Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Σε τι διαφέρει η χθεσινή μέρα απο την σημερινή;; «ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ»



Η αλλαγή του χρόνου είναι μία στιγμιαία ανικανοποίητη φυγή του χρόνου προς την επόμενη στιγμή, ενώ η προηγούμενη στιγμή είναι ζωντανή. Ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να μεταπηδήσει η αίσθηση του ανεκπλήρωτου στην πλήρωση του ρόλου που έρχεται να διαδραματίσει μία νέα ημερολογιακά συνάντηση. 
Το ερώτημα που διαγράφεται παραπάνω είναι αστείο. Μπορείς να γνωρίζεις την ποιότητα και τα «συστατικά» της σημερινής ημέρας (τα γεγονότα, τις στιγμές της), δεν μπορείς ως να έχεις όχι πλήρη αλλά έστω την ελάχιστη γνώση της αυριανής ημέρας. Αυτό είναι κάτι που αύριο θα το γνωρίζουμε, κάτι που αύριο θα το βιώσουμε. Σαν στιγμές, σαν αλήθεια, σαν κατάσταση, σαν ενάργεια. 
Η αίσθηση που υπάρχει σχετικά με την παροδικότητα και τη διαχρονικότητα, αφήνει πληγές στο γυμνό σώμα ψυχής του σύγχρονου ειδικά ανθρώπου. Και χρησιμοποιούμε  τον όρο «σύγχρονος» όχι για να συγκρίνουμε την ανθρώπινη υπόσταση και την έννοια του προσώπου στο παρελθόν και στις μέρες μας, αλλά για να εστιάσουμε  στη εύθραυστη πραγματικότητα που γεννά η αλλοτριωμένη προοπτική των ημερών. Ημερών πικρών, λύπης, πένθους, απούσης της πνευματικής διαύγειας που μπορεί να επιτρέψει με άνεση την «εισβολή» της αγιοσύνης στους ανθρώπινους προσανατολισμούς. 
Η υφή του κόσμου και η γεύση των ηδονών που επαναλαμβάνονται και χωρίς όρια ξεγυμνώνουν την ψυχή του ανθρώπου και τον κάνουν πιο φτωχό σε συναισθήματα, πολιορκεί τη γέννηση κάθε τι νέου πνευματικού στοιχείο της φύσης που αναδύεται από την ζώσα εκκλησιαστική ζωή και που αποτελεί ανόθευτη, αναλλοίωτη και αιώνια εμπειρία βιωμάτων και ζωής για τον άνθρωπο της σύγχρονης κουλτούρας. Είναι σίγουρο πως για έναν αδιάφορο άνθρωπο που δεν πρωταγωνιστεί στη ζωή της ζωής του και στη ζωή της κτίσης, η αυριανή ημέρα δεν θα διαφέρει από τη σημερινή. Όπως και η τελευταία μέρα του ερχόμενου έτους από την αυριανή ή χθεσινή κ.ο.κ. 
Εξαρτάται κάθε άνθρωπος τι θέλει να βάλει στην ιστορική πορεία του χρόνου ως πινελιά διαμορφωτική και ανάλογη του ρόλου που ο ίδιος καλείται να διαδραματίσει. Ένας άνθρωπος βαριέται και το σήμερα και την επόμενη μέρα και όλες τις μέρες. Ένας χριστιανός ως μέτοχος της αέναης κίνησης προς την ετερότητα που μοιάζει απλησίαστη και απρόσιτη, αλλά ενσαρκώνεται ως κάτι που δεν του ανήκει αλλά κατά χάριν τον κάνει Θεό, δεν μονάζει σε απέραστα λεπτά. Αντίθετα η ιδιοσυγκρασία του που έχει μάθει να μυρίζει Θεό και να ζει Θεό, δεν του δίνει την πολυτέλεια να επαναπαύεται στην αταραξία και στη στωικότητα εκείνου που γεννά το αδημιούργητο και εύκολα προσπελάσιμο. 
Για έναν άνθρωπο του Θεού όλες οι μέρες είναι Γέννηση, Σταύρωση και Ανάσταση. Από τα μάτια της χωμάτινης ζωής του περνάει με ταχύτητα ο ανεκπλήρωτος πόθος που δημιουργείται στην πλειοψηφία όσων αγνοούν τον Θεό από τη ζωή τους και δεν Του επιτρέπουν να εισέλθει στο βάθος των ψυχών τους. Κάθε μέρα η αγία μας Εκκλησία δίνει δυνατότητες, δίνει κλειδιά στον άνθρωπο, τα Ιερά της Μυστήρια και τις Ιερές της Ακολουθίες που είναι η απαραίτητα ανάσα για τον άνθρωπο. Εσπερινός, Όρθρος, Θεία Λειτουργία, Ευχαριστιακή Σύναξη, Ιερό Ευχέλαιο, Αγιασμός, όλες αυτές οι μυστηριακές χαρές δεν αδειάζουν την ψυχή του ανθρώπου. Δεν την αφήνουν μόνη. Δεν τον κάνουν να νιώθει άδειος. Δεν μετατρέπουν τη ζωή του σε μία ανιαρή υπόθεση αλλά σε μία πλήρωση αγιαστική. Ηδονή κοινωνίας με τον Θεό. 
Ο Χριστός σήμερα,  που ξημέρωσε η νέα χρονιά και όλες τις μέρες δεν είναι ένας άλλος Χριστός. Είναι ο Ίδιος Χριστός μέσα στο χρόνο που γεννάται και σταυρώνεται στο λειτουργικό «σήμερον». Άχρονο και χρονικό. Άσαρκο και σαρκούμενο. «᾿Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας». Ενώ όλα αλλάζουν ο Χριστός δεν αλλάζει. Ο πόθος, ο έρωτας, η αγάπη για τον Θεό φλέγονται και βαδίζουν στην οδό του Παραδείσου, που δεν είναι ουτοπία, μήτε ποιητικός καημός, μα ωραιότητα και ευλογία. 
 το στειλε το mail

Οι αναγνώστες του iefimerida.gr ψήφισαν: Πρόσωπο της χρονιάς για το 2015 ο παπα-Στρατής, ο «Καλός Σαμαρείτης» της Λέσβου


Οι αναγνώστες του iefimerida.gr ψήφισαν: Πρόσωπο της χρονιάς για το 2015 ο παπα-Στρατής, ο «Καλός Σαμαρείτης» της Λέσβου
Τον «Καλό Σαμαρείτη» της Λέσβου, όπως τον χαρακτήρισε η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες του ΟΗΕ, παπα-Στρατή, επέλεξαν οι αναγνώστες του iefimerida ως το πρόσωπο της χρονιάς για το 2015.
Ανάμεσα σε 12 προσωπικότητες που ξεχώρισαν το 2015, οι αναγνώστες του iefimerida επέλεξαν τον παπα-Στρατή με ποσοστό 29,9%. Στη δεύτερη θέση βρέθηκε ο πρώην ΥΠΟΙΚ Γιάνης Βαρουφάκης με 13,8% και τρίτος ο μπασκετμπολίστας Γιάννης Αντετοκούμπο που διαπρέπει στο NBA με ποσοστό 12,3%.
Ο παπα-Στρατής, όπως ήταν γνωστός ο ιερέας της Λέσβου που οι προσπάθειές του να βοηθήσει του πρόσφυγες και τους μετανάστες που έφταναν όλον τον χρόνο στο νησί του έκανε τον γύρο του κόσμου, ξεχώρισε ανάμεσα σε πολιτικούς, καλλιτέχνες και αθλητές για το ήθος, τον ανθρωπισμό του και το παράδειγμά του.

Η ιστορία του που έφτασε μέχρι στους New York Times οι οποίοι και του αφιέρωσαν μεγάλο μέρος του άρθρου-ανάλυσή τους για την προσφυγική κρίση φαίνεται ότι αποτελεί αξιέπαινο παράδειγμα του λαού μας.

Ο παπα-Στρατής, που δυστυχώς έχασε τη μάχη με τον καρκίνο τον περασμένο Σεπτέμβριο, είχε ιδρύσει στον τόπο του, την Καλλονή της Λέσβου, ένα καταφύγιο για τους ταλαιπωρημένους και τρομαγμένους από την περιπέτεια του ταξιδιού τους πρόσφυγες και μετανάστες.


Κινητήριος δύναμη της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Αγκαλιά» που ιδρύθηκε επίσημα το 2009, ο Παπά-Στρατής βοήθησε περισσότερους από 10 χιλιάδες μετανάστες από το 2007 που δραστηριοποιήθηκε για να ανακουφίσει το πρόβλημα που ζουν αυτοί οι άνθρωποι, αλλά και τους συντοπίτες του που βλέπουν ολοένα και αυξανόμενο τον αριθμό των αφίξεων στο νησί τους χωρίς κάποια ιδιαίτερη υποδομή να τους περιμένει.
Ούτε το χρόνιο αναπνευστικό του πρόβλημα που σήμαινε ότι έπρεπε να υποστηρίζεται από μηχάνημα οξυγόνου δεν τον σταμάτησε από το να προσφέρει. Ο ιερέας που έφυγε από την ζωή στα 57 μόλις του χρόνια,  είχε δηλώσει «Σε αυτήν την γη που είμαστε και ζούμε, ερχόμαστε για να βοηθήσουμε, να φανούμε χρήσιμοι».

«Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι φεύγουν από τις χώρες τους για να αποφύγουν τις σφαίρες, περπατούν 10, 18 και 20 ώρες για να φτάσουν στον προορισμό τους. Όπως μου είπε ένας Σύριος πρόσφυγας, μπορώ να περπατάω 50 ώρες ασταμάτητα προκειμένου να σώσω το παιδί μου. Αυτή είναι η ουσία. Και εμείς δεν ρωτήσαμε ποτέ αν είναι χριστιανοί ή όχι για να τους δώσουμε ένα πιάτο φαΐ. Η ζωή μας είναι σύντομη για αυτό και πρέπει να την αξιοποιήσουμε κάνοντας καλές πράξεις» είχε πει ο ιερέας με την σοφία που διέθετε.

Ο Παπά-Στρατής που ήταν εφημέριος στον Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Κεράμι της Καλλονής Λέσβου, γεννήθηκε το 1958 στην Παρακοιλιά Λέσβου.

Τα τελευταία του λόγια στο Facebook ήταν χαρακτηριστικά: «Σας προτρέπω να αγωνίζεστε όσο μπορείτε καθημερινά, για την ειρήνη και την αγάπη. Μόνο έτσι λεγόμαστε άνθρωποι».

Η προσφυγιά το '40 και σήμερα, σε Ελλάδα και Ευρώπη: Το τότε και το τώρα -Ενα συγκλονιστικό αφιέρωμα [εικόνες]


Η προσφυγιά το '40 και σήμερα, σε Ελλάδα και Ευρώπη: Το τότε και το τώρα -Ενα συγκλονιστικό αφιέρωμα [εικόνες]
Επτά δεκαετίες μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πρόσφυγες εξαιτίας πολέμων συνεχίζουν να αναζητούν την ασφάλεια μακριά από τις πατρίδες τους. Η Unicef παρουσιάζει ένα συγκλονιστικό αφιέρωμα με την προσφυγιά τότε, τη δεκαετία του '40 και σήμερα.
Ελλάδα 1949: Παιδιά κοιτούν μέσα από ένα πρόχειρο κατάλυμα. Σκόπια 2015: Ενα μικρό κορίτσι στέκεται έξω από μια σκηνή τυλιγμένο σε μια κουβέρτα για να προστατευτεί από το κρύο.

Ιταλία 1945: Δύο παιδιά κοιμούνται σε ένα ξύλινο κρεβάτι στη μέση του δρόμου στην Ιταλία γύρω στο 1945. Κροατία 2015: Ενας ενήλικας και ένα προσφυγόπουλο κοιμούνται έξω σε ένα αυτοσχέδιο κρεβάτι σε ένα διαμετακομιστικό κέντρο το 2015.

Ιταλία 1949: Ενα κορίτσι χαμογελά, καθώς του παίρνουν τα μέτρα για ένα νέο φόρεμα στο Ινστιτούτο Santa Genoveva, ένα ορφανοτροφείο στη Νάπολη. Σκόπια 2015: Πρόσφυγες από τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ λαμβάνουν χειμωνιάτικα ρούχα που διανέμονται στο Ταμπανόβτσε.

Ελλάδα 1945:Οικογένειες φιλοξενούνται σε μικρούς χώρους σε προσωρινό χώρο διαβίωσης σε υπηρεσία για εκτοπισμένους. Γερμανία 2015: Ενα καταφύγιο προσφύγων στο αεροδρόμιο Templehof, που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της Αερομεταφοράς του Βερολίνου το 1948, τώρα στεγάζει 2.000 πρόσφυγες.

Αλβανία 1945: Ένα νεαρό αγόρι κρατά ένα παιδί που κλαίει σε ένα στρατόπεδο εκτοπισμένων στην Καβάγια. Γευγελή 2015:Ενα παιδί που κλαίει βρίσκει παρηγοριά κοντά στη Γευγελή. Τα μακριά και αβέβαια ταξίδια αφήνουν τα παιδιά φοβισμένα και ευάλωτα.

Ελλάδα 1950:Ενα αγόρι φοράει κάλτσες δεμένες μέ κορδόνι και πολύ μεγάλα ανδρικά παπούτσια. Γευγελή 2015:Ο Jamal Majati δένει τα κορδόνια των παπουτσιών του γιου του Basher, αφού σταμάτησαν για να αλλάξουν τα ρούχα τους σε ένα υποστηριζόμενο από τη UNICEF χώρο φιλικό προς τα παιδιά, στο δρόμο τους για να ξεφύγουν από τη σύγκρουση της Συρίας.

Ελλάδα 1946:Κορίτσια κοιτάζουν μέσα από το παράθυρο ενός σχολείου όπου έχει στηθεί μια ιατρική κλινική. Σκόπια 2015: Ενα μικρό προσφυγόπουλο στέκεται μαζί με ενήλικες σε ένα συρμάτινο φράχτη στη Γευγελή, περιμένοντας στο κύριο σημείο εισόδου στη χώρα.

Ελλάδα 1946: Παιδιά που έμειναν ορφανά από τον πόλεμο, περιμένουν σε ένα φορτηγό που πηγαίνει σε ανάδοχες οικογένειες. Σύνορα Σκόπια-Σερβίας 2015: Ενα αγόρι προσπαθεί να κοιμηθεί σε ένα ασφυκτικά γεμάτο τρένο που πηγαίνει προς τα σύνορα με τη Σερβία από τη Γευγελή. Και τότε και τώρα, η ένταξη των προσφύγων σε νέες κοινότητες είναι κρίσιμη.

Ελλάδα-Αμπελόκηποι 1950:Κορίτσια πίνουν γάλα σε ένα σχολείο της Αθήνας στους Αμπελόκηπους. Η Ελλάδα και συνέβαλε η ίδια αλλά και έλαβε από τη UNICEF ενίσχυση για τη διανομή βοήθειας (και για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες).Ελλάδα 2015:Ενας εθελοντής τοποθετεί μια κουβέρτα έκτακτης ανάγκης πάνω από τρία νεοαφιχθέντα προσφυγόπουλα που τρώνε μπανάνες.

Γερμανία 1946: Ενα εκτοπισμένο κορίτσι τυλιγμένο σε κουβέρτες, κάθεται επάνω στα υπάρχοντά της, περιμένοντας να συνεχίσει το ταξίδι για το σπίτι της. Σερβία 2015: Ένα αγόρι-πρόσφυγας στηρίζεται σε μια βαλίτσα σε ένα κέντρο υποδοχής στο Πρέσεβο. Θα συνεχίσει το ταξίδι αφού παραλάβει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα.

Ελλάδα 1955: Ένα παιδάκι διαβάζει ένα βιβλίο σε σχολείο στην Ελλάδα. Σερβία 2015:Παιδιά ζωγραφίζουν σε ένα χώρο φιλικό προς τα παιδιά που στηρίζει η UNICEF, εξοπλισμένο με εκπαιδευτικό υλικό και παιχνίδια για τα παιδιά που διέρχονται από το Πρέσεβο εξαντλημένα από τα μεγάλα ταξίδια τους.

Πολωνία 1946:Μια οικογένεια προσφύγων ξεκουράζονται πάνω στα υπάρχοντά τους κατά τη διάρκεια της μετακίνησής τους προς μια φάρμα που τους περιμένει στην περιοχή της Κάτω Σιλεσίας. Σκόπια το 2015: Ενα αγόρι τυλιγμένο σε μια κουβέρτα ξεκουράζεται δίπλα σε μια σιδηροδρομική γραμμή που πηγαίνει βορειότερα στη Σερβία.

Ελλάδα 1946:Κορίτσια μακριά από τα σπίτια τους, απολαμβάνουν μια μερίδα θρεπτικού χαλβά. Γευγελή 2015: Ενα προσφυγόπουλο τρώει ένα σνακ ενώ στέκεται σε μια σιδηροδρομική γραμμή.

Γιουγκοσλαβία 1945: Μια εργαζόμενη σε ανθρωπιστική οργάνωση διεξάγει έρευνα για τη διατροφή με μια οικογένεια σε μια υπαίθρια κουζίνα, στο κατεστραμμένο από τον πόλεμο χωριό της Λίκα στη Γιουγκοσλαβία. Σκόπια 2015: Ενας μεταφραστής της UNICEF στεγνώνει τα δάκρυα ενός μικρού κοριτσιού που κλαίει.

Ουγγαρία 1945:Παιδιά κάθονται με τα πόδια τους τυλιγμένα σε πανιά, έξω από ένα νοσοκομείο παίδων όπου οι προμήθειες ειδών ένδυσης και υπόδησης έχουν σχεδόν εξαντληθεί. Σερβία 2015: Μητέρες προσπαθούν να ζεστάνουν τα πόδια των παιδιών τους δίπλα σε μια σόμπα, σε ένα χώρο φιλικό για τα παιδιά που στηρίζει η UNICEF.

Αλβανία 1945: Μια γυναίκα που κρατάει ένα μωρό στέκεται στην πόρτα ενός στρατοπέδου εκτοπισμένων προσώπων στην Καβάγια. Ειδομένη 2015: Η Fatima Marge κρατάει τον 18 μηνών γιο της, Hassan, έχοντας δίπλα της το σύζυγό της Ali, μέσα σε μια σκηνή σε προσωρινό καταυλισμό.

Ιταλία 1950:Παιδιά με ειδικές ανάγκες παίζουν ποδόσφαιρο. Σκόπια 2015: Εφηβοι παίζουν ποδόσφαιρο σε ένα κέντρο υποδοχής προσφύγων και μεταναστών. Τα παιδιά πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ασφαλείς χώρους όπου μπορούν να ξεκουραστούν και να λάβουν συναισθηματική υποστήριξη.

 

Νέος Χρόνος και αγιορείτικος χρόνος

http://1.bp.blogspot.com/-AW3MQpM1A14/TyCHFs7n5EI/AAAAAAAABPY/lK80NjUuYAY/s1600/%25CE%2591%25CE%2593%25CE%2599%25CE%259F%25CE%25A1+%25CE%25A7%25CE%2595%25CE%2599%25CE%2599%25CE%25A1%25CE%259F%25CE%2593%25CE%25A6+1.jpg
Νέος χρόνος ἄρχισε ἤδη νά μετράει γιά τήν ἀνθρωπότητα, καί οἱ προσδοκίες ὅλων μας γιά τό καλύτερο εἶναι μεγάλες.

Ἡ Ἐκκλησία μέσα στή διαχρονική πορεία της διαμορφώνει τήν εἰκόνα τῆς μνήμης καί τή συνολική ἀντίληψη τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου. Τά μοναστήρια κυρίως διασώζουν τά μνημεῖα τῆς μνήμης καί τά ἀναπαράγουν. Ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα φέρνουμε τούς χειρόγραφους κώδικες, πού στή συνέχεια ἀντιγράφονται καί πάλι ἀντιγράφονται...

 Στό Ἅγιον Ὄρος ὁ χρόνος καί τά ἀποτυπώματά του, ἡ ἱστορική μνήμη, ἔχει καταγραφεῖ μέσα ἀπό τίς πολυάριθμες ἐπιγραφές, χαράγματα, χρονογραφίες, ἐνθυμήσεις σέ χειρόγραφα καί παλαιά ἔντυπα, σέ κειμήλια, σέ φορητές εἰκόνες καί τοιχογραφίες.

Κάθε τόπος ἄσκησης στό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνας κόσμος ἔξω ἀπό τόν κόσμο.


Οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες ζοῦν κυρίως μέσα στό χρόνο τῆς θείας λατρείας καί τῆς ἱστορίας τοῦ μοναστικοῦ σκηνώματος στό ὁποῖο ζοῦν· ἔχουν ἰδιαίτερα ἔντονη τή συνείδηση τῆς συνέχειάς της. Οἱ νυχθήμερες ἀκολουθίες, οἱ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, οἱ πανηγύρεις, οἱ μέ ἰδιαίτερο τρόπο ἑορταζόμενες γιορτές τοῦ Δωδεκαημέρου καί κυρίως τοῦ Πάσχα, μεταμορφώνουν τήν καθημερινότητα, κορυφώνουν μέ ἐντάσεις τή βίωσή της, ἀλλάζουν τήν ποιότητα τοῦ χρόνου. Ἀνατρέπεται ὁ χρόνος καί ἀντί νά μᾶς ὁδηγήσει πρός τόν θάνατο, πηγαίνει ἀντίστροφα πρός τήν ζωή, πρός Αὐτόν πού εἶναι «τό φῶς τοῦ κόσμου» καί ὁ ὁποῖος εἶπε «ὁ ἀκολουθών μοι ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς». Γι᾿ αὐτό δέν μετροῦμε πλέον τίς ἡμέρες ἀπό τό πρωΐ ὥς τό βράδυ, ἀλλά ἀρχίζει ἡ λειτουργική ἡμέρα ἀπό τόν ἑσπερινό, ἀπό τό σκότος μᾶς ὁδηγεῖ πρός τό φῶς, μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Γράφει ἕνας ξένος στοχαστής σέ ἔργο του μέ τίτλο «Τά σύνορα τοῦ Παραδείσου. Σπουδή στό μοναχισμό»:

Σέ κάθε ἐπισκέπτη πού μπαίνει γιά πρώτη φορά σ᾿ ἕνα μοναστήρι, ὁ χρόνος δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι στέκει ἀκίνητος. Ἄν κάποιος μείνει ἐκεῖ μιά ἑβδομάδα ἤ ἕνα μήνα, τοῦ ἐπιβάλλεται διαφορετική κλίμακα καί σχῆμα χρόνου, στά ὁποῖα, στήν ἀρχή, ἀνθίσταται σάν νά ἦταν σέ δεσμά. Ὅταν αὐτή ἡ νέα κλίμακα χρόνου γίνει ἀποδεκτή, διαποτίζει τά κόκκαλα καί διεισδύει στό μυαλό. Δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ θάνατο ἤ αἰωνιότητα ἀλλά συνεπάγεται ἕναν γαλήνιο, ἀβίαστο, ἀπόλυτα ἐπιβαλλόμενο ρυθμό. Αὐτή ἡ τόσο ἀδιατάρακτη ὅσο καί ρυθμική αἴσθηση τοῦ χρόνου εἶναι ἡ μέγιστη διαφορά μεταξύ τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί κάθε ἄλλης. Πέρα ἀπό τόν ρυθμό τῶν ἡμερῶν, βαθύτερα βρίσκεται ὁ ρυθμός τῶν ἐποχῶν καί τῶν ἑορτῶν. Τόν βασικό ρυθμό δίνει ἡ θεία λειτουργία, κυρίως ὅταν αὐτή γίνεται κατά τίς νυκτερινές καί τίς πρῶτες πρωϊνές ὧρες.

πηγή:Από το βιβλίο του μοναχού Παταπίου Καυσοκαλυβίτου: 
Διαβάζοντας την εικόνα των Χριστουγέννων 
 Άγιον Όρος: Μυσταγωγία στο άγιο Δωδεκαήμερο 
Δεύτερη έκδοση. Άγιον Ὄρος 2011

Για τις αρρώστιες και συμφορές...







Ο Μέγας Βασίλειος στο λόγο του, «ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεό», μας λέγει:
«…Κάθε κακό δεν είναι κακό. Κακά είναι οι αμαρτίες· κακά δεν είναι όσα μας προκαλούν οδύνη στο σώμα, όπως είναι οι αρρώστιες και τα τραύματα του σώματος, η φτώχεια, οι ταπεινώσεις, οικονομικές ζημιές, θάνατοι συγγενών , τα οποία ενεργεί ( κατά παραχώρηση ) προς το συμφέρον της ψυχής ο σοφός και αγαθός Κύριος. Ο Οποίος αφαιρεί τον πλούτο από αυτούς που τον μεταχειρίζονται αμαρτωλά, για να καταστρέψει έτσι το μέσο του κακού. Παραχωρεί αρρώστιες, σ΄αυτούς που συμφέρει να είναι το σώμα τους δεμένο με τις αρρώστιες, παρά να είναι ελεύθερο για ν’ αμαρτάνει. Παίρνει με θάνατο εκείνους, που τους συμφέρει ο θάνατος παρά η παράταση της ζωής. Επίσης, προκειμένου να σταματήσει ο Θεός τις εκτεταμένες αμαρτίες, φέρει πείνα , ξηρασίες, κατακλυσμιαίες    βροχές , που αποτελούν μάστιγες κοινές πόλεων και ολοκλήρων εθνών…»

Αλλού πάλιν ο Μέγας Βασίλειος μας λέγει τα εξής:
«Οι αρρώστιες των πόλεων και των εθνών , οι ξηρασίες και οι αφορίες της γης, όπως και οι ατομικές θλίψεις ανακόπτουν την αύξηση των κακών. Αυτά τα είδη των μη πραγματικών κακών ενεργούνται από το Θεό, για ν’ αναιρέσουν την ενέργεια των αληθινών κακών, που είναι οι αμαρτίες. Επομένως ο Θεός αναιρεί το κακό (που είναι η αμαρτία) αλλά το (όντως) κακό δεν κατάγεται από το Θεό. Όπως ο γιατρός που δεν εισάγει την νόσο, αλλά αφαιρεί την νόσο από το σώμα. Οι αφανισμοί των πόλεων , οι σεισμοί και οι νεροποντές, οι καταστροφές στρατευμάτων  και τα ναυάγια και όλες οι πολυάνθρωπες συμφορές, που ενεργούνται από τη γη, από τη θάλασσα, από τον αέρα, από τη φωτιά ή από οποιαδήποτε αιτία, γίνονται για τον σωφρονισμό των επιζώντων από το Θεό , που με εκτεταμένες μάστιγες ανακόπτει την πάνδημη αμαρτωλότητα…».

Δεν είναι δυνατό να επιτύχουμε με άλλο τρόπο τα αγαθά που μας έχουν απαγγελθεί, και να αξιωθούμε την βασιλείας των ουρανών , παρά μόνον αν οδεύσουμε τον εδώ βίο μας με θλίψη.

Εάν είμαστε ξύπνιοι , προσεκτικοί, οι θλίψεις μάς οικειώνουν πιο πολύ  με τον Δεσπότη , και μαθητεύουμε να είμαστε επιεικείς.

Ο Θεός δεν εμποδίζει τις θλίψεις να έλθουν , αλλά όταν έλθουν είναι παρών, εργαζόμενος να μας καταστήσει χρήσιμους και έμπειρους.

Μην απελπίζεσαι, αλλά τότε, όταν έλθουν οι θλίψεις, περισσότερο να αφυπνιστείς, επειδή τότε οι προσευχές γίνονται πιο καθαρές.

Η θλίψη εργάζεται ισχυρούς τους θλιβομένους , τους κάμνει κατανυκτικούς και ταπεινώνει την διάνοια.
Είναι μεγάλο κατόρθωμα το να υπομένει κανείς την θλίψη με ευχαριστία.

Οι θλίψεις είναι τα κατάλληλα  φάρμακα στα δικά μας ψυχικά τραύματα. Ο Θεός επιτρέπει να γίνονται αυτά για την θεραπεία των ιδικών μας ψυχών.

…Κανείς δεν επικοινωνεί με τον Χριστό τρυφώντας και κοιμώμενος, αλλά εκείνος που βρίσκεται σε θλίψη και πειρασμό , αυτός στέκεται κοντά σε Εκείνον.

Μέγας Βασίλειος

Απο το βιβλιαράκι "Λυτρωτικά εφόδια για την σωστή αντιμετώπιση των θλίψεων" 
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι – Πηνελόπη Δέλτα


 
ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗ Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.

Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.

«Πρωτοχρονιά αύριο»,μουρμούρισε,«διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί,με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές,μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα,σιδηρόδρομοι και καραβάκια,που σκέπαζαν το κρεβάτι του,έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.

- Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;


-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... και είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος;

-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.

Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.

-Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.

Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.

- Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.

Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.

- Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;

- Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.

Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.

-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια... είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω...

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.

-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.

Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.

-Ο Άη-Βασίλης... μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;

Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.

Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!

Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!

Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;

Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:

«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.

- Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς...

Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην καμάρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.

- Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε τρυφερά η μητέρα του.

-Ναι, μητέρα, θα το γυρέψω, αποκρίθηκε, αλλά δεν κούνησε, ούτε άλλαξε η κουρασμένη όψη του.

Έξαφνα ανέβηκε ως το δωμάτιο του άρρωστου αγοριού μια φωνή παιδιάτικη, τρεμουλιαστή, σα φοβισμένη: «Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».

Ο Βασιλάκης ξαφνίστηκε' άναψαν μια στιγμή τα μάτια του, ζωήρεψε το μελαγχολικό του πρόσωπο.

-Πατέρα, πατέρα! φώναξε, τ' ακούς; Τραγουδά απ' έξω... Θα είναι κανένα αγοράκι... φώναξε το! Πολύ σε παρακαλώ!

Η μητέρα του είχε πάγει κιόλα στο παράθυρο, μα δεν είδε τίποτε.

- Δε βλέπω κανένα παιδί, είπε.

- Πατέρα, κοίταξε συ, άνοιξε το παράθυρο, φώναξε το παιδί να έλθει να πάρει από την πίτα, το κομμάτι του φτωχού... και να μας πει τι γίνεται έξω...

Πήγε ο πατέρας στο παράθυρο, το άνοιξε, έσκυψε έξω, κοίταξε δεξιά, αριστερά, μα δεν είδε τίποτε· έκλεισε το παράθυρο και γύρισε στο κρεβάτι του Βασιλάκη.

- Πέρασε το παιδί και πάει, είπε ζωηρά· μα δεν πειράζει, θα περάσει και άλλο και τότε το φωνάζομε· δοκίμασε την πίτα σου ωστόσο.

Μα ο Βασιλάκης δεν πεινούσε· έσπρωξε το πιάτο του, ακούμπησε στα μαξιλάρια και έκλεισε τα μάτια. Η ζωηράδα του προσώπου του είχε σβήσει· το φλουρί της πίτας δεν τον ενδιέφερε, ούτε το δέντρο όπου είχαν σβήσει πια τα κεράκια, ούτε τα δώρα του. Το δρόμο μόνο συλλογίζουνταν...

Και το παιδάκι, που μπορούσε να πει την ομορφιά της ελευθερίας, τη χαρά να τρέχεις και να βουτάς στα χιόνια, είχε περάσει και πάει!

- Θέλεις, παιδί μου, να φας την πίτα σου αύριο; ρώτησε η μητέρα χαϊδεύοντας γλυκά το μέτωπο του.

-Ναι, μητέρα, αύριο.

Η μητέρα έκανε νόημα σ' όλους να βγουν από το δωμάτιο.

Ο Βασιλάκης ήταν κουρασμένος... Ο Βασιλάκης ήθελε να κοιμηθεί...

Πήρε το πιάτο με την πίτα και το ακούμπησε στο τραπέζι, κοντά στο κομμάτι του φτωχού· έσβησε τα φώτα, άναψε την καντήλα, φίλησε γλυκά το αγόρι της και βγήκε από το δωμάτιο.

Μα ο Βασιλάκης δε νύσταζε· ο νους του έμενε στο δρόμο και στη χαρά που θα είχε αν μπορούσε να τρέξει στα χιόνια...

Κοίταξε γύρω του, είδε πως ήταν μόνος' με κόπο κατέβηκε από το κρεβάτι, και σιγά-σιγά σύρθηκε ως το παράθυρο.

Αχ! και να έβλεπε λιγάκι απ' έξω το χιονισμένο δρόμο, τα φανάρια, τ' άσπρα δέντρα...

Με δυσκολία γύρισε το πόμολο, άνοιξε το παράθυρο κι έσκυψε έξω. Το κρύο τον ξάφνισε, του έκοψε την αναπνοή, ζήτησε να στηριχθεί στο πεζούλι του παραθύρου μα όλα γύριζαν, του φάνηκε πως πέφτει...

Έξαφνα, από το παράθυρο πήδησε μέσα ένας άνθρωπος, και ο Βασιλάκης από το σάστισμά του ξέχασε τη ζάλη του. Ήταν γέρος, χιονοσκεπασμένος, με μακριά καλογερικά ρούχα και μεγάλα άσπρα γένια' τον κοίταξε ο Βασιλάκης και τον ανεγνώρισε:

-Ο Αη-Βασίλης... ψιθύρισε.

- Ναι, εγώ είμαι, είπε ο Άη-Βασίλης με το ανοιχτόκαρδο χαμόγελο του. Ήλθα να σε ρωτήσω, τι θέλεις να σου δώσω για την εορτή μου, που ξημερώνει αύριο, και που είναι και δική σου εορτή;

-Αχ, Άη-Βασίλη μου, να μη μου δώσεις πια τίποτα! φώναξε ο Βασιλάκης σταυρώνοντας παρακλητικά τα χέρια του. Δες πόσα πράγματα μου έδωσαν, και τα έχω τόσο βαρεθεί! Μα πάρε με έξω μαζί σου! Πάρε με στα χιόνια! Θέλω τόσο να τρέξω ελεύθερα!

- Θέλεις; είπε ο Άη-Βασίλης. Μα έξω κάνει κρύο! Και συ έχεις όλα τα καλά του κόσμου! Τόσα παιχνίδια, τόσα χάδια, και ζεστασιά, και πίτα που ούτε τη δοκίμασες ακόμα... Και θέλεις να φύγεις;

-Ναι! Να βγω στα χιόνια, να τρέξω ελεύθερα, αχ, πάρε με, πάρε με, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρακάλεσε ο Βασιλάκης. Πάρε με στα χιόνια!

Ο Άη-Βασίλης χαμογέλασε πάλι.

- Καλά, είπε. Εγώ σήμερα δε χαλώ χατήρι κανενός. Έλα μαζί μου αφού το θέλεις.

Και πήρε το Βασιλάκη στην αγκαλιά του, και πέταξε από το παράθυρο που έμεινε ανοιχτό...

Στα χιόνια κάθουνταν ο Βασίλης με τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο. Με τρομάρα είχε δει έναν κύριο που άνοιξε τα γυαλιά και κοίταζε στο δρόμο· μα έτσι μικρός που ήταν και ζαρωμένος στη γωνίτσα του, δεν τον είδε ο κύριος. Και το παράθυρο έκλεισε πάλι.

Τα κεράκια του δέντρου είχαν σβήσει, οι σκιές πήγαιναν κι έρχονταν ακόμα· ύστερα έσβησαν και τα φώτα, και μόνο μια καντήλα τρεμόφεγγε, στημένη σε κανένα έπιπλο απάνω. Και ο Βασίλης ακόμα κοίταζε, σα μαγνητισμένος από τη θαμπερή λάμψη της.

Το κρύο όλο δυνάμωνε· τα βλέφαρα του Βασίλη βάραιναν. Θυμήθηκε τη μάνα του και τη ζεστή της αγκαλιά. Έριξε μια ματιά στο παράθυρο και συλλογίστηκε πως εκεί μέσα θα έκαμνε ζέστη... Αχ! λίγη ζέστη...

Λαφρύς κρότος τον ξάφνιασε. Σήκωσε τα μάτια του τρομαγμένος. Το παράθυρο είχε ανοίξει πάλι, μα δεν ήταν πια εκεί ο ίδιος κύριος· ένα παιδάκι, στα νυχτικά του, έσκυβε να δει το δρόμο.

Μια στιγμή το κοίταξε με απορία ο Βασίλης, μα τόσο βαριά ήταν τα βλέφαρα του, που δεν μπορούσε να τα βαστάξει ανοιχτά. Έκανε πάλι να δει το αντικρινό παιδί, και του φάνηκε πως σωριάζουνταν στο πάτωμα το άσπρο κορμάκι, μα δεν πρόφθασε να βεβαιωθεί.

Ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο και τα μάτια του έκλεισαν μονάχα τους. Έξαφνα, μια λάμψη τον ξύπνησε· εμπρός του στέκουνταν ένας γέρος ντυμένος στα κόκκινα και στα χρυσά. Τα γένια του ήταν μακριά και κάτασπρα, και γύρω του χύνουνταν τόση ζέστη, που ο Βασίλης ξέχασε τα χιόνια και το βοριά. Κοίταξε το γέρο και τον ανεγνώρισε.

-Ο Άη Βασίλης! έκανε μαγεμένος.

-Ναι, ο Άη-Βασίλης, είπε ο γέρος. Σ' άκουσα που έλεγες πως δεν έρχομαι ποτέ σε σας και, βλέπεις, τώρα ήλθα.

Τ' ορφανό τον κοίταξε μ' έκσταση. Ο Άη-Βασίλης γέλασε.

-Λοιπόν πες μου, του είπε· αύριο ξημερώνει Πρωτοχρονιά, που είναι εορτή μου και δική σου εορτή. Τι θέλεις να σου χαρίσω;

Ο Βασίλης έριξε μια ματιά στο αντικρινό παράθυρο. Η καντήλα είχε σβήσει και αυτή· τόσο κρύο θα ήταν τώρα κι εκεί μέσα...

- Θέλω, παρακαλώ, λίγη πίτα, είπε δειλά, και θέλω πάλι τη μάνα μου... Μα ίσως αυτό να είναι αδύνατο; ρώτησε φοβισμένος λίγο για τη μεγάλη του απαίτηση.

-Τίποτα δεν είναι αδύνατο σήμερα, είπε ο Άη-Βασίλης, και ό,τι ζητήσεις θα σου το κάνω. Πίτες όσες θέλεις θα σου δώσω, και τη μάνα σου θα την ξαναδείς οπόταν θέλεις. Μα σκέψου, είναι και μερικά παιδιά που λαχταρούν την ελευθερία σου. Εσύ μπορείς τον κόσμον όλο να τον γυρίσεις, να ζήσεις όπως θέλεις. Είσαι ακόμα μικρός και ο κόσμος όλος είναι ανοιχτός μπροστά σου...

-Αχ όχι, καλέ μου Άη-Βασίλη! παρεκάλεσε ο μικρός. Μόνο πάρε με στη μάνα μου! Και δωσ' μου λίγη πίτα και για κείνην, που δεν έχει φάγει τώρα τόσα χρόνια!

-Καλά, είπε ο Άη-Βασίλης με το καλό του χαμόγελο, σήμερα δε χαλώ κανενός χατήρι. Έλα να σε πάγω στη μάνα σου.

Και τον πήρε ο Άη-Βασίλης στην αγκαλιά του, και πέταξε ψηλά, ψηλά, τόσο που περνούσε πάνω από τα ψηλότερα σπίτια, κι έφυγαν.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που χαρούμενες χτυπούσαν οι καμπάνες σ' όλες τις εκκλησιές της χώρας, βγήκε ο Νικόλας ο υπηρέτης, με μάτια κοκκινισμένα από τα κλάματα, στο χιονισμένο δρόμο.

Χωμένο σε μια γωνιά της εξώπορτας του αντικρινού σπιτιού, είδε ένα παιδάκι που φαίνονταν να κοιμάται. Το σίμωσε, το άγγιξε, το βρήκε παγωμένο.

Το πήρε στην αγκαλιά του και το ανέβασε στο αρχοντόσπιτο, όπου μητέρα και πατέρας, πλάγι στο κρεβάτι του Βασιλάκη, έκλαιγαν το πεθαμένο τους αγόρι.

Μαζί τα ξάπλωσαν πλάγι-πλάγι, το χαδεμένο μονοπαίδι και το έρημο ορφανό.

Πάνω στο τραπέζι, δυο κομμάτια πίτας ξηραίνονταν άγγιχτα, το κομμάτι του Βασιλάκη και το κομμάτι του Βασίλη.

Πλάγι-πλάγι έθαψαν τα δυο παιδιά. Στον ένα τάφο είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα τ' όνομα του Βασιλάκη· ο άλλος τάφος δεν έχει όνομα.

Κανένας δε γνώριζε το έρημο ορφανό.

Από το βιβλίο Πηνελόπη Δέλτα - Παραμύθια και Άλλα

Η κατάργηση των μετρητών εξαπλώνεται παντού ως κάτι «αναπόφευκτο». Ποιο θα είναι όμως το τίμημα;


Γνωρίζατε ότι το 95 τοις εκατό του συνόλου των πωλήσεων στη Σουηδία γίνονται χωρίς μετρητά; Και ξέρατε ότι η κυβέρνηση της Δανίας έχει ως δεδηλωμένο στόχο την «εξάλειψη των μετρητών» μέχρι το έτος 2030; Σε όλο τον κόσμο, βλέπουμε μια αδυσώπητη πορεία προς μια κοινωνία χωρίς μετρητά, και πουθενά δεν ισχύει αυτό περισσότερο από ό, τι στη Βόρεια Ευρώπη. Στη Σουηδία, εκατοντάδες υποκαταστήματα τραπεζών δεν δέχονται ή δεν διανέμουν πλέον μετρητά, και χιλιάδες μηχανήματα ATM έχουν απομακρυνθεί οριστικά. Αυτή την στιγμή, τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα αντιπροσωπεύουν μόνο μόλις το 2 τοις εκατό της σουηδικής οικονομίας, και πολλά καταστήματα πλέον δεν διαθέτουν καθόλου μετρητά. Η ιδέα μιας πραγματικά cashless society” / «αχρήματης κοινωνίας» θεωρήθηκε κάποτε ότι ανήκε στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, αλλά τώρα μας λένε ότι είναι «αναπόφευκτη», και οι αρχές επιμένουν ότι έτσι θα έχουν τη δυνατότητα να σταματήσουν εγκληματίες, τρομοκράτες, βαρόνους ναρκωτικών, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και φοροφυγάδες. Αλλά ποιο θα είναι το τίμημα για αυτήν την «πρόοδο»;
Στη Σουηδία, η μετάβαση σε μια κοινωνία χωρίς μετρητά έχει γίνει δεκτή με ενθουσιασμό. Το παρακάτω είναι ένα απόσπασμα από ένα άρθρο των New York Times που δημοσιεύθηκε το Σάββατο...
"Οι ενορίτες πληκτρολογούν τα δέκατά τους στις εκκλησίες τους. Οι άστεγοι μικροπωλητές έχουν πάνω τους κινητά που διαβάζουν πιστωτικές κάρτες. Ακόμα και το «Μουσείο των Abba», παρά το γεγονός ότι αποτελεί το ‘ιερό’ του συγκροτήματος που έγραψε κάποτε το "Money, Money, Money," θεωρεί τα μετρητά ως κάτι που ανήκει στον περασμένο αιώνα και δεν αποδέχεται πλέον χαρτονομίσματα και νομίσματα.
Ελάχιστα μέρη δεν έχουν κλίνει τόσο πολύ σε ένα μέλλον χωρίς μετρητά, όσο η Σουηδία, η οποία έχει εθιστεί στην ευκολία της πληρωμής μέσω app και πλαστικού χρήματος".
Για αρκετούς το να δίνεις χρήματα στην εκκλησία ηλεκτρονικά φαίνεται αρκετά παράξενο. Αλλά έχει αρχίσει να συμβαίνει και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ στη Σουηδία μερικές εκκλησίες συλλέγουν τα δέκατα και τις προσφορές τους με αυτόν τον τρόπο...
"Κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης κυριακάτικης λειτουργίας, ο αριθμός τραπεζικού λογαριασμού της εκκλησίας προβάλλεται σε μεγάλη οθόνη. Οι πιστοί βγάζουν τα κινητά τηλέφωνα και δίνουν τα δέκατά τους, μέσω ενός app που ονομάζεται Swish, ένα σύστημα πληρωμών που έχει συσταθεί από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Σουηδίας και που έγινε το ‘αντίπαλο δέος’ της πληρωμής με κάρτες.
Άλλοι πιστοί παρατάσσονται σε ένα ειδικό μηχάνημα για κάρτες, το «Kollektomat», όπου μπορούν να μεταφέρουν χρήματα για διάφορες δραστηριότητες της εκκλησίας. Πέρυσι, από τα 20 εκατομμύρια κορώνες σε δέκατα που συλλέχθηκαν, περισσότερο από το 85 τοις εκατό προήλθε από κάρτες ή ψηφιακές πληρωμές".
Και φυσικά δεν είναι μόνο η Σουηδία που μεταβαίνει ραγδαία σε μια κοινωνία χωρίς μετρητά. Στη Δανία, κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν ως στόχο "να απομακρύνουν εντελώς το χαρτονόμισμα" μέχρι το έτος 2030...
"Η Σουηδία δεν είναι η μόνη χώρα που ενδιαφέρεται για την εξάλειψη των μετρητών. Η γειτονική Δανία, κάνει επίσης, μεγάλα βήματα για να μειώσει την κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων της χώρας.
Δύο δεκαετίες πριν, περίπου το 80 τοις εκατό των πολιτών της Δανίας βασίζονταν στα μετρητά, για τα ψώνια τους. Σήμερα, ο αριθμός αυτός έχει μειωθεί δραματικά σε 25 τοις εκατό.
«Μας ενδιαφέρει να απαλλαγούμε από τα μετρητά», λέει ο διευθυντής της ‘Matas ITThomas Grane. «Η διαχείριση, η ασφάλεια και όλα είναι ακριβά, έτσι, σίγουρα θέλουμε να προωθήσουμε τις ψηφιακές πληρωμές, και αυτός φυσικά είναι ο λόγος που υιοθετήσαμε πληρωμές μέσω κινητού τηλεφώνου για να βοηθήσουμε αυτή την διαδικασία»".
Μπορείτε να φανταστείτε έναν κόσμο όπου δεν θα μπορείτε να χρησιμοποιείτε μετρητά για οτιδήποτε;
Προς τα εκεί κατευθύνονται τα πράγματα - ειδικά στην Ευρώπη.
Όπως έχουμε γράψει (εδώ κι εδώ), οι συναλλαγές σε μετρητά άνω των € 2.500 έχουν ήδη απαγορευθεί στην Ισπανία, ενώ η Γαλλία και η Ιταλία έχουν απαγορεύσει όλες τις συναλλαγές με μετρητά άνω των € 1.000.
Σιγά-σιγά, τα διαθέσιμα ρευστά εξαλείφονται και ό, τι έχουμε δει μέχρι τώρα είναι μόνο η αρχή. 417 δισεκατομμύρια συναλλαγές χωρίς μετρητά διεξήχθησαν το 2014, και ο τελικός αριθμός για το 2015 προβλέπεται να είναι πολύ υψηλότερος.
Οι τράπεζες, ‘θέλουν σαν τρελές’, βέβαια αυτή την αλλαγή, διότι τους επιτρέπει να βγάζουν περισσότερα χρήματα λόγω των τελών που συλλέγουν από τις πιστωτικές κάρτες και τις χρεωστικές κάρτες. Και οι κυβερνήσεις, όμως υποστηρίζουν φανατικά την αλλαγή αυτή, γιατί οι ηλεκτρονικές πληρωμές έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούνται και να ελέγχονται πολύ πιο εύκολα.
Μερικά χρόνια πίσω, μια τέτοια αλλαγή δημιουργούσε αντιρρήσεις και διαφωνίες από αρκετούς κύκλους (πολιτικούς, θρησκευτικούς) και απλούς σκεπτόμενους ανθρώπους. Σήμερα όμως, πολύ σπάνια συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι περισσότεροι φαίνεται ότι έχουν δεχτεί πλήρως ότι αυτή η αλλαγή είναι «αναπόφευκτη», και ότι είναι σίγουρα για το «καλύτερο». Και σε όλο τον κόσμο η προπαγάνδα είναι η ίδια. Για παράδειγμα, το παρακάτω προέρχεται από μια αυστραλιανή ιστοσελίδα...
«Και έτσι έχουμε προετοιμαστεί για να γυρίσουμε σελίδα το νέο έτος - 2016, μια κρίσιμη χρονιά κατά την οποία η Αυστραλία θα επιταχύνει για να γίνει μια πραγματική κοινωνία χωρίς μετρητά.
Η κοινωνία χωρίς μετρητά θα είναι ένας νέος κόσμος απαλλαγμένος από κέρματα του $ 1 και των $ 2 ή χαρτονομίσματα των $ 5 ή των $ 10. Ένας νέος κόσμος στον οποίο όλες οι εμπορικές συναλλαγές, από την αγορά ενός i-pad ή ενός χάμπουργκερ έως τα μηχανήματα πόκερ, την αγορά μιας εφημερίδας, την πληρωμή των λογαριασμών του νοικοκυριού, θα πρέπει να καταβάλλονται ηλεκτρονικά».
Και στο ίδιο άρθρο οι αναγνώστες διαβάζουν ότι η Αυστραλία θα είναι πιθανώς «μια κοινωνία χωρίς μετρητά» μέχρι το 2022 ...
"Έρευνα από την Westpac Bank προβλέπει ότι η Αυστραλία θα είναι μια πλήρως κοινωνία χωρίς μετρητά μέχρι το 2022 – σε μόλις έξι χρόνια. Ήδη το ήμισυ του συνόλου των εμπορικών πληρωμών γίνονται πλέον ηλεκτρονικά".
Ακόμη και σε ορισμένες από τις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη υπάρχει μια κίνηση προς μια κοινωνία χωρίς μετρητά. Το 2015, οι τράπεζες στην Ινδία σημείωσαν σημαντική πρόοδο σε αυτό το μέτωπο και οι εκπτώσεις φόρου εισοδήματος θεωρήθηκαν από την κυβέρνηση ως κίνητρο "να ενθαρρυνθούν οι πολίτες να μετακινηθούν από συναλλαγές με μετρητά".
Θα μπορούσε πραγματικά μια κοινωνία χωρίς μετρητά να μειώσει την εγκληματικότητα και να κάνει τη ζωή όλων μας «καλύτερη»;
Και αν υποθέσουμε ότι θα συνέβαινε αυτό, ποιο αλήθεια, θα ήταν το «τίμημα»;
Το να μην μπορείς πλέον να πας όπου θέλεις και να κάνεις ό, τι θέλεις, χωρίς το κράτος να σε παρακολουθεί συνεχώς. Με λίγα λόγια θα μεταβούμε οικειοθελώς σε ένα σύστημα που θα φέρει μαζί του μια πολύ σημαντική απώλεια της προσωπικής μας ελευθερίας.
Και είναι εύκολο να φανταστούμε έναν κόσμο όπου μια είδους "ταυτότητα" που θα εκδίδει το κράτος, θα μπορεί να χρησιμοποιείται και για οποιαδήποτε μορφή ηλεκτρονικών πληρωμών. Αυτό θα δώσει στην κυβέρνηση τον πλήρη έλεγχο για το ποιος χρησιμοποιεί «το σύστημα» και ποιος όχι. Η δυνατότητα εξαναγκασμού και τυραννίας σε ένα τέτοιο σενάριο είναι προφανής.
Από την άλλη, τι θα κάνατε αν δεν μπορούσατε να αγοράσετε, να πωλήσετε, να βρείτε δουλειά, να αγοράσετε φάρμακα ή να ανοίξετε έναν τραπεζικό λογαριασμό χωρίς να είστε "γνωστός" στο σύστημα;
Η απάντηση είναι : Ή μέσα στο σύστημα. Ή «ύποπτος» και «αποκλεισμένος».