Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ο Αντιρατσιστικός νόμος και προωθεί τον χαφιεδισμό και προσβάλλει τους Γκέι και τις ... Γκέισες!


Ο Αντιρατσιστικός νόμος και προωθεί τον χαφιεδισμό και προσβάλλει τους Γκέι και τις ... Γκέισες!
πρωτ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
Τελικά, ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι ἄλλη ράτσα;
Ο ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ
ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΕΙ ΤΟΝ ΧΑΦΙΕΔΙΣΜΟ ΚΑΙ
ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΙ ΤΟΥΣ ΓΚΕΪ ΚΑΙ ΤΙΣ... ΓΚΕΪΣΕΣ!
πως κάθε τί ψεύτικο, πού δέν προέρχεται ἀπό τήν Σαρκωθεῖσα Ἀλήθεια, δέν ἀντέχει σέ σοβαρή ἀντιμετώπιση καί κριτική, παρομοίως συμβαίνει καί μέ τό ψηφισθέν (ἀπό ἰσχνοτάτη πλειοψηφία τοῦ ὀλιγομελοῦς Τμήματος Διακοπῶν τῆς Βουλῆς), στίς 9 Σεπτεμβρίου 2014, νομοσχέδιο.
Πρόκειται γιά τήν «τροποποίηση τοῦ Ν.927/1979 (Α΄ 139) καί προσ­αρμογή του στήν ἀπόφαση – πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ τῆς 28ης Νοεμ­βρίου 2008, γιά τήν καταπολέμηση ὁρισμένων μορφῶν καί ἐκδηλώσεων ρατσισμοῦ καί ξενοφοβίας μέσῳ τοῦ ποινικοῦ Δικαίου (L328)».
Ἡ τροποποίηση τοῦ Νόμου 927/1979 ἔγινε σαφῶς καί ἀπο­κλει­στικῶς γιά νά δημιουργήση ἕνα εὐρύτερο πεδίο πολεμικῆς κατά τῶν Ὁδηγιῶν τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀλλά καί φιμώσεως καί διωγμοῦ τῶν Ποιμένων καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτό προκύπτει καί ἀπό τήν ἁπλῆ με­λέ­τη τῶν διατάξεων πού ἀντικατεστάθησαν, ἀφοῦ μέ τίς νέες, ὄχι μό­νο δέν προστατεύονται οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι, οἱ ἐπιλέξαντες τήν ὁμο­φυ­λο­φιλία σάν συναισθηματική καί σωματική ἔκφρασή τους, ἀλλά καί διασύρονται ἀπό τούς γεμάτους ἀντιχριστιανική σκοπιμότητα πολι­τι­κούς “προστάτες” τους, οἱ ὁποῖοι, γιά μιά ἀκόμη φορά, ἐπέλεξαν νά κο­ρο­ϊ­δέ­ψουν μιά μερίδα ἀνθρώπων πώς τάχα τούς προστατεύουν, μέ πανοῦργο, ὅμως, σκοπό, νά φιμώσουν τούς περιδεεῖς χριστιανούς, πού “φοβοῦνται καί τόν ἴσκιο τους” γιά νά μιλήσουν. Πολλοί ἀπό αὐτούς –δυστυχῶς– εἶναι καί Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ἡ τρομοκρατία πού θά ἀσκήση ὁ Νόμος αὐτός θά δυσχεράνη ἔτι πλέον τήν πνευματική διαπαιδαγώγηση τοῦ λαοῦ μας καί αὐτό τό γνωρίζουν πολύ καλά οἱ κυβερνῶντες!

Ὅμως, ἄς ρίξουμε μιά πιό κοντινή ματιά σ’ αὐτές τίς περιβόητα διαβόητες(!) διατάξεις, ὄχι σάν νομικοί, ἀλλά σάν λογικοί ἄνθρω­ποι:
« Ἄρθρο 1
Τό ἄρθρο 1 τοῦ ν.927/1979 ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς:
Ἄρθρο 1
Δημόσια ὑποκίνηση βίας ἤ μίσους 

§1. Ὁποῖος μέ πρόθεση, δημόσια, προφορικά ἤ διά τοῦ τύπου, μέσῳ τοῦ διαδικτύου ἤ μέ ὁποιοδήποτε ἄλλο μέσο ἤ τρόπο, ὑποκινεῖ, προκαλεῖ, διεγείρει ἤ προτρέπει σέ πράξεις ἤ ἐνέργειες πού μποροῦν νά προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ἤ βία κατά προσώπου ἤ ὁμάδας προσώπων πού προσδιορίζονται μέ βάση τή φυλή, τό χρῶμα, τή θρησκεία, τίς γενεολογικές καταβολές, τήν ἐθνική ἤ ἐθνοτική καταγωγή, τό σεξουαλικό προσανατολισμό, τήν ταυτότητα φύλου ἤ τήν ἀναπηρία κατά τρόπο πού ἐκθέτει σέ κίνδυνο τή δημόσια τάξη ἤ ἐνέχει ἀπειλή γιά τή ζωή, τήν ἐλευθερία ἤ τή σωματική ἀκεραιότητά των ὡς ἄνω προσώπων, τιμωρεῖται μέ φυλάκιση τριῶν (3) μηνῶν ἕως τριῶν(3) ἐτῶν καί μέ χρηματική ποινή πέντε ἕως εἴκοσι χιλιάδων (5.000-20.000) εὐρώ»!

Διαβάζοντας αὐτά, παρατηροῦμε ὅτι ἀκόμη καί ὁ τίτλος τοῦ 1ου ἄρθρου πάσχει νομικά καί λογικά: Ἐξισώνει τό μῖσος μέ τή βία, πραγματικότητες ἐντελῶς διαφορετικές, ἀφοῦ τό μῖσος εἶναι ἐσωτερική κατάσταση καί κίνηση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐνῶ ἡ βία εἶναι ἐκδήλωση καί τέλεση ἀξιοποίνου πράξεως! Τί, ἄραγε, ἐπιδιώκει ὁ νομοθέτης μέ αὐτήν τήν διατύπωση; Μετατρέπει τούς δικαστές σέ Πνευματικούς-Ἐξομολόγους, γιά νά ἐρευνοῦν τίς ἀνθρώπινες ψυχές ἤ μέ τήν ἐξίσωση αὐτή ἐπιδιώκεται ἡ ταύτιση ἀξιοποίνου πράξεως μέ τήν κατασυκοφάντηση κάποιου ὅτι τάχα μέ τά λόγια του παρακίνησε κάποιον ἄλλον νά νοιώση μῖσος;
Τί εἴδους ἀκρίβεια νομικῆς διατυπώσεως εἶναι αὐτή, ἄν σκοπός της εἶναι πράγματι ὁ «ἡσύχιος βίος» τῶν πολιτῶν καί ὄχι ἡ πρόκληση τεχνητῆς  ἀναταραχῆς γιά νά μεθοδευθῆ ἡ κατάργηση τοῦ Εὐαγγελίου;
Δέν εἶναι προφανές ὅτι μέ τόν νόμο αὐτόν ἀνοίγονται οἱ «ἀσκοί τοῦ Αἰόλου» γιά νά γίνη ἡ Χώρα μας ἕνας τόπος πού θά κυριαρχῆ ὁ χαφιεδισμός καί οἱ ἐκβιασμοί, ἐφ’ ὅσον ὁ καθένας πού θά ἔχη ὁποιαδήποτε ἀντιδικία μέ κάποιον ἄλλον ἤ οἰκονομικές διαφορές, δοσοληψίες καί ποικίλες ἐκκρεμότητες, θά μπορῆ κάλλιστα –ὅταν δέν ἔχη δίκιο στίς διεκδικήσεις του– νά μεταθέτη τή διαμάχη του σέ ἄλλο πεδίο, ἐπικαλούμενος ὅτι ὁ ἀντίδικός του τοῦ ἔθιξε τόν «προσδιορισμό του»(!), πού προστατεύεται ἀπό τόν νόμο;
Ἀλλά, πέραν τοῦ τίτλου, καί αὐτό καθ’ ἑαυτό τό περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι ντροπή καί προσβολή, ὅταν προσδιορίζει τήν προ­σω­πικότητα μιᾶς ὁμάδος ἀνθρώπων, μόνο καί μόνο ἀπό τόν σεξουαλικό της προσανατολισμό, τόν ὁποῖον, μάλιστα, ἀποκαλεῖ «ράτσα»!
Μέ τούς ἀνθρώπους αὐτούς, πού ἐπιλέγουν ἕνα τέτοιον προσα­να­το­λισμό καυχώμενοι καί ὄχι προβληματιζόμενοι ἤ ἀγωνιζόμενοι νά τόν ἀλλάξουν, μᾶς χωρίζει τόση ἀπόσταση, ὅση χωρίζει τήν Ἀλήθεια ἀπό τό ψέμμα, ἀφοῦ τήν ἐν προκειμένῳ Ἀλήθεια τήν ἔχουμε ἀποκεκαλυμμένη ἀπό τόν Θεό μας καί δέν εἶναι ἀντικείμενο συζητήσεως καί, μάλιστα, ἐλαφρᾶς, ὅπως συνήθως γίνεται, γιατί πρόκειται γιά θέμα ὑπαρξιακό καί δέν πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται, ὅπως ἀντιμετωπίζουν οἱ “μαθητοπατέρες” δάσκαλοι τούς “σκράπες” μαθητές τους πού μαθησιακά καταποντίζονται, γιά νά τούς γίνουν ἀρεστοί, παριστάνοντας τούς προοδευτικούς δασκάλους μέ τή βα­θειά κατανόηση! Ὡστόσο, δέν μποροῦμε νά μήν ἐπι­σημάνουμε τήν προσβολή πού γίνεται στούς ἀνθρώπους αὐτούς ἀπό τήν Πολιτεία, μέ τό νά τούς συρρικνώνη τήν προσωπικότητα ἀποκλειστικά στόν «σεξουαλικό τους προσανατολισμό», ἀφοῦ ἀπό αὐτόν καί μόνον τούς προδιορίζει καί, κατόπιν, ἀφοῦ τούς συρρικνώσει, τούς θέτει τήν ἐπιτάφια πλάκα, ἀποκαλῶντας τους …ἄλλη ράτσα, κοροϊδεύοντάς τους ὅτι τούς προστατεύει ἀπό τούς κακούς!
Θά μπορούσαμε νά σχολιάσουμε βῆμα-βῆμα τόν ἀλλοπρόσαλλον αὐτόν Νόμο, ἀλλά τό ἔργο αὐτό τό ἀφήνουμε σέ νομικούς συνεργάτες μας, πού θά ἐκθέσουν στό τεῦχος τοῦ Δεκεμβρίου τίς ἀπόψεις τους, ἀλλά καί τήν ἀντισυνταγματικότητά του. Ἤδη, ἔχει προηγηθεῖ τό σπουδαῖο ἄρθρο τοῦ κ. Βασίλη Μακρῆ (τεῦχος Ὀκτωβρίου 2014). Προτιμήσαμε ἐπί τοῦ παρόντος ἕνα εὔθυμο σχολιασμό, γιατί, πράγματι, τό νομοθετικό αὐτό κατασκεύασμα εἶναι γιά κλαυσίγελω!...

Πάντως, ὅλο αὐτό τό πρᾶγμα ἔχει καί τήν θετική του πλευρά. Δίνει μιά ἀπέραντη δυνατότητα στούς πιστούς νά καταγγέλλουν ὅλους ἐκείνους πού εἰρωνεύονται ἤ καί ἀμφισβητοῦν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη μέσα στίς μαθητικές καί φοιτητικές αἴθουσες, στά ραδιοτηλεοπτικά Μέσα, στήν Ἔντυπη δημοσιογραφία, στά σχολικά ἐγχειρίδια πού υἱοθετοῦν ὑποθετικές καί ἀναπόδεικτες θεωρίες (Ἐξελίξεως καί Bing Bang), οἱ ὁποῖες ἀντιτίθενται εὐθέως καί προσβάλλουν τήν Ἁγία Γραφή, ὅπως, ἐπίσης,  τούς πολυποίκιλους ὑβριστές τῶν τριόδων, πού βλασφημοῦν καθημερινά καί ἀκατάσχετα κατά τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας μας, στή χορεία τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται οὐκ ὀλίγοι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ὁ μακαρίτης Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, ξεπερνοῦν σέ καθημερινή βλαστήμια, ἀκόμη καί τούς «καραγωγεῖς» τῆς παλαιᾶς Ἀθήνας! Ἐκτός ἄν ἡ βλασφημία κατά τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως δέν θίγει πιά καμμιά ἀνθρώπινη …ράτσα!

πρωτ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 147

Διδαχές του Αγίου Αντωνίου


ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ (28)

Είπε ο αββάς Αντώνιος:«Κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, χωρίς να δοκιμάσει πειρασμούς (=δοκιμασίες). Βγάλε από τη μέση τους πειρασμούς και τότε κανείς δεν θα υπάρχει που να σώζεται.»

 «Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού (δηλαδή του διαβόλου) απλωμένες πάνω στη γη. Και στέναξα και είπα: Ποιος άραγε θα τις προσπεράσει χωρίς να τον πιάσουν; Και άκουσα φωνή να μου λέει: Η ταπεινοφροσύνη.»

Είπε πάλι: «Είναι μερικοί που έλιωσαν τα σώματά τους με την άσκηση, επειδή όμως τους έλειπε η διάκριση, βρέθηκαν μακριά από τον Θεό».

Κάποιος που κυνηγούσε στην έρημο άγρια ζώα, είδε τον αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς και σκανδαλίστηκε. Θέλοντας δε ο γέροντας να τον διδάξει ότι είναι ανάγκη πού και πού να συγκαταβαίνει κανείς στους αδελφούς, τού λέγει: «Βάλε μια σαϊτα στο τόξο σου και τέντωσέ το». Το έκαμε εκείνος. Τού λέγει: «Τέντωσέ το πιο πολύ». Και το τέντωσε. Και πάλι τού λέγει: «Ακόμη πιο πολύ». Τού απαντά τότε ο κυνηγός: "Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάσει το τόξο».

Και ο γέροντας τού λέει: «Έτσι και στο έργο του Θεού. Αν τεντώσουμε υπερβολικά τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδελφούς, θα σπάσουν και αυτοί. Πρέπει λοιπόν πού και πού να συγκαταβαίνουμε στους αδελφούς». Και έφυγε πολύ ωφελημένος από τον γέροντα. Οι δε αδελφοί, στηριγμένοι, έφυγαν και πήγαν στον τόπο τους.
Πήγαν κάποτε μερικοί γέροντες στον αββά Αντώνιο και ήταν ο αββάς Ιωσήφ μαζί του. Και θέλοντας ο γέροντας να τους δοκιμάσει, τους πρόβαλε ένα ρητό της Γραφής και άρχισε, από τους πιο νέους, να τους ρωτά για το νόημά του. Και καθένας απαντούσε κατά τη δύναμή του. Ο δε γέροντας έλεγε στον καθένα: «Δεν το βρήκες». Ύστερα από όλους, λέει στον αββά Ιωσήφ: «Εσύ τί έχεις να πεις πάνω σ' αυτό το ρητό;» Αποκρίνεται εκείνος: «Δεν ξέρω». Λέει λοιπόν ο αββάς Αντώνιος: «Πάντως ο αββάς Ιωσήφ βρήκε τον δρόμο, γιατί είπε, "δεν ξέρω".»

 Είπε ο αββάς Αντώνιος: «Έρχεται καιρός που οι άνθρωποι θα παραλογίζονται. Και αν δουν κάποιον να μη παραλογίζεται, θα ξεσηκωθούν εναντίον του, λέγοντας: "Εσύ είσαι παράλογος". Και αυτό θα συμβεί, γιατί δεν θα είναι όμοιός τους».

Κάποιοι αδελφοί πήγαν στον αββά Αντώνιο και του ανέφεραν ένα ρητό από το Λευιτικό. Βγήκε λοιπόν ο γέροντας στην έρημο και τον ακολούθησε ο αββάς Αμμωνάς κρυφά, γνωρίζοντας τη συνήθειά του. Ο γέροντας απομακρύνθηκε πολύ, στάθηκε για προσευχή και φώναξε δυνατά: «Θεέ μου, στείλε μου τον Μωυσή να μου εξηγήσει αυτό το ρητό». Και ακούστηκε φωνή, που μιλούσε μαζί του. Είπε λοιπόν ο αββάς Αμμωνάς: «Τη φωνή που μιλούσε μαζί του, την άκουσε. Αλλά το νόημα του λόγου δεν το έμαθα».
Τρεις από τους πατέρες είχαν τη συνήθεια να πηγαίνουν κάθε χρονιά στον μακάριο Αντώνιο. Και οι μεν δύο τον ρωτούσαν σχετικά με τους λογισμούς και τη σωτηρία της ψυχής. Ο άλλος όμως σιωπούσε πάντα, μη ρωτώντας τίποτε. Μετά λοιπόν από πολύ καιρό, του λέγει ο αββάς Αντώνιος: «Τόσο καιρό έρχεσαι εδώ και τίποτε δεν με ρωτάς». Και εκείνος του αποκρίνεται και του λέγει: «Μου αρκεί μόνο να σε βλέπω, πάτερ».

Έλεγαν μερικοί για τον αββά Αντώνιο, ότι τον φώτιζε σε όλα το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν ήθελε να μιλά, εξαιτίας των ανθρώπων. Γιατί και όσα γίνονταν στον κόσμο και όσα έμελλαν να συμβούν, τα γνώριζε.

Είπε πάλι: «Γνωρίζω μοναχούς, που ύστερα από πολλούς κόπου έπεσαν και τους σάλεψαν τα λογικά, επειδή στήριξαν ελπίδες στον εαυτό τους και δεν λογάριασαν τη θεία εντολή, που λέει: "Επερώτησον τον πατέρα σου και αναγγελεί σοι".

Πολύ φάση στην ομιλία του κ. Βενιζέλου στο Αγρίνιο! Μέχρι και οι Cure ήταν εκεί (κουνώντας σημαίες), για να ακούσουν ότι το Έθνος στηρίζεται στο Πασοκ!





http://1.bp.blogspot.com/-OpP2tXrL7Lc/VLmOGhkavsI/AAAAAAADXMU/-WaWgkMmBJ4/s1600/po-benizelos-agrinio7.jpg

http://2.bp.blogspot.com/-dt0LYei3hvI/T4lgMORsA9I/AAAAAAAAGpY/bCxBYjBkOtM/s1600/The+Cure.png 

Ο Φουστανελλάς άγιος Γεώργιος, ο Νεομάρτυς (17 Ιανουαρίου)


Ο άγιος νεομάρτυρας Γεώργιος, ο πολιούχος των Ιωαννίνων, γεννήθηκε το 1808 στο χωρίο Τσούρχλι των Γρεβενών, το οποίο σήμερα προς τιμή του ιερού του βλαστήματος μετονομάστηκε σε «Άγιος Γεώργιος». Οι γονείς του ήσαν άνθρωποι πτωχοί αλλά ευσεβείς. Ζούσαν από τη γεωργία. Έτσι, δεν κατόρθωσαν να μορφώσουν το γιό τους, στον οποίον όμως μεταλαμπάδευσαν τη φλόγα της χριστιανικής τους πίστεως. Στην ηλικία των 18 ετών ο Γεώργιος στερήθηκε την προστασία των γονέων του, τους οποίους κάλεσε ο Θεός κοντά του, και κατέφυγε στα Ιωάννινα. Εκεί υπηρετούσε ως ιπποκόμος στην υπηρεσία διαφόρων Τούρκων, οι οποίοι ήσαν προύχοντες του τόπου και τον αποκαλούσαν Χασάν Αγά και ειρωνικά κατά την περίοδο του μαρτυρίου του Γκιαούρ Χασάν. Διακρινόταν ο μακάριος για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την απλότητα του ήθους του και γενικά για τα χριστιανικά του προτερήματα, με τα οποία ήταν κατακοσμημένος, και το ψυχικό του κόσμο, που χαροποιούσε όλους.
Σε αυτή την ηλικία ο Γεώργιος αρραβωνιάσθηκε μια νεαρή χριστιανή, την Ελένη, ενώ υπηρετούσε σε κάποιον ακόλουθο του Εμίν Πασά. Δεν πρόλαβε όμως να χαρεί, γιατί δολίως συκοφαντήθηκε στους Τούρκους ότι, ενώ πριν από χρόνια είχε προσέλθει στον Ισλαμισμό, πάλι επέστρεψε στο Χριστιανισμό. Οδηγήθηκε τότε στη φυλακή των Ιωαννίνων, όπου ομολόγησε ότι ουδέποτε έγινε αρνησίχριστος και, αφού εξετάσθηκε και βρέθηκε απερίτμητος, αφέθηκε ελεύθερος.
Μετά από δυο χρόνια, στο διάστημα των οποίων στεφανώθηκε την Ελένη και απέκτησε και γιο, που αξιώθηκε να τον βαπτίσει τις παραμονές του μαρτυρίου του, στις 12 Ιανουαρίου του 1838, συνελήφθη πάλι από εμπαθείς και φανατικούς Τούρκους. Κατηγορήθηκε εκ νέου ότι, ενώ ήταν μουσουλμάνος, επέστρεψε στο χριστιανισμό, και υποβλήθηκε για έξη ημέρες σε φοβερά βασανιστήρια με σκοπό να αρνηθεί την πίστη του. Ο γενναίος και πιστός αγωνιστής Γεώργιος, που πιεζόταν από πολλούς Χριστιανούς να φυγαδευτεί στην ελεύθερη Ελλάδα, για να σωθεί δεν υπέκυψε στις πιέσεις, ούτε των Τούρκων για να αλλαξοπιστήσει, αλλά ούτε και των ομοθρήσκων του για να διασωθεί, και τελικά υπέστη μαρτυρικό θάνατο με αγχόνη στις 17 Ιανουαρίου. Απαγχονίστηκε στην αγορά του χάνδακος του μεγάλου Φρουρίου των Ιωαννίνων αναφωνώντας μέχρι τέλους· «Χριστιανός ειμί, ποιήσατέ μοι ει τι δεινόν οίδατε». Το σώμα του μάρτυρος έμεινε κρεμασμένο τρεις ολόκληρες ημέρες φρουρούμενο και καλυπτόμενο τις νύκτες από θείο φως προς έκπληξη και θαυμασμό όλων, χριστιανών και αλλοπίστων. Μάλιστα η απειρόδωρη χάρη του αγίου Πνεύματος θαυμαστώς δόξασε και αυτόν το νεομάρτυρα με πολλά θαύματα, αφού όσοι πήραν κομμάτι από την αγχόνη του ή τα ρούχα του είδαν μεγάλες θεραπείες.
Η εβδομάδα πριν από τον απαγχονισμό του νεομάρτυρα Γεωργίου μας θυμίζει τη Μεγάλη Εβδομάδα, την εβδομάδα των παθών του Θεανθρώπου Ιησού. Οι άνομοι Εβραίοι «απήγαγον τον Χριστόν εις το σταυρώσαι» (Ματ. κζ’ 31)· οι άπιστοι Αγαρηνοί οδήγησαν το νεομάρτυρα Γεώργιο στην αγχόνη. Μια εβδομάδα πέρασε από την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Σταύρωσή του στο Γολγοθά· μια εβδομάδα πέρασε από την ημέρα που ερχόμενος στα Γιάννενα ο Γεώργιος για τη βάπτιση του νεογέννητου γιού του πρωτοσυκοφαντήθηκε από τους Αγαρηνούς μέχρι την ημέρα που κρεμάστηκε μπροστά στη Μεγάλη Πύλη του Κάστρου των Ιωαννίνων. Οι ημέρες του μαρτυρίου του είναι οι έξι τελευταίες ημέρες της πρόσκαιρης ζωής του.
Την Τετάρτη το πρωί στις 11 Ιανουαρίου του 1838 κάποιος Οθωμανός συκοφάντησε το Γεώργιο, ότι ενώ ήταν τούρκος άλλαξε την πίστη του και έγινε χριστιανός. Με την άδικη αυτή συκοφαντία ο νεαρός φουστανελάς συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Στις απειλές των άπιστων με δυνατή φωνή και χωρίς φόβο απαντούσε· «Ποτέ δεν γίνηκα τούρκος, ούτε αρνήθηκα το Χριστό μου. Χριστιανός, και ήμην και αεί ειμί». Στη φυλακή πιέζεται να αρνηθεί την πίστη του, αλλά ως άκμονας πίστεως παραμένει ακράδαντος στην αγάπη του Χριστού. Τη νύκτα οι άπιστοι τον βασανίζουν στη φυλακή απάνθρωπα. Αυτός επιμένει στην πίστη και υπομένει.
Την Πέμπτη το πρωί οδηγήθηκε στον ανακριτή, όπου ξεκινώντας με κολακείες, στις οποίες έμεινε ανεπηρέαστος, υπέμεινε εμπτυσμούς και μαστιγώσεις μιμούμενος του Θεανθρώπου Χριστού τα πάθη και μονολογώντας «Χριστιανός ειμί». Όλη τη νύχτα υπέμεινε με καρτερία βασανιστήρια.
Την Παρασκευή οι άπιστοι του βυθίζουν βελόνια στα νύχια και, αφού τον ξαπλώνουν κάτω στη γη, του βάζουν μεγάλες και ασήκωτες πέτρες στο στήθος. Αυτός αντέχει και δοξολογεί το Χριστό, που τον αξιώνει να μαρτυρήσει για την αγάπη του.
Το Σάββατο οδηγήθηκε πάλι στον ανακριτή, όπου μαζεύτηκαν πολλοί Οθωμανοί, για να δουν την έκβαση του μαρτυρίου του. Του προτάθηκε να αλλαξοπιστήσει και να του κάνουν μεγάλες τιμές, ειδ’ άλλως θα τον θανατώσουν. Ο μακάριος Γεώργιος με δυνατή φωνή και ηρωικό φρόνημα τους καθηλώνει λέγοντας: «Χριστιανός και ήμην απ’ αρχής, Χριστιανός είμι και έσομαι μέχρι τελευταίας μου πνοής». Τρεις φορές παρουσιάσθηκε στον κριτή και τις τρεις έδωσε την ίδια απάντηση. Τότε έβγαλε ο κριτής την απόφαση της θανατικής καταδίκης.
Την Κυριακή ο γενναίος νεομάρτυρας οδηγήθηκε στον ανθύπατο (Καχαγιάμπεη),όπου αν και απειλήθηκε, δεν ενέδωσε. Από εκεί οδηγήθηκε στον Διοικητή Μουσταφά Πασά, ενώπιον του οποίου ο Γεώργιος ομολόγησε το Σωτήρα Χριστό.
Τη Δευτέρα το πρωί, γύρω στην έκτη ώρα της ημέρας, οδηγήθηκε στην αγορά του χάνδακος του μεγάλου φρουρίου, όπου και τον κρέμασαν, μέχρι τέλους φωνάζοντας «Χριστιανός ειμί, ποιήσατέ μοι είτι δειvόv οίδατε».
Το ευωδιάζον μαρτυρικό σκήνωμα του Γεωργίου δωρήθηκε στο Μητροπολίτη Ιωαννίνων, ο οποίος το έθαψε έξω από το Ιερό Βήμα του Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αθανασίου. Έκτοτε ο τάφος αυτός πολλά θαύματα επιτελούσε σε αυτούς που με πίστη τον προσκυνούσαν και ζητούσαν τη βοήθεια και την αρωγή του Άγιου.
Το επόμενο έτος του μαρτυρίου του, δηλαδή το 1839, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ’ ανακήρυξε επίσημα το φουστανελοφόρο νεομάρτυρα Γεώργιο «αληθή μάρτυρα του Χριστού».
Πανηγυρικώς τα ιερά και θαυματόβρυτα λείψανά του ανακομίσθηκαν στις 26 Οκτωβρίου του 1971 και κατατέθηκαν στο φερώνυμο του γενναίου αθλητού ναό, ο όποιος κοσμεί την πόλη των Ιωαννίνων.
Τα πρώτα θαύματα μετά το μαρτύριο του Αγίου
«Μια Τούρκα (Τουρκάλα) άρπαξε την κάλτσα από το πόδι του αγίου και έτρεξεν εις μίαν άρρωστη Τούρκα, ήτις εθεραπεύθη αμέσως». Γι’ αυτό και στις εικόνες ο άγιος εικονίζεται κρεμασμένος και φορώντας κάλτσα μόνο στο ένα πόδι, η πρώτη μάλιστα εικόνα του (αυτή εδώ) φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις ημέρες μετά το μαρτύριό του (από εδώ).
Τρεις ημέρες παρέμεινε το μαρτυρικό σώμα του γενναίου αθλητού της πίστεως Γεωργίου στην αγχόνη. Εκεί, δίπλα στην πύλη του κάστρου, στο πιο κεντρικό σημείο της πόλεως, για να μπορέσουν να το δουν όλοι. Και πράγματι μικροί και μεγάλοι, συγκλονισμένοι ή και περίεργοι έτρεχαν να δουν τον τριαντάχρονο λεβέντη της χριστιανοσύνης, τον μάρτυρα της πίστεως. Για τους Τούρκους ήταν παράδειγμα απονομής δικαιοσύνης σε κάποιον που έλεγαν ότι προσέβαλε την πίστη τους. Για τους Χριστιανούς ήταν ακόμη μια θυσία για του Χριστού την πίστη την αγία και ένοιωθαν διπλά αισθήματα· θλίψη γιατί ο τουρκικός ζυγός παρέμενε άδικος και μοχθηρός, ενώ λίγο παρακάτω υπήρχε ελεύθερη Ελλάδα, και χαρά, γιατί αυτή η θυσία έδειξε τη δύναμη του Χριστού και τα μεγάλα κατορθώματα της πίστεως.
Δεν θέλησε όμως ο Θεός να μείνει χωρίς δόξα ο καλλίνικος αθλητής Του. Αυτός που είπε: «Τους δοξάζοντας με δοξάσω» πλημμύρισε με ουράνιο φως από το πρώτο βράδυ το μαρτυρικό σώμα που βρισκόταν κρεμασμένο στην αγχόνη. Το Θαβώριο φως της Μεταμορφώσεως, που τύφλωνε τους προκρίτους των μαθητών του Χριστού μας και ανάγκασε τον πρωτοκορυφαίο Πέτρο να σκεπάσει το πρόσωπό του πέφτοντας κάτω, φώτιζε όλους τους περαστικούς, και τους μεν ευσεβείς θέρμαινε και φώτιζε, τους δε απίστους κατέκαιε με τις πυρφόρες ακτίνες του. Οι Τούρκοι φύλακες ομολόγησαν ότι έβλεπαν κάθε νύχτα ένα φως που κατέβαινε στο κεφάλι του νεομάρτυρα Γεωργίου σαν χρυσό στεφάνι και ενώ απορούσαν παρέμεναν στην απιστία τους και θεωρούσαν τα συμβάντα σατανικά. Όταν προσπαθούσαν να πλησιάσουν το φως εκείνο απομακρυνόταν και έτσι προσπάθησαν να το διώξουν οι ταλαίπωροι, αν είναι δυνατόν, και μαζί του τη δόξα του Θεού πυροβολώντας το. Το θαύμα διαδόθηκε αστραπιαία και πολλοί έσπευδαν να το δουν. Την τρίτη ήμερα κάποιοι συνάδελφοι του μάρτυρος ιπποκόμοι ζήτησαν την άδεια να πάρουν το άγιο σκήνωμα να το θάψουν και για να το επιτύχουν δωροδόκησαν το φιλάργυρο Μουσταφά Νουρή Πασά. Έτσι το απόγευμα της 19ης Ιανουαρίου ξεκρέμασαν το μαρτυρικό σώμα και διαπίστωσαν ότι, παρά το δριμύτατο κρύο αυτό διατηρούσε τη θερμοκρασία του και ήταν μαλακό και εύκαμπτο και καθόλου μελανιασμένο, λες και ο απαγχονισμός είχε γίνει λίγη ώρα νωρίτερα. Mε ευλάβεια, δέος και συντριβή εξ αιτίας και αυτού του θαύματος, το κατέβασαν σε βάρκα που περίμενε στην τάφρο του Κάστρου και με μεγάλη προφύλαξη ακολουθώντας τα νερά της λίμνης το μετέφεραν στο Ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου το σαβάνωσαν στο παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας και το έθαψαν με χριστιανική μεγαλοπρέπεια. Στην εξόδιο ακολουθία προεξήρχε ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωακείμ, ο οποίος είχε την πεποίθηση ότι κήδευε έναν Άγιο της Εκκλησίας μας. Το γενναίο φουστανελά ενταφίασαν με τιμές έξω από το αριστερό παραπόρτι του Αγίου Βήματος εκεί που βρίσκεται μέχρι σήμερα ο χαριτόβρυτος τάφος του.
Όσοι πιστοί πήραν κομμάτια από την τριχιά της αγχόνης του νεομάρτυρα ή από το πανί του εσωρούχου του για ευλογία είδαν αμέτρητα θαύματα, αφού αυτά η χάρη του Θεού τα έκανε δοχεία ιαμάτων. Το ίδιο συνέβη και με το ζωνάρι του καθώς και με την κάλτσα του, όπως διηγήθηκαν αξιόπιστα πρόσωπα από τα Τρίκαλα.
Την ώρα που το λείψανο του Αγίου βρισκόταν στο Ναό, πριν την εξόδιο Ακολουθία, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωακείμ ο Χίος κάλεσε τον πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού Πέτρο Γεωργιάδη, που ήταν και ζωγράφος, να ζωγραφίσει την εικόνα του Αγίου. Αυτός αφού άγγιξε όλο το μαρτυρικό σώμα, το πρόσωπο και τον τράχηλο του μάρτυρος και έκανε ένα προσχέδιο, έτρεξε στο σπίτι του χωρίς να πλύνει τα χέρια του και πλησίασε την ετοιμοθάνατη από υδρωπικία μητέρα του, της οποίας οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες ζωής. «Μην απελπίζεσαι» της είπε, «θα σε αγγίξω με τα χέρια που άγγιξαν τον Άγιο Γεώργιο και είμαι βέβαιος ότι θα θεραπευθείς». Έτσι και έγινε. Σε λίγες ημέρες η άρρωστη σηκώθηκε και βγήκε στη γειτονιά, όπου οι γείτονες, που γνώριζαν τη σοβαρότητα της ασθενείας της δόξαζαν το Θεό και το νεομάρτυρα του Γεώργιο.
Κάποια άλλη Γιαννιώτισσα, Ελένη στο όνομα, είχε δύο παιδία που υπέφεραν πολύ από πυρετό για έξι μήνες. Οι γιατροί δεν έδιναν ανακούφιση ή ελπίδα και γι αυτό την διακατείχε μεγάλη θλίψη. Μια ημέρα είδε στο όνειρό της ότι βρισκόταν στην αυλή του Μητροπολιτικού Ναού κοντά στον τάφο του Αγίου γύρω από τον οποίο ήταν πολλά νέα κορίτσια. Ένα από αυτά τη φώναξε με το όνομά της και της είπε: «Πάρε, Ελένη, λάδι από την κανδήλα του Αγίου, άλειψε τα παιδιά σου και γίνουν καλά». Όταν ξύπνησε πήγε με ευλάβεια στον τάφο, πήρε λάδι και άλειψε με αυτό τους άρρωστους γιους της που αμέσως θεραπεύθηκαν.
Άλλη γυναίκα από τα Καστανοχώρια, Σταμάτω στο όνομα, που είχε δύο μήνες παράλυτο το δεξί της χέρι, όταν άκουσε για τη θαυματουργική δύναμη του νεομάρτυρα ξεκίνησε με ευλάβεια μαζί με τον πατέρα της και τον πεθερό της. Ήταν Σάββατο απόγευμα και διανυκτέρευσαν δίπλα στον τάφο προσευχόμενοι. Αργότερα η άρρωστη ξάπλωσε στο πλάι του τάφου να ξεκουραστεί και όταν σηκώθηκε ήταν εντελώς υγιής. Την πήραν οι δικοί της και έφυγαν χαρούμενοι δοξάζοντας το Θεό.
Ημέρα με την ημέρα η θαυματουργική χάρη του Αγίου Γεωργίου επισκίαζε όλη τη γύρω των Ιωαννίνων περιοχή και όλοι όσοι είχαν προβλήματα υγείας έσπευδαν στο νέο αυτό ιατρό και λάμβαναν την υγεία τους. Τα θαύματά του τον πρώτο μόλις χρόνο μετά το ηρωικό του μαρτύριο καταγράφηκαν, για να καταδείξουν σε όλους ότι «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού», ότι «τοις Αγίοις τοις εν τη γη Αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος». Επίσης να αποδείξουν τη συνεχή παρουσία του Αγίου στην πόλη του μαρτυρίου του και σ’ όλη τη γύρω της περιοχή καθώς και την παρρησία του στο θρόνο της Χάριτος. Έτσι περπάτησε ο παράλυτος Ευστάθιος από το Ζαγόρι, η σύζυγος του Αναγνώστη Οικονόμου από τη Βήσσανη, η Χάιδω από την Καστανιά και ο εικοσιπεντάχρονος Δημήτριος από την Άρτα· οκτάχρονο μουγκό παιδί από τα χωριά των Ιωαννίνων βρήκε τη φωνή του· η βαρυαλγούσα Αικατερίνη από τα Πράμαντα ανακουφίστηκε από τους πόνους· η δωδεκάχρονη επιληπτική κοπέλα από το Μέτσοβο καθώς και η Αικατερίνη, κόρη του Ιωάννη Κολιού από το Ρωμανό Σουλίου απαλλάχθηκε από τη φοβερή ασθένεια· η Σταυρινή από το Γκρίμποβο με δερματική νόσο καθαρίσθηκε και κάποιος Κωνσταντίνος με φοβερούς πόνους για τρία χρόνια από το χωριό Βουλιαράτες της Δρυϊνουπόλεως θεραπεύθηκε, και γύρισε πίσω στο χωριό του υγιής δοξάζοντας το θεραπευτή του Άγιο.
Ταις Αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΣΑΜΑΡΑ ΓΙΑ ΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ…

ΤΑ «ΘΑ» ΕΝΟΣ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ - ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ

πηγή

Πρόσφατα διάβασα ένα συγκλονιστικό βιβλίο με τίτλο «Υπόσχεση»...- ( 1 εκπληκτικό δίδυμο μάνας - παιδιού! )


ΥΠΟΣΧΕΣΗ
ΥΠΟΣΧΕΣΗ
Συγγραφέας: 
ΛΑΣΗΘΙΩΤΑΚΗ ΜΑΡΙΝΑ Εκδότης: ΓΡΗΓΟΡΗ
 ISBN: 978-960-333-722-5
Σχόλια:
KA-TA-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΟ.
Με συγκλόνισε...
Καθηλωτικό,  απ'  την πρώτη έως την τελευταία σελίδα.
Βιβλίο που είχε λόγο να γραφεί.
Σού αλλάζει την οπτική των πραγμάτων.

Μια λυτρωτική εμπειρία από την ασθένεια τού καρκίνου

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
  Είναι γραμμένο από μιά μάνα πού έζησε την πενταετή περιπέτεια, σωματική, ψυχοθεραπευτική, λυτρωτική τού γιού της πού έφυγε από τον κόσμο αυτό από καρκίνο περίπου σε ηλικία δεκαoκτώ ετών. Είχε ωριμάσει μαζί όλη η οικογένεια στον πόνο και από τον πόνο έζησαν την πίστη, την προσευχή, την ησυχία, την αγάπη, την πραγματική ελευθερία.
Διάβασα το βιβλίο αυτό απνευστί και έμεινα άφωνος. Μού το έδωσε η ίδια η μάνα-συγγραφεύς με αγάπη, γιατί, όπως μού είπε και όπως φαίνεται στο βιβλίο, βοηθήθηκε από τα βιβλία μου – και κυρίως εκείνα πού κάνουν λόγο για την ορθόδοξη ψυχοθεραπεία– για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. Ήταν μια άγνωστη σε μένα μέχρι τώρα αναγνώστρια των βιβλίων μου πού ωφελήθηκε από την νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας για να απαντήση στά ερωτήματα, όπως γράφει: «Γιατί υπάρχουμε; Γιατί ζούμε, αφού θα πεθάνουμε; Ποιό είναι το νόημα τής ύπαρξής μας; Υπάρχει Θεός; Είναι δεδομένη η ύπαρξή μας; Αν είναι δεδομένη, έχουμε ελευθερία βουλήσεως ή είμαστε περιορισμένοι; Πώς συνδυάζεται η ελευθερία με την αγάπη; Πώς συνδέεται η ατομικότητά μου με τούς άλλους ανθρώπους;».
Η μάνα-συγγραφεύς, όπως γράφεται στο σύντομο βιογραφικό της, «σπούδασε Αγγλική και Ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήρε μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα τής εποχής, ενώ μετά την μεταπολίτευση εντάχθηκε σε κόμμα τής αριστεράς». Κυρίως εκείνο πού μάς ενδιαφέρει εδώ είναι ότι πέρασε με τον γιό της Βανή-Μίνω μέσα από όλους τούς σταθμούς ωρίμανσης ψυχολογικής και πνευματικής.
Στην εισαγωγή τού βιβλίου παρουσιάζεται μια συνοπτική περιγραφή τής πνευματικής ωρίμανσης τού γιού και τής μάνας και η ανακάλυψη τής εσωτερικής προσευχής και τού έσω ανθρώπου. Στα δε κεφάλαια πού ακολουθούν την κοίμηση τού Βανή, γίνεται ανάλυση των επί μέρους καταστάσεων πού βίωσαν μάνα και γιός, όπως «ησυχία», «αγάπη, ελευθερία», «ο πόνος», «γιατί να υπάρχουμε», «η ταπείνωση». Με πολύ ωραίο τρόπο, κυρίως εμπειρικό, θίγονται θέματα κοινωνικά, υπαρξιακά, πνευματικά, θεολογικά. Όλα αυτά γράφονται με έναν φιλοσοφικό και θεολογικό λόγο. Η στενότητα τού ερωτήματος πού βασάνιζε την μάνα μετά την κοίμηση τού παιδιού της «ανυπαρξία ή ύπαρξη;», «να ζή κανείς ή να μη ζή;», τελικά ανοίχτηκε στην θεολογία τής αγάπης και τής ελευθερίας.
Πάντως μάνα και γιός πέρασαν μέσα από τον σωματικό, ψυχολογικό και υπαρξιακό πόνο, μέσα από την διαδικασία τού φθαρτού σώματος στο νοσοκομείο, από την αποτυχία τής ψυχολογίας και τής ουμανιστικής ψυχοθεραπείας να αντιμετωπίσουν έναν ετοιμοθάνατο, αφού «δεν μπορούν να καταλάβουν τί έχει ανάγκη ο ετοιμοθάνατος», μέσα από την φιλοστοργία, αλλά πέρασαν και μέσα από την νοερά προσευχή, την ενεργοποίηση τής νοεράς ενεργείας, την νηπτική ορθόδοξη ησυχία, την ανάγνωση ησυχαστών Πατέρων, την παράδοση τού εαυτού τους στον Θεό, την μετάνοια, την μεταποίηση τού πόνου σε αγάπη, ταπείνωση, ελευθερία και πολλά άλλα.
Τό εκπληκτικό αυτό δίδυμο μάνας - παιδιού με την ευγενική, ευαίσθητη και νηφάλια παρουσία τού πατέρα, έζησε σημαντικές εσωτερικές καταστάσεις, όπως περιγράφονται στο βιβλίο.
Τό παιδί είχε έντονα υπαρξιακά ερωτήματα, όταν ήταν ακόμη 10 χρονών –πρίν αρρωστήσει. Καθώς ήταν ανάσκελα ξαπλωμένο στο γρασίδι, μεσάνυκτα με αστροφεγγιά είπε: «Εγώ εκεί ψηλά θα πάω να ζήσω». Σέ διάλογο με την μάνα του είπε: «Όχι, ρέ μαμά, εκεί είναι το σπίτι μου». Σέ ηλικία 14 ετών, μόλις έμαθε ότι έχει καρκίνο, ρώτησε: «Τί γίνεται μετά τον θάνατο; η ζωή σταματά εδώ;». Άλλοτε: «Μαμά, παρακάλα την Παναγία». Σέ δύσκολη στιγμή τής αρρώστιας έγινε ο διάλογος: «–Τί κάνουμε τώρα; –Προσευχή, γιέ μου, προσευχή». Καί σημειώνει η μάνα: «Ο Μίνως ακολούθησε τις οδηγίες τής μάνας του, αλλά πήγε πιό μακριά. Ανακάλυψε τον εσωτερικό υπερβατικό άνθρωπο μέσα του».
Eίναι και μιά μαρτυρία για το πώς εφαρμόζεται στην πράξη η νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας, η υπομονή, η ησυχία και η νοερά προσευχή, η λεγομένη «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σε δύσκολες καταστάσεις, όπως είναι η ασθένεια τού καρκίνου, η προθανάτια αυτή εμπειρία.
Σέ έναν άλλο συγκλονιστικό διάλογο ο Βανής-Μίνως είπε, όπως το κατάλαβε η μητρική καρδιά: «Εγώ σε αυτόν τον πλανήτη...δεν έχω θέση πιά. Πάω για άλλο». Καί όταν στην τελευταία τάξη τού Λυκείου μιά καθηγήτρια ρωτούσε τά παιδιά: «Τί επιθυμείτε τώρα με την αποφοίτησή σας; Ποιά τά σχέδιά σας;», και τά παιδιά έδιναν τις απαντήσεις τους, ο Μίνως απάντησε λιτά«Έναν ανώδυνο θάνατο», και «η τάξη έμεινε άναυδη». Τότε βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο τής ασθενείας του και προετοιμαζότανγια την αναχώρησή του από τον κόσμο αυτόν.
Τό πέρασμα μέσα από την δοκιμασία τού καρκίνου δεν ήταν εύκολο. Αλλά εκείνος είχε ένα ηρωϊκό πνεύμα. Αντιμετώπιζε τιςδυσκολίες με χιούμορ, συμμετείχε στίς εξετάσεις τού Σχολείου και μετά από ακτινοθεραπείες, έγραφε στο laptop, άκουγε μουσική, έστησε με φίλο του ερασιτεχνικό radio και έκαναν εκπομπές, έγραψε σενάρια και γύριζε ερασιτεχνικά φιλμάκια, συμμετείχε στην εκδρομή τής Γ' Λυκείου στην Σαντορίνη ένα μήνα πρίν φύγει απ’ τον κόσμο αυτόν, έψαχνε περιβαλλοντικά θέματα, έπαιζε bouling στην Γλυφάδα. Γενικά, ήταν δημιουργικός άνθρωπος, δεν διακρινόταν από αδράνεια. Υπήρχε περίπτωση πού λύγιζε, «πάλευε με τον πόνο του και ήταν οι ώρες πού δεν ήθελε ούτε την μάνα του να βλέπει και αυτή τρελαινόταν. Ανησυχούσε, δεν καταλάβαινε, δεν ήξερε τί να κάνει. Μόνο προσευχή». Περισσότερο ζούσε με ησυχία καιπροσευχή.
Η προτελευταία και τελευταία ημέρα τής ζωής του διακρινόταν από την λιτότητα, την απλότητα, την πίστη και τονσυγκλονισμό. Τό παιδί εξέφρασε την επιθυμία: «Γίνεται να μάς φέρουνε από το Άγιον Όρος λίγο κρασί και λίγο ψωμί;». Όταντο διαβεβαίωσαν ότι θα πραγματοποιηθή η επιθυμία του, είπε: «Νά δείς πού όλα θα τελειώσουν όμορφα, μαμά». Έπειτα, ο πατέρας του διάβαζε τον βίο τού αγίου Σεραφείμ τού Σαρώφ, όπως εκείνος το είχε ζητήσει.
Μέσα στους πόνους τού Μίνου έγινε ο εξής διάλογος:
«–Μαμά τί άλλο κάνουμε;
–Προσευχή, καμάρι μου, προσευχή.
–Ποιά απ' όλες;
–Όποια θές. Πες το Πάτερ ημών ή απλώς το Κύριε ελέησόν με.
Κείτονταν ημέρες χωρίς μορφασμούς από τούς πόνους με κλειστά μάτια. Η μάνα τού κράτησε το χέρι του και προσευχόταν κι αυτή».
Μέσα σε μια τέτοια συγκινητική, ήρεμη και βαθειά χριστιανική οικογενειακή ατμόσφαιρα, σε νοσοκομείο τής Γερμανίας ο Βανής-Μίνως έφυγε από τον κόσμο αυτόν και πορεύθηκε σε εκείνον πού ποθούσε από την μικρή του ηλικία.
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Μόλις τελείωσα την ανάγνωση, τηλεφώνησασε αυτήν την μάνα και τής είπα: «Είσαι ηρωίδα μάνα. Ήταν τυχερός ο Βανής πού είχε μια τέτοια μάνα». Και εκείνη μεταπείνωση απάντησε αφοπλιστικά: «Εγώ είμαι τυχερή πού είχα τέτοιο γιό».
Η ίδια γράφει στον πρόλογο τού βιβλίου: «Άθελά μου, εντελώς μηχανιστικά από την δική μου πλευρά, τού έστρεψα τηνπροσοχή στην προσευχή. Έτσι, όπως θα έκανε η μάνα μου. Προσευχή για να τιθασεύσει θεραπευτικά τον αβάσταχτο πόνο. Και τότε ο πόνος άρχισε να δουλεύει θεραπευτικά για την ψυχή τού Βανή, ενώ εμένα απειλούσε να με συνθλίψει. Ο πόνος, αν δενσε καταστρέψει, θα σε αναστήσει». Αλλά επειδή ήταν ηρωίδα μάνα, ο πόνος θεράπευσε τον γιό της, ανέστησε και την ίδια. Εκείνη έχει το θάρρος να γράψη στον πρόλογο τού βιβλίου: «Γιέ μου, σ' ευχαριστώ».
Και εκείνος θα προσεύχεται για την μάνα του πού τον ευεργέτησε.
Ενώ το παρελθόν τής μάνας αυτής ήταν αριστερό, την διακατείχε η αναζήτηση τής Αλήθειας. Αυτό φαίνεται από όσα γράφει συνοπτικά για τον Camus με τον φιλελεύθερο ουμανισμό του: «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω» για τον Sartre πού είναι διχασμένος «πάντα ανάμεσα στον υπαρξισμό και τον Μαρξισμό, καταλήγει σε μιά παραδοχή τής ελευθερίας, όπως την εννοούσε ο ίδιος»για τούς υπαρξιστές, Μαρξιστές φιλοσόφους, αγνωστικιστές ή αθέους πού «ξέκοψαν τον νου από την καρδιά» για τον Hussel, Hegel, Marx κλπ.
Με την ασθένεια τού γιού της γνώρισε τούς ψυχολόγους και ψυχαναλυτές, τα ψυχοφάρμακα και την ψυχανάλυση πού προτείνουν: «Γίνε φυτό. Να μην αισθάνεσαι. Να μη αυτοκτονήσεις. Ή σε καλούν σε ατέρμονες συζητήσεις ψυχοθεραπείας. Όπως αδυνατούν να διαχειριστούν τον θάνατο, αδυνατούν να διαχειριστούν και το υπαρξιακό κενό τής μάνας πού πενθεί το παιδί της. Εστιάζουν σε προβλήματα ατομικά-ψυχολογικά και χαπακώνουν τον ασθενή. Κύριο μέλημά τους είναι να εξαφανίσουν τα συμπτώματα τής λεγόμενης κατάθλιψης».
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά.
Και μέσα σε όλη αυτήν την περιπέτεια η ηρωίδα μάνα βρήκε την «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» και την νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας και επιβεβαιώνει ότι «η λογική και ο νούς είναι δύο παράλληλες ενέργειες τής ψυχής», ότι έχουμε μάθει ναχρησιμοποιούμε μόνο την λογική ενέργεια και «έχουμε παραμελήσει την άλλη ενέργεια τής ψυχής, το νού, πού είναι το κέντρο ύπαρξης τού ανθρώπου». Αλλά θα πρέπει να συνδέσουμε «τον νού με τον Θεό, μέσω τής νοεράς προσευχής».
Μέσα από την διαδικασία τής θεραπευτικής αγωγής τής Εκκλησίας ο Βανής υπήρξε γενναίος. «Η στάση του απέναντι στονκαρκίνο ήταν ηρωική. Πάλη άνιση, αγώνας μέχρι το τέλος, αγόγγυστος και ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ. Η υπομονή του δεν είχε κανένα στοιχείο ηττοπάθειας ή παραίτησης. Ήταν σκληρή αποδοχή τής πραγματικότητας. Η υπομονή του τού έδωσε χρόνο και γαλήνη να στραφή στο πνεύμα του. Ανακάλυψε την προσευχή σιωπηλά. Αυτή τον απογείωσε, τον έκανενα ξεπεράση τον εαυτό του, να βγεί έξω από τον εαυτό του. Μεταμόρφωσε τον χαρακτήρα του, την εγωπάθειά του. Τον οδήγησε ν' αγαπήσει δυνατά. Έφυγε σαν αετός, ελεύθερος».
Η νηπτική παράδοση τής Ορθόδοξης Εκκλησίας βοήθησε και την μάνα να ελευθερωθή μέσα από τον «άγιο πόνο», γι' αυτό γράφει: «Ο πόνος ο βαθύς είναι λυτρωτικός. Σαν καυτό σίδερο στά σωθικά σου, λιώνει τον εγωισμό σου. Αποτεφρώνει επιθυμίες και κοσμικά θέλω». «Ο ανείπωτος πόνος σαν οξύ μυτερό λεπίδι, ξύνει την ψυχή της (τής μάνας) και βγαίνουν αλήθειες. Γονατίζει από τις αποκαλύψεις... Τώρα καταλαβαίνω ότι αυτή είναι πραγματική μετάνοια».
Το βιβλίο αυτό με τίτλο «υπόσχεση» πού κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γρηγόρη, είναι μια «μαρτυρία και οφείλεται στηνυπόσχεση πού δόθηκε ανάμεσα σ' εμένα (την μάνα) και τον γιό μου Βανή», ο οποίος είχε σκοπό αν ζούσε «να γράψη για τηνεμπειρία πού έζησε με τον καρκίνο». Αλλά είναι και μια μαρτυρία για το πώς εφαρμόζεται στην πράξη η νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας, η υπομονή, η ησυχία και η νοερά προσευχή, η λεγομένη «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σε δύσκολες καταστάσεις, όπως είναι η ασθένεια τού καρκίνου, η προθανάτια αυτή εμπειρία.
Ευλογημένο παιδί, ηρωίδα μάνα, ευαίσθητος και νηφάλιος πατέρας. Δόξα τω Θεώ.
πηγή