Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ (ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ)



   Έκλεισε την εξώπορτα του σπιτιού της με βαρεία καρδιά. Είχε πάρει τη σύνταξή της, σύνταξη από το δάσκαλο σύζυγό της, δάσκαλο της παλαιάς εποχής, αυστηρό, με επιβάλλον στα παιδιά και μεγάλη υπόληψη εκ μέρους των γονέων και της κοινωνίας.
Είχε περάσει μετά το Δημόσιο Ταμείο από την αγορά μην και εύρισκε κάτι για φαγητό. Η σκλη­ρή κατοχή είχε εξαφανίσει και τα στοιχειώδη, τα απαραίτητα είδη διατροφής. Η Μαύρη Αγορά ήταν απλησίαστη. Χάρηκε υπερβολικά όταν μπόρεσε κι αγόρασε λίγα ψαράκια, πράγμα σπάνιο, εύρημα για την εποχή εκείνη.
Όμως αυτά τα ψαράκια σκέτα τι θα έδιναν στα τέσσερα παιδιά της, που όλα ήσαν σε μια δύσκολη ηλικία, που είχαν ανάγκη καλής διατροφής και κυρίως ποιος θα πρωτότρωγε;
Τ’ ακούμπησε στην κουζίνα, ασφάλισε την πόρτα από την επιδρομή γάτας κι αποφάσισε να ζητήσει. Τι; Τι άλλο; Λίγο ψωμί. Από το φούρνο; Είχε σχε­δόν ξεχαστεί αυτό το επάγγελμα. Μόνον οι επι­γραφές είχαν μείνει πάνω από τα κλειστά καταστή­ματα.
Ψωμί όμως δεν δίνουν μόνο οι φούρνοι, σκέφτηκε. Δίνει κι ο Ουρανός. Γονάτισε στο εικόνι­σμα. Ύψωσε τα χέρια: «Παναγιά μου, μητέρα του Θεού μας, άκουσε κι αυτή τη φορά την ικεσία μιας χήρας μάνας, με τα τέσσερα ορφανά. Μου’ δωσες σήμερα λίγα ψαράκια, δώσε μου και λίγο ψωμί να φάνε μαζί με το φαγητό τους. Να τα πιάσει, να στηριχθούν, να φθάσουν ως την ποθητή ημέρα της απελευθερώσεως. Βόηθα, Παναγιά μου».
Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Έμεινε εκεί γονατιστή σε μυστική δέηση.
Ξαφνικά το χεράκι της εξώπορτας, είδος σημε­ρινού ηλεκτρικού κουδουνιού, χτύπησε. Σηκώθη­κε, σκούπισε τα δακρυσμένα μάτια της και βγήκε. Φοβισμένη υποχώρησε. Ένας Γερμανός ψηλός, επιβλητικός. Τι άραγε να ήθελε; Επιτάξεις σπιτιών γίνονταν τότε ή καταζητήσεις ανθρώπων για φυλάκιση ή εκτέλεση.
«Ορίστε», μπόρεσε να ψελλίσει. Ο Γερμανός δεν απάντησε. Να κατάλαβε άραγε τι του είπε; Απάντησε όμως. Ναι, απάντησε! Τράβηξε από τον κόρφο του μια μεγάλη γερμανική κουραμάνα, της την έδωσε και πριν η χήρα προλάβει να του πει «ευχαριστώ» είχε εξαφανιστεί. Κι ενώ τα μάτια της ήταν ακόμα βρεγμένα από την ικετευτική προσευ­χή, τώρα ξαναβρέχτηκαν από θερμή ευχαριστία. «Παναγιά μου, σ’ ευχαριστώ. Σήμερα μας χόρτα­σες. Για αύριο και το μέλλον η αγάπη σου πάλι θα φροντίσει Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ».

Α.Δ.
Το διηγήθηκε στην Α.Δ. η ίδια η αείμνηστη Κυριακή Λιανού.

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
Από το περιοδικό  Η ΔΡΑΣΙΣ ΜΑΣ
Τεύχος 458, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2008


πηγή

Ο Μεταξάς και η Υποκρισία της Αριστεράς


Ραφαήλ Α. Καλυβιώτης 
Πολιτικός Επιστήμων 

Ενώ σήμερα θα έπρεπε να τιμούμε με κάθε επισημότητα και με ομοψυχία την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, υπάρχουν πάντοτε οι γνωστοί ‘αρνητές’ της που αρέσκονται στο να εισβάλουν σε χώρους όπου διεξάγονται οι παρελάσεις αλλά και στο να επιμένουν με πομπώδες ύφος ότι το «ΟΧΙ» το ξεστόμισε ο ελληνικός λαός και όχι ο Ιωάννης Μεταξάς. Η Αριστερά, χρόνια τώρα προσπαθεί να ακυρώσει την  συνεισφορά του τελευταίου παραγράφοντας τα απτά γεγονότα της ιστορίας ένεκα της δικτατορικής διακυβέρνησής του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την φράση στο βιβλίο ιστορίας της Γ’ τάξης του Λυκείου: ‘ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το ΟΧΙ ίσως παρά την βαθύτερη θέλησή του’. Και όμως, όλα τα στοιχεία που έχει συλλέξει η ιστορική επιστήμη καταδεικνύουν ότι ο Μεταξάς γνώριζε τις κινήσεις των ιταλικών στρατιωτικών δυνάμεων στον αλβανικό χώρο ενώ είχε ήδη διαρρεύσει αυτές τις πληροφορίες στον βασιλέα Γεώργιο και στην Αγγλία. Μήνες πριν άλλωστε είχε γράψει στον Ιταλό πρεσβευτή ότι «εάν η Ιταλία ήθελε θίξει ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδος, και προπαντός την ακεραιότητα του εδάφους της, σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε ότι η Ελλάς θα αμυνθεί της τιμής της και της ακεραιότητός της μέχρις εσχάτων». Αλλά βέβαια, για τους μελετητές της ιστορίας η στάση του δεν προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση εφόσον ήδη από το 1934 είχε την πεποίθηση ότι «η Ελλάς εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνον εις το οποίον θα ευρίσκεται η Αγγλία». Ο Ιωάννης Μεταξάς βέβαια δεν απήντησε «ΟΧΙ». Τουλάχιστον όχι, «ΟΧΙ», επί τη κυριολεξία. Ήδη προετοιμασμένος για την άφιξη του Ιταλού πρεσβευτή, ξημερώματα της 28ης λαμβάνει το τελεσίγραφο μέσα στο οποίο απαιτείτο εκ μέρους της ιταλικής κυβέρνησης η ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων συναφών διευκολύνσεών του, στη επικείμενη προώθησή του στην Αφρική. «Alors, c’est la guerre» αποκρίθηκε στην γαλλική ο γέρων Μεταξάς στον Γκράτσι, ήτοι, «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο». Εντεταλμένος πράκτορας ή όχι, ο Νίκος Ζαχαριάδης από τις φυλακές της Κερκύρας έστειλε εκείνο το περιβόητο γράμμα με το οποίο συστρατευόταν στον πόλεμο έναντι του φασισμού αναγνωρίζοντας στον Μεταξά την ηγεσία της χώρας. Το ίδιο έπραξαν και οι περισσότεροι εκ των κομμουνιστών που ήταν έγκλειστοι και εξόριστοι στις φυλακές. Όχι πολύ αργότερα, ένας άλλος διανοούμενος της Αριστεράς, ο Σπύρος Λιναρδάτος, καίτοι αναφανδόν ενάντιος στο δικτατορικό καθεστώς, θεώρησε ως χρέος του να τιμήσει την επιστήμη του και να μην εντάξει σε αυτήν εισαγόμενα ιδεολογικά σχήματα, αλλά να πει την αλήθεια: ο Μεταξάς πρωτοστάτησε και ηγήθηκε του ελληνικού λαού το 1940. Η υποκρισία της μεταπολιτευτικής Αριστεράς όμως δεν την αφήνει να αποδεχθεί αυτό το απλό και ξεκάθαρο ιστορικό γεγονός ασχέτως εάν οι ίδιες οι ηγετικές της μορφές το έχουν κάνει στο παρελθόν. Και αυτό διότι δεν θέλει να αποδεχθεί ότι η οργανική σχέση της ελληνικής κοινωνίας με έναν εθνικιστή δικτάτορα σε αυτό το κομμάτι αντανακλά τη σχέση του ηγέτη με τον λαό που ουσιαστικά είναι η σχέση της πολιτικής με την κοινωνία. Αυτό βέβαια δεν προκαλεί και ιδιαίτερη έκπληξη αφού η σχέση της Αριστεράς με τους δικτάτορες ήταν πάντοτε ευέλικτη και επιλεκτική και τα κροκοδείλια δάκρυα για την κατάλυση της δημοκρατίας, λίγους πείθουν πλέον. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εξόριστος επί τέσσερα έτη από το Μεταξικό καθεστώς, στο βιβλίο του ‘Τα Χρόνια του Μεγάλου Πολέμου’ αναφέρει τα εξής :«Λέγουν όσοι αντικρίζουν με εμπάθεια και αυτά τα ανάγλυφα γεγονότα της ιστορίας, ότι το ΟΧΙ δεν το είπεν ο Μεταξάς. Ότι το είπεν ο Ελληνικός Λαός. Ναι, το είπεν ο Ελληνικός Λαός, αλλά αφού το είχε ειπή ο Μεταξάς. Ο ατυχής και συμπαθής Emanuelle Grazzi, εκτελών εντολήν που δεν του άρεσε καθόλου, εξύπνησε, την 3ην πρωινήν, τον Μεταξά και όχι τον Ελληνικόν Λαόν. Εάν έλεγεν ο Μεταξάς ΝΑΙ, πώς θα έλεγεν ΟΧΙ ο Ελληνικός Λαός, που θα εξυπνούσε αργότερα; Θα το έλεγε βέβαια μέσα του και θα το εξεδήλωνε και έμπρακτα, όταν θα οργάνωνε μυστικά την αντίστασή του, αλλά η Αλβανική Εποποιία δεν θα εγράφετο ποτέ. Ας είμεθα, λοιπόν, τίμιοι απέναντι της ιστορίας. Το μέγα ΟΧΙ είναι πράξις του Ιωάννου Μεταξά». Το «ΟΧΙ» λοιπόν του Ιωάννη Μεταξά, στεντόριο και καθαρό, ήταν αυτό που ουσιαστικά πυροδότησε την έκρηξη ενθουσιασμού της ελληνικής κοινωνίας σε συνδυασμό με έναν κρατικό/στρατιωτικό μηχανισμό ήδη έτοιμο για πόλεμο και όχι το ανάστροφο. Κακά τα ψέματα.


Ο ξεχασμένος σκιτσογράφος του ’40

«Βοήθεια! Μου επιτίθεται!» («Help! He’s attacking me!», στο πρωτότυπο) λέει η λεζάντα που συνοδεύει το σκίτσο του Κίμωνα Ε. Μαραγκού, ένα από τα πολλά που φιλοτέχνησε ο Ελληνας σκιτσογράφος με θέμα την ήττα των ιταλικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό. Από το λεύκωμα «Salute to Greece».
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ο αγώνας των Συμμάχων κατά του Αξονα δεν δόθηκε μόνον στα πεδία των μαχών. Εξίσου σφοδρός υπήρξε και στο πεδίο της προπαγάνδας, με στόχο αφενός μεν την καταρράκωση του ψυχικού σθένους των αντιπάλων, αφετέρου δε τη διατήρηση υψηλού φρονήματος στις τάξεις των συμμαχικών στρατευμάτων και των δοκιμαζόμενων αμάχων.

Προς τούτο οργανώθηκαν ειδικές υπηρεσίες, οι οποίες επεστράτευσαν σημαντικούς καλλιτέχνες, που παρά τις λίαν αντίξοες συνθήκες και τις χρονικές πιέσεις, συχνά επετύγχαναν οι φιλοτεχνούμενες εικόνες να διακρίνονται όχι μόνον για τη σαφήνεια του εμπεριεχομένου μηνύματος αλλά και για την εξαιρετική αισθητική αξία τους.

Στην πλειάδα των καλλιτεχνών που υπηρέτησαν με το σχεδιαστικό πενάκι και τον χρωστήρα τους τις δυνάμεις των Συμμάχων, λίαν επίλεκτη θέση κατέχει ο σχεδόν ξεχασμένος σήμερα, Ελληνας εξ Αιγύπτου, Κίμων Ε. Μαραγκός (1907 - 1988).

Ο Μαραγκός υπήρξε υιός του καταγόμενου από τη Λήμνο βαμβακεμπόρου Ευαγγέλου Μαραγκού. Από παιδί έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς τη ζωγραφική και τη δημοσιογραφία. Σε εφηβική ηλικία εξέδιδε στη γαλλική γλώσσα στην Αίγυπτο τη λίαν δυσεύρετη σήμερα σατιρική εφημερίδα Maalesh, που στην αραβική γλώσσα σημαίνει «Δεν πειράζει». Ο νεαρός Μαραγκός εικονογραφούσε ο ίδιος την εφημερίδα του, υπέγραφε δε τα σκίτσα του ως «ΚΕΜ», από τα αρχικά του ονοματεπωνύμου του, με αυτά δε έμελλε να καταστεί διεθνώς γνωστός ως ένας εκ των πλέον σημαντικών σκιτσογράφων του εικοστού αιώνα, ιδιαιτέρως δε των χρόνων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Δημοσίευσε και Καβάφη

Το 1929, το έτος που ο Κ.Π. Καβάφης κυκλοφόρησε δύο από τα καλύτερα ποιήματά του, το «Αγε ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων» και το «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.», ο ποιητής έδωσε στον Μαραγκό το μοναδικό -ίσως- αυτοσατιρικό κείμενο που έγραψε. Το κείμενο αυτό του Καβάφη δημοσιεύθηκε γαλλιστί τον Ιούλιο του ιδίου έτους στη Maalesh, συνοδευόμενο από χιουμοριστικά σκίτσα του ποιητή φιλοτεχνημένα από τον Μαραγκό.

Τα εν λόγω σκίτσα δεν αποτελούν τα μόνα ιχνογραφήματα του μεγάλου ποιητή που φιλοτέχνησε ο Μαραγκός. Υπάρχουν τουλάχιστον άλλα δύο δημοσιευμένα, το μεν ένα στο περιοδικό La Semaine Égyptienne, το δε έτερο στο βιβλίο του Μιχάλη Περάνθη «Ο Αμαρτωλός».

Ενα έτος μετά τη δημοσίευση του κειμένου του Καβάφη στο περιοδικό του, ο Μαραγκός έφυγε για το Παρίσι όπου σπούδασε στην École des Sciences Politiques. Σκίτσα του δημοσιεύθηκαν εκείνη την εποχή στο Le Canard Enchaîné, στο Le Petit Parisien, στις βρετανικές εφημερίδες Daily Herald και Daily Telegraph καθώς επίσης σε περιοδικά ποικίλης ύλης. Η ενόχληση του Χίτλερ από τις αντιναζιστικές γελοιογραφίες του Μαραγκού υπήρξε τόσο μεγάλη ώστε η Γερμανία να προβεί σε επίσημο διπλωματικό διάβημα προς το υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας με την αξίωση να πάψει η δημοσίευση των γελοιογραφιών του ΚΕΜ στα γαλλικά έντυπα.

Το 1939 συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη, τις οποίες έμελλε να τελειώσει με καθυστέρηση εξαιτίας του εκραγέντος Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τεθείς με την κήρυξη του πολέμου στην υπηρεσία του υπουργείου Πληροφοριών της Μεγάλης Βρετανίας, σχεδίασε περίπου τρεις χιλιάδες προπαγανδιστικά σχέδια, χάρις στα οποία ανεδείχθη σε έναν εκ των πλέον σημαντικών σκιτσογράφων του πολέμου.

Γνώστης του Ισλάμ

Ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία παρουσιάζουν τα σκίτσα του, ως επί το πλείστον έγχρωμα, που απευθύνονταν προς τον αραβικό κόσμο και τον περσικό λαό. Στη φιλοτέχνηση των εν λόγω σχεδίων ο Μαραγκός, γνώστης του ισλαμικού πολιτισμού, χρησιμοποίησε έξοχα την παραδοσιακή τεχνοτροπία της ισλαμικής ζωγραφικής και καλλιγραφίας καθώς επίσης τη θεματολογία της επικής ποίησης των λαών της Μέσης Ανατολής.

Ευρύτατα γνωστό κατέστη το σκίτσο του που απεικονίζει ρακένδυτους τον Χίτλερ και τον Στάλιν, με τα τέσσερα πόδια τους... σε τρεις μπότες, να δείχνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις· εκάτερος κατά τις επιδιώξεις και τις έμμονες ιδέες του.

Πολλά από τα σκίτσα που ο Μαραγκός φιλοτέχνησε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου φυλάσσονται στο Αυτοκρατορικό Μουσείο Πολέμου (The Imperial War Museum) της Μεγάλης Βρετανίας. Mικρός αριθμός εκ των εν λόγω σκίτσων, με θέμα τους την αντίσταση των Ελλήνων κατά των στρατευμάτων του Αξονα, δημοσιεύτηκε το 1942 στο Λονδίνο, μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στο λεύκωμα «Salute to Greece» (Χαιρετισμός στην Ελλάδα) που επιμελήθηκε ο Σ.-Λ. Χουρμούζιος.

Ο Μαραγκός ολοκλήρωσε και κατέθεσε τη διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 1946. Ετιτλοφορείτο «The Cartoon as a Political Weapon in England: 1783 - 1832» (Η γελοιογραφία ως πολιτικό όπλο στην Αγγλία: 1783 - 1832).

Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Μαραγκός ασχολήθηκε, εκτός από τη γελοιογραφία, και με τη συγγραφή ιστορικού περιεχομένου βιβλίων καθώς επίσης με την εικονογράφηση ποικίλων εντύπων.

Απεβίωσε το 1988. Εκτενής νεκρολογία του δημοσιεύθηκε στη λίαν έγκυρη εφημερίδα του Λονδίνου The Independent, όπου αναγνωρίζεται η σημαντική συμβολή του στη διατήρηση υψηλού φρονήματος στους λαούς και στους στρατούς των Συμμάχων καθώς επίσης στη διαμόρφωση φιλοσυμμαχικής στάσεως στους λαούς της Μέσης Ανατολής.
Διαβάστε
Valerie Holman: Kem’s cartoons in the Second World War. History Today, March 1, 2002, pp. 21-27.

Kimon Evan Marengo [Kem]. Obituary. The Independent, 2 Dec, 1988.

Συνέντευξη του ΚΕΜ στον Αλέκο Λιδωρίκη. Εφημερίδα «Απογευματινή», 27 Ιουνίου 1970.

La Semaine Égyptienne. 25 Avril 1929, p. 4.

Μιχ. Περάνθη: O Aμαρτωλός (Κ. Καβάφης). Μυθιστορηματική βιογραφία. Μαυρίδης, 1953, σελ. 241.

Salute to Greece. An Anthology of Cartoons published in the British Press. Edited by S.-L. Hourmouzios. Evans Brothers Limited, London, 1942.
* Ο κ. Γεώργιος Ν. Αντωνακόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι-Βαρύ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,-Ζυγόν δουλείας ἄς ἔχωσι.-Θέλει ἀρετήν καὶ τόλμην-Ἡ ἐλευθερία.




 Ἀνδρέας Κάλβος

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟ 1940!


Το ’40, το βράδυ που επισκέφτηκε ο Γκράτσι τον Μεταξά και κηρύχτηκε ο πόλεμος, ξεκίνησε μία κρίση. Σ’ εκείνη την κρίση ο λαός μας, δεν κρύφτηκε στα υπόγεια, όπως τον θέλουν οι Γραικύλοι της σήμερον, που γράφουν τις έντυπες μαγαρισιές και τις περνούν και στα σχολικά βιβλία.

Γράφει ο Δημήτρης Νάτσιος
Δάσκαλος Κιλκίς


Ξεφύλλιζα αυτές τις ημέρες έναν τόμο, τιτλοφορείται: «Η εποποιΐα 1940-41», εκδόσεις «Αρχείον Ιστορικόν Σελίδων» (του 1965), ο οποίος περιέχει, σε φωτοτυπίες, πρωτοσέλιδα εφημερίδων της εποχής του 1940-41, κατά την διάρκεια τής μεγαλειώδους νίκης. Σε πολλά διαβάζουμε κείμενα πολεμικών ανταποκριτών. Σ’ ένα απ’ αυτά ο Αλέκος Λιδωρίκης (δημοσιογράφος και γνωστός θεατρικός συγγραφέας 1907-1988), τον Ιανουάριο του 1941, γράφει στην εφημερίδα «Η ΝΙΚΗ», για «το μεγάλο μυστικό των πολεμιστών μας». Ζει με τους στρατιώτες, μοιράζεται τα πάθια και τους καημούς τους, χαίρεται και καμαρώνει την αντρειοσύνη τους. «Κάπου στο μέτωπο», όπως σημειώνει, συναντά έναν φαντάρο. Αντιγράφω: «Αυτό που μου ‘κανε κατάπληξη, που μου ‘δωσε συγκίνηση, που έκθαμβο με κράτησε για αρκετά λεπτά, ήταν το θέαμα ενός φαντάρου, που κουρασμένος, τσακισμένος, με γένεια ατίθασα και άτακτα, αιματωμένος, λασπωμένος, είχε τραβήξει μοναχός κάτω από ένα δέντρο και κάτι χάραζε σ’ ένα χαρτί. Πλησίασα για να τον δω, βέβαιος πως γράφει στην μάνα, στη γυναίκα του, στο σπίτι… Μα τί μεγάλο λάθος! Με τη ορθογραφία που κρατώ, διάβασα αυτούς τους στίχους: “Βρε τη κανόνια, τη ντουφέκια, τη κακό/στους Ιταλούς σκορπίσαμαι παντού τον πανικό/Βόηθα Χριστέ και Παναγιά και ση άγιου Ανδρέα/στη χάρη σου να φθάσωμε όλος ο στρατός παρέα”. Τον κοίταξα, με κοίταξε… Αυθόρμητα με πήρε το γέλιο, που ίσως να έμοιαζε με κλάμα… 
-Βρέ συ, τι κάνεις; τον ρώτησα χτυπώντας τον στον ώμο… Σήκωσε το κεφάλι του, έξυσε τ’ αγριωπά του γένεια, με την παλάμη ολόκληρη. 
Κι απάντησε: -Γλεντάω! Μία λέξη… Μέσα σ’ αυτήν ας διακρίνει ο αναγνώστης κάτι από το μυστήριο, το ανεξάντλητο γοητευτικό μυστήριο που κρύβει στην ψυχή του ο αγαπημένος στρατιώτης μας». 
Γλέντι ήταν το ’40 για τον λαό μας, τον οπλίτη και τον πολίτη. Πανηγύρι ήταν ο πόλεμος. Γλεντούσε, καταματωμένος ο άγνωστος στρατιώτης. Το μυστικό, το γοητευτικό μυστήριο, που τάραζαν τα σπλάχνα του-και δεν μας το αποκαλύπτει ο αείμνηστος Λιδωρίκης-ήταν ένα, απλό και μεγαλοπρεπές: το ντροπή να ντροπιαστούμε. Εκείνη η γενιά, η γενιά του ’40, σκαρφάλωσε στις περήφανες αετοκορφές, «κομμένες θαρρείς απ’ το χέρι του Θεού», γιατί άφηναν πίσω τους «λίκνα και τάφους, που μουρμουρίζουν» (Νικ. Βρεττάκος), το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα την μέθυσε, μία νηφάλιος μέθη που στην γλώσσα μας λέγεται φιλοπατρία. 
Θυμήθηκα μια φράση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού: « …Καθώς ένα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγας διά να πετά εις τον αέρα, ούτω και ημείς χρειαζόμεθα αυτάς τα δύο αγάπας-αγάπην εις τον Θεόν μας και εις τους αδελφούς μας-διότι χωρίς αυτών είναι αδύνατον να σωθώμεν» («Κοσμάς ο Αιτωλός», επ. Αυγουστίνου Καντιώτου, σελ. 109). 
Αν θέλουμε και μεις ως πατρίδα να πετάξουμε, πρέπει να αποκτήσουμε και πάλι τα πρωτινά μας φτερά τα μεγάλα. Και η μία «πτέρυγα» λέγεται φιλοπατρία και η άλλη πίστη. 
Το ’40, το βράδυ που επισκέφτηκε ο Γκράτσι τον Μεταξά και κηρύχτηκε ο πόλεμος, ξεκίνησε μία κρίση. Σ’ εκείνη την κρίση ο λαός μας, δεν κρύφτηκε στα υπόγεια, όπως τον θέλουν οι Γραικύλοι της σήμερον, που γράφουν τις έντυπες μαγαρισιές και τις περνούν και στα σχολικά βιβλία. (Βιβλίο Γλώσσας Ε’ Δημοτικού, σελ. 44-45). Σ’ εκείνη την κρίση δεν περίμεναν από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των καναλιών, να βρουν παρηγοριά. Διαβάζω και πάλι μία άλλη ανταπόκριση του Αλ. Λιδωρίκη, στην εφ. «Ασύρματος» αυτή τη φορά, στις 25 Μαρτίου του 1941. «Απάνω στην Κλεισούρα μία νύχτα βροχερή και σκοτεινή, θυμάμαι ένα παλληκαρόπουλο που άκουγε σκεπτικό τ’ άλλα παιδιά να τραγουδάνε σιγά-σιγά, γλυκά-γλυκά, πεσμένα και κουκουλωμένα πάνω και μέσα στις κουβέρτες τους και στα αντίσκηνά τους. Θολώσανε έξαφνα τα μάτια του. -Ξέρεις τι σκέπτομαι; μου είπε. Πώς ήμασταν ως τώρα γενιά φτωχή και αλογάριαστη και παρεξηγημένη. Μας έλεγαν ανάξιους των προγόνων μας, μιλούσανε μόνο γι’ αυτούς και μας ξεγράφανε τους νέους, σαν να μην είχαμε και μεις στα στήθη μας φωτιά… Αυτό ήταν το μεγάλο λάθος που φτάσαμε ως κι οι ίδιοι-εμείς οι Έλληνες-να το πιστέψουμε απόλυτα. Είχαμε λησμονήσει κι αυτούς τους στίχους του μεγάλου Σολωμού: -Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς γλυκοβύζαχτο ετοιμάζει γάλα αντρειάς και ελευθεριάς». Ίσως και σήμερα αυτό το άθλιο, τρισάθλιο και κακόβουλο ψέμα μας καθηλώνει, μας παραλύει. Πώς νέρωσε πια το γάλα της Ελληνίδας μάνας μας, πως σβήστηκε η Παράδοση. Όχι. Τίποτε δεν χάθηκε. Αν φύγουν τα σάβανα και οι σαβανωτές μας, ξένοι και οι ημέτερες ανθρωποκάμπιες της πολιτικής, θα λάμψει και πάλι η ηλιόλουστη Ελλάδα μας. 
Να κλείσω μ’ ένα από τα ηρωϊκότερα επεισόδια εκείνου του καιρού. Το διηγήθηκε ο Στρατής Μυριβήλης, κατά την εκφώνηση του πανηγυρικού στην Ακαδημία Αθηνών στις 27 Οκτωβρίου του 1960. 
«Είχε οργανωθή, όπως θα θυμάστε, κατά τη διάρκεια του αγώνος υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος, από τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα ένα φίλο γιατρό, σ’ αυτή την υπηρεσία, λοιπόν πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε. Ο κόσμος έκαμε ουρά κάθε μέρα για να δώση το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά, που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα λοιπόν ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι. 
-Εσύ, παπούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλει εδώ; 
Ο γέρος απάντησε δειλά: -Ήρθα κ’ εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα. 
Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιό ζωηρή. 
-Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δυό, πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους γιατί δε θα ‘χουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κ’ εγώ το δικό μου. “Άϊντε, πήγαινε, γέρο μου” μου είπε κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κ’ εγώ σηκώθηκα και ήρθα. 
Αγαπητοί φίλοι. 
Σας ανέφερα περιπτώσεις που μπορούν και έπρεπε να γράφουνται στα βιβλία των παιδιών μας, όταν θ’ αποχτήσουν τα παιδιά μας τα βιβλία που πρέπει, όπως αναφέρουνται παραδείγματα για την ανδρεία και την αρετή των Ελλήνων, ξεσηκωμένα απ’ την αρχαία μας ιστορία. Από κανένα απ’ αυτά τα ιστορικά παραδείγματα δεν είναι κατώτερα αυτά που είδα και άκουσα στην προκάλυψη του Ελληνικού Στρατού, το χειμώνα του ’41. Όμως καμμιά ιστορία, ούτε η αρχαία ελληνική, δεν αναφέρει ένα παράδειγμα, σαν κι αυτό που μου διηγήθηκε ο φίλος μου ο γιατρός του Ερυθρού Σταυρού. Το νέο στοιχείο που προσθέτει τούτη η διήγηση, είναι το στοιχείο της αγάπης. Είναι το στοιχείο του χριστιανικού αλτρουισμού, με το οποίο η θρησκεία του Ιησού συμπλήρωσε τον κανόνα της αρετής που μας παράδωσε η αρχαία Ελλάδα. 
Ανδρείους μπορεί να βγάλη κάθε πατρίδα. Αγίους, όμως, μόνο η Ελλάδα».

πηγή

Μαθητική παρέλαση

του Μελέτη Μελετόπουλου* 


Οι γνωστοί εθνομηδενιστές επανήλθαν τις τελευταίες μέρες, εν όψει της 28ης Οκτωβρίου. Γιά να προσπαθήσουν να μας χαλάσουν την διάθεση, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες και τις ίδιες εμμονές τους και τα δήθεν επιχειρήματά τους, ότι οι μαθητικές παρελάσεις έχουν…μιλιταριστικό χαρακτήρα, ότι καθιερώθηκαν από την….. δικτατορία της Τετάρτης Αυγούστου κλπ. κλπ. Αφού διαβεβαιώσουμε τους γνωστούς (και ευτυχώς ελάχιστους) ιδεολογικούς εχθρούς της παρέλασης ότι ουδόλως θα μας χαλάσουν την γιορτινή μας διάθεση, και ότι θα πάμε όλοι οικογενειακώς να καμαρώσουμε τα παιδιά μας, έχουμε να πούμε τα εξής: Η έννοια της μαθητικής παρέλασης δεν είναι…εφεύρεση της δικτατορίας Μεταξά, υπάρχει από την αρχαία Ελλάδα, από την πομπή των Παναθηναίων, όπου παρήλαυναν παρατεταγμένοι οι έφηβοι. Εξάλλου από τότε που ιδρύθηκε το νεώτερο ελληνικό κράτος γινόντουσαν μαθητικές παρελάσεις, όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς ξεφυλλίζοντας εφημερίδες περασμένων εποχών. Γιά παράδειγμα, διαβάζοντας την εφημερίδα Εμπρός της 26ης Μαρτίου 1899, διαβάζουμε ότι κατά την εθνική εορτή «Ιδιαιτέραν αίσθησιν έκαμεν η πρώτην φοράν εφέτος γενομένη παρέλασις των μαθητών των νομαρχιακών σχολείων Αττικής κατά τετράδας βαινόντων με την ελληνικήν σημαίαν εμπρός». Η παρέλαση είναι μία συλλογική έκφραση της αυτοπεποίθησης, της λεβεντιάς και του δυναμισμού της νέας γενιάς, από την οποία όλοι μας περιμένουμε ότι θα αποδειχθεί καλύτερη από τις προηγούμενες. Όλοι οι γονείς βγαίνουν στους δρόμους γιά να καμαρώσουν τα Ελληνικά Νιάτα, που είναι η ελπίδα μας γιά το μέλλον και η προοπτική του έθνους μας. Η παρέλαση είναι επίσης μία επίσημη, συλλογική εκδήλωση, που μας βγάζει από τον ατομικισμό μας και την καθημερινότητά μας, και μας ενώνει σε μια κοινή γιορτή. Μας υπενθυμίζει αυτά που μας ενώνουν, ότι είμαστε εκτός από ξεχωριστά άτομα και ένα ενιαίο εθνικό σύνολο. Αφήνουμε κατά μέρος το εγώ μας γιά να ντυθούμε, αυτήν την μέρα, την ομοιόμορφη, γαλανόλευκη στολή του «εμείς». Πέραν αυτών, η μαθητική παρέλαση είναι η απόδοση τιμής στους ηρωικούς αγώνες του έθνους μας. Την 28η Μαρτίου θυμόμαστε και τιμούμε τους παππούδες μας, που πολέμησαν ηρωϊκά στα παγωμένα αλβανικά βουνά, γιά να περιφρουρήσουν όχι μόνον την Ελευθερία μας αλλά και την Εθνική μας Αξιοπρέπεια. Τους τσολιάδες που εφορμούσαν μπροστά στις ιταλικές πυροβολαρχίες φωνάζοντας «αέρα». Τις γυναίκες της Πίνδου, που περπατούσαν στα βουνά με μουλάρια φορτωμένα εφόδια, γιά να μεταφέρουν ρούχα και τρόφιμα στους φαντάρους. Την νεολαία της Εθνικής Αντίστασης, που σε τρυφερή ηλικία ανέλαβε την βαρύτατη ιστορική ευθύνη να αποδείξει ότι οι Έλληνες δεν είναι δούλοι. Η νεολαία μας, όπως κάθε νεολαία, τρέφεται ηθικά και ψυχικά και εμπνέεται από τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας. Ταυτόχρονα, διακατέχεται από αυτοπεποίθηση γιά το δικό της λαμπρό μέλλον. Αυτά θα γιορτάσουμε σε όλη την Ελλάδα, στις μαθητικές παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου. 

*Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης.

πηγή

Τό ΟΧΙ τοῦ κλήρου στό ἔπος τοῦ 1940

Ἀναμφισβήτητα τό ἔπος τοῦ 1940 ἀνήκει σέ ὅλους τους Ἕλληνες. Ὅλος ὁ λαός μας τότε ἑνωμένος μέ μία ψυχή, χωρίς κανένα δισταγμό, ὄρθωσε τό ἀνάστημά του στόν ὁρμητικό χείμαρρο τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ ναζισμοῦ. Ἔτσι, ἀπό αὐτήν τήν τιτάνια μάχη, πού ξεκίνησε τή Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940, δέν θά ἦταν δυνατό νά ἀπουσιάζει ἡ Ἐκκλησία μας, ὁ ρόλος τῆς ὁποίας σήμερα μονίμως ἀγνοεῖται ἤ συστηματικά ἀποσιωπᾶται. Καί, ὅπως πάντοτε, ἔτσι καί τό 1940 ἔσπευσε νά καταγράψει μέ πράξεις ἡρωισμοῦ καί ἀντίστασης τήν ἀπροσκύνητη θέλησή της καί νά φανεῖ ἄλλη μία φορά ὁ φύλακας ἄγγελος τοῦ πονεμένου λαοῦ καί ὁ θύλακας τῆς σωτηρίας του.

 Μέ τήν κήρυξη τοῦ πολέμου ἡ ἱερά Σύνοδος ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσάνθου ἐξέδωσε διάγγελμα πρός τόν λαό: «Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τά ὅπλα τά ἱερά καί πέποιθεν ὅτι τά τέκνα τῆς Πατρίδος εὐπειθῆ εἰς τό κέλευσμα Αὐτῆς καί τοῦ Θεοῦ, θά σπεύσωσιν ἐν μιᾷ ψυχῇ καί καρδίᾳ νά ἀγωνισθῶσιν ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν καί τῆς ἐλευθερίας καί τιμῆς, καί... θά προτιμήσωσι τόν ὡραῖον θάνατον ἀπό τήν ἄσχημον ζωήν τῆς δουλείας... Ἐπιρρίψωμεν ἐπί Κύριον τήν μέριμναν ἡμῶν...».
Τότε, χωρίς χρονοτριβή, ὀγδόντα τέσσερις κληρικοί ὅλων τῶν βαθμίδων ἐγκαταλείποντας τίς ἄλλες ἐπείγουσες ὑποχρεώσεις καί διακονίες τους σκαρφάλωσαν χωρίς ποτέ κάποιοι νά ἐπιστρέψουν στά βουνά τῆς Βορείου Ἠ πείρου, γιά νά ἐνισχύσουν τόν ἕλληνα στρατιώτη μέ τά πύρινα κηρύγματά τους, τήν ἐξομολόγηση, τή θεία Λειτουργία. Συμπορεύθηκαν μαζί του στή δόξα, μά καί στήν ὀδύνη καί στή θανή. Πόσες φορές δέν δρόσισαν τά φρυγμένα χείλη τῶν στρατιωτῶν, δέν σκούπισαν τά δάκρυα καί τόν ἱδρώτα τους, περιθάλποντας τούς ἥρωες, σάν νά ’ταν δικοί τους! Κι ἄλλοτε πάλι νεκροστόλισαν καί κήδευσαν τούς λιονταρόψυχους πού θυσιάστηκαν στό πεδίο τῆς μάχης.
 Κι ὅταν τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1941 οἱ Γερμανοί μπῆκαν νικητές στήν Ἑλλάδα, πάλι ἡ Ἐκκλησία ἐπωμίσθηκε τό μεγάλο βάρος γιά τή διάσωση τοῦ λαοῦ. Πρῶτος σήκωσε τή σημαία τῆς Ἀντίστασης ὁ «ὑπέρτατος πνευματικός ἡγέτης» ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρύσανθος. Ἀρνήθηκε νά συμμετάσχει στήν ἐπιτροπή παράδοσης τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά τελέσει Δοξολογία στόν μητροπολιτικό ναό τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά ὁρκίσει τήν κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου, μέ τίμημα τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν θρόνο του.
 Διάδοχός του ὁ «φιλόστοργος καί ἄκαμπτος πατριώτης» Δαμασκηνός ἀποδείχτηκε μεγάλη καί ἡγετική προσωπικότητα. Ἵδρυσε τόν Ἑλληνικό Ὀργανισμό Χριστιανικῆς Ἀλληλεγγύης (Ε.Ο.Χ.Α.) καί ἀπηύθυνε ἀγωνιώδεις ἐκκλήσεις στόν ἀνά τόν κόσμο Ἐρυθρό Σταυρό γιά ἀποστολή βοήθειας πρός τόν κακουχούμενο ἑλληνικό λαό.
 Περιδιαβαίνοντας τά μονοπάτια τῆς ἱστορίας κλίνουμε εὐλαβικά τό γόνυ μπροστά στή μεγαλοσύνη τῶν Πατέρων μας: Ὁ θαρραλέος μητροπολίτης Ἰωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος ἀπό τήν πρώτη στιγμή βρέθηκε στό Μέτωπο καί μπῆκε πρῶτος μαζί μέ τούς στρατιῶτες στό ἐλεύθερο Ἀργυροκάστρο. Ὁ μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος ὁ Α΄, ὅταν οἱ Γερμανοί εἰσῆλθαν στήν πόλη τῆς Μυτιλήνης, ἐνώπιον τοῦ ἀνώτατου γερμανοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ δήλωσε τεταγμένος ἀπό τόν Θεό νά προστατεύει τό ποίμνιό του.
Ὁ μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακείμ, μετά τούς βομβαρδισμούς πού ὑπέστη ὁ Βόλος μένει ἐκεῖ, συγκακουχούμενος μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ προσπαθώντας νά τόν ἐμπνεύσει. Ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος στήν ἀπαίτηση τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ νά τοῦ ὑποδείξει ὁμήρους προσῆλθε στή γερμανική Κομμαντατούρ μέ κάποιους ἱερεῖς καί δήλωσε: «Ἐμεῖς εἴμεθα οἱ ζητηθέντες ὅμηροι».
 Πόσα ἐπίσης χρωστᾶ τό Αἴγιο στόν ἀρχιμανδρίτη Κωνστάντιο Χρόνη (μετέπειτα Ἀλεξανδρουπόλεως), ὁ ὁποῖος τό ἔσωσε ἀπό ὁλοκληρωτική καταστροφή, ὅταν ὁ γερμανός στρατιωτικός διοικητής τό ἀπειλοῦσε μετά τίς σφαγές στά Καλάβρυτα. Ὁ μετέπειτα μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγών Διονύσιος Χαραλάμπους, ἐνῶ βρισκόταν ἔγκλειστος στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως τῶν Γερμανῶν «Π. Μελᾶ» στή Θεσσαλονίκη, τοῦ ἐξασφαλίσθηκε ἡ δυνατότητα νά ἐλευθερωθεῖ. Δέν τή δέχθηκε. Ἔμεινε μέ τούς συγκρατούμενούς του, γιά νά τούς ἐνισχύει. Ὁδηγήθηκε στό Ἄουσβιτς καί ἔφθασε «παραπλήσιον θανάτου». Ὁ ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Παπανικολόπουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Ἐδέσσης καί Πέλλης τή Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1941 μέ τά φλογερά του λόγια κατάφερε νά σώσει ἀπό τούς βομβαρδισμούς καί τόν ἐξευτελισμό τό ἱστορικό θωρηκτό «Ἀβέρωφ».
  Ἀλλά καί «ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης», γράφει ὁ Στέφανος Μυλωνάκης «οὐδέποτε οὐδαμῶς ὑστέρησεν εἰς ἐκδηλώσεις πατριωτισμοῦ, θυσίας καί ὁλοκαυτωμάτων... Ἅπαντες... εὑρέθησαν ἀμέσως εἰς τάς ἐπάλξεις καί προμαχώνας τῆς προσφιλοῦς πατρίδος... Βλέπομεν καί πάλιν ἐπισκόπους τραυματιζομένους... φυλακιζομένους... τυφεκιζομένους πλήν οὐδέποτε ἐνδίδοντας ἤ ὑποχωροῦντας». 
Στόν ἀγώνα ἀκόμη συμμετεῖχαν δυναμικά καί τά μοναστήρια μας, πού πάντοτε στάθηκαν οἱ κυματοθραῦστες τῶν βαρβαρικῶν ἐπιθέσεων. Κάποια καταστράφηκαν ἀπό τούς κατακτητές, ἄλλα λεηλατήθηκαν, πυρπολήθηκαν, ἀνατινάχθηκαν, πλήρωσαν βαρύ τόν φόρο τοῦ αἵματος. Ἰδιαιτέρως ἀναφέρουμε τά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Ὕδρας, τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στή Σπάρτη, τῆς Δαμάστας στή Λαμία, τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καί τῆς Ἁγίας Λαύρας, τῆς Βελλᾶς στά Ἰωάννινα πού μετατράπηκε σέ Νοσοκομεῖο. 
 Ἀτελείωτο τό συναξάρι τῶν ἐθνομαρτύρων κληρικῶν μας, πού προμάχησαν γιά νά ἀναπνέουμε ἐμεῖς τόν ζείδωρο ἄνεμο τῆς ἐλευθερίας!
Γιά τίς τόσες ὅμως θυσίες καί τήν «κένωση» τήν ὁποία ὑπέστη ἡ Ἐκκλησία μας, χάριν τοῦ Γένους μας, δέχεται διαρκῶς ταπεινώσεις καί ἀμφισβητήσεις ἀπό ἐκείνους πού κατά λόγον δικαιοσύνης τῆς χρωστοῦν εὐγνωμοσύνη. Ἄς μᾶς συγχωρέσει ὁ Θεός γιά τήν ἀφροσύνη μας καί τά ὀλέθριά μας λάθη.
Περιοδικό “Απολύτρωσις”

Το «ΟΧΙ» αναβιώνει 74 χρόνια μετά: Ιστορική αναπαράσταση του έπους του '40 [εικόνες]

Καθώς οι περισσότεροι πολεμιστές του Αλβανικού μετώπου, κλείνουν τον φυσικό τους κύκλο, έχοντας μπει στην 9η δεκαετία της ζωής τους μία ομάδα 12 Ελλήνων, αναβιώνει τα κατορθώματα τους αναπαριστώντας τις ιστορικές στιγμές.
Η ιστορική αναπαράσταση (reemactment) είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στο εξωτερικό, ωστόσο στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Μιλώντας στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής, οι συμμετέχοντες σε αυτή την πρωτότυπη αναβίωση των γεγονότων, εξηγούν πώς αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο διάδοσης της ιστορίας και ανάδειξης της συμβολής του ελληνικού στρατού στην εξέλιξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου.
Οπως αναφέρουν, η περίοδος που επέλεξαν να αναπαραστήσουν είναι χαρακτηριστική για την επίτευξη αυτών των στόχων: «Αρχικά οι γνώσεις μας ήταν περιορισμένες, αλλά με την έρευνα και τη βοήθεια ανθρώπων που κατείχαν το αντικείμενο καταφέραμε σε μεγάλο βαθμό να φτιάξουμε τη στολή, τον εξοπλισμό και τα παρελκόμενα»
Τη συντροφιά των 12 στρατιωτών, που αναπαριστούν τη βασική ομάδα Πεζικού του 1940, συμπληρώνει μία πανέμορφη φοράδα.
Προκειμένου να γίνει κανείς μέλος αυτής της ομάδας πρέπει να έχει το ίδιο πάθος για την αναβίωση και να αντέξει οικονομικά το κόστος του εξοπλισμού που βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τη σελίδα τους στο Facebook εδώ



πηγή

Ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιο Σεφέρη (28-10-1940)

Σεφέρης Γιῶργος




Δευτέρα 28.

Κοιμήθηκα δυὸ τὸ πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στὶς τρεῖς καὶ μισὴ μία φωνὴ μέσα ἀπὸ τὸ τηλέφωνο μὲ ξύπνησε: «ἔχουμε πόλεμο». Τίποτε ἄλλο, ὁ κόσμος εἶχε ἀλλάξει. Ἡ αὐγή, ποὺ λίγο ἀργότερα εἶδα νὰ χαράζει πίσω ἀπὸ τὸν Ὑμηττό, ἦταν ἄλλη αὐγή: ἄγνωστη. Περιμένει ἀκόμη ἐκεῖ ποὺ τὴν ἄφησα. Δὲν ξέρω πόσο θὰ περιμένει, ἀλλὰ ξέρω πὼς θὰ φέρει τὸ μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι ἔφυγα ἀμέσως.

Στὸ Ὑπουργεῖο Τύπου δυό-τρεῖς ὑπάλληλοι. Ὁ Γκράτσι εἶχε δεῖ τὸν Μεταξᾶ στὶς τρεῖς. Τοῦ ἔδωσε μία νότα καὶ τοῦ εἶπε πὼς στὶς 6 τὰ ἰταλικὰ στρατεύματα θὰ προχωρήσουν. Ὁ πρόεδρος τοῦ ἀποκρίθηκε πὼς αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ κήρυξη πολέμου, καὶ ὅταν ἔφυγε κάλεσε τὸν πρέσβη τῆς Ἀγγλίας. Ἀμέσως μετὰ τὸν Νικολούδη στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν. Ὁ πρόεδρος ἦταν μέσα μὲ τὸν πρέσβη τῆς Τουρκίας.

Στὸ γραφεῖο τοῦ Μαυρουδῆ, ὁ Μελᾶς ἔγραφε σπασμωδικὰ ἕνα τηλεγράφημα. Ὁ Μαυρουδῆς μέσα στὸ παλτό του σὰν ἕνα μικρὸ σακούλι. Διάβασα τὴ νότα τοῦ Γκράτσι. Ὁ Γάφος κι ὁ Παπαδάκης τηλεφωνοῦσαν. Καθὼς ἑτοίμαζα τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ πρακτορείου, μπῆκε ὁ Τοῦρκος πρέσβης γιὰ νὰ ἰδεῖ τὴ νότα καὶ σὲ λίγο ὁ πρόεδρος μὲ ὄψη πολὺ ζωντανή.

Ἔπειτα ἄρχισαν νὰ φτάνουν οἱ ὑπουργοί, χλωμοὶ περισσότερο ἢ λιγότερο, καθένας κατὰ τὴν κράση του. Τὸ ὑπουργικὸ συμβούλιο κράτησε λίγο. Ὁ Μεταξᾶς πῆγε ἀμέσως στὸ γραφεῖο του κι ἔγραψε τὸ διάγγελμα στὸ λαό. Τὸ πήραμε καὶ γυρίσαμε στὸ ὑπουργεῖο τύπου. Μέσα ἀπὸ τὰ τζάμια τοῦ αὐτοκινήτου, ἡ αὐγὴ μ᾿ ἕνα παράξενο μυστήριο χυμένο στὸ πρόσωπό της.

Ἔγραψα μαζὶ μὲ τὸ Νικολούδη τὸ διάγγελμα τοῦ βασιλιᾶ. Καμιὰ δακτυλογράφος ἀκόμη. Πῆγα σπίτι μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ χτύπησα στὴ γραφομηχανή μου. Ἡ Μάρω μοῦ εἶχε ἑτοιμάσει καφέ. Γύρισα στὸ Ὑπουργεῖο καθὼς σφύριζαν οἱ σειρῆνες. Στὴ γωνία Κυδαθηναίων μιὰ φτωχὴ γυναίκα μὲ μιὰ ὑστερικὴ σύσπαση στὸ πρόσωπο. Τώρα ὅλοι μαζεμένοι στὰ ὑπόγεια τῆς «Μεγάλης Βρετανίας».

Ὁ βασιλιὰς μὲ ὕφος νέου ἀξιωματικοῦ. Ὑπόγραψε τὸ διάγγελμά του καὶ φύγαμε. Τηλεφώνησα στὸ τηλεγραφεῖο νὰ σταματήσουν τὰ τηλεγραφήματα καὶ τῶν Γερμανῶν ἀνταποκριτῶν. Οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖ εἶναι ἀκόμη οὐδέτεροι. Δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν τὴ φωνή μου:-εἶστε βέβαιος; καὶ τῶν Γερμανῶν; -Καὶ τῶν Γερμανῶν εἶπα. -Τί δικαιολογία νὰ δώσουμε; Δὲν ἔχω καιρὸ γιὰ συζητήσεις: -Πέστε τους πὼς τώρα εἶναι χαλασμένα τὰ σύρματα μὲ τὸ Βερολίνο, κι ἂν φωνάζουν πολὺ στεῖλτε τους σ᾿ ἐμένα. Πῆρα καὶ ἔδωσα τὸ πρῶτο πολεμικὸ ἀνακοινωθέν μας καὶ κατέβηκα στοὺς δρόμους γιὰ νὰ ἰδῶ τὰ πρόσωπα. Τὸ πλῆθος ἔσπαζε τὰ τζάμια τῶν γραφείων τῆς «Ἄλα Λιτόρια».