Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Παλιές ελληνικές Χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις





Τόσο απλές μα και τόσο μοναδικές!!


greek Xmas adv1
greek Xmas adv2

greek Xmas adv10
greek Xmas adv11
greek Xmas adv12

...και τώρα διαφημίσεις

http://www.antikleidi.com/wp-content/uploads/2013/01/35.jpg

Η υπηρέτρα

 
 
Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους… η δεκαοκταέτις κόρη, το Ουρανιώ το Διόμικο, μελαγχροινή νοστιμούλα, εκλείσθη εις την οικίαν της ενωρίς, διότι ήτο μόνη.
Ο πατήρ της, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας, αρχαίος εμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, όστις κατήντησε να γίνη πορθμεύς εις το γήρας του, είχεν επιβή της λέμβου του, περί μεσημβρίαν, όπως πλεύση εις την νήσον Τσουγκριάν, τρία μίλια απέχουσαν, και διαπορθμεύση εκείθεν εις την πολίχνην εορτασίμους τινάς προμηθείας. Υπεσχέθη ότι θα επανήρχετο προς εσπέραν, αλλ’ ενύκτωσε και ακόμη δεν εφάνη. Η νέα ήτο ορφανή εκ μητρός. Η μόνη προς μητρός θεία της, ήτις της εκράτει άλλοτε συντροφίαν, διότι αι οικίαι των εχωρίζοντο δι’ ενός τοίχου, εμάλωσε και αυτή μαζύ της δια δύο στρέμματα αγρού, και δεν ωμιλούντο πλέον. Η νεανίς εκάθισε πλησίον του πυρός, το οποίον είχεν ανάψει εις την εστίαν, περιμένουσα τον πατέρα της, και εκράτει το ους τεταμένον εις πάντα θόρυβον, εις τα φαιδρά άσματα των παίδων της οδού, ανυπόμονος και ανησυχούσα πότε ο πατήρ της να έλθη.
Αι ώραι παρήρχοντο και ο πτωχός γέρων δεν εφαίνετο. Το Ουρανιώ είχεν απόφασιν να μη κατακλιθή, αλλ’ έμεινεν ούτως ημίκλιντος πλησίον της εστίας. Παρήλθε το μεσονύκτιον και ήρχισαν ν’ αντηχώσιν οι κώδωνες των ναών, καλούντες τους Χριστιανούς εις την ευφρόσυνον της εορτής ακολουθίαν.
Η καρδία της νέας εκόπηκε μέσα της.
― Πέρασαν τα μεσάνυχτα, είπε, κι’ ο πατέρας μου!...
Συγχρόνως τότε ήκουσε θόρυβον και φωνάς έξωθεν. Η γειτονιά είχεν εξυπνήσει, και όλοι ητοιμάζοντο δια την εκκλησίαν.
Η δύστηνος Ουρανιώ δεν άντεσχεν, αλλ’ έλαβε την τόλμην να εξέλθη εις τον σκεπαστόν και περίφρακτον υπό σανίδων εξώστην της οικίας, όπου, κρυπτομένη εις το σκότος, προέβαλε δια της θυρίδος την κεφαλήν.
Μία γειτόνισσα, λάλος και φωνασκός, είχεν εγερθεί πρώτη και αφύπνιζε δια των κραυγών της τους γείτονας όλους, όσων ο ύπνος ανθίστατο εις των κωδώνων τον κρότον, προσπαθούσα να εξυπνήση τον άνδρα και τα  παιδία της. Ο σύζυγός της, Νταραδήμος, είχεν ανάγκην μοχλού δια να σταθή εις τους πόδας του.
Η θύρα της οικίας των ήτο αντικρύ τής του μπαρμπα-Διόμα. Το Ουρανιώ έβλεπε καθαρώς απέναντί της την γυναίκα εκείνην, κρατούσαν φανόν, φωτίζουσα οικτιρμόνως τα σκότη της οδού, δια τους διαβάτας, και τους γείτονας. Διότι το σκότος ήτο βαθύ και ελαφρός άνεμος έπνεεν, όσος ήρκει δια να μεταφέρη εκ των  χιονοσκεπών βουνών το ψύχος και τον παγετόν εις τας φλέβας των ανθρώπων. Κατ’ εκείνην την στιγμήν διήλθεν άνθρωπός τις, ον ιδούσα και αναγνωρίσασα η Ουρανιώ, δεν ηδυνήθη να μη μειδιάση.
― Πώς! κι’ ο Αργυράκης πάει στην Εκκλησιά;… εψιθύρισεν.
Ο Αργυράκης της Γαροφαλιάς, όστις είχε το προνόμιον να προσωνυμήται από του ονόματος της συζύγου του, είχεν είπει άλλοτε, και το λόγιον έμεινε παροιμιώδες: «όποτε πάω στην εκκλησιά, βάια μοιράζουνε». Αλλά την φοράν ταύτην τον εξύπνησε βιαίως η Γαροφαλιά και τώ επέταξε να υπάγη εις την εκκλησίαν, διότι είδε κακόν όνειρον, είπε. Εφοβείτο μήπως οι γύφτισσες (υπήρχον αντικρύ του οικίσκου των πέντε ή εξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), έκαμαν μαγείας εναντίον της. Και αν αυτή επάθαινε τίποτε, Θεός να φυλάη! ποία άλλη θα εκόλλα τον φούρνον, οι μέρες που έρχονται, τώρα τον Άη-Βασίλη κ.τ.λ., εις όλην την γειτονιά; Όλον δε το άτομόν της ενεθύμιζε την μητέρα εκείνην των Σαράντα Δράκων του παραμυθιού ήτις εφούρνιζε με τα παλάμας και επάνιζε με τους μαστούς.
Ο ευπειθής Αργυράκης, όστις μόλις έφθανε των ώμων του αναστήματός της, ηγέρθη, εφόρεσεν εις την κεφαλήν του τον γιοργούλη του, εζώσθη το κόκκινον ζωνάρι του, τρεις σπιθαμάς πλατύ, υπέδησεν εις τους πόδας τα πέδιλά του, και εξήλθεν εις την οδόν.
Ταυτοχρόνως είχεν εξέλθει και ο Νταραδήμος, όστις έπιασεν ομιλίαν με τον Αργυράκη της Γαροφαλιάς.
― Τώρα μ’ αρέσεις, γείτονα, τω λέγει... μήν είσαι αλιβάνιστος, διότι είναι κατά τα σκοίνια (καταισχύνη). Το φεγγάρι δεν είναι τώρα παν’ τσ’ Έλληνες (πανσέληνος) να φοβάσαι τον ίσκιο σου την νύχτα... Τοιαύτα ελληνικά ωμίλει ο Νταραδήμος.
― Τι να κάμουμε, να σ’ ορίσω, γείτονα; απήντησε ταπεινοφρόνως ο Αργυράκης.
Και ο Νταραδήμος κατέβη εις την οδόν, προηγουμένης της συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τον φανόν.
― Δεν ξέρουμε, να ήλθε τάχα ο γείτονας; είπε την στιγμήν εκείνην η σύζυγος του Νταραδήμου και ρίπτουσα εκφραστικόν βλέμμα προς την οικίαν του μπαρμπα-Διόμα.
 - Σωπάτε, είπε, φέρων τον δάκτυλον εις το στόμα ο Αργυράκης, είπαν πώς βούλιαξε...
― Τι; είπεν η σύζυγος του Νταραδήμου.
Ο Αργυράκης ητοιμάζετο να διηγηθή πώς και πού τα ήκουσεν, αλλά την αυτήν στιγμήν γοερά και σπαρακτική κραυγή ηκούσθη από της σιγηλής οικίας, προς ήν έβλεπον οι τρείς ομιληταί.
Από του σκεπαστού και περιφράκτου εξώστου, η δυστυχής το Ουρανιώ, είχεν ακούσει την λέξιν του Αργυράκη, και αφήκε την κραυγήν εκείνην.
Η άστοργος θεία, ήτις από έτους και πλέον δεν είχε καλημερίσει την ανεψιάν της, ήκουσε την γοεράν κραυγήν, και λησμονήσασα τότε τα τρία στρέμματα του αγρού, έτρεξε προς βοήθειαν της περιαλγούς κόρης.
Περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας είχε φορέσει, μέχρι των ώτων καταβαίνον όρθιον, το παμπάλαιον φέσι του, είχεν ενδυθή την τσάκαν του και το αμπαδίτικο βρακί του, και καταβάς εις τον αιγιαλόν, έλυσε την μικράν, ελαφροτάτην και υπόσαθρον λέμβον, και λαβών τας κώπας ήλαυνε προς την μεσημβρινώτερον κειμένην μικράν νήσον Τσουγκριάν.
Μόνη έμεινεν η Ουρανιώ εις την οικίαν, και μόνος ο μπαρμπα-Διόμας επέβαινε της λέμβου του, ναύτης ο αυτός και κυβερνήτης και πρωρεύς. Ναυτίλος από της δωδεκαετούς ηλικίας του, ο μπαρμπα-Διόμας, απέκτησεν αμοιβαδόν σκούνες, γολέττες και βρίκια, ύστερον υπεβιβάσθη εις βρατσέραν, και τέλος έμεινε κύριος της μικράς ταύτης λέμβου, δι’ ης εξετέλει βραχείας αλιευτικάς ή πορθμευτικάς εκδρομάς. Τα περισσεύματα των κόπων του τα έφαγαν άλλοι πάλιν φίλοι, ατυχήσαντες και αυτοί εις τας θαλασσίας επιχειρήσεις των. Εις το γήρας του δεν τώ έμενεν άλλο τι, ειμή σιδηρά υγεία, δι’ ης ηδύνατο ακόμη ν’ αντέχη εις τους θαλασσίους κόπους, χάριν του επιουσίου άρτου εργαζόμενος. Ενίοτε, ελλείψει ομιλητού, διηγείτο τα παράπονά του εις τους ανέμους και τα κύματα:
― Πήγα δά και στην Αθήνα, σ’ εκείνο το Ιππομαχικό, και μώ ’δωκαν, λέει, δύο σφάκελλα, να τα πάω στο ’Σοκομείο, να παρουσιασθώ στην Πιτροπή· πήγα και στην Πιτροπή, ο ένας ο γιατρός με ηύρε γερό, ο άλλος σακάτη, κι’ αυτοί δεν ήξευραν… ύστερα γύρισα στο υπουργείο και μου είπαν, «σύρε στο σπίτι σου, κ’ εμείς θα σου στείλωμε τη σύνταξή σου».
Σηκώνομαι, φεύγω, έρχομαι δώ, περιμένω, περνάει ένας μήνας, έρχονται τα χαρτιά στο λιμεναρχείο, να πάω, λέει, πίσω στην Αθήνα, έχουν ανάγκη να με ξαναϊδούν. Σηκώνω τριάντα δραχμές από ένα γείτονα, γιατί δεν είχα να πάρω το σωτήριο για το βαπόρι, γυρίζω πίσω στην Αθήνα χειμώνα καιρό, δέκα μέρες με   παίδευαν να με στέλνουν από το υπουργείο  στο Ιππομαχικό, κι απ’ το Ιππομαχικό στο Σοκομείο, ύστερα μου λένε «πάαινε: και θα βγή η απόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στο σπίτι μου, καρτερώ... Είδες εσύ σύνταξη; (απηυθύνετο προς υποτιθέμενον ακροατήν), άλλο τόσο κι’ εγώ. Επήρα κι’ εγώ την ’πηρέτρα και πασκίζω να βγάλω το ψωμί μου.
Πηρέτρα ή Υπηρέτρα ήτο το όνομα της λέμβου, όπερ αυτός τή έδιδε.
Και παύων να μονολογή, ήρχιζε να τραγωδή διά της τραχείας και μονοτόνου φωνής του:
Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νειάτα!... και δεν έλεγεν άλλον στίχον.
Καταπλεύσας εις  την τερπνήν νήσον Τσουγκριάν, ο μπαρμπα-Διόμας εφόρτωσεν επί της «Υπηρέτρας» πέντε ή έξ ζεύγη ορνίθων, κοφίνους τινάς ωών και τυρού, δύο ή τρείς ινδιάνους, και άλλα τινά πράγματα, και ητοιμάζετο να λύση τα απόγεια της λέμβου και ν’ αποπλεύση. Αλλά την στιγμήν εκείνην προσήλθεν ο κουμπάρος του Σταθαρός, ο ποιμήν του Τσουγκριά, και τον παρεκάλεσε να του κάμη την χάριν να  παραλάβη οχληρόν συμπλωτήρα... «υιόν υποζυγίου», ώριμον προς επίσαξιν… όπως κομίση αυτόν προς ένα των πολυαρίθμων κουμπάρων του εις την πολίχνην.
Ο μπαρμπα-Διόμας εσυλλογίσθη το βάρος, και έρριψεν αμήχανον βλέμμα εις το στενόχωρον και την ελαφρότητα της «Υπηρέτρας», αλλ’ αφ’ ετέρου εσκέφθη ότι μία δραχμή, ο ναύλος του οναρίου, ήτο κάτι δι’ αυτόν, ήτο ο καπνός και ο οίνος των τριών σχολασίμων ημερών των Χριστουγέννων, και απεφάσισε να προσλάβη τον πώλον.
Ο κουμπάρος-Σταθαρός ευχαριστηθείς, τον εφίλευσεν ολίγα αυγά, μίαν μυζήθραν, και ο μπαρμπα-Διόμας, επιβιβάσας τον πώλον, έλαβε τας κώπας, και έστρεψε την πρώραν προς τον λιμένα.
Απεμακρύνθη, έκαμε πανιά, και, διανύσας υπέρ το έν μίλιον, απείχεν εξ ίσου σχεδόν του Τσουγκριά και της πολίχνης. Καίτοι βορειοδυτικός ο άνεμος, Γραίος, υπεβοήθει εκ πλαγίου το ιστίον, διότι ο μπαρμπα-Διόμας έδιδε βορειοδυτικήν εις την λέμβον διεύθυνσιν.
Αλλ’ ο πώλος, όστις έβοσκεν ησύχως το χόρτον του, και δεν εφαίνετο ν’ ανησυχή πολύ περί του διάπλου αίφνης εσήκωσε τον πόδα, έδωκεν άτακτον λάκτισμα εις την σανίδα... και το μαδέρι της ευθραύστου και υποσάθρου λέμβου διερράγη. Το ύδωρ ήρχισε να εισρέη εις το κύτος. Η λέμβος ήρχισε να βυθίζηται. Ταχύς ως η αστραπή, ο μπαρμπα-Διόμας, απέβαλε το βαρύτερον φόρεμα, τον αμπά του, τον οποίον είχε φορέσει μόνον ενόσω εκάθητο εις το πηδάλιον, έγειρε προς το μέρος της σκότας του πανίου αριστερά, εκρεμάσθη επί της πλευράς του σκάφους και  κατώρθωσε να μπαττάρη την λέμβον. Μέγας έγινεν ο θρήνος υπό την ανατραπείσαν τρόπιδα. Όρνιθες, ινδιάνοι, κόφινοι και ο αίτιος της συμφοράς ο πώλος, όλα κατήλθον εις τον  πυθμένα. Ο μπαρμπα-Διόμας,  όστις εκολύμβον ως έγχελυς, είχε κι στήριγμα την ανατραπείσαν «Υπηρέτραν», την οποίαν ημπόδισε του να βυθισθή.
Περί τας δύο ώρας έμεινεν ούτως ο μπαρμπα-Διόμας επίστομα επί των πλευρών του σκάφους, κρατούμενος διά των χειρών από της τρόπιδος, μη τολμών να στηριχθή όλος επί των σανίδων, διότι η λέμβος  θα εβυθίζετο.
Τέλος, περί την αμφιλύκην, ενόσω υπήρχεν ακόμη αρκετόν φως, όσον έρριπτεν η ανταύγεια των χιονοσκεπών πέριξ ορέων, εφάνη μακρόθεν έν ιστίον.
Ο μπαρμπα-Διόμας ήρχισε να φωνάζη με όσην δύναμιν τώ έμεινεν ακόμη. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός διά το ερχόμενον πλοίον, όπερ έπλεεν εξ ανατολών προς δυσμάς. Ήτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον. Αι φωναί του μπαρμπα-Διόμα δεν ηκούοντο, ο άνεμος τας ώθει μακράν προς τον λίβα. Αλλά το τρεχαντήριον επλησίαζε και ο μικρός μαύρος όγκος της ανατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ως φωλεά αλκυόνος επί των κυμάτων.
Καθ’ όσον όμως επλησίαζεν, ηδύναντο ν’ ακουσθώσι και αι φωναί. Διότι το ανατραπέν σκαφίδιον, ωθούμενον υπό των κυμάτων, είχε μετατοπισθή πολλάς δεκάδας οργυιών προς τα νοτιοδυτικά, και ο γέρων ναυαγός συνέβαλε και αυτός εις τούτο διά των χειρών και των ποδών.
Τέλος το τρεχαντήριον προσήγγισε και απέλυσε την λέμβον. Ο μπαρμπα-Διόμας ήκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, αλλά τόσον μόνον ήκουσεν. Ευθύς κατόπιν ελιποθύμησεν.
Οι δύο κωπηλάται ανέσυραν τον μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον και ημιθανή, και τον ανεβίβασαν εις το τρεχαντήριον.
Αφού του ήλλαξαν τα ενδύματα, δι’ εμπνοών και προστρίψεων προσεπάθησαν να τον ανακαλέσουν εις την ζωήν. Ο κυβερνήτης διέταξε να στρέψωσι πρώραν προς τον λιμένα, όπως τον αποδώσωσι νεκρόν ή ζώντα, εις τους οικείους του. Τέλος ο πτωχός ναυαγός ήνοιξε τους οφθαλμούς. Οι καλοί ναύται ηθέλησαν να τώ προσφέρωσι πούντς και άλλα θερμά ποτά. Αλλ’ άμα ανοίξας τους οφθαλμούς ο μπαρμπα-Διόμας, διά του πρώτου βλέμματος είδε βαρέλια. Το πλοίον ήτο φορτωμένον οίνους.
― Όχι πούντς, όχι, είπε διά πεπνιγμένης φωνής· κρασί δώστε μου!
Οι ναύται τώ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου, και ο μπαρμπα-Διόμας την ερρόφησεν απνευστί.
Υπέφωσκεν ήδη η   ημέρα των Χριστουγέννων, και η θεία εις μάτην προσεπάθει να παρηγορήση την σφαδάζουσαν υπό άλγους Ουρανιώ. Αλλ’ η σύζυγος του Νταραδήμου ελθούσα τότε, ανήγγειλεν, ότι ο μπαρμπα-Διόμας εναυάγησε μεν, αλλ’ εσώθη, και ότι έφθασεν υγιής. Ο Αργυράκης και άλλοι τινές αγρόται είχον ίδει, φαίνεται, μακρόθεν την ανατροπήν της λέμβου, και εντεύθεν διεδόθη ότι ο γέρων επνίγη.  Αλλ’ επειδή ενύκτωσε, δεν είδον και το σωστικόν και οινοφόρον τρεχαντήριον.
Ο μπαρμπα-Διόμας, ελθών μετ’ ολίγον και ο ίδιος, ενηγκαλίσθη την κόρην του. Ω, πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
Το Ουρανιώ έχυνεν ακόμη δάκρυα, αλλά δάκρυα χαράς. Ο πατήρ της δεν της είχε φέρει ούτε αυγά, ούτε μυζήθρες, ούτε όρνιθες, αλλά της έφερε το σκληραγωγημένον και θαλασσόδαρτον άτομόν του και τας δύο στιβαράς και χελωνοδέρμους χείρας του, δι’ ων ηδύνατο ακόμη επί τινα έτη να εργάζηται δι’ εαυτόν και δι’ αυτήν.

Τι δώρο θα κάνεις εσύ στον Χριστό;



Ο Άγιος Ιερώνυμος βρίσκεται στη Βηθλεέμ. Τέσσερις αιώνες περίπου μετά τη γέννηση του Χριστού, μια νύχτα των Χριστουγέννων, ο Άγιος Ιερώνυμος έρχεται προσκυνητής στη Βηθλεέμ. Λαχταράει να προσκυνήσει το μέρος όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Έρχεται στο σπήλαιο της γεννήσεως ταπεινά και προσεύχεται.
Ο ίδιος μιλάει αργότερα για τη θεϊκή εμπειρία που είχε. Άκουσε σε όραμα τη γλυκιά φωνή του Θείου Βρέφους να απευθύνεται σ’ αυτόν και αναρρίγησε…
- Ιερώνυμε τι θα μου προσφέρεις σήμερα, την ημέρα της γεννήσεώς μου;
- Ω θείο Βρέφος, το γνωρίζεις, για Σένα τα έχω εγκαταλείψει όλα... και την αυλή των Αρχιερέων, και τα μεγαλεία της Ρώμης, και τα πλούτη... Και αυτή την ώρα ο νους μου, όλη μου η καρδιά, οι σκέψεις μου και η ζωή μου ακόμη, τα πάντα ανήκουν σε Σένα! Τι άλλο θα μπορούσα να σου δώσω; Δεν έχω τίποτε άλλο, σήμερα την ημέρα της γιορτής σου...
Ακούει τότε τη φωνή του Θείου Βρέφους να του λέει:
- Έχεις Ιερώνυμε, έχεις κάτι που το λησμονείς και θέλω σήμερα να το καταθέσεις στα πόδια μου.
- Τι είναι αυτό ουράνιε Βασιλιά, αγαπημένε μου Κύριε, έχω πράγματι άλλο τίποτε για να σου δώσω; Θα ήμουν τόσο ανόητος ώστε να κρατήσω κάτι για μένα! Πες μου γλυκύτατε Ιησού, τι ημπορώ να σου δώσω ακόμη;
Και μετά από μια στιγμή σιγής άκουσε τη φωνή του παιδίου Ιησού, να του απαντά:
- Ιερώνυμε, δώσε μου... τις αμαρτίες σου!
- Τις αμαρτίες μου Αγιότατε Θεέ! Τι να τις κάνεις τις αμαρτίες μου;
- Ιερώνυμε δώσε μου όλες τις αμαρτίες σου, για να τις συγχωρήσω.
Και ο Άγιος Γέρων αναλύθηκε σε δάκρυα συγκίνησης, ευτυχίας και αγάπης και προσκύνησε το θείο Βρέφος.
Συνοδοιπόροι και διαβάτες της ζωής, όπως άλλοτε ο Άγιος Ιερώνυμος, πλησιάζουμε και μείς σε λίγες μόνο μέρες το Σωτήρα Χριστό να Τον προσκυνήσουμε και να του προσφέρουμε λέγοντας:
«Αγρυπνούμε κι εμείς Κύριε, για να σε δοξολογήσουμε, ανάψαμε τις λαμπάδες μας, νηστέψαμε και θα κοινωνήσουμε. Τι άλλο να σου χαρίσουμε Χριστέ;»
Και Εκείνος θα μας κοιτάξει στα μάτια και θα μας πει:
«Παιδί μου, καλά όλα αυτά, αλλά εγώ ήρθα κοντά σας επειδή θέλω να μου χαρίσετε, όχι αυτά που εγώ σας έδωσα, αλλά κάτι δικό σας, αποκλειστικά δικό σας, τις αμαρτίες σας...
Αφήστε τις στα πόδια μου να τις συγχωρέσω και να αποκτήστε καθαρή ψυχή. Χωρίς αυτό δεν μπορείτε να πλησιάσετε τον Άγιο Θεό, χωρίς την καθαρότητα δεν φτάνουν οι προσευχές σας καθαρές ενώπιων Του Ουράνιου Πατέρα.
Γονατίστε κάτω απ’ το Πετραχήλι του πνευματικού σας, και εναποθέστε τις αμαρτίες σας, για να καθαριστείτε, και έπειτα χαρίστε μου την ψυχή σας αγνή και καθαρή, ώστε να μπορέσω μετά να γεννηθώ κι Εγώ μες στην καρδιά σας, και να σας πλημμυρίσω με το Φως της Αγάπης μου και να οδεύσουμε μαζί προς τον Ουρανό και την αιωνιότητα».

από το "Ημεροδρόμιο Χριστουγέννων" εκδόσεις Ακρίτας
και ζύγωναν τα Χριστούγεννα στη ξένη πολιτεία και ζύγωναν κι οι καρδιές στο Θεό τις παγωμένες νύχτες του Δεκέμβρη. Ανυψώνονταν τα χέρια μαζί με τα θυμιάματα μες τους περίτεχνους ναούς, ή ...αγγίζανε τη φωτιά να ζεσταθούν στις κρύες κάμαρες τις θολές απ’ τον καπνό έτσι για να μη φαίνεται η μιζέρια ...Μα γίνεσαι πάλι παιδί αυτές τις νύχτες ...στρέφεις τα μάτια στον ουρανό και περιμένεις. Παραμερίζει το φεγγάρι τα σύννεφα την ίδια ώρα που αβίαστα η πραγματικότητα χαρίζεται στο παραμύθι!
μαριάνθη ντεβάκη 

Μη γνώτω ή αριστερά σου τι ποιεί ή δεξιά σου (Ματθ.6,3))

http://2.bp.blogspot.com/-H-A_9frFezc/T8ht4ZE76VI/AAAAAAAAEO8/XeCwWfvMZC8/s640/%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B72.jpg

… τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος


του Δημήτρη Νάτσιου
Δάσκαλος Κιλκίς

«Ημύνθησαν περί πάτρης οι άστοργοι πολιτικοί, οι εκ περιτροπής μητρυιοί του ταλαιπώρου ωρφανισμένου Γένους, του στειρεύοντος πριν, και ητεκνωμένου δεινώς σήμερον;
Άμυνα περί πάτρης δεν είναι οι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι επιστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητος θωρηκτά.
Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος και η πρόληψις της χρεωκοπίας.
Τις ημύνθει περί πάτρης;
Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνείται της Ελλάδος».
Είναι άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με τίτλο «οιωνός», γραμμένο το 1896, ένα χρόνο πριν από την οδυνηρή και εξευτελιστική ήττα στον πόλεμο με τους Τούρκους, ο οποίος έμεινε στην ιστορία με τον ευφημιστικό τίτλο «ο ατυχής πόλεμος του 1897».
Μαύρα φίδια με ζώνουν, όταν διαβάζω τις παπαδιαμαντικές διαπιστώσεις. Αν το μεταφέρεις στην νεοελληνική γλώσσα, διαβάζεις ανατομία του σήμερα. Χριστούγεννα γιορτάζουμε και οι «ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδας» κοκορομαχούν για το ποιος θα συνεχίσει την ερήμωσή της.
Σαν να κρατά νυστέρι ο μεγάλος μας διηγηματογράφος, τέμνει με παρρησία τις πυορρέουσες πληγές μας.
Άμυνα περί πάτρης, φιλοπατρία, γράφει, «θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών». Η κρίσιμη λέξη είναι η ευσυνειδησία. Η συνείδηση είναι δώρο Θεού στον άνθρωπο. «Αυτάρκη τον άνθρωπον εποίησε ο Θεός προς την της αρετής αίρεσιν και την της κακίας φυγήν». Ο Θεός, λέει ο άγιος Χρυσόστομος, έπλασε τον άνθρωπο αυτάρκη, ώστε να μπορεί ελεύθερα, αυτεξούσια, να επιλέγει το καλό και να αποφεύγει το κακό. (Εις Ρωμ. ομιλ. Στ’, 5, ΕΠΕ 16Β, 454). Όποιον έχει συνείδηση μπαζωμένη, ο λαός μας τον ονομάζει αθεόφοβο.
«Το καθαρό συνειδός παρέχει θαρρείν», η ένοχη δικάζει. Θρηνούμε επί ερειπίων, διότι ανίκανοι και αθεόφοβοι καταρράκωσαν τους θεσμούς.
Φιλοπατρία και άμυνα υπέρ του ταλαιπώρου Γένους μας είναι η εθνική αγωγή. Ούτε εθνική είναι όμως η Παιδεία μας σήμερα ούτε αγωγή προσφέρει.
Η λέξη εθνική διαγράφτηκε από τον τίτλο του υπουργείου και αντικαταστάθηκε, άτυπα, από το νεοεποχίτικο λεκτικό υβρίδιο «πολυπολιστισμική». Η σπουδαία και εύσημος λέξη αγωγή αναπαύεται στα αραχνιασμένα λεξικά. Και τι θαυμάσια είναι και τα ετυμολογικά της γενέθλια! Η αγωγή παράγεται από το ρήμα άγω, που σημαίνει οδηγώ. Στο μέλλοντα κάνει άξω, από δω παράγεται η λέξη αξία. Άρα η αγωγή πρέπει να οδηγεί σε αξίες, να μορφώνει άξιους ανθρώπους και όχι χαύνους καταναλωτές, όπως μας θέλουν οι ανάξιοι κυβερνήτες.
Αλλά «το κακό θα σας έρθει από τους διαβασμένους», μας κανοναρχούσε ο Πατροκοσμάς.
Και ποιοί είναι οι «διαβασμένοι»; Διαβάζω από ένα άρθρο μιας βρετανίδας λογοτέχνιδος με τίτλο «Μορφωμένοι βάρβαροι»: «Ένα νέο είδος ανθρώπου έχει αναδυθεί τον τελευταίο καιρό: ο μορφωμένος βάρβαρος-που έχει σπουδάσει είκοσι χρόνια, έχει αποκατασταθεί θαυμάσια επαγγελματικά, αλλά δεν έχει διαβάσει τίποτα, δεν ξέρει ιστορία και αγνοεί οτιδήποτε βρίσκεται εκτός της ειδικότητάς του… Μερικοί τυχαίνει να είναι και δάσκαλοι. Δεν διαβάζουν τίποτε εκτός από τα βιβλία που πρέπει να διδάξουν, δεν έχουν νιώσει ποτέ την απόλαυση της ανάγνωσης, και δεν μπορούν να μεταγγίσουν ενθουσιασμό, για να μην πω αγάπη για το αντικείμενό τους». (Σ. Γουνελά, «ο αντιχριστιανισμός», εκδ. «Αρμός», σελ. 34-35). Ο Έλληνας δάσκαλος επιπροσθέτως, αν θέλει να λέγεται δάσκαλος, οφείλει την τωρινή εποχή που κυριαρχούν «οι τροπαιούχοι του άδειου λόγου» (Παλαμάς), να μεταγγίζει στους μαθητές του τα τιμαλφή του Γένους, μ’ ένα λόγο «ψυχή και Χριστό». Δεν το πράξαμε, γι’ αυτό θρηνούμε επί ερειπίων.
Άμυνα περί πάτρης είναι «η χρηστή διοίκησις». Χρηστή; Τι είναι αυτό τρώγεται; Πόσοι Έλληνες, κάτω από τα σαράντα, γνωρίζουν τι σημαίνει η λέξη; (Βαθμολογητής διαγωνισμού ΑΣΕΠ μου έλεγε, παλαιότερα, ότι υποψήφιος εκπαιδευτικός ετυμολόγησε την λέξη παγκόσμιος, από το πάγκος+οσμή. Αλλά τι φταίνε τα μήλα, όταν στα πανεπιζήμια-παιδαγωγικά τμήματα, τους διδάσκουν «σάπιες μηλιές»;).
Έγραφε ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος σ’ εκείνο το εξαιρετικό, ολιγοσέλιδο βιβλίο του «Ερήμην των Ελλήνων» για τον «δημόσιο υπάλληλο»:
«Ο δημόσιος υπάλληλος είτε είναι ο ανίκανος να σταδιοδρομήσει αλλού είτε είναι ο ικανός, αλλ’ άτυχος στις επιδιώξεις του, που η έλλειψη των προμνημονευμένων ευκαιριών τον αναγκάζει ν’ ακολουθήσει δρόμους που δεν τους επιθυμεί και που δεν τους είχε προβλέψει. Και έτσι διατηρεί μέσα του την θλίψη του αιώνια αποτυχημένου και την αγανάκτηση του ξεστρατισμένου, που είναι υποχρεωμένος ν’ ασκεί λειτούργημα ξένο προς τις προσωπικές προτιμήσεις του.
Δεν είναι καθόλου παράδοξο, ύστερ’ από τούτα που δεν προσφέρει τίποτε από τον πραγματικό εσωτερικό του κόσμο στο λειτούργημά του, έξω από μερικές ώρες τις μέρας του άδροσες, τυπικές, με τα μάτια στο ρολόγι που προχωρεί με τόσο απελπιστική βραδύτητα». (εκδ. «Οι εκδόσεις των φίλων», σελ. 52, Αθήνα 1974).
Πατριωτισμός είναι «η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού». Σήμερα, θα έγραφε ο Παπαδιαμάντης, του εξευρωπαϊσμού μας. Ό,τι γυαλίζει σε κάθε κομπλεξικό, το βαφτίζει προοδευτικό και… διαφθορά και εκφυλισμός του έθνους.
«Το χάσιμο του προσανατολισμού μας, το μαράζωμα της νεολαίας, η εξόγκωση του παρασιτικού πληθυσμού των μεγαλουπόλεων, με την ξενολατρείαν του, αυτά αποτελούν κίνδυνον θανάτου διά το έθνος. Προώρου μάλιστα θανάτου, διότι το έθνος, μετά την αναγέννησίν του δεν ενηλικιώθη ακόμη διά να παρακμάσει. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος της πτώσεως του Βυζαντίου και της Μικρασιατικής καταστροφής, αλλά δεν είναι αντιληπτός, διότι βαδίζει υπούλως και υπονομευτικώς εν μέσω χλιδής και κραιπάλης, με ξένον χρήμα». (Β.Περσείδη, «το εθνικό μας τραγούδι», σελ. 142, Αθήνα 1983).
Φθάσαμε στο σημείο, στα σχολεία, αντί να ακούγονται τα θεσπέσια κάλαντά μας, να βρομίζουν τα αυτιά μας αμερικανοτσιρίδες και φραγκοβελάσματα. Τι να πει κανείς;
Ξεφύλλιζα τον Παπαδιαμάντη αυτές τις ημέρες, για να γράψω κάτι από τα, περιφρονημένα από την «αντεθνική αγωγή» και τα κουρελουργήματα που τα λένε βιβλία Γλώσσας, αριστουργήματά του, αλλά σκόνταψα στο προλογικό κείμενό του. Οι ανίκανοι κυβερνήτες, αφού «έπλασαν τα ερείπια» με την αφιλοπατρία τους, μας οδηγούν σε καταστροφές τύπου 1897. Μόνη παρηγορία και ελπίδα, εν μέσω της παράνοιας που ζούμε, η γέννηση του Σωτήρος Χριστού.
Το φως της ηλιόλουστης Ορθοδοξίας μας διαλύει τα σκοτάδια! Χριστός ετέχθη!
Υστερόγραφο επί προσωπικού: δεν προσχώρησα σε κανένα «κόμμα Μπαλτάκου», που ακόμη δεν έχει ιδρυθεί. Υπέγραψα μια διακήρυξη ιδεών, σύμφωνη με τα πιστεύω μου, κάτω από τα ονόματα του Μητροπολίτη Πειραιώς και του αρχιεπισκόπου Σινά. Για κάποιους εν Χριστώ… αδελφοφάδες, που με εγκαλούν για…πτώση, απαντώ με το πατερικό: «ο ταπεινός ουδέποτε πίπτει. Πόθεν γαρ πεσείν έχει υποκάτω πάντων ων;». Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα συνεχίσουν να μπαίνουν στη Βουλή κόμματα όπως η ΔΗΜΑΡ και τα «ποτάμια» και ο πατριωτικός λεγόμενος χώρος, θα παρακολουθεί αδρανής την δήωση της πατρίδας μας. 
πηγή 

Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας

ellhnida-mana

Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.
Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης.
Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, – δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά.
Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς.
Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει:
– Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται!
Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν:
– Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά.
Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του:
– Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν ηπροσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία.
«Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας:
«Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία».
πηγή 

Το πρόβλημα με τις αντωνυμίες




Λέμε εμείς και εννοούμε εγώ
λέμε εσύ και εννοούμε εγώ
λέμε αυτός και εννοούμε πάλι εγώ.
Στην ουσία μόνο με το εγώ

μπορούμε να εννοήσουμε
κάποιον άλλο.

Τίτος Πατρίκιος

Και εκεί κοντά στα Χριστούγεννα αναθάρρησε η ελπίδα !

Μέσα σε όμορφο και εορταστικό κλίμα πραγματοποιήθηκε στην Κωνωπίνα το απόγευμα του Σαββάτου της  20 Δεκεμβρίου 2014, η Χριστουγεννιάτικη γιορτή που διοργανώθηκε  από το Συμβούλιο της Τοπικής Κοινότητας Κωνωπίνας, το Γυναικείο Τμήμα του Συλλόγου Κωνωπινιωτών Ξηρομέρου και τα παιδάκια του νεοσύστατου χορευτικού τμήματος του χωριού, σε αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου.


                  Θερμά συγχαρητήρια στους διοργανωτές και του χρόνου με υγεία…..



















Διάσημοι ζωγραφικοί πίνακες με θέμα τον μήνα Δεκέμβριο



Δεκέμβρης - Peder Mork Mønsted - 1924
Δεκέμβρης - Peder Mork Mønsted - 1924
ένας ανεμοδαρμένος παγερός Δεκέμβρης του William Lamb Picknell - 1887
ένας ανεμοδαρμένος παγερός Δεκέμβρης του William Lamb Picknell - 1887
Δεκέμβριος του Hans Thoma. Ημερομηνία άγνωστη
Δεκέμβριος του Hans Thoma. Ημερομηνία άγνωστη
Δεκέμβριος - Sir George Clausen, R.A., R.W.S., R.I. - 1882
Δεκέμβριος - Sir George Clausen, R.A., R.W.S., R.I. - 1882
ένα πρωινό του Δεκέμβριο - Alfred Sisley - 1882
ένα πρωινό του Δεκέμβριο - Alfred Sisley - 1882
μια μέρα του Δεκέμβρη - Albert Edelfelt
μια μέρα του Δεκέμβρη - Albert Edelfelt
Δεκέμβριος - Γκλούσεστερ - Paul Cornoyer - περίπου 1916
Δεκέμβριος - Γκλούσεστερ - Paul Cornoyer - περίπου 1916
Δεκέμβριος, Ανατολή φεγγαριού  του Clark Greenwood Voorhees - 1908
Δεκέμβριος, Ανατολή φεγγαριού του Clark Greenwood Voorhees - 1908
Δεκέμβριος κοντά στο Callander - Joseph Denovan Adam
Δεκέμβριος κοντά στο Callander - Joseph Denovan Adam
Δεκέμβριος στην άκρη του δάσους -Alfred Sisley - 1886
Δεκέμβριος στην άκρη του δάσους -Alfred Sisley - 1886
Η Κοιλάδα του Δεκεμβρίου - Clarence Gagnon - μεταξύ 1908-1913
Η Κοιλάδα του Δεκεμβρίου - Clarence Gagnon - μεταξύ 1908-1913
Δεκέμβρης - Τσαρούχης
Δεκέμβρης - Τσαρούχης
Δεκέμβρης στα υψίπεδα - Bruce Crane - 1919
Δεκέμβρης στα υψίπεδα - Bruce Crane - 1919
Το Καλαντάρι του Δεκέμβρη από τον Πώλ και Ζαν ντε Λεμπούρ , σελίδες από τις "Πολύ πλούσιες ώρες", ζωγραφισμένες (περ. 1410) για τον Δούκα του Berry Μουσείο Κοντέ, Σαντιγύ
Το Καλαντάρι του Δεκέμβρη από τον Πώλ και Ζαν ντε Λεμπούρ , σελίδες από τις "Πολύ πλούσιες ώρες",
ζωγραφισμένες (περ. 1410) για τον Δούκα του Berry
Μουσείο Κοντέ, Σαντιγύ
η σειρά των Μηνών-   12ος Δεκέμβριος (Αιγόκερως) - Francesco Bassano ο νεότερος
η σειρά των Μηνών- 12ος Δεκέμβριος (Αιγόκερως) - Francesco Bassano ο νεότερος

πηγή

Χριστούγεννα στο Βυζάντιο


 http://www.pemptousia.gr/wp-content/uploads/2013/12/koytloymoysioy2.jpg

Φαίδωνος Κουκουλέ


Ἡ ἑ­ορ­τὴ τῆς τοῦ Χρι­στοῦ γεν­νή­σε­ως, ἑ­ορ­τὴ τῶν γε­νε­θλί­ων κα­λου­μέ­νη καί, κα­τὰ τὸν Χρυ­σό­στο­μον «πα­σῶν ἑ­ορ­τῶν σε­μνό­τα­τη καὶ μη­τρό­πο­λις πα­σῶν»,  δὲν θὰ εἶ­ναι, ἴ­σως, εἰς πολ­λοὺς τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τῆς «Δη­μι­ουρ­γί­ας» γνω­στὸν ὅ­τι, ὡς αὐ­το­τε­λὴς ἑ­ορ­τή, δὲν ἑωρ­τά­ζε­το κα­τὰ τοὺς πρώ­τους χρι­στι­α­νι­κοὺς αἰ­ώ­νας.
Τό­τε, κα­τά τήν 6ην Ἰα­νου­α­ρί­ου, ἀ­πὸ τοῦ τέ­λους τῆς τρί­της ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος ἑωρ­τά­ζε­το μό­νον ἡ ἑ­ορ­τὴ τῆς Ἐ­πι­φα­νεί­ας, με­τ᾿ αὐ­τῆς δὲ συ­νε­ωρ­τά­ζε­το καὶ  ἡ τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ.
Ὡς ἰ­δι­αι­τέ­ρα ἡ­μέ­ρα ὡρί­σθη ἡ τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ πρῶ­τον κα­τὰ τὸν Δ΄ μ.Χ. αἰ­ῶ­να ὑ­περ­με­σοῦν­τα ἐν τῇ Δύ­σει, ὅτε καὶ ἀ­πε­φα­σί­σθη ὡς ἡ­μέ­ρα τῆς γεν­νή­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου νὰ ὁ­ρι­σθῆ ἡ 25η Δε­κεμ­βρί­ου, με­τὰ πολ­λάς συ­ζη­τή­σεις, ἀ­φοῦ ἄλ­λοι εἰς ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν ἢ ἄλ­λον μήνα ἔ­θε­τον αὐ­τὴν π.χ. τὸν Νο­έμ­βριον, Ἰ­α­νουά­ριον, Μάρ­τιον, Ἀ­πρί­λιον ἢ καὶ Μά­ϊ­ον, τοῦ­το δέ, δι­ό­τι οὐ­δα­μοῦ τῆς Πα­λαι­ᾶς καὶ Και­νῆς Δι­α­θή­κης λέ­γε­ται ποῖ­ον μή­να ἢ ποί­αν ἡ­μέ­ρα ἐ­γεν­νή­θη ὁ Κύ­ριος. Ὡ­ρί­σθη δὲ τό­τε ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων ὑ­πὸ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πι­θυ­μού­σης ν᾿ ἀν­τι­κα­τα­στή­ση διὰ Χρι­στι­α­νι­κῆς ἐ­θνι­κὴν ἑ­ορ­τήν, τὴν τοῦ ἀ­ητ­τή­του ἡ­λί­ου, ἑ­ορ­τα­ζο­μέ­νην τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­κεί­νην.
Εἰς τὴν Ἀ­να­το­λὴν ἡ ἑ­ορ­τὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων εἰ­σή­χθη κα­τὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ον τέ­ταρ­τον τοῦ Δ΄ μ.Χ. αἰ­ῶ­νος, ὡς βε­βαι­οῖ ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος ἐν ὁ­μι­λί­ᾳ του γε­νο­μέ­νη ἐν Ἀν­τι­ο­χεί­ᾳ κα­τὰ τὸ 386 ὅ­τε ἔ­λε­γεν.
«Οὕ­πω δέ­κα­τον ἔ­τος ἐ­στὶν ἐξ οὐ δή­λη καὶ γνώ­ρι­μος ἡμῖν ἡ ἡ­μέ­ρα αὕτη γε­γέ­νη­ται». Ἐν­νο­εῖ­ται, ὅ­τι τό­τε, με­τα­ξὺ τῶν ἀ­κρο­α­τῶν τοῦ ἱ­ε­ράρ­χου, ὑ­πῆρ­χον οἱ ὑ­πὲρ τοῦ νε­ω­τε­ρι­σμοῦ ἀ­πο­λο­γού­με­νοι, ὡς τοὐναν­τί­ον καὶ οἱ ἐγ­κα­λοῦν­τες. Ὅ­ταν μά­λι­στα τῷ 378 ἑωρ­τά­σθη τὸ πρῶ­τον ἡ ἡ­μέ­ρα ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει, μαρ­τυ­ρεῖ­ται ὅ­τι ὁ ἑ­ορ­τα­σμὸς ἐ­γέ­νε­το γογ­γύ­ζον­τος τοῦ λα­οῦ.
Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τον εἶ­ναι ὅ­τι, ἐ­κεῖ ὅ­που ἐ­γεν­νή­θη ὁ Χρι­στός, μό­λις κα­τὰ τὸ 433 ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἑ­ωρ­τά­σθη ἡ γέν­νη­σις αὐ­τοῦ.
Ὅ­πως ἂν ἔ­χη, ἅ­παξ εἰ­σα­χθεῖ­σα ἡ ἑ­ορ­τή, ἐ­πε­κρά­τη­σε, χά­ρις εἰς τὰς ἐ­νερ­γεί­ας πε­φω­τι­σμέ­νων ἱ­ε­ραρ­χῶν καὶ κυ­ρί­ως τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, εἴ­τα δὲ καὶ Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου, οὗτι­νος ὁ πρῶ­τος ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει λό­γος κα­τὰ τὴν 25ην Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 380 ἤρ­χι­σε διὰ τοῦ: «Χρι­στὸς γεν­νᾶ­ται δο­ξά­σα­τε, Χρι­στὸς ἐξ οὐ­ρα­νῶν ἀ­παν­τή­σα­τε, Χρι­στὸς ἐ­πὶ γῆς ὑ­ψώ­θη­τε».
Οἱ Βυ­ζαν­τι­νοί, κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ραν τῶν Χρι­στου­γέν­νων φαί­νε­ται ὅ­τι ἐν­τός τοῦ να­οῦ ἐ­σχη­μά­τι­ζον σπή­λαι­ον καὶ ἐν αὐ­τῷ ἐ­το­πο­θέ­τουν στρω­μνήν, ἐ­φ᾿  ἧς ἐ­το­πο­θέ­τουν παί­δα, τὸν Ἰ­η­σοῦν πα­ρι­σταί­νον­τα. Πε­ρὶ τού­του σα­φῶς κα­τὰ τὸν ΙΒ΄ αἰ­ῶνα μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Θε­ό­δω­ρος Βαλ­σα­μῶν, ὅ­στις, ἑρ­μη­νεύ­ων τὸν  83ον κα­νό­να τῆς ἐν Τρούλ­λῳ Συ­νό­δου, πα­ρα­τη­ρεῖ: «Νο­μί­ζω ὅ­τι κα­κῶς ποι­οῦσιν οἱ τὴν ἀ­πόρ­ρη­τον καὶ σω­τή­ριον ἐν σπη­λαί­ῳ γέν­νη­σιν τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ Σω­τῆ­ρος ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ διὰ παι­δὸς καὶ στρω­μνῆς ὑ­πο­τυ­ποῦν­τες καὶ τὰ ὑ­πὲρ λό­γον καὶ ἔν­νοι­αν ἀν­θρω­πί­νοις ἐ­πι­τη­δεύ­μα­σι δι­α­γρά­φον­τες».
Θὰ ἦ­το δ᾿ ἡ συ­νή­θεια αὕ­τη πο­λὺ πα­λαι­ο­τέρα, ὡς συμ­πε­ραί­νω ἐκ λό­γου, ὅν ἐ­ξε­φώ­νη­σεν ἐκ λό­γου, ὅν ἐ­ξε­φώ­νη­σεν ὁ Χρυ­σό­στο­μος τῇ 20η Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 386, ᾦ, ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸ ἐκ­κλη­σί­α­σμα, τοὺς ἐ­νε­θύ­μι­ζεν τὴν ἐγ­γί­ζου­σαν ἑ­ορ­τὴν τῶν Χρι­στου­γέν­νων καί, με­τα­ξὺ ἄλ­λων τοὺς ἔ­λε­γεν «Ἀν­τι­βο­λῷ με­τὰ πά­σης σπου­δῆς καὶ προ­θυ­μί­ας πα­ρα­γε­νέ­σθαι τὴν οἰ­κί­αν ἕ­κα­στον κε­νώ­σαν­τα τὴν ἑ­αυ­τοῦ, ἵνα ἴ­δω­μεν τὸν Δε­σπό­την ἡ­μῶν ἐ­πὶ φάτ­νης κεί­με­νον».
Κα­τὰ τοὺς Βυ­ζαν­τι­νοὺς χρό­νους ὑ­πῆρ­χε συ­νή­θεια, ἵνα εἰς τὴν λε­χῷ, πρὸς τό­νω­σιν καὶ διὰ νὰ πα­ρα­γά­γη ἀρ­κε­τὸν γά­λα, δί­δουν τὸ λε­γό­με­νον λο­χό­ζε­μα, ζω­μὸν δηλαδὴ ἐν­τός τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­χεν ἀ­να­δευ­θῆ ἐ­ψη­μέ­νη σε­μί­δα­λις καὶ «ἕτε­ρα τι­νὰ εἴ­δη», ἤ­τοι βού­τυ­ρον καὶ μέ­λι.
Τὸ λο­χό­ζε­μα τοῦ­το συ­νή­θι­ζαν οἱ πρό­γο­νοί μας νὰ στέλ­λω­σιν εἰς φι­λι­κάς οἰ­κί­ας τὴν ἑ­πο­μέ­νην τῶν Χρι­στου­γέν­νων, πρὸς τι­μὴν τῶν λο­χεί­ων τῆς Πα­να­γί­ας, ὡς ἔ­λε­γον, ἔ­θι­μον τὸ ὁ­ποῖ­ον δὲν ἐ­νέ­κρι­νεν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἥτις διὰ τοῦ 79ου κα­νό­νος τῆς ἐν Τρούλ­λῳ Συ­νό­δου τὸ ἀ­πη­γό­ρευ­σεν ἐ­πὶ ποι­νὴ ἀ­φο­ρι­σμοῦ τῶν λα­ϊ­κῶν καὶ κα­θαι­ρέ­σε­ως τῶν κλη­ρι­κῶν, ἀ­φ᾿ οὐ ἡ Πα­να­γί­α «οὐκ ἔ­γνῳ λο­χεί­αν», ἥ­τις ὅ­μως ἀ­πα­γό­ρευ­σις δὲν ἴ­σχυ­σε νὰ ἐ­ξα­λεί­ψη τὸ ἔ­θι­μον,
ἀ­φ᾿ οὗ  κα­τὰ τὸν 10ον αἰ­ῶνα Συ­με­ών ὁ Με­τα­φρα­στής ση­μει­οῖ «ἀ­φο­ρί­ζε­ται ὁ με­τά τήν ἑ­ορ­τήν τῆς Θε­ο­τό­κου σε­μί­δα­λιν ἤ ἄλ­λο τι σκευά­ζων διά τά λε­γό­με­να λο­χεί­α».
Μό­νον κα­τὰ τὸν ΙΒ΄ αἰ­ῶνα φαί­νε­ται ὅ­τι ἡ συ­νή­θεια εἶ­χεν ἐ­κλί­πει, τοὐ­λά­χι­στον ἐν τῇ πρω­τευ­ού­σῃ, ἀ­φ᾿ οὗ, ὡς σα­φῶς λέ­γει Θε­ό­δω­ρος ὁ Βαλ­σα­μῶν, «Χρι­στοῦ χά­ρι­τι τέ­ως εἰς ταύ­την τὴν τῶν πό­λε­ων βα­σι­λεύ­ου­σαν οὐ­δὲν τί τολ­μᾶ­ται τοι­οῦ­το πα­ρὰ τι­νός».
Κα­τὰ τὰς με­γά­λας ἑ­ορ­τάς συ­νή­θεια ἐ­πε­κρά­τει νὰ καλ­λω­πί­ζων­ται αἱ οἰ­κί­αι καὶ νὰ στο­λί­ζων­ται τὰ ὑ­πέρ­θυ­ρα αὐ­τῶν πρὸς δὲ νὰ κα­θα­ρί­ζων­ται καὶ οἱ δρό­μοι.
Τοῦ­το ἐ­γί­νε­το καὶ κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ραν τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τῶν γε­νε­θλί­ων, ὅ­πο­τε, κα­τὰ δι­α­τα­γὴν τοῦ ἐ­πάρ­χου τῆς πό­λε­ως, οὐ μό­νον κα­θα­ρι­σμὸς τῶν ὁ­δῶν ἐ­γί­νε­το, ἀλ­λὰ καὶ στο­λι­σμὸς δι­α­φό­ρων κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα στη­νο­μέ­νων στύ­λων μὲ δεν­δρο­λί­βα­να, κλά­δους μύρ­του καὶ ἄν­θη τῆς ἐ­πο­χῆς.
Κα­τὰ τὰς ἑορ­τάς τοῦ Δω­δε­κα­η­μέ­ρου γνω­ρί­ζο­μεν ὅ­τι οἱ Βυ­ζαν­τι­νό­παι­δες, πε­ρι­ε­χό­με­νοι τὰς οἰ­κί­ας, ἀ­πὸ βα­θεί­ας πρω­ΐ­ας μέ­χρι δεί­λης ὀ­ψί­ας με­τὰ αὐ­λῶν καὶ συ­ρίγ­γων ἔ­λε­γον τὰ κά­λαν­δα:

Καὶ ὅ­σοι κα­τ᾿ ἀρ­χίμη­νον τὴν Ἰ­α­νου­α­ρί­ου
καὶ τῇ Χρι­στοῦ γεν­νή­σει δὲ καὶ Φώ­των τῇ ἡ­μέ­ρᾳ
ὁπό­σοι πε­ρι­τρέ­χου­σι τὰς θύ­ρας προ­σαι­τοῦν­τες
με­τὰ ὠ­δῶν καὶ ἐ­πω­δῶν καὶ λό­γους ἐγ­κω­μί­ων,

ἐξ ὧν στί­χων πλη­ρο­φο­ρού­με­θα ὅ­τι, πλὴν τῶν εὐ­χε­τι­κῶν ἐ­πὶ τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἀ­σμά­των, οἱ παῖ­δες ἀ­πηύ­θυ­νον καὶ ἐγ­κώ­μια πρὸς τοὺς ἐ­νοί­κους, ἀ­νά­λο­γα πρὸς τὰ ση­με­ρι­νὰ «πολ­λὰ ᾿πα­με τἀφέν­τη μας, ἂς ποῦ­με τῆς κυ­ρᾶς μας». Ἐν ἐ­πω­δαῖς καὶ τὴν ἀ­μοι­βὴν των ζη­τοῦν­τες, ὡς γνω­ρί­ζο­μεν ἐξ ἀ­να­λό­γων ἀ­γυρ­τι­κῶν ἀ­σμά­των.
Ση­μει­ω­θή­τω ὅ­τι ἔ­λε­γον τὰ κά­λαν­δα οὐ μό­νον παί­δες, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­νή­λι­κοι, καὶ δὴ καὶ ἄν­θρω­ποι τῆς ὀρ­χή­στρας, οἵ­τι­νες μέ­χρι βα­θεί­ας νυ­χτὸς πε­ρι­φε­ρό­με­νοι καὶ κα­λαν­δί­ζον­τες δὲν ἀ­πήρ­χον­το, ἂν δὲν ἠ­μεί­βον­το.
Καὶ δὲν ἦ­σαν, δυ­στυ­χῶς, οὗ­τοι οἱ μό­νοι ἐ­νο­χλοῦν­τες. Ἐ­πει­δὴ κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ραν αὐ­τήν, ὡς καὶ κα­τὰ τὰς ἑ­πο­μέ­νας τοῦ Δω­δε­κα­η­μέ­ρου, ἐ­γί­νον­το αἱ με­ταμ­φι­έ­σεις, διὰ τοῦ­το καὶ με­τημ­φι­ε­σμέ­νοι, ἀ­σβο­λω­μέ­νον ἔ­χον­τες τὸ πρό­σω­πον, ἔ­κρου­ον τὰς θύ­ρας διὰ φω­νῶν καὶ ἀ­στε­ϊ­σμῶν ἐ­νο­χλη­τι­κοὶ εἰς τοὺς οἰ­κο­δε­σπό­τας γι­νό­με­νοι.
Ἐν ἡ­μέ­ραις με­γά­λων ἑ­ορ­τῶν καὶ εὐ­χα­ρί­στων γε­γο­νό­των, συ­νή­θεια ἐ­πε­κρά­τει, ἐ­πι­τρέ­πον­τας τοῦ βα­σι­λέ­ως, νὰ γί­νων­ται ἱπ­πο­δρο­μι­κοὶ ἀ­γῶ­νες, πε­ρὶ οὗς κυ­ρι­ο­λε­κτι­κῶς ἐ­μαί­νον­το οἱ Βυ­ζαν­τι­νοὶ διὰ τοῦ­το κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ραν τῶν Χρι­στου­γέν­νων ἐ­τε­λοῦν­το ἱπ­πο­δρο­μι­κοὶ ἀ­γῶ­νες ἐν τῷ ἱπ­πο­δρό­μῳ, ἐ­πὶ πα­ρου­σί­α τοῦ Βα­σι­λέ­ως καὶ με­γά­λου πλή­θους θε­α­τῶν. Καὶ ἀ­πή­ρε­σκε μὲν τὸ πράγ­μα εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πε­θύ­μει κα­τὰ τὴν ἱ­ε­ρὰν ἡ­μέ­ραν μᾶλ­λον εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν ἢ εἰς τὸν ἱπ­πό­δρο­μον νὰ συ­χνά­ζη ὁ λα­ὸς – οἱ πα­τέ­ρες τῆς ἐν Καρ­θα­γέ­νῃ συ­νό­δου ἐ­ζή­τη­σαν ἀ­πὸ τὸν Βα­σι­λέ­α νὰ ἀρ­γή­σουν τὰ θε­ά­μα­τα «ἐν τῇ Κυ­ρια­κῇ καὶ ἐν ταῖς λοι­παῖς φαι­δραῖς τῆς τῶν Χρι­στια­νῶν πί­στε­ως ἡ­μέ­ραις» τοῦ­το δὲ φαί­νε­ται ὅ­τι ἐν μέ­ρει θὰ ἴ­σχυ­σεν, ἀ­φ᾿ οὐ ἐν τῷ ἐ­π᾿ ὀ­νό­μα­τι τοῦ Φω­τί­ου φε­ρο­μέ­νῳ Νο­μο­κά­νο­νι λέ­γε­ται ὅ­τι κα­τὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να καὶ τὰ Θε­ο­φά­νεια «οὐ τε­λεῖ­ται θέ­α». Ἡ συ­νή­θεια ὅ­μως ἦ­το τό­σον ἰ­σχυ­ρά, ὥ­στε κα­τὰ τὸν ΙΒ΄ αἰ­ῶ­να ὁ Ἰ­ου­δαῖ­ος πε­ρι­η­γη­τὴς Βε­νια­μὶν ὁ ἐκ Του­δέ­λης μαρ­τυ­ρεῖ ὅ­τι ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει πα­ρέ­στη κα­τὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να εἰς ἱπ­πο­δρο­μι­κοὺς ἀ­γώ­νας τῶν ὁ­ποί­ων ἐ­ξαί­ρει τὴν λαμ­πρό­τη­τα.
Τὸν ἑορ­τά­σι­μον τό­νον κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ραν αὐ­τὴν ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι ἔ­δι­δον καὶ τὰ ἀ­νά­κτο­ρα, ἐν οἷς ἐ­γί­νε­το προ­ε­τοι­μα­σί­α διὰ τὴν πομ­πι­κὴν με­τά­βα­σιν τοῦ βα­σι­λέ­ως, τὴν προ­έ­λευ­σιν ἢ τὸ πρό­κεν­σον, ὡς ἔ­λε­γον, ἀ­πὸ τοῦ ἱ­ε­ροῦ πα­λα­τί­ου, τοὐλά­χι­στον μέ­χρι τοῦ ΙΒ΄ αἰ­ῶ­νος, εἰς τὸν να­ὸν τῆς ἁ­γί­ας Σο­φί­ας.
Κα­τὰ Κων­σταν­τῖ­νον τὸν Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­τον, κα­τὰ τὴν ἡ­μέ­ραν τῆς τοῦ Χρι­στοῦ γεν­νή­σε­ως ὁ βα­σι­λεύς, χλα­μύ­δα καὶ στέμ­μα φο­ρῶν καὶ συ­νο­δευ­ό­με­νος ὑ­πὸ πα­τρι­κι­ῶν, συγ­κλη­τι­κῶν καὶ στρα­τη­γῶν, ἐ­ξήρ­χε­το τῶν ἀ­να­κτό­ρων καὶ διὰ τῆς κεν­τρι­κῆς ὁ­δοῦ τῆς πρω­τευ­ού­σης, τῆς μέ­σης κα­λου­μέ­νης, δι­ηυ­θύ­νε­το εἰς τὴν ἁ­γί­αν Σο­φί­αν εἰς ἐξ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τῆς πο­ρεί­ας του ἐ­πευ­φη­μού­με­νος ὑ­πὸ ἀν­τι­προ­σώ­πων τῶν δή­μων, ἤ­τοι τῶν  Πρα­σί­νων καὶ τῶν Βε­νε­τῶν, οἵ­τι­νες τὸν ηὔ­χον­το διὰ τοῦ «πολ­λοὶ ὑ­μῖν οἱ χρό­νοι», «πολ­λά, πολ­λά, πολ­λά, πολ­λὰ ἔ­τη εἰς πολ­λά», «πο­λυ­χρό­νιον ποι­ῆ­σοι ὁ Θε­ὸς τὴν ἁ­γί­αν βα­σι­λεί­αν σας» καὶ ἔ­ψαλ­λον εἰς ἦ­χον τρί­τον σχε­τι­κοὺς πρὸς τῆς ἡ­μέ­ραν ὕ­μνους ὡς: «Ὁ ἀ­μή­τωρ ἐν οὐ­ρα­νοῖς, ἀ­πά­τωρ τί­κτε­ται ἐ­πὶ γῆς», «ὁ φυ­τουρ­γὸς τῶν ἀν­θρώ­πων φι­λάν­θρω­πος κα­τα­δέ­χε­ται ἄν­θρω­πος γεν­νη­θῆ­ναι», «τὸν ἐν Ἐ­δὲμ πα­ρά­δει­σον ἠ­νέ­ω­ξεν ἐν Βη­θλε­ὲμ ἡ Παρ­θέ­νος ἐξ ἧς Χρι­στὸς καὶ Θε­ὸς ἡ­μῶν εὐ­δό­κη­σε τε­χθῆ­ναι».
Ὅ­ταν ὁ βα­σι­λεὺς ἔ­φθα­νεν εἰς τὴν ἁ­γί­αν Σο­φί­αν, εἰς τὸν ἐ­ξω­νάρ­θη­κα, ἀ­νώ­τε­ρος ἀ­να­κτο­ρι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος, ὁ πραι­πό­σι­τος, τοῦ ἀ­φή­ρει ἐκ τῆς κε­φα­λῆς τὸ στέμ­μα, προ­χω­ρῶν δ᾿ ὁ ἄ­ναξ συ­νήν­τα εἰς τὸν νάρ­θη­κα τὸν Πα­τριά­ρχην με­τὰ τοῦ ὁ­ποί­ου πρου­χώ­ρει εἰς τὸν κυ­ρί­ως να­όν, ἔν­θα, κα­τὰ τὸν Καν­τα­κου­ζη­νόν, «ἐ­ξαι­σί­ᾳ τὶς εὐ­αρ­μο­στί­ᾳ καὶ συμ­φω­νί­ᾳ μέ­λους ἐ­ξη­κού­ε­το».
Ἔ­πει­τα, ἀ­φ᾿ οὐ εἰ­σήρ­χε­το εἰς τὸ ἱ­ε­ρὸν καὶ προ­σε­κύ­νει, με­τέ­βαι­νεν εἰς τὸν πρὸς ἀ­νά­παυ­σιν χῶ­ρον, τὸ μου­τα­τώ­ριον ἐξ οὐ καὶ ἐ­ξήρ­χε­το ὅ­ταν ἦ­το και­ρὸς τοῦ ἀ­σπα­σμοῦ καὶ διὰ νὰ κοι­νω­νή­ση. Κα­τὰ τὴν εἰς τὰ ἀ­νά­κτο­ρα ἐ­πι­στρο­φήν, οἱ Πρά­σι­νοι καὶ οἱ Βενε­τοί εἰς πέν­τε δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τὸν ἐ­πευ­φή­μουν καὶ τὸν ηὔ­χον­το, ὡς καὶ κα­τὰ τὴν με­τά­βα­σιν.
Ἂς ση­μει­ω­θῆ ὅ­τι κα­τὰ τὴν κα­τὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να με­τά­βα­σίν των εἰς τὴν με­γά­λην Ἐκ­κλη­σί­αν οἱ βα­σι­λεῖς ἤ­κου­ον καὶ Λα­τι­νι­στὶ καὶ εὐ­χάς, ὧν ἡ Βυ­ζαν­τι­νὴ με­τά­φρα­σις ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «Ἐκ Μα­ρί­ας τῆς Παρ­θέ­νου ἐ­γεν­νή­θη καὶ μά­γοι ἐξ ἀ­να­το­λῶν προ­σκυ­νοῦ­σι».
«Χρι­στὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν φυ­λά­ξοι τὴν βα­σι­λεί­αν ὑ­μῶν ἐ­πὶ πολ­λοῖς ἔ­τε­σι καὶ κα­λοῖς».
Τὴν λαμ­πράν καὶ πε­ρίδο­ξον τῶν Χρι­στοῦ γε­νε­θλί­ων ἡ­μέ­ραν τι­μῶν­τες οἱ βα­σι­λεῖς, ἔ­δι­δον κα­τ᾿ αὐ­τὴν ἐ­πί­ση­μον ἐν τοῖς ἀ­να­κτό­ροις γεῦ­μα, εἰς ὅ, προ­σκα­λού­με­νοι ἄρ­χον­τες, ἀλ­λὰ καὶ ξέ­νοι ἀν­τι­πρό­σω­ποι καὶ δώ­δε­κα πέ­νη­τες κα­τὰ τὸν τύ­πο τῶν μα­θη­τῶν τοῦ Κυ­ρί­ου, ἔ­τρω­γον οὐ­χὶ κα­θή­με­νοι, ἀλ­λ᾿ ἀ­να­κε­κλι­μέ­νοι, κα­τ᾿ ἀρ­χαί­αν συ­νή­θειαν, ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν ἐ­γει­ρό­με­νοι καὶ ἐ­πευ­φη­μοῦν­τες τὸν βα­σι­λέ­α, ἐν ᾦ κα­τὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα οἱ καλ­λί­φω­νοι χο­ροὶ τῆς ἁ­γί­ας Σο­φί­ας καὶ τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων ἔ­ψαλ­λον. «Ἡ γέν­νη­σίς σου, Χρι­στὲ ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν ἀ­νέ­τει­λε τῷ κό­σμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώ­σε­ως».
Ἐκ σε­βα­σμοῦ πρὸς τὴν ἱ­ε­ρό­τη­τα τῆς ἡ­μέ­ρας οἱ βα­σι­λεῖς ἀ­πη­γό­ρευ­ον νὰ συλ­λαμ­βά­νε­ται τίς κα­τ᾿ αὐ­τὴν καὶ νὰ φυλ­α­κί­ζε­ται διὰ μι­κρὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα, ἐ­κτός, ἂν εἶ­χε πε­ρι­πέ­σει εἰς σο­βα­ρὸν ἔγ­κλη­μα, στέλ­λον­τες δὲ δι­α­τα­γάς, ἐ­κέ­λευ­ον ν᾿ ἀ­πο­λύ­ων­ται τῶν φυ­λα­κῶν οἱ δι᾿ ἐ­λα­φρὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα ἔγ­κλει­στοι.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ε΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΦΕΒ. 2011-ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
πηγή