Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα Θράκης - Chronis Aidonidis & Nektaria Karantzi

Φώτης Κόντογλου: Χριστούγεννα στη σπηλιά



Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. 
Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. 
Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. 
Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε.
Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόβατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. Tο μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και   καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!

Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή.

Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.

«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»

Τους πήγανε στη σπηλιά.

«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας...

Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!

Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»

Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.

«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»

Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.

Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,

Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».

Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη.

Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα. Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!

"Χα! Χα! Χα!" - γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του: «Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την

φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες

μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσαν  στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».

Η λειτουργία που τελείωσε 25 χρόνια μετά!


 Καθώς πλησιάζουν τα Χριστούγεννα , εμείς τα μέλη της ΣΦΕΒΑ με συγκίνηση θυμόμαστε την πρώτη οργανωμένη αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στην Κορυτσά πριν 20 χρόνια, τα Χριστούγεννα του 1991.
Με την ευκαιρία αυτή, δημοσιεύουμε την παρακάτω αληθινή στορία που μας είχε συγκλονίσει τότε, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Απολύτρωσις" του φετεινού Δεκεμβρίου.

-Που πας, παπά μου, πρωί-πρωί; Φώναξε η παπαδιά αλαφιασμένη.
-Τι ρωτάς, παπαδιά; Στην εκκλησιά πάω να λειτουργήσω.
-Αχ παπά μου, θα το φας το κεφάλι σου. Πας να τα βάλεις μαζί τους; Μην τους αψηφάς.*
Είχαν αγριέψει τα πράγματα τελευταία. Οι κατσαπλιάδες του κόμματος είχαν αφηνιάσει.
Ακούστηκε ότι αλλού γκρεμίζανε τις εκκλησιές. Έσφιγγε τ’ άμφια στην αγκαλιά του ο παπα-Χρήστος πηγαίνοντας στην εκκλησιά για την Κυριακάτικη λειτουργία. Όχι απ’ τον δυνατό αέρα. Από τον φόβο για τα χρόνια που έρχονταν. «Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός Σου…» ψιθύριζε για να διώξει το σφίξιμο στην καρδιά. Μεγάλο το τόλμημα. Οι άλλοι ιερείς της Κορυτσάς κάνανε τον άρρωστο. Αλλά δεν του πήγαινε να μην λειτουργήσει. Ξημέρωνε Κυριακή, ημέρα Κυρίου!
Άδεια η εκκλησιά, ούτε ο ψάλτης δεν φάνηκε, ούτε ο καντηλανάφτης. Δεν τους κακολόγησε ο παπα-Χρήστος. Είχανε σπείρει τον τρόμο παντού οι αντίχριστοι! Μόνο η κυρά Δέσποινα η κουφή. Ένα κουβάρι είχε καταντήσει, αλλά κούτσα-κούτσα σύρθηκε ως την εκκλησιά. Ο Θεός να της το ανταποδώσει, σκέφτηκε ο παπα-Χρήστος κι έβαλε ευλογητός.
«Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη, ως αμνός άμωμος εναντίον του κείροντος αυτόν…» Καινούργια λόγχη στην πλευρά Σου Κύριε, σώσε μας, σκεφτόταν ο παπα-Χρήστος στην Αγία Πρόθεση. «Των εν αγίοις πατέρων ημών…» Κάλεσε τους αγίους στο δράμα του ποιμνίου καθώς τους έβγαζε μερίδες και τα δάκρια θόλωσαν τα μάτια του «μνήσθητι Δέσποτα Φιλάνθρωπε…». Καταλάγιασε η αντάρα, γαλήνευσε η ψυχή «ο Κύριος εβασίλευσεν ευπρέπειαν ενεδύσατο…»
Μόλις είχε μπει στη Θεία Λειτουργία, όταν χύμηξε η Σιγκουρίμι** στον άδειο Ναό. Όρμησαν στο Ιερό απ’ την Ωραία Πύλη, άρπαξαν τον παπα-Χρήστο και τον πέταξαν πέρα με βρισιές κι άρχισαν να πετούν και να κλωτσάνε την ακοίμητη καντήλα, το ιερό ευαγγέλιο, το άγιο δισκοπότηρο, το δισκάριο με την προσφορά... Βέβηλοι, φώναξε εκείνος μέσα απ’ τα δόντια του και προσπάθησε να σηκωθεί. Κι ενώ εκείνοι βρίζανε και ρημάζανε, άπλωσε το χέρι κι έκλεισε στη χούφτα του τα ψιχία απ’ τις μερίδες των Aγίων.
Κανείς δεν έμαθε τι ακολούθησε. Ούτε πόσο του στοίχισε η αποκοτιά ν’ αψηφίσει την απαγόρευση κάθε ιεροπραξίας. Ο παπα-Χρήστος δεν μίλησε γι’ αυτό ποτέ.
Μόνο για την λαχτάρα που είχε στην ψυχή του κλεισμένη για 25 χρόνια μίλησε. Τη λαχτάρα να αποτελειώσει εκείνη την Θεία Λειτουργία που έμεινε λειψή, ατέλειωτη…
Αυτή τη λαχτάρα κατέθεσε 25 χρόνια αργότερα στο πρώτο κλιμάκιο Ελλήνων που τα Χριστούγεννα του 1991 επισκέφτηκε την Κορυτσά, κι αποτελούνταν από Σφεβίτες, τον τότε Νομάρχη Θεσσαλονίκης και μέλη του τότε Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Εκεί, μπροστά στα αδέλφια απ’ την Ελλάδα, μαζί με την καρδιά του, άνοιξε κι εκείνο το μικρό κουτί, όπου φύλαξε σαν θησαυρό αυτά τα ψιχία απ’ τις μερίδες των Αγίων, τους προοριζόμενους «μαργαρίτες» εκείνης της ατέλειωτης Θείας Λειτουργίας. Τον ιερό αυτό θησαυρό τον κράτησε κρυμμένο με κίνδυνο της ζωής του, κι ο Θεός ευδόκησε να μην αποκαλυφθεί.
Αυτοί οι «ου μαργαρίτες» περίμεναν καρτερικά 25 χρόνια, να γίνουν μαρτυρία για τα μαρτύρια των αδελφών, αλλά και για το μεγαλείο του Θεού, που δεν ξεχνά, που δεν γνωρίζει εμπόδια, που οι εχθροί Του πετυχαίνουν μόνο να Του συνθλίψουνε την πτέρνα. Κι ήταν εύγλωττοι. Ήταν εκεί, μαυρισμένοι απ’ την πολυκαιρία, αλλά αναλλοίωτοι…
Την τέλειωσε την Λειτουργία ο παπα-Χρήστος πριν φύγει για τον ουρανό. Eκείνη την Κυριακή, 25 χρόνια αργότερα, πήρε μαζί του στην εκκλησία το πολύτιμο φυλαχτό, τα ψιχία εκείνης της πρώτης φοράς, τους «ου μαργαρίτες» και τους απίθωσε ευλαβικά στο δισκάριο δίπλα στον νέο Αμνό. Για να τα παραδώσει στη Χάρη του Θεού, Να καθαγιαστούν, να γίνουν επιτέλους «μαργαρίτες»….

ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΗ


*το 1967 επιβλήθηκε στην Αλβανία απόλυτη και ασφυκτική θρησκευτική απαγόρευση

**αλβανική μυστική αστυνομία επί καθεστώτος Χότζα και Αλία

πηγή 

στολίζει και η φύση

https://fbcdn-sphotos-e-a.akamaihd.net/hphotos-ak-xap1/v/t1.0-9/10857781_746028968779020_6507117237155953834_n.jpg?oh=62333f5269aebc93d2f76d6ee2c390b9&oe=54FEA2A2&__gda__=1430445950_496833bf8a2f35e9422b3be307018c15

Στη μέση ο Μανώλης...πάντα!


http://www.eikastikon.gr/xristianika/panselinos/16.jpg 
 
Όλοι θυμόμαστε το παιχνίδι που παίζαμε μικροί :
"Γύρω γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης "
Ξέρουμε όμως ποιος είναι ο Μανώλης;
Είναι ο Εμμανουήλ, ο μικρός Χριστός!
Ο Χριστός μαζί μας, λοιπόν, αδέλφια...

Καλά  & ευλογημένα Χριστούγεννα!

Τὶ θαυμάζεις Μαριάμ;

http://1.bp.blogspot.com/-9fhHrU933oU/TvKsdqA-uuI/AAAAAAAAFIU/Y2SLYdcAWQM/s1600/01.JPG

Όρθρος Χριστουγέννων