστερά; Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ήδη από το 1985, έχει μιλήσει σχετικά: Πριν από τριάντα ή εξήντα χρόνια, οι άνθρωποι της αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα, οι άνθρωποι της δεξιάς για την αέναη πρόοδο κ.λπ. Σήμερα, κανένας δεν τολμάει να εκφράσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, ή τουλάχιστον ορθολογικό, που να πηγαίνει πέρα από τον προϋπολογισμό ή από τις προσεχείς εκλογές. Και δέκα χρόνια αργότερα θα επανέλθει πιο ξεκάθαρος: Ας πάρουμε τη διαμάχη ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά. Στις ημέρες μας έχει χάσει το νόημά της. Όχι επειδή δεν υπάρχει υλικό για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, και μάλιστα μια πολύ σοβαρή διαμάχη. Αλλά επειδή τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα.
Για παράδειγμα, τι λέει επί της ουσίας το γερμανικό αριστερό ντι Λίνκε για την Ευρώπη και την Ελλάδα; Αμφισβητεί την οικονομική βάση της γερμανικής πρωτοκαθεδρίας στην Ευρώπη; Ακόμα και οι ελληνικές εκδόσεις του ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ αναφέρουν ότι οι δράσεις του χρηματοδοτούνται από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών. Και αξιώνουν έναν «εξανθρωπισμό» της γερμανικής Ευρώπης. Δεν πρεσβεύουν κανένα διαφορετικό όραμα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, το κοινωνικό και οικονομικό τους μοντέλο, την αρχιτεκτονική της και τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς. Μόνο μια παραλλαγή κοινωνικής ανακούφισης και εκδημοκρατισμού.
Ο Ζαν-Κλωντ Μισεά έχει αναλύσει διεξοδικά την ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κινήματος στην αριστερά, όπου η αστική αριστερά του διαφωτισμού, με το υψηλό μορφωτικό επίπεδο, υπέταξε το λαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα. Η κατάσταση όμως στην Ευρώπη του 21ου αιώνα έχει μεταβληθεί κατά πολύ, επί τα χείρω: Οι πάλαι ποτέ προλετάριοι έγιναν… μεσοστρώματα, ενώ η αστική αριστερά, λόγω του θεμελιακού της κοσμοπολιτισμού, έπαιξε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση του θεσμικού/ιδεολογικού και πολιτισμικού οικοδομήματος της παγκοσμιοποίησης. Και, βεβαίως, της ελληνικής εκδοχής του κατά την ύστερη μεταπολίτευση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, παίζοντας το χαρτί της «αριστερής διακυβέρνησης», δημιουργεί ένα πολιτικό μπλοκ, στο οποίο κάθε κομμάτι της αριστεράς αναλαμβάνει τη θέση και τον ρόλο που αντιστοιχεί στην κοινωνική του δύναμη και την ταξική του θέση. Έτσι, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, ως σύμβολο της συνέχειας του σημιτικού εκσυγχρονισμού, μπαίνει επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας και σηματοδοτεί τον κύριο προσανατολισμό. Η Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη αναδεικνύεται συνομιλητής, γιατί αποτελεί δίαυλο με την αμερικάνικη «κυβερνώσα αριστερά» του ιδρύματος Κλίντον. Ο Π. Λαφαζάνης και η τάση του εκφράζουν ένα κομμάτι της πάλαι ποτέ κυρίαρχης συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας που συμμετείχε έμμεσα στο καθεστώς της ύστερης μεταπολίτευσης, μέσω της συναίνεσης των συνδικάτων, παίζει τον ρόλο της οργανωμένης εσωκομματικής μειοψηφίας. Η δε «πατριωτική αριστερά» τίθεται οργανωτικά στο περιθώριο και χρησιμοποιείται ως επικοινωνιακός μαγνήτης για τους «αγανακτισμένους» και το ευρύτερο ακροατήριο της κοινωνικής κατακραυγής που μεγάλωσε τα τελευταία χρόνια. Τέλος, ο κόσμος του ΚΚΕ ή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καλείται ανοιχτά να εγκαταλείψει τους πολιτικούς του χώρους και να συνταχθεί με το «μέτωπο» σε ρόλο ψηφοφόρων-αφισοκολλητών. Είναι σαφές, ότι, σε αυτό το μέτωπο, όπως στη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ, «προφανώς κάποια ζώα δεν είναι τόσο ίσα όσο άλλα».
Βέβαια, στο μυαλό των περισσότερων, ένα αριστερό μέτωπο είναι πολιτικά και ταξικά καθαρό μέτωπο. Κι αυτό γιατί, λίγο ως πολύ, εμφορούμαστε ακόμα από τα παρωχημένα στερεότυπα της μεταπολίτευσης, στις συνθήκες μιας ιδεολογικο-πολιτικής ηγεμονίας της καθεστηκυίας αριστεράς.
Στην πραγματικότητα, όμως, επειδή η αριστερά έχει εδώ και πολύ καιρό μολυνθεί από το μικρόβιο της εξουσίας, το αριστερό κυβερνητικό μέτωπο δεν είναι ένα «καθαρό» μέτωπο. Αντίθετα, σε φέρνει αγκαλιά με μια αριστερά που αποτελεί μέρος των αρχουσών τάξεων, είτε μιλάμε για τη διοργανώτρια των Ολυμπιακών Αγώνων, είτε για την Θεοδώρα Τζάκρη, με τις γόβες λουμπούτιν των χιλιάδων ευρώ, και όλους τους διανοούμενους που έπαιξαν ρόλο ιδεολογικού εργολάβου σε ΜΚΟ, ιδρύματα, οργανισμούς.
Αυτοί είναι οι λόγοι, εξάλλου, που οι πιο αυθεντικοί Ποδέμος δεν επιθυμούν ένα αριστερό μέτωπο αλλά ένα πατριωτικό δημοκρατικό μέτωπο στα λατινοαμερικάνικα πρότυπα, που θα λειτουργήσει αποτελεσματικότερα εναντίον του δεξιού-αριστερού Ιανού της εξουσίας. Ο Πάμπλο Ιγκλέσιας (βλέπε άρθρο της Ρήξης) δηλώνει σε συνέντευξή του: «Δεν είμαι υπέρ ενός αριστερού μετώπου. Κάτι τέτοιο θα ήταν σφάλμα. Ο στόχος μας είναι να επιτύχουμε λαϊκή ενότητα, κι αυτό υπερβαίνει τις πολιτικές ταυτότητες. Αυτό που θα μετρήσει είναι το πρόγραμμα […]  Προκρίνουμε μια κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης που θέτει στο επίκεντρο μερικά πολύ απλά ερωτήματα: περί παιδείας, υγείας, στέγης για όλους».
Πλέον, σε μια εποχή ανεπίστρεπτης περιφερειοποίησης, το «ταξικό» ζήτημα επηρεάζεται καταφανώς από το «εθνικό», δηλαδή από την εθνική στρατηγική μέσα στους μεγάλους περιφερειακούς πόλους. Και οι εθνικές στρατηγικές διαμορφώνονται από πλατιά κοινωνικά μέτωπα,  στα οποία σημασία έχει το «πρόγραμμα» – δηλαδή το ποιος διατηρεί την ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία, και το αν αυτή προκρίνει το συμφέρον της εργαζόμενης (ή στην περίπτωσή μας … χειμαζόμενης) πλειοψηφίας.
Πάνε οι εποχές της ψυχροπολεμικής διαίρεσης, όπου τα πράγματα ήταν «καθαρά» και καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τους «πολιτικούς μονοθεϊσμούς» της αριστεράς (ισότητα) και της δεξιάς (ελευθερία). Ο 21ος αιώνας είναι πιο πολύπλοκος, και φέρει μέσα του την πικρή πείρα της ενσωμάτωσης των κινημάτων του 20ου, τα οποία την ίδια στιγμή τον έχουν επηρεάσει και τον έχουν αλλάξει αποφασιστικά.
Με βάση την παγκόσμια πείρα, και την πείρα σαράντα χρόνων μεταπολίτευσης, είναι σαφές ότι κάθε «κυβερνώσα αριστερά» είναι καταδικασμένη να καταντήσει σαν την αριστερά που κυβέρνησε.
Ωστόσο, το κακό δεν σταματάει μόνον εδώ.  Ούτως ή άλλως, κάτι τέτοιο έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται. Ένα μέρος του συστήματος εξουσίας στην Ελλάδα, ενδογενείς ή εξωγενείς παράγοντες όπως ο ΔΟΛ, η φιλελεύθερη πτέρυγα της αμερικάνικης πρεσβείας, σε συνεργασία με αντίστοιχες πτέρυγες της γερμανικής Ευρώπης, Πράσινοι, σοσιαλδημοκράτες, ακόμα και αριστεροί, παίζουν αυτό το χαρτί: Την προοπτική ενός «μεγάλου συμβιβασμού», που θα μεταμορφώσει τον Τσίπρα σε Έλληνα Ματέο Ρέντσι και θα εξασφαλίσει εμμέσως τη συνέχεια της πολιτικής και γεωπολιτικής στρατηγικής που επιβάλλεται στη χώρα μας μετά τους μνημονιακούς. Μ’ ένα προσχηματικό μείγμα-λίφτινγκ «κοινωνικής ανακούφισης», αριστερού εθνομηδενισμού και άλλων φιλελεύθερων μέτρων.
Αυτό που διακυβεύεται, όμως, είναι και κάτι πολύ ευρύτερο. Γιατί τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε χρόνια, έπειτα από μεγάλες ιδεολογικές διαμάχες, όπως ήταν το Σχέδιο Ανάν και τα σχολικά βιβλία της ιστορίας, αλλά και τις σαρωτικές πολιτικο-κοινωνικές εξελίξεις, η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού χειραφετήθηκε τόσο από τον δικομματισμό, όσο και ευρύτερα από τη μεταπολιτευτική διαίρεση της αριστεράς και της δεξιάς. Τούτο κατέδειξαν, στρεβλώς και ατελώς, βέβαια, οι πλατείες των Αγανακτισμένων και τα λοιπά κινήματα των τελευταίων χρόνων: Ένα διάχυτο αίτημα για τη σύνθεση του πατριωτισμού, του κοινωνικού ριζοσπαστισμού, της απαίτησης για δημοκρατία σ’ ένα πολιτικό μέτωπο, που παραμένει το ζητούμενο.
Εξάλλου, είναι σαφής και δεδομένη η συντριπτική κοινωνική αντίθεση με τα μνημόνια –εκδηλώθηκε άλλωστε στο δημοψήφισμα της Θεσσαλονίκης για το νερό. Ακόμα και αυτοί που ψηφίζουν Σαμαρά, στην πλειοψηφία τους, πέραν του τουριστικού κεφαλαίου και άλλων επιχειρηματικών δυνάμεων που κερδίζουν από τη μεταβολή της χώρας μας σε γκέτο αποικίας χρέους, δεν είναι μνημονιακοί, αλλά τρομαγμένοι.
Έτσι, η ανασύσταση του διπολισμού στη βάση της διαίρεσης αριστερά-δεξιά δημιουργεί ένα ρήγμα σε λάθος θέση –καθώς αποτυγχάνει να συσπειρώσει το μέγιστο της αντιμνημονιακής εθνικής ενότητας. Και επιπλέον μεταβάλλει όλον τον κόσμο, που καλόπιστα παρασύρεται από τις σειρήνες του «πόλου της ελπίδας», σε πρώτη ύλη για την παλινόρθωση του κοκκινοπράσινου εκσυγχρονιστικού ήλιου. Με λίγα λόγια, η αριστερή ενότητα, επειδή είναι ενότητα σε λάθος βάση, οδηγεί σε συμπαράταξη με τα «αριστερά αφεντικά». Και επειδή αξιώνει να μονοπωλήσει την εκπροσώπηση του «αντιμνημονιακού χώρου», τον απειλεί και αυτόν με ενσωμάτωση, ιδιαίτερα αν κάνει την κωλοτούμπα που φαίνεται ολοένα και πιο πιθανή σε ό,τι αφορά στη διαπραγμάτευση με τη γερμανική Ευρώπη.
Κάποιος θα πει ότι προτρέχουμε. Μπορεί. Ήδη όμως, ο σύμβουλος του Σημίτη είναι επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο επικρατείας, ο κεντροαριστερός ΔΟΛ πήδηξε στο τρένο του αριστερού κυβερνητισμού και η «αριστερή ενότητα» του ΣΥΡΙΖΑ θυμίζει ολοένα και περισσότερο το Ολαρία-Ολαρά του Σαββόπουλου: Ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά/ ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά.

Ε, ναι λοιπον! ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ! Δειτε το σποτ της δεκαετίας!


ΘΡΥΛΙΚΟ! ΑΠΟΛΥΤΟ! ΑΛΗΘΕΣ!
Δειτε το σποτ της δεκαετίας για το Ποταμι:

 

 πηγή