Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Συκοφαντία είναι η ψεύτικη κατηγορία. Συκοφάντης είναι ο ψεύτης. Και κάποιος σοφός λέει «κανέναν άλλον να μη θεωρείς ψεύτη, παρά τον συκοφάντη. Γιατί μεταξύ ψεύδους και συκοφαντίας δεν υπάρχει καμία διαφορά». Συκοφάντη οι παλιότεροι και οι τωρινοί ονομάζουν τον διαβολέα και τον προσαγωγέα. Είναι βέβαιο ότι ο διάβολος έχει εφεύρει την συκοφαντία. Δηλητήριο σκορπιού η γλώσσα του συκοφάντη. Δεν παρατάει το έργο του ο συκοφάντης, όταν επιπλέον αντιληφθεί ότι και οι άρχοντες επιθυμούν τη συκοφαντία. Μηχανεύεται ψέματα και διαβάλλει με κάθε τρόπο. Ο Κύριος θα εξολοθρεύσει όλα τα πονηρά χείλη. Η γλώσσα του συκοφάντη μισεί την αλήθεια. Η συκοφαντία γκρέμισε νέους και γέροντες, άρχοντες και δυνάστες. Ο συκοφάντης χαίρεται πολύ περισσότερο, όσο με τις πράξεις του γίνεται δημοφιλής.

http://kosmasserafetinidis.files.wordpress.com/2013/10/3179d-picture-161.png?w=610 

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Τούρκοι προσβάλλουν την Παναγία Σουμελά και την Ορθοδοξία

Του Κώστα Ζαφειρίου
 Τη Μονή, σύμβολο του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, της Παναγίας Σουμελά στην Τραπεζούντα, έβαλαν στο στόχαστρό τους για μια ακόμη φορά οι Τούρκοι.
Ο ιερός αυτός χώρος έγινε σκηνικό τουρκικής κινηματογραφικής ταινίας με τίτλο «Κωδικός Σουμελά», κατά το «Κωδικός Ντα Βίντσι». 
Είναι άγνωστο αν για την παραγωγή είχε ενημερωθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ποιά ήταν η αντίδρασή του για την ταινία - προσβολή για την Ορθοδοξία. Η ταινία γυρίστηκε το 2011, προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες της γείτονος το 2012 και το 2013 , ενώ κυκλοφορεί και σε DVD με αγγλικούς υπότιτλους σε ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Βέλγιο) όπου ζούν Τούρκοι.
 Οι παραγωγοί της ταινίας, στην οποία εκσφενδονίζεται... παπούτσι κατά αγιογραφίας της Μονής, διακωμωδείται το μυστήριο της Θείας Μετάληψης με τρόπο χυδαιότατο και διασύρεται ο ιερός κλήρος, επειδή «πέτυχε» το σκοπό της, να προσβάλει δηλαδή το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων, επανέρχονται δριμύτεροι με νέα παραγωγή!
Σύμφωνα με πληροφορίες του ierovima.gr, στα τέλη του 2013 ξεκίνησαν τα γυρίσματα της ταινίας «Κωδικός Σουμελά 2». Τα γυρίσματα έγιναν πάλι στο ιστορικό μοναστήρι και στους γύρω χώρους. 
Πρωταγωνίστρια αυτής της ταινίας είναι το γνωστό μοντέλο Γιαγμούρ Αγιάζ, που δήλωσε σε τουρκικές εφημερίδες: «Τα γυρίσματα έγιναν στο μοναστήρι της Σουμελά και ήταν πολύ διασκεδαστικό»! Ποιός ξέρει τί άλλο έχουν σκεφθεί οι Τούρκοι και περιέχεται στη νέα ταινία, για να παίξουν με το θρησκευτικό συναίσθημα των Ορθοδόξων.
Το σενάριο της προσβλητικής ταινίας για την Παναγία Σουμελά και την Ορθοδοξία, αναφέρεται σε κάποιον Τεμέλ που αγαπά μια όμορφη τουρκάλα την Ζουχάλ. Τον Τεμέλ δεν τον θέλει ο πλούσιος πατέρας της Ζουχάλ και έτσι ο ερωτοχτυπημένος τούρκος βάλθηκε να βρεί τον «Θησαυρό της Μονής Σουμελά», για να γίνει πλούσιος και να κατακτήσει τον έρωτά του. 
Στο πρώτο ημίωρο της 90λεπτης ταινίας βλέπουμε έναν αστυνομικό να κυνηγά στον ιερό χώρο δύο Τούρκους που φωτογραφίζουν αγιογραφίες της Μονής για να τις αποκρυπτογραφήσουν στη συνέχεια και να βρούν στοιχεία για τον... κρυμμένο θησαυρό. 
Είναι συγκλονιστική η σκηνή με το παπούτσι που εκσφενδονίζεται κατά αγιογραφίας!
Στη συνέχεια οι δύο μουσουλμάνοι μπαίνουν σε χριστιανικό ναό. 
Εκεί διακωμωδούν το Μυστήριο των Μυστηρίων και στη συνέχεια μιλούν με τον παπα -Χρήστο.
O ...παπα-Χρήστος, μετά τη Θεία Λειτουργία, κάθεται με τους δύο μουσουλμάνους κάτω απο τον ιερό άμβωνα και πίνουν εναλλάξ από το δισκοπότηρο. Ο παπάς τους δίνει στοιχεία για τον «θησαυρό της Σουμελά», και στο τέλος αποκοιμιέται μεθυσμένος απο το «Σώμα και Αίμα Του Κυρίου»!
Η ταινία στο τέλος μας μεταφέρει (σύμφωνα με το σενάριο) στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας (περίπου 2 χλμ απο την Παναγία Σουμελά), όπου ο Τεμέλ, ύστερα απο συμπλοκή με οπλισμένους Ισραηλινούς και Ρώσους οι οποίοι σκοτώνονται έξω από το παρεκκλήσι, σκάβει (;) και βρίσκει ράβδους χρυσού.



Παπούτσι κατά αγιογραφίας

 Η σκηνή είναι συγκλονιστική: οι δύο Τούρκοι βγαίνουν τρέχοντας απο το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, ενώ τους κυνηγά ένας αστυνομικός, ο οποίος βγάζει το παπούτσι του και το εκσφενδονίζει εναντίον τους. Όμως ο σκηνοθέτης δεν θέλει θύματα τους τούρκους, αλλά την ιερότητα του χώρου. Το παπούτσι δεν τους πετυχαίνει, αλλά πέφτει πάνω την αγιογραφία αιώνων, που κοσμεί έναν από τους τοίχους της ιεράς μονής.
Να σημειωθεί ότι το να πετάξεις παπούτσι σε μουσουλμάνο, είναι κίνηση προσβλητική. Όχι όμως αν πετάξει μουσουλμάνος παπούτσι κατά αγιογραφίας!

«Κρασί μπύρα και ψωμί» η Θεία Κοινωνία

Οι παραγωγοί της ταινίας έχουν αφιερώσει περίπου δεκαπέντε λεπτά για να διακωμωδήσουν το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.
Οι δύο μουσουλμάνοι πρωταγωνιστές εμφανίζονται μπροστά στον παπά που τελεί το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Ο παπάς φέρεται να είναι ελληνόρυθμος καθολικός (Ουνίτης) αλλά για να γίνει διακριτή η διαφορά Ουνίτη-Ορθοδόξου, πρέπει ο θεατής να είναι καλός γνώστης της τελετουργίας των ιερών μυστηρίων. Το μήνυμα άλλωστε που θέλουν να περάσουν μέσα από την εικόνα οι Τούρκοι, είναι:
1/ η Θεία Κοινωνία είναι... φαγητό. Ετσι ο πρωταγωνιστής λέει «ωραία θρησκεία...δίνουν κρασί, μπύρα και ψωμί»
2/ ο Ορθόδοξος κλήρος -για τον σκηνοθέτη της ταινίας- πρέπει να φαίνεται ότι είναι αποβράσματα που βλέπουν ως αλκοόλ τη Θεία Κοινωνία και την εκκλησία ...μπαρ. 
Ετσι ο πρωταγωνιστής κάτω απο τον άμβωνα πίνει μαζί με τον ιερέα το κρασί της θείας Κοινωνίας και στο τέλος ο ιερέας μεθά και αποκοιμάται. Πριν φύγουν οι δύο Τούρκοι από την εκκλησία, ρωτούν τον παπά, «τί χρωστάμε για το ποτό;»!

«Μόνα Λίζα» ο Χριστός!

Σε κάποιο σημείο της ταινίας ο πρωταγωνιστής έχει στα χέρια του τουριστικό οδηγό της Ιεράς Μονής. Κοιτά με γουρλωμένα μάτια εικόνα του Παντοκράτορα και σχολίαζει : «τα μάτια της εικόνας σε ακολουθούν παντού όπως και να την γυρίσεις...Τα μάτια του με ακολουθούν σαν τα μάτια της Μόνα Λίζα»

Βεβήλωσαν το παρεκκλήσι;

Στο τέλος της ταινίας εμφανίζονται ο Τεμέλ και η Ζουχάλ σε ένα χώρο που, σύμφωνα με το σενάριο, είναι το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας που βρίσκεται δύο χιλιόμετρα από την Παναγία Σουμελά.
Εκεί ήταν κρυμμένα τα θησαυρίσματα της Παναγίας Σουμελά που ήδη βρίσκονται στη Νέα Παναγία Σουμελά στο Βέρμιο. Σε αυτό το παρεκκλήσι, στον κυρίως ναό, έχει ανοιχθεί μια λακούβα όπου τελικά ο πρωταγωνιστής βρίσκει ράβδους χρυσού και λύνει τον ... «Κώδικα Σουμελά».
 Το ερώτημα που τίθεται είναι: Ο χώρος που γυρίστηκε η συγκεκριμένη σκηνή, είναι πράγματι το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας; Και από τις φωτογραφίες διαπιστώνουμε με λύπη μας πως πρόκειται για ναό.


Η Παναγία Σουμελά και η Αγία Βαρβάρα

 Η Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά, είναι το πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.
Το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, ίδρυσαν το μοναχικό της κατάλυμα, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα.
 H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο.
 Σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από τη μονή, οι δύο μοναχοί έχτισαν το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο το 1922 έκρυψαν καλά την εικόνα της Mεγαλόχαρης που εικονογράφησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου.
Αρκετά χρόνια αργότερα και μετά από πολλές περιπέτειες, οι ανεκτίμητοι αυτοί θησαυροί μεταφέρθηκαν από την κρυψώνα του παρεκκλησίου της Αγίας Βαρβάρας στην Ελλάδα, στη Νέα Παναγία Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.


Σημείωση "τί και πώς"
Την ίδια ώρα, εμείς... φροντίζουμε την "φιλία" μας με τους μουσουλμάνους, παραχωρώντας τους το ΟΑΚΑ για Ραμαζάνι και μάλιστα το Υπουργείο Παιδείας τους έστειλε και μήνυμα, με την ευχή " ο μήνας του Ραμαζανίου να είναι ένας μήνας αγάπης, ελεημοσύνης και καλών πράξεων"....
Επίσης το Συμβούλιο Επικρατείας δίνει το "πράσινο φως" για την ανέγερση του Τζαμιού στην Αθήνα, με κρατική χρηματοδότηση ύψους 1.100.000 ευρώ!
"Ομορφιές"........και ΝΤΡΟΠΕΣ!
Τί είπαμε για τους άντρες, το φιλότιμο και την αξιοπρέπεια στην Ελλάδα;
Τί ώρα πέρασε το τραίνο που τα πάτησε όλα τούτα και δεν το πήραμε είδηση;
Και πότε περνάει το επόμενο για να φορτώσουμε τους "σωτήρες" και να το εκτροχιάσουμε;

πηγή 

Δεν αλλάζει η κατάσταση αδερφέ!

 http://1.bp.blogspot.com/-vQChnizG8LI/U-OMVpHvg1I/AAAAAAAARos/tEy_QRCyM0c/s1600/astegos.jpg

Αναμφισβήτητα, η ιστορική περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από μια μεταβατικότητα και αρκετές πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις σε συνδυασμό με ραγδαίες εξελίξεις τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της πατρίδας μας. Για το λόγο αυτό είναι φυσιολογικό, όπως σε κάθε σκεπτόμενο λαό, σε κάθε συνάντηση, σε κάθε δεδομένη ευκαιρία, να δίνουν και να παίρνουν οι συζητήσεις περί των κοινών.

Συνήθως η συζήτηση ξεκινά από τον προβληματισμό όλων για τα καίρια ζητήματα που απασχολούν την πατρίδα μας και εμάς τους ίδιους και όλοι εκφράζουν την απογοήτευση και την πικρία τους για το κατάντημά μας και για το τι θα παραδώσουμε στις επερχόμενες γενεές, στα παιδιά και στα εγγόνια μας. Φυσιολογικά, κάθε  ανθρώπινος νους που αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα αναζητεί τη λύση κι έτσι νομοτελειακά η συζήτηση καταλήγει στο “διά ταύτα”, δηλαδή στο τι μέλλει και στο τι δέον γενέσθαι.
Στο σημείο αυτό η συντριπτική πλειοψηφία των συζητήσεων καταλήγει στο απογοητευτικό συμπέρασμα ότι δε γίνεται τίποτε, τίποτε δεν αλλάζει κλπ. Μάλιστα το συμπέρασμα αυτό ως άποψη παρουσιάζεται ως η ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων και κάθετι άλλο απορρίπτεται απλά ως ουτοπία. Η θέση αυτή συχνά διανθίζεται από χλευαστικά σχόλια για κάποιους “Δον Κιχώτες” που ξεκίνησαν κάποιες προσπάθειες αλλαγής των πραγμάτων, αλλά απέτυχαν ή από μια περαιτέρω πιο εκτεταμένη ανάλυση του πόσο ζοφερή και αδιέξοδη είναι η κατάσταση που ζούμε.
Οι περισσότεροι λοιπόν καταλήγουμε στο συμπέρασμα που προέκυψε σε πρώτο επίπεδο και κλείνουμε εκεί το θέμα. Ωστόσο ένας προσεκτικός συζητητής που τον καίει το θέμα και δε διεξάγει τις συζητήσεις αυτές χάριν γούστου ή διασκέδασης, οφείλει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα και να αξιολογήσει τη συζήτηση και από άλλες οπτικές γωνίες οι οποίες δεν είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού.
Η ανάλυση του προφίλ και των απόψεων των συζητητών είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση, για να αντιληφθούμε αν το τελικό συμπέρασμα είναι αυτό που λογικά προκύπτει ή αυτό που θέλουμε εμείς να προκύψει…  Συγκεκριμένα όλοι οι θιασώτες της ανωτέρω θέσεως-συμπεράσματος, πιστεύουν ότι η κατάσταση στην πατρίδα ΠΡΕΠΕΙ να αλλάξει. Μάλιστα πιστεύουν ότι πρέπει να αλλάξει εδώ και τώρα, αλλιώς θα αφανιστούμε ως έθνος, ως Ελλάδα και εμείς και τα παιδιά μας. Στο σημείο αυτό κάνουμε μια παύση και διερωτώμαστε: είναι δυνατόν κάποιος να οδεύει στην καταστροφή και να συμπεραίνει ότι τίποτε δε γίνεται; Δηλαδή είναι δυνατόν π.χ. σήμερα το απόγευμα να πρόκεται να εκτελέσουν το παιδί μου και εγώ να κάθομαι να λέω, δε μπορώ να κάνω τίποτε; Προφανώς, προφανέστατα, οι περισσότεροι δεν έχουμε αντιληφθεί την επερχόμενη καταστροφή, την αντιμετωπίζουμε ως ένα σίριαλ, ένα θρίλερ που απλώς παρακολουθούμε ως θεατές. Την έχουν καταλάβει όσοι έχουν ήδη πληγεί π.χ. άνεργοι που δεν έχουν να ταΐσουν τα παιδιά τους και θα την καταλάβουμε όταν βρεθούμε πρόσωπο προς πρόσωπο με τη νέα πραγματικότητα  (π.χ. όταν θα πηγαίνουμε φυλακή, γιατί επικρίναμε τα εγκλήματα ενός μουσουλμάνου). Πρώτο συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε καλά καλά τι έρχεται και δεν πιστεύουμε ειλικρινά ότι αν δεν αλλάξει αμέσως η κατάσταση κυριολεκτικά χαθήκαμε…
Σε ένα δεύτερο επίπεδο στο πλαίσιο πάντα των προαναφερθεισών συζητήσεων, διαπιστώνεις ότι πολλοί από τους απογοητευμένους συνομιλητές συμπολίτες  μας, πίστεψαν και ψήφισαν κόμματα με τα οποία δε συμφωνούσαν σε κάποια σημαντικά ζητήματα, αλλά αυτά τα κόμματα ήταν στο προσκήνιο! Κοινώς ήταν κόμματα με πολιτικό ρεύμα. Μάλιστα κάποια από αυτά είναι νεοπρόβλητα στην πολιτική σκηνή και απέκτησαν δύναμη στις δύο τελευταίες εκλογές. Αν δηλαδή πρόβαλες τα κόμματα αυτά στους ίδιους πριν τέσσερα χρόνια, θα γελούσαν μαζί σου, γιατί ήταν στο 0,03%! Ένα δεύτερο λοιπόν στοιχείο τον συνομιλητών μας είναι ότι για να πιστέψουν σε μια πολιτική αλλαγή πρέπει να έχουν πιστέψει ήδη πολλοί άλλοι, έστω και τυφλά και ασυνείδητα, αρκεί να έχουν δώσει εκλογικό ποσοστό. Προς τιμήν τους τα στελέχη των κομμάτων αυτών επέμειναν με πίστη στον αγώνα τους (όποιος κι αν ήταν αυτός), έστω κι αν ήταν μια θλιβερή μειοψηφία, αλλά πάλευαν για το δικό τους πιστεύω. Άδραξαν την πολιτική ευκαιρία και βρίσκονται στο πολιτικό προσκήνιο.  Συμπέρασμα δεύτερο λοιπόν: οι συνομιλητές μας δεν θέλουν με πίστη να παλέψουν για αυτό που πιστεύουν καθολικά ως το καλύτερο για την πατρίδα, αλλά  θέλουν μια έτοιμη λύση από ένα έτοιμο κόμμα που θα έχει και ένα αξιοσέβαστο ποσοστό, έστω κι αν διαφέρει από τα πιστεύω τους.
Κατ’ επέκταση η πίστη και η εμπιστοσύνη σε κόμματα με ποσοστά, μεταφέρεται και σε πρόσωπα με αναγνωρισιμότητα, τα οποία, ωστόσο, είναι τόσο ένοχα και υπεύθυνα για την παρούσα κατάσταση, ώστε μόνο χειρότερη μπορούν να την κάνουν (ξεπούλημα-προδοσία) και σίγουρα όχι καλύτερη, αφού τους έχει δοθεί η ευκαιρία πολλαπλώς και την εξαργύρωσαν (κυριολεκτικά) για το προσωπικό τους συμφέρον και όχι της πατρίδας. Ποιος ξέρει τώρα π.χ. τον τάδε έγκριτο οικονομολόγο ή συνταγματολόγο που λένε ότι οδεύουμε σε απόλυτη υποδούλωση; Αυτοί είναι μαθητευόμενοι μάγοι, εδώ μας διαβεβαιώνει ο τάδε υπουργός ή ο ίδιος ο πρωθυπουργός ότι πάμε καλά… Συμπέρασμα τρίτο λοιπόν: εμπιστευόμαστε τη λύση σε πρόσωπα που έχουν αναγνωρισιμότητα και όχι αντικειμενική αξία, έστω κι αν μερικά από τα πρόσωπα αυτά είναι βουτηγμένα ως το λαιμό στο βούρκο!
Σε κάποιο κομβικό σημείο της συζήτησης, μπορεί να τεθεί και το εμπρηστικό ερώτημα: εσύ τι κάνεις για την κατάσταση ή τι θα πεις στα παιδιά σου ότι έκανες. Εδώ η συζήτηση φουντώνει κυριολεκτικά και οι συνήθεις απαντήσεις  είναι ότι εγώ (ή ο καθένας) προσπαθώ να είμαι σωστός στο χώρο μου, εκεί που δραστηριοποιούμαι, στην οικογένειά μου κλπ. Είναι προφανές ότι ο συνομιλητής δεν έχει αντιληφθεί την υποχρέωση που έχει ο πολίτης μιας δημοκρατίας να συμμετέχει στα κοινά όχι μόνο δια μιας ξερής ψήφου. Μάλιστα μπορεί να θεωρεί ότι είναι χάσιμο χρόνου, αργόσχολων και ανεπρόκοπων ανθρώπων, σε αντίθεση με την αρχαία Αθήνα όπου ο μη ενασχολούμενος με τα κοινά, ο ιδιώτης δηλαδή, θεωρούνταν ο χειρότερος. Βέβαια πάντα υπάρχει το αιτιολογικό του βεβαρημένου προγράμματος, μολαταύτα αν αναλογιστεί κανείς τον χρόνο που διαθέτουμε σε τηλεόραση ή άλλες ενασχολήσεις, θα καταλάβει ότι αυτό είναι μια δικαιολογία, ειδικά σήμερα που τα πράγματα είναι τόσο τραγικά όσο μπορούμε εύγλωττα οι ίδιοι να τα περιγράφουμε. Συμπέρασμα τέταρτο λοιπόν: οι συνομιλητές μας βλέπουν τη δραστηριοποίηση με τα κοινά ως κάτι ξένο προς τις υποχρεώσεις τους ή κάτι πολύ επιβαρυντικό, που δεν έχει θέση προτεραιότητας στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμά τους.
Καταλήγοντας λοιπόν λέω ευθαρσώς στο φίλο, συνομιλητή, συμπατριώτη: Αδερφέ η κατάσταση αλλάζει, αλλά πρέπει να συνηδειτοποιήσεις ότι καίγεται το σπίτι μας ότι πρέπει εδώ και τώρα κάτι να γίνει από εμάς και όχι κάποιον άλλο, ότι ο κοινός στόχος θα επιτευχθεί μόνο αν όλοι τον πιστέψουμε και δεν περιμένουμε έτοιμες λύσεις από άλλους κάνοντας συγκαταβάσεις σε επιλογές προσώπων και ηθικής. Όλα αυτά απαιτούν προσωπικό αγώνα έξω από το καβούκι μας και δε θα έλθουν έτσι μαγικά σαν ταινία. Δυστυχώς έχουμε ευθύνη, διότι λόγω της νοοτροπίας μας αυτής όλα τα προηγούμενα χρόνια, εκχωρήσαμε συνειδητά τη διαχείριση του δημόσιου βίου μας σε πρόσωπα τουλάχιστον ανάξια που μας κατάντησαν όπως είμαστε. Η αλλαγή περνάει υποχρεωτικά, από εμάς, γι’ αυτό και θα δώσουμε λόγο στις επερχόμενες γενιές για το τι κάναμε σήμερα που το σίδερο είναι στη βράση του!

πηγή 

Η κυρα- Σταυρούλα από την Άτταλη της Εύβοιας

Διακρινόταν για την βαθειά της ευλάβεια στα πράγματα της εκκλησίας , την υπομονή και το φίλεργο. Προερχόταν από έναν άγιο πατέρα, τον οποίο οι συμμορίτες έπνιξαν στο Αιγαίο, κρεμώντας στον λαιμό του μεγάλη πέτρα, γιατί είχε γιο στον στρατό. Μετά από μέρες βρέθηκε το λείψανό του όρθιο στην θάλασσα, όπως του αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Ήτανε μάννα πέντε παιδιών. Δεν κάθισε ποτέ στο τραπέζι να πιάση ψωμί, χωρίς κόπους και ιδρώτες. «Γέροντά μου» και «Θεόκτιστέ μου» ήταν οι προσφωνήσεις της. Το αγαπητικό αυτό «μου» ήταν πάντα κάτω από την γλώσσα της. Ο σύζυγος, κομμάτι σκληρός και μεμψίμοιρος , δεν άφηνε περιθώρια για πολλές χαρές.
Κάπου – κάπου μας έπαιρνε και κάποιο τηλέφωνο.
- Τι κάνεις , κυρα- Σταυρούλα;
- Προσπαθώ να αναπληρώνω τα υστερήματα, τα κενά της νύφης, για να μην οργίζεται ο πεθερός και δημιουργήται παροξυσμός στην οικογένεια.
Όταν κάποτε ο αδελφός της προσπάθησε να την πληγώση, του έδωσε την απάντηση των Αγίων.
- Έμαθε και γράμματα ο γυιός σου, αλλά, αδελφή μου, τι έγινε; Καλογεράκος. Μήπως έγινε δεσπότης;
- Άκουσε, αδελφέ μου∙ το δικό μου το παιδί ήταν άξιο να γίνη μοναχός.
Καύχημα ήτανε για την κυρά- Σταυρούλα πως ο γυιός της ήταν μοναχός και παντού το διεκήρυττε:
- Έχω και γιο μοναχό στο Άγιον Όρος.
Όταν καθόμασταν κατ’ ιδίαν, μου εκμυστηρεύετο:
- Πολλές βολές την νύχτα ξυπνώ και αναρωτιέμαι: «Άραγε αυτά τα παιδιά έχουνε να πορευθούνε; Εγώ απόψε έβαλα κουτάλι στο στόμα μου∙ αυτά πως πορευθήκανε;».
Χρόνια οι χυλοπίτες και ο τραχανάς ήταν δικά της παρασκευάσματα και ευλογίες στο μοναστήρι, μαζί με τα ξερά σύκα για την Σαρακοστή. Κι εμείς οι μοναχοί θέλουμε κάποτε-κάποτε ν’ ακουμπούμε στην θύμηση κάποιας ταπεινής μάννας.
Είχε διάκριση και ντροπαλότητα σαν να ήταν μικρή παιδίσκη. Ήρθε μια νύχτα με τον σύζυγό της στο κονάκι , στην Θεσσαλονίκη και προτιμήσανε να μείνουν όλη την νύχτα πίσω από την πόρτα, να μη μας ενοχλήσουν.
Η τραχειά ύπαιθρος με την σκληρή δουλειά αγιάζει. Μας έδωσε πολλές φορές τρυφερώτερους και γλυκύτερους ανθρώπους από τα σαλόνια και τα σπουδαστήρια των μεγάλων πόλεων. Γι’ αυτό , με όλη μου την καρδιά μπορώ να φωνάζω και να παιανίζω: «Χαίρε έρημος∙ χαίρετε , δάση και βουνά, πλαγιές και κορφοβούνια, για τα καλά σας θρέμματα».