Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Το να μην μπορείς να πιστέψεις είναι ένα είδος αναπηρίας.

 Γιάννης Τσαρούχης

Το τέλος της αυταπάτης

Του Παναγιώτη Γκλαβίνη

Στην ομιλία του το βράδυ της Κυριακής, ο νικητής των εκλογών, κ. Τσίπρας, ανέφερε πως η Ελλάδα ζητά χώρο και χρόνο για να δημιουργήσει ξανά ένα μέλλον με αξιοπρέπεια. Ένα  χώρο κι έναν χρόνο που ο ίδιος δεν έδωσε σε καμιά από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Αυτά τα περιθώρια χώρου και χρόνου ζητά τώρα να του δώσουν οι δανειστές μας.

Όλοι γνωρίζουμε πως ο χρόνος είναι χρήμα. Κι εμείς χρήματα δεν έχουμε. Για να επιβιώσουμε, χρειαζόμαστε τα χρήματα των εταίρων μας και του ΔΝΤ. Ο κ. Τσίπρας ξεκαθάρισε πως θα επιδιώξει να κλείσει μια νέα συμφωνία μαζί τους, μέσα από διαπραγματεύσεις για μια «δίκαιη, αμοιβαία επωφελή και βιώσιμη λύση». Διαβεβαίωσε τους «εταίρους μας», όπως τους αποκάλεσε, ότι επιθυμεί έναν «ειλικρινή διάλογο» μαζί τους και μια «ουσιαστική διαπραγμάτευση», στην οποία η Ελλάδα θα προσέλθει με τεκμηριωμένες προτάσεις και το δικό της σχέδιο μεταρρυθμίσεων και ριζικών αλλαγών. Μέχρι τώρα, όμως, δεν ψήφισε ούτε μία μεταρρύθμιση από αυτές που προώθησαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Επιπλέον, ο κ. Τσίπρας διαβεβαίωσε πως θα κυβερνήσει με ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, όμως, επετεύχθησαν με πολιτικές, τις οποίες ο ίδιος κατήγγειλε και υποσχέθηκε να καταργήσει. Ζήτημα τίθεται, λοιπόν, με ποιες πολιτικές θα πετύχει να διατηρήσει τον προϋπολογισμό ισοσκελισμένο, τη στιγμή που υπόσχεται το τέλος της λιτότητας.

Εκτός αν εννοεί το τέλος της λιτότητας που αναμένεται να επιτευχθεί με το Πρόγραμμα του Μάριο Ντράγκι. Γνωρίζει καλά στην περίπτωση αυτή, πως για να επωφεληθεί, θα πρέπει –με αυτή τη σειρά– (α) να κλείσει θετικά την αξιολόγηση του προηγούμενου προγράμματος για να λάβει και τη δόση, και (β) να συνάψει μια νέα συμφωνία για τους όρους με τους οποίους θα μας παραχωρηθεί η νέα πιστοληπτική γραμμή από τον ESM.

Να, λοιπόν, που πριν καλά-καλά τελειώσει η καταμέτρηση των ψήφων, ο αρχηγός του κυβερνώντος πλέον Σύριζα κάνει λόγο για διάλογο με τους εταίρους μας, στον οποίο ο ίδιος υπόσχεται να προσέλθει με προτάσεις και σχέδια για να τους πείσει να του δώσουν τα χρονικά εκείνα περιθώρια, μαζί και μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια, ώστε να σχεδιάσει και να προωθήσει την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Τέσσερα χρόνια επιθυμεί να έχει στη διάθεσή του ο κ. Τσίπρας. Αυτό προκύπτει από το τετραετές σχέδιο δημοσιονομικής πολιτικής που υποσχέθηκε να καταθέσει στους εταίρους μας ενόψει των διαπραγματεύσεων. Τόσο θέλανε και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Έκανε, όμως, τα πάντα ώστε να μην επιτρέψει σε καμία από αυτές να ολοκληρώσει τη θητεία της, κυρίως δε στην τελευταία.

Είναι προφανές ότι ο κ. Τσίπρας δεν έχει Σχέδιο Β, σε περίπτωση που δεν πετύχει μια «δίκαιη», όπως την αποκαλεί, συμφωνία με τους δανειστές μας. Έχει, όμως, Σχέδιο Α; Μέχρι προχτές, το μόνο που είχε ήταν μια αόριστη απαίτηση για «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους τους χρέους μας», με το σκεπτικό ότι αυτό δεν είναι βιώσιμο. Τώρα, λίγες μόνον ώρες μετά το κλείσιμο της κάλπης, μας αποκάλυψε ότι θα πάει σε διαπραγματεύσεις με τους εταίρους μας με προτάσεις που θα τεκμηριώνονται (α) από ένα σχέδιο τετραετούς δημοσιονομικής πολιτικής, (β) ένα σχέδιο ριζικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων και (γ) ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας με επενδύσεις. Γι’ αυτά, όμως, χρειάζεται χρόνο (και χρήμα).

Όταν μια άλλη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση χρειάστηκε χρόνο το 2010 για να προχωρήσει κι εκείνη στις ριζικές αλλαγές που είχε υποσχεθεί προεκλογικά, οι αγορές δεν της τον έδωσαν. Της τον έδωσαν, όμως, οι εταίροι μας και το ΔΝΤ. Όπως και τα απαραίτητα χρήματα για να μας κρατήσουν στη ζωή. Το ίδιο συνέβη και το 2012. Οι εταίροι δώσανε και στην τότε κυβέρνηση τον απαραίτητο χρόνο (και το χρήμα) για να κάνει τις απαιτούμενες αλλαγές.

Ο κ. Τσίπρας ήταν απέναντι σε όλες τις προηγούμενες προσπάθειες διάσωσης και μεταρρύθμισης της χώρας. Τώρα, η Κυβέρνησή του ζητά χρόνο (και χρήμα) από τους εταίρους μας για να πετύχει εκεί που απέτυχαν οι προηγούμενες, μεταξύ άλλων και γιατί ο ίδιος και το κόμμα του ήσαν απέναντι σε όλες τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν από το 2010 μέχρι σήμερα.

Γιατί να μας πιστέψουν αυτή τη φορά, κύριε Τσίπρα; Γιατί να ΣΑΣ πιστέψουν; Εσείς, αν ήσασταν στη θέση τους, θα μας πιστεύατε; Μήπως θα μας πιστεύετε επειδή θα μας φοβόσασταν;

Ήδη, ο κ. Σουλτς, ο οποίος αναμένεται αυτή την εβδομάδα στην Αθήνα για να συναντήσει τον νέο Έλληνα Πρωθυπουργό, δήλωσε σε γερμανικό ραδιόφωνο πως «οι Έλληνες, περιλαμβανομένης της κυβέρνησης που θα αναλάβει την εξουσία στην Αθήνα, γνωρίζουν πως αν το παρατραβήξουν, δεν θα υπάρχουν χρήματα για την Ελλάδα... Και ποια κυβέρνηση μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της … να αφήσει μια χώρα χωρίς χρηματοδότηση;»
Ο ίδιος κύριος Σουλτς, όταν επισκέφθηκε τη χώρα μας προεκλογικά στις 18.5.2012, είχε δηλώσει τα εξής σε ομιλία του στο Μέγαρο Μουσικής: panepistimiakisymparataxi

Αυτά θα επαναλάβει και τώρα και από ‘κει και πέρα, ο έχων ώρα ακούειν, ακουέτω...

πηγή* Ο Παναγιώτης Γκλαβίνης είναι αν. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

ΔΕΙΛΟΙ, ΜΕΙΟΔΟΤΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΜΠΑΙΧΤΕΣ, ΤΟΝ ΕΦΕΡΑΝ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ


tsipras-papoulias 
Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Κάθε αποτέλεσμα έχει και την αιτία του και η σημασία της αιτίας είναι ανάλογη του αποτελέσματος σε πολιτικό, κοινωνικό, αλλά και θρησκευτικό επίπεδο. Σε αυτή την χώρα διάφορα πολιτικά ταμπού και πολιτικά τζάκια είχαν κυριαρχήσει επί δεκαετίες και καθόριζαν την εξωτερική και εσωτερική της κατεύθυνση. Σήμερα φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και για πρώτη φορά στην ιστορία αυτής της χώρας μια ομάδα πολιτικών που απαρνούνται τον παραδοσιακό θρησκευτικό όρκο, έγινε η σημερινή ελληνική κυβέρνηση. Όσοι «τσιρίζουν» και οδύρονται για αυτούς,  καλά θα κάνουν να κοιτάξουν ποιοι τους έφεραν στην εξουσία και γιατί φτάσαμε ως εδώ.

283EDA4D0706FD774D3985260B7F0E53

Το 2007 η χώρα είχε μια πολιτική εξουσία που προέρχονταν από ένα μεγάλο πολιτικό τζάκι. Ο τότε πρωθυπουργός για πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία αυτού του τόπου είχε διανοηθεί να αλλάξει την στρατηγική πορεία της χώρας και να προχωρήσει κάνοντας καινούργιες συμμαχίες που θα εξυπηρετούσαν καλύτερα τα εθνικά και οικονομικά μας συμφέροντα. Οι συναντήσεις του με τον ηγέτη της Ρωσίας ήταν το αποκορύφωμα αυτής της πρωτοφανής για ελληνικά δεδομένα προθέσεις, από ένα συντηρητικό και παραδοσιακά αμερικανόφιλο πρωθυπουργό. Άρχισε γρήγορα εναντίον του ένας μεγάλος εσωτερικός πόλεμος υπονόμευσης του. Το προσωπικό αμερικανόφιλο περιβάλλον του, οι στενοί του συνεργάτες είχαν στραφεί εναντίον του και τον υπονόμευαν. Ο αρχηγός της τότε αντιπολίτευσης, ο γνωστός ελληνόφωνος ΓΑΠ, ωρύονταν για την φίλορωσική του στροφή που δεν συμβιβάζονταν με τις διασυνδέσεις του με τις ΗΠΑ. Μέχρι και παρακολουθήσεις τηλεφώνων γίνονταν και σχέδια δολοφονίας του από ξένες μυστικές υπηρεσίες. Δυστυχώς, ο τότε πρωθυπουργός αντί να σηκωθεί όρθιος και να καταγγείλει στον ελληνικό λαό τον όργιο της υπονόμευσης του εναντία στα εθνικά μας συμφέροντα, προτίμησε να… το βάλλει στα πόδια παραδίδοντας την εξουσία στον μεγάλο μειοδότη της πατρίδας, που ακούγεται, ΓΑΠ!
Από εδώ και πέρα άρχισε το κατρακύλισμα της χώρας στον γκρεμό, η παράδοση της εθνικής κυριαρχίας στους ξένους, η ακύρωση όλων των προτέρων επιλογών της στρατηγικής κατεύθυνσης προς όφελος και μόνο των ξένων αφεντάδων του και παράλληλα το ξεκλήρισμα της ελληνικής κοινωνίας με την παράδοση όλων των κέντρων της κρατικής εξουσίας σε ξένους, ανθέλληνες, τοκογλύφους. Άρχιζε το μεγαλύτερο μαρτύριο του ελληνικού λαού, χάριν της πρωτοφανής αυτής προδοσίας ενός αμερικανόφρονα πολιτικού που το μόνο που ήξερε ήταν να προβάλλεται σαν ο γόνος της μεγάλης πολιτικής οικογενείας, με την πεποίθηση ότι οι «υπήκοοι» του θα τον υπακούουν σαν σκλάβοι της προδοσίας του.
Αυτόν τον μεγάλο μειοδότη τον διαδέχτηκε ο άλλος φίλος του, που όχι μόνο θα συνέχιζε το καταστροφικό του έργο, αλλά θα το επέκτεινε ακόμα περισσότερο με κύριο στόχο και σκοπό την ολοκληρωτική εξόντωση αυτού του λαού, που τον κορόιδεψε με τον χειρότερο τρόπο. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος ψεύτης της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Αλλά το μεγαλύτερο του ανοσιούργημα ήταν ότι θα αναδεικνύονταν και σαν ο μεγαλύτερος θεομπαίχτης. Για πρώτη φορά στην ιστορία αυτού του τόπου, ο ηγέτης του θα έπαιζε με το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού και το χειρότερο, θα έβαζε ιεράρχες και ιερομόναχους να προπαγανδίζουν ότι είναι ο… απεσταλμένος του Θεού για να «σώσει», βλέπε καταστρέψει την ελληνική κοινωνία και να διασύρει κάθε έννοια θρησκευτικού φρονήματος και θρησκευτικής αίσθησης. Ο μεγαλύτερος θεομπαίχτης που πέρασε ποτέ!
Μετά από όλα αυτά τι θα ανέμενε κανείς ; Η οργή του λαού θα έδινε την εξουσία σε κάποιους που δεν πιστεύουν, αλλά τουλάχιστον φαίνονταν σαν ειλικρινείς στις προθέσεις τους και το σκάνδαλο της εμφάνισης για πρώτη φορά υπουργών να περιφρονούν τις θρησκευτικές παραδόσεις, ήταν δυστυχώς η απόρροια όλης αυτής της θλιβερής περιπέτειας της Ελλάδας.
Ένας δειλός που… ήπιε το αμίλητο νερό, ένας αδίστακτος μειοδότης και ένας φοβερός θεομπαίχτης, έφεραν για πρώτη φορά στην ελληνική πολιτική ιστορία ένα άθεο στην εξουσία!
Πολύ αργά για…κροκοδείλια δάκρυα υποκρισίας!

ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
www.nikosxeiladakis.gr

Πρέπει να ορκιζόμαστε, ή όχι;


Θεολογικό σχόλιο μ’ αφορμή την άρνηση ενίων βουλευτών να δώσουν τον νενομισμένο όρκο - Τι επιτάσσει το Ευαγγέλιο, τι προτρέπουν οι Πατέρες της Εκκλησίας; - Tι έχει αποφασίσει εδώ και μια δεκαετία το ΣτΕ.

 Του Χάρη Ανδρεόπουλου 
«Πρέπει να ορκιζόμαστε;». Το ερώτημα επανέρχεται στην επικαιρότητα κάθε φορά που είτε συζητείται η αναθεώρηση του Συντάγματος, είτε συνέρχεται νέα Βουλή προκειμένου οι νεοεκλεγέντες βουλευτές να δώσουν τον νενομισμένο και καθιερωμένο (θρησκευτικό) όρκο. Ετσι, και σήμερα, το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα εξ αιτίας της άρνησης των βουλευτών της Αριστεράς (ΚΚΕ – ΣΥΡΙΖΑ) και ενίων (τέσσερις εκ των εκατόν εξήντα) της κυβερνητικής παράταξης (ΠΑΣΟΚ) να δώσουν, ως μέλη της νέας Βουλής, τον θρησκευτικό όρκο.

Για το θέμα του όρκου στο δημόσιο διάλογο αντιπαρατίθενται συνήθως δύο ιδεολογικοποιημένες στη βάση τους απόψεις: α) εκείνων που για λόγους παράδοσης θέλουν να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν: να συνεχίσει, δηλαδή, να ισχύει το σημερινό καθεστώς της (θρησκευτικής) ορκοδοσίας, όπως π.χ. ζητά ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ κ. Γ. Καρατζαφέρης και β) εκείνων που θέλουν να καταργηθεί και το επιδιώκουν για λόγους ξεκάθαρα ιδεολογικοπολιτικούς, όπως π.χ. κάποιοι πολιτικοί σχηματισμοί (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ορισμένοι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ) και ενώσεις πολιτών, οι οποίοι τάσσονται αναφανδόν υπέρ ενός κοσμικού – άθρησκου κράτους («etat laique»).


Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
Μιας και μιλάμε, όμως, για όρκο που προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη και ειδικότερα για μας τους ορθοδόξους χριστιανούς τη πίστη στον Τριαδικό Θεό, αξίζει να δούμε και μια τρίτη άποψη και συγκεκριμένα τη θεολογική, την οποία ανέδειξε ο Αρχιεπίσκοπος και η οποία, δυστυχώς, στον δημόσιο διάλογο, αν δεν αποσιωπάται, τουλάχιστον, υποβαθμίζεται. Επειδή, ωστόσο, για εμάς τους χριστιανούς η θεολογική θα πρέπει να είναι η άποψη που θα σηματοδοτεί τη στάση και τη συμπεριφορά μας απέναντι στο θέμα, αξίζει να δούμε τι λέγουν σχετικώς η Αγία Γραφή και οι Πατέρες.

Ξεκινώντας από την Παλαιά Διαθήκη, διαβάζουμε στο Δεκάλογο: «Ου λήψει το όνομα του Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» («δεν θα προφέρεις καταχρηστικά το όνομα του Κυρίου, του Θεού σου», Εξ. 20,7. Δευτ. 5,11). Περνώντας στη Καινή Διαθήκη ακούμε το Χριστό να λέει: «Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως (…) έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ού ού, το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστί…» («εγώ, όμως, σας λέω να μην ορκίζεστε καθόλου (…) να λέτε μόνο ναι ή όχι, καθετί πέρα απ’ αυτά προέρχεται από τον πονηρό», Ματθ. 5, 33 – 37). Σαφέστατη είναι η προτροπή που μας απευθύνει και ο αδελφόθεος Ιάκωβος στην Επιστολή του (5, 12): «Προ πάντων δε, αδελφοί μου, μη ομνύετε μήτε τον ουρανόν, μήτε την γην , μήτε άλλον τινά όρκον. Ητω δε υμών το ναί, ναί, και το ού, ού, ίνα μη υπό κρίσιν πέσητε» («Προ παντός, αδελφοί μου, να μην ορκίζεσθε ούτε στον ουρανό, ούτε στη γη, ούτε να κάνετε άλλον όρκο. Ας είναι το «ναί» σας πραγματικό ναί, και το «όχι» σας πραγματικό όχι, για να μη βρεθείτε κατηγορούμενοι στη τελική κρίση»).

Πάμε στους Πατέρες της Εκκλησίας: Ο Μεγ. Βασίλειος επισημαίνει ότι ο όρκος απαγορεύθηκε μια για πάντα (Κανών 29). Στο ερώτημα πώς μπορεί κάποιος να πείθει τους άλλους, όταν αποφεύγει τον όρκο, ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος απαντά: με το λόγο και τη συμπεριφορά που θα πιστοποιεί το λόγο του (Επη Ηθικά, PG 37, 940). O Aγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς απορρίπτει επίσης τελείως τη χρήση του όρκου. Σε όσους δεσμεύθηκαν με όρκο προτείνει να τηρήσουν πιστά τις υποσχέσεις τους, αν αυτές είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού, αλλά και να ζητήσουν ταυτόχρονα το έλεος του Θεού, γιατί ακόμη και σε περίπτωση ευορκίας δεν παύουν να είναι παραβάτες της εντολής (Δεκάλογος κατά Χριστόν νομοθεσίας, P.G. 150, 1093 BC).

Η χρήση, λοιπόν, του όρκου στη καθημερινή ζωή αποτελεί καταστρατήγηση της ρητής εντολής του Χριστού «μη ομόσαι όλως», όπως παραδέχθηκε και ο Αρχιεπίσκοπος  Ιερώνυμος στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του προ έτους περίπου (28/12/2008) στην κυριακάτικη «Καθημερινή» και στον  Νίκο Παπαχρήστου
(kathimerini).
 
 
ΕΠΙ ΟΘΩΝΟΣ…
Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση, που είναι, αν μη τι άλλο, θεολογικά παράδοξη, εμφανίσθηκε - όπως επισημαίνει ο κορυφαίος καθηγητής Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού Γ. Μαντζαρίδης στο μνημειώδες έργο του «Χριστιανική Ηθική» (εκδ. Π. Πουρναρά, 1995, σελ. 415) - με την ανασύσταση του ελληνικού κράτους και έχει τις ρίζες της στη φιλοσοφία της βαυαροκρατίας που κυριαρχούσε στα διοικητικά πράγματα της χώρας τη περίοδο εκείνη (1833, με βασιλιά της ορθόδοξης Ελλάδος τον ρωμαιοκαθολικό Οθωνα και αντιβασιλιά επί των εκκλησιαστικών τον προτεστάντη Μάουρερ).

Εξ αιτίας της δημιουργήθηκε η έντονη διαμάχη ανάμεσα στον Οικονόμο τον εξ Οικονόμων και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος ακολουθώντας την διδασκαλία, αλλά και τη πράξη της Εκκλησίας υποστήριξε ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να ορκίζονται. Αντίθετα, ο Φαρμακίδης θεώρησε τον όρκο επιτρεπτό, ιδίως όταν επιβάλλεται από την πολιτεία. Αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε το 1849 εγκύκλιο επιστολή «Προς τους απανταχού Ορθοδόξους» που υπογράφεται και από τους προκαθημένους των τριών άλλων πρεσβυγενών πατριαρχείων. Στη επιστολή αυτή καυτηριάζεται με δριμύτητα ή φαρμακίδειος άποψη ότι η χριστιανική πίστη δεν απαγορεύει τον όρκο και ότι οι πιστοί μπορούν να ορκίζονται στα δικαστήρια «απροκριματίστως και οσίως».

- Βεβαίως είν’ αλήθεια ότι την ορκοδοσία την επέβαλε, όχι η Εκκλησία (πως θα μπορούσε άλλωστε;), αλλά το …ανορθόδοξο - επί βασιλείας του ρωμαιοκαθολικού Οθωνος και αντιβασιλείας του προτεστάντου Μάουρερ – νεοσύστατο, τότε, ελληνικό κράτος, θέλοντας να «αξιοποιήσει» τη θρησκευτική συνείδηση των διαδίκων, των μαρτύρων και εν γένει των διοικουμένων για τους δικούς του σκοπούς. Πέρασαν, όμως, από τότε 180 και πλέον χρόνια. Οι καιροί για αλλαγές προς ορθόδοξη κατεύθυνση, δηλαδή για την κατάργηση της ορκοδοσίας και την αντικατάστασή της με άλλες διαβεβαιώσεις (όπως δίνουν οι νεοεκλεγόμενοι μητροπολίτες ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας) ή εγγυήσεις της αξιοπιστίας του μάρτυρα, ωρίμασαν.


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣτΕ
Yπάρχει μάλιστα και η σχετικά πρόσφατη υπ’ αριθμ. 2601/1998 (ορθοδοξότατη!) απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) βάσει της οποίας έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα να αρνηθεί να ορκισθεί εκείνος που επικαλείται κώλυμα για λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Με την απόφαση αυτή δικαιώθηκε απόφοιτος του τμήματος Θεολογίας του παν/μίου Αθηνών ο οποίος προσέφυγε κατά της πράξεως του προέδρου του τμήματος που επέβαλλε υποχρεωτικά θρησκευτικό όρκο (καθομολόγηση). Ο απόφοιτος αρνήθηκε να ορκισθεί διότι ο όρκος είναι απαράδεκτος για το ορθόδοξο δόγμα το οποίο πρεσβεύει – και το ΣτΕ δεχόμενο τη προσφυγή του, ακύρωσε τη πράξη του προέδρου του τμήματος.

Το ΣτΕ πήρε θέση. Αναφορικά με την διοικούσα Εκκλησία, η μέχρι τώρα - δίκην Ποντίου Πιλάτου - «ουδέτερη» στάση επί του θέματος (αν συνάδει, ή όχι ο όρκος με το Ευαγγέλιο, με τη χριστιανική διδασκαλία), το μόνο που κατάφερε είναι να επιτείνει τη σύγχυση. Ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος με τις δηλώσεις στη «Καθημερινή» (28/12/2008) διέλυσε το νέφος αυτής της σύγχυσης και με λόγο πεντακάθαρο, κρυστάλλινο, προσέγγισε το θέμα θεολογικά, πνευματικά. «Η κατάργηση του όρκου δεν δημιουργεί πρόβλημα στην Εκκλησία, αντιθέτως είναι συνέπεια της διδασκαλίας της», δήλωσε στη προαναφερθείσα συνέντευξή του (στη κυριακάτικη «Καθημερινή», 28/12/2008) ο Αρχιεπίσκοπος  Ιερώνυμος, αναδεικνύοντας, έτσι, τη θεολογική διάσταση ενός απλού μεν, ωστόσο πολυβασανισμένου - για μικροπολιτικούς, κυρίως, λόγους – θέματος.

Στη βάση αυτών των γραφομένων, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς: δηλαδή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ ζητούν την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου αποδεχόμενοι το σχετικό (Ματθ. 5, 33) ευαγγελικό πρόσταγμα; Μακάρι να ήταν έτσι τα πράγμα, αλλά, δυστυχώς, δεν είναι. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο Αρχιεπίσκοπος η προσπάθεια της κατάργησης του θρησκευτικού όρκου, έτσι όπως επιδιώκεται σήμερα στη χώρα μας, δεν υποκρύπτει ενδιαφέρον για συνέπεια και ειλικρίνεια, αλλά έχει γίνει κι’ αυτή ένα αντιθρησκευτικό ιδεολόγημα.

Αναφορικά, πάντως, με τη θεολογική διάσταση του θέματος πιστεύουμε ότι μια απλή επίσημη δήλωση – διακήρυξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας μας, ότι η θεολογία μας, ως ορθοδόξων χριστιανών, απαγορεύει τον όρκο, θα ήταν αρκετή για την κατάργηση της επιβολής του. Αλλά και θα έδινε οριστικά τέλος σ’ ένα θέμα τόσο απλό, αλλά τόσο βασανισμένο…

πηγή

Επιτέλους αριστερά...



Η νίκη της αριστεράς στις χθεσινές εκλογές αποτελεί το κερασάκι στην τούρτα της μεταπολίτευσης. Μια αριστερή κυβέρνηση μετά από πέντε χρόνια ουσιαστικής χρεοκοπίας (αλλά όχι τυπικής) αποτελεί τον καλύτερο επίλογο μιας μεταπολίτευσης στην οποία υπήρξε ασφυκτική ιδεολογική κυριαρχία της αριστεράς.

Η μεταπολίτευση το 1974 ξεκίνησε με τις εθνικοποιήσεις υγιών δυναμικών από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και συνεχίστηκε με τις κρατικοποιήσεις χρεοκοπημένων ομίλων και ό,τι άλλο είχε απομείνει  από τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο μεταπολεμικός παραγωγικός ιστός της χώρας διαλύθηκε στη μεταπολίτευση είτε κατεβάζοντας ρολά όπως η Πιρέλι, είτε μέσω της κρατικοποίησης μεγάλων ομίλων όπως τα Ναυπηγεία, ο Σκαλιστήρης κλπ.

Μετά το ’80 όταν όλος ο ανεπτυγμένος κόσμος ιδιωτικοποιούσε κρατικά μονοπώλια και άνοιγε τις αγορές στον ανταγωνισμό, εμείς κρατικοποιούσαμε ό,τι χρεοκοπούσε ή δεν χρεοκοπούσε, εμποδίζοντας την αναβάθμιση του μεταπολεμικού οικονομικού μοντέλου, μέσω της δημιουργικής καταστροφής, στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού και της αρχόμενης παγκοσμιοποίησης.

Η ελληνική αριστερά ούσα εκτός τόπου και χρόνου θεωρεί ότι το κρατικοδίαιτο παρασιτικό ελληνικό μοντέλο είναι συνέπεια νεοφιλελεύθερων επιλογών, επειδή δεν έχει τυπικές σοβιετικές δομές. Ο χαρακτηρισμός μιας οικονομίας ως φιλελεύθερης ή κρατικίστικης (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αριστερές) έχει να κάνει με το βαθμό οικονομικής ελευθερίας.

Η Ελλάδα σε σύνολο 180 χωρών βρίσκεται στην 119 θέση. Πολύ κάτω από όλες τις ευρωπαϊκές, την Τουρκία και κάτω ακριβώς από το Μπουτάν και το Τζιμπουτί. 

Αριστερόστροφος παρασιτικός κρατισμός

Τα μεγάλα κρατικά μονοπώλια όπως η ΔΕΗ, τα Λιμάνια κλπ. ουσιαστικά παραδόθηκαν στη διοίκηση του κομματικού συνδικαλισμού και επιβίωσαν χάρη στη μονοπωλιακή τους θέση μόνο σε βάρος της κοινωνίας και της οικονομίας. Οι διοικήσεις που διόριζαν οι κυβερνήσεις τυπικά διοικούσαν υπό την κηδεμονία του κομματικού συνδικαλισμού.

Οι δυο κυρίαρχοι πόλοι εξουσίας στη μεταπολίτευση ήταν τα κρατικοδίαιτα ιδιωτικά επιχειρηματικά ολιγοπώλια και ο κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός των ΔΕΚΟ, ως βασικός ιμάντας της πελατειακής κομματοκρατίας.

Το οικονομικό μοντέλο της μεταπολίτευσης είχε σαν βασικό πυλώνα του το κράτος το οποίο δανειζόταν και πλήρωσε μισθούς, συντάξεις και δημόσια έργα. Έδινε δουλειά και εισόδημα σε όσους εργάζονταν σε αυτό και στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού τομέα. Το μοντέλο αυτό θα είχε καταρρεύσει από τη δεκαετία του ’90 αν δεν υπήρχαν οι κοινοτικές επιδοτήσεις μετά το ’80 και τα φθηνά επιτόκια λόγω ευρώ μετά το 2000.

Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης δεν ευημερούσαν οι άξιοι και τολμηροί του ιδιωτικού τομέα αλλά οι διαπλεκόμενοι του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ο ευκολότερος δρόμος για κάποιον να εξασφαλίσει ένα υψηλό εισόδημα ήταν μέσω των κομματικών μηχανισμών όπως ακριβώς συνέβαινε στα σοβιετικά καθεστώτα.

Αν κάνει κάποιος και τομή στα περιουσιακά στοιχεία που δημιουργήθηκαν στη μεταπολίτευση θα διαπιστώσει πως αυτά δημιουργήθηκαν κυρίως είτε από αυτούς που φοροδιαφεύγαν είτε από αυτούς που επέβαλαν την φοροδιαφυγή σαν μέσο επιβίωσης των επιχειρήσεων προς ίδιον δικό τους όφελος, σε βάρος των δημόσιων ταμείων.


Μερικές από τις συνέπειες της ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς στη μεταπολίτευση ήταν:

α) Η εμπέδωση εχθρότητας στην κοινωνία προς το μοναδικό μηχανισμό δημιουργίας βιώσιμης ευημερίας, την ιδιωτική επιχειρηματικότητα και η ταύτισή της με την απάτη. Η εξόντωση των έντιμων επιχειρηματιών από το διεφθαρμένο μηχανισμό και η επιβράβευση των ανέντιμων, αποτέλεσε την επιβεβαίωση των αιτιών αυτής της εχθρότητας.

β) Η διάλυση της παιδείας και του πνεύματος της αριστείας σε αυτήν χάριν ενός επιφανειακού εξισωτισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα  η δια της κληρώσεως επιλογή μαθητών για τα πρότυπα και πειραματικά σχολεία και η διάλυση των πανεπιστημίων μέσω της παράδοσης της διοίκησής τους σε συνδικαλιστικές συμμορίες.

γ) Η διάλυση του δημοσίου, μέσω της διάρθρωσης της δομής στα κομματικά πελατειακά κριτήρια και την αναβάθμιση του συνδικαλιστικού σκέλους σε βασικό διοικητικό βραχίονα. Η κατάργηση κάθε μορφής αξιολόγησης και αμοιβής με βάση αυτήν, αποτελεί άλλη μια αριστερή κατάκτηση της μεταπολίτευσης.

δ) Η ανάθεση της διοίκησης κρατικοποιημένων επιχειρήσεων που δεν ήταν κρατικά μονοπώλια σε συνδικαλιστές και κομματικούς τις οδήγησε στη χρεοκοπία σε λίγα χρόνια (π.χ. Σκαλιστήρης) διασώθηκαν όσες πρόλαβαν να πουληθούν όπως η ΑΓΕΤ κλπ. Οι προσπάθειες δημιουργίας κρατικών επιχειρήσεων όπως π.χ. η Αλουμίνα απέτυχε παταγωδώς αφού «κατάπιαν» πολλά δισ. φορολογουμένων.

Το χθεσινό αποτέλεσμα λοιπόν ενδεχομένως να αποτελεί τον οδυνηρότερο αλλά αποτελεσματικότερο τρόπο να τελειώσουν οι κρατικίστικες αγκυλώσεις και οι αριστερές ψευδαισθήσεις της μεταπολίτευσης, γιατί μια αριστερή κυβέρνηση, η πλέον κρατικιστική των τελευταίων χρόνων,  καλείται να διαχειριστεί το τελικό στάδιο της χρεοκοπίας.

Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ μετά το 2010 πορεύθηκαν με γνώμονα τις «κόκκινες» γραμμές και την παντελή απουσία εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές, υποσχόμενος σε όλους τα πάντα. Ούτε αυτός διαθέτει κάποιο ρεαλιστικό και συμβατό με τα ευρωπαϊκά δεδομένα εθνικό σχέδιο. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους θα κληθεί μέσα σε τρεις με έξι μήνες να υλοποιήσει το 90% όσων δεν υλοποίησαν οι προηγούμενοι σε πέντε χρόνια για να μείνει η χώρα στο ευρώ.

Κατ’ αυτήν την έννοια λοιπόν, επιτέλους αριστερά, για να τελειώνουμε με τις αγκυλώσεις της μεταπολίτευσης και τα μεταπολεμικά φαντάσματα.

πηγή

Υποδοχή Τιμίας Κάρας του Αγίου Ραφαήλ στην Κατούνα (ΦΩΤΟ)


aitol-1
Με την δέουσα λαμπρότητα και επισημότητα πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας και στην ενορία Αγίου Αθανασίου Κατούνας Ξηρομέρου, η υποδοχή της θαυματουργού Τιμίας Κάρας του Αγίου Ραφαήλ, η οποία φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Αγίων Ραφαήλ Νικολάου και Ειρήνης Λέσβου, κατόπιν προσκλήσεως του Εκκλ/κού Συμβουλίου και του προέδρου Aρχιμ. π. Νεκταρίου Τριάντη.
Την Τιμία Κάρα εκόμισε, κατόπιν σχετικής εγκρίσεως της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο εκπρόσωπος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου κ. Ιακώβου, Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Ιάκωβος Καραμούζης, Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου.
Την Τιμία Κάρα την υποδέχτηκε, στα προπύλαια του Ιερού Ναού Αγ. Αθανασίου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Κοσμάς.
Ακολούθησε «Δοξολογία» επί τη αφίξει της Τιμίας Κάρας, όπου ο Σεβασμιώτατος κ. Κοσμάς, μεταξύ άλλων υπογράμμισε: «Δοξάζουμε τον Κύριο για το μεγάλο δώρο που μας προσέφερε. Μας χαρίζει για λίγες ημέρες την Τιμία Κάρα του Αγίου Νεομάρτυρος Ραφαήλ. Η μυροβλύζουσα και θαυματουργός Τιμία Κάρα μας διακηρύσσει Ποιος είναι ο Χριστός, τι προσφέρει ο Χριστός στον άνθρωπο, πώς σώζεται, αγιάζεται και γίνεται κληρονόμος του ουρανού ο άνθρωπος. Μη φύγει απαρατήρητη η παρουσία του Αγίου Ραφαήλ. Η μετάνοιά μας θα μας φέρει τα δώρα που εκείνος απήλαυσε…..»
Ο Σεβασμιώτατος κ. Κοσμάς ευχαρίστησε τον Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου Πανοσιολογιώτατο Αρχιμ. π. Ιάκωβο Καραμούζη, ο οποίος υποβλήθηκε στον κόπο να φέρει την Τιμία Κάρα, την Καθηγουμένη και την Αδελφότητα της Ιεράς Μονής, ιδιαιτέρως όμως ευχαρίστησε τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου κ. Ιάκωβο «ο οποίος έδωσε την ευλογία και την άδεια να έρθει η θαυματουργός Τιμία Κάρα του Αγίου Ραφήλ στη Μητρόπολή μας…».

Ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης Αρχιμ. π. Ιάκωβος Καραμούζης, κατά την αντιφώνησή του ευχαρίστησε κι εκείνος τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.Κοσμά, διαβιβάζοντας παράλληλα και τις ευχές του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου κ. Ιακώβου.

Στη συνέχεια τελέστηκε η ακολουθία του Πανηγυρικού Αρχιερατικού, Εσπερινού χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτουτου Μητροπολίτου κ. Κοσμά, με τη συμμέτοχη τόσο του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Αρχιμ. π. Ιακώβου Καραμούζη, όσο και πλειάδος Ιερέων με επικεφαλής τον Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας Αρχιμ. π. Επιφάνιο Καραγεώργο.
Αξιοσημείωτη ήταν η συμμετοχή πλήθους πιστών από όλη τη Μητροπολιτική Περιφέρεια, κατά την υποδοχή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Ραφαήλ, η οποία θα παραμείνει στον Ιερό Ναό μέχρι και την Κυριακή 1 Φεβρουαρίου το απόγευμα.
aitol-2
aitol-3
aitol-4a
aitol-5a
aitol-6a
aitol-8a
πηγή