
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014
Όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας!
Προσπαθώντας
να αντιμετωπίσει τη φοβία του για την υγεία του γιου του, ο Adrian
Murray ανέλαβε μια παράδοξη αποστολή: Να συλλαμβάνει στο φακό του
όμορφες στιγμές της παιδικής ηλικίας του παιδιού του. Ο Adrian και η
σύζυγός του Michelle ξύπνησαν ένα πρωί και βρήκαν τον μόλις 10 μηνών γιο
τους να μην ανταποκρίνεται στην κούνια του – ένας εφιάλτης που μόλις
άρχιζε. Πολλές ώρες αγωνίας στο νοσοκομείο, χιλιάδες εξετάσεις στο μωρό
χωρίς σαφείς απαντήσεις για το πρόβλημά του, που συνέβη ξανά και ξανά σε
διάστημα ενός μήνα.
Ο μικρός πήρε αγωγή και επέστρεψε στο σπίτι αλλά η φοβία του πατέρα είχε εγκατασταθεί για τα καλά μέσα του. Ο Adrian θέλησε μέσα από τις εικόνες του γιου του να κάνει σαφές σε όλους πόσο τρωτοί είμαστε… Σήμερα ο μικρούλης Emerson είναι μια χαρά και έχει και έναν μικρότερο αδερφό που γίνεται αυτός μέρος της παιδικής ηλικίας, ενώ το φωτογραφικό του άλμπουμ μέχει στην οικογένεια ως πολύτιμο έργο μιας δύσκολη περιόδου αλλά και ως δείγμα αισιοδοξίας για τη ζωή.






πηγή
Ο μικρός πήρε αγωγή και επέστρεψε στο σπίτι αλλά η φοβία του πατέρα είχε εγκατασταθεί για τα καλά μέσα του. Ο Adrian θέλησε μέσα από τις εικόνες του γιου του να κάνει σαφές σε όλους πόσο τρωτοί είμαστε… Σήμερα ο μικρούλης Emerson είναι μια χαρά και έχει και έναν μικρότερο αδερφό που γίνεται αυτός μέρος της παιδικής ηλικίας, ενώ το φωτογραφικό του άλμπουμ μέχει στην οικογένεια ως πολύτιμο έργο μιας δύσκολη περιόδου αλλά και ως δείγμα αισιοδοξίας για τη ζωή.






πηγή
Ο χριστουγεννιάτικος Παπαδιαμάντης
Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης
.......Χαρακτηρίστηκε εύστοχα ως ο "άγιος των νεοελληνικών γραμμάτων" μας. Ο έξοχος διηγηματογράφος μας συχνά θεολογεί και κηρύττει αλήθειες της πίστεώς μας μ' έναν ωραίο τρόπο. Στις σελίδες των έργων του κυκλοφορεί ένα πλήθος ανθρώπων που έκαναν κακή χρήση της ελευθερίας τους, αμάρτησαν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Τους συμπαθούμε γιατί τους βρίσκουμε πονεμένους και γιατί στα πρόσωπά τους συναντούμε τους εαυτούς μας. Περιδιαβαίνουν υψηλόφρονες άθεοι, ταραγμένοι μηδενιστές, δυστυχείς αυτόχειρες, βλάσφημοι, ιερόσυλοι, τοκογλύφοι, μέθυσοι, λαίμαργοι, πλουτοκράτες, παιδοκτόνοι, άρπαγες, άδικοι, υποκριτές, φθονεροί, ζηλότυποι, υλιστές και σκανδαλοποιοί. Τους αγαπάμε τους αμαρτωλούς ήρωές του γιατί συνήθως είναι μετανοημένοι. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για τους ασθενείς, τους αμαρτωλούς, τους πονεμένους.
.......Ο Παπαδιαμάντης κρίνει τους λαθεμένους εκφραστές της Εκκλησίας για τον σκανδαλισμό που προκαλούν, αλλά καταλήγει: "Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της". Ο Παπαδιαμάντης βρίσκει ότι η πατρίδα μας κινδυνεύει από την εισβολή του δυτικού τρόπου ζωής, με την αλλοίωση των ηθών, την υποτονικότητα της ευσέβειας του λαού και τη νόθευση της γλώσσας μας. Γι' αυτό φωνάζει: "Κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματοσύνη και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν". Γι' αυτό γράφει ωραιότατα χριστουγεννιάτικα διηγήματα.
.......Στον Παπαδιαμάντη οφείλουμε πολλά οι Νεοέλληνες. Διέσωσε τη λαϊκή ευσέβεια στ' αριστοτεχνικά του διηγήματα. Συνετέλεσε στην ορθή ανακαίνιση του κόσμου. Μπορεί να χαίρεται για την προσφορά του, αλλά και να λυπάται για τη μη εκμετάλλευσή του. Σαν τον Χριστό που ήλθε, και τα Χριστούγεννα εορτάζονται ξανά και ξανά δίχως Χριστό. Ο παπα-Φραγκούλης με κίνδυνο της ζωής του πήγε να λειτουργήσει στον Χριστό στο Κάστρο τα Χριστούγεννα για λίγες ψυχές. Ο εξαίσιος Παπαδιαμάντης περιγράφει:
......."Έλαμψε τότε ο ναός όλος, και ήστραψεν επάνω εις τον θόλον ο Παντοκράτωρ με την μεγάλην κ' επιβλητικήν μορφήν, και ηκτινοβόλησε το επίχρυσον και λεπτουργημένον με μυρίας γλυφάς τέμπλον, με τας περικαλλείς της αρίστης βυζαντινής τέχνης εικόνας του, με την μεγάλην εικόνα της Γεννήσεως, όπου 'Παρθένος καθέζεται τα Χερουβείμ μιμουμένη', όπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αι μορφαί του θείου βρέφους και της αμώμου Λεχούς, όπου ζωνταναί παρίστανται αι όψεις των αγγέλων, των μάγων και των ποιμένων και βαλσαμώνει η σμύρνα, και όπου, ως εάν η γραφική ελάλει, φαντάζεταί τις επί μίαν στιγμήν ότι ακούει το, Δόξα εν υψίστοις Θεώ!".
.......Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας γνήσιος και ατόφιος άνθρωπος, πιστός χριστιανός, αληθινός Έλληνας, εξαιρετικός λογοτέχνης, χριστουγεννιάτικος διηγηματογράφος, νατουραλιστής ηθογράφος, εκλεκτός πεζογράφος, που παρότι πέρασαν εκατό έτη από τη θανή του παραμένει αγαπητός, ζωντανός, γιατί μιλά στη διψασμένη καρδιά μας για ήθος, τιμιότητα, ειλικρίνεια, πίστη και απλότητα. Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη είναι ορθόδοξα, είναι ελληνικά, είναι αληθινά.
.......Τα Χριστούγεννα σήμερα είναι αργία, γαλοπούλα, εκδρομή, "Χρόνια πολλά" και "του χρόνου". Αχ, κυρ Αλέξανδρε, αναπαύσου εν ειρήνη εν Σκιάθω, εν Ιησού Χριστώ Γεννηθέντι, Σαρκωθέντι εκ Παρθένου Μαρίας διά την του κόσμου ζωήν και σωτηρίαν ...
Ἡ Μητρόπολη Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας διοργανώνει συνέδριο γιὰ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ

Τὸ Συνέδριο, ποὺ θὰ ἔχει ὡς γενικὸ θέμα: «Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Ἑλληνικὸν Γένος», συγκαλεῖται μὲ ἀφορμὴ τὴν
συμπλήρωση 300 ἐτῶν ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Ἁγίου.
Δεῖτε τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα τοῦ Συνεδρίου γιὰ τὴν ἐνημέρωση καὶ τὴ συμμετοχή σας...


Φώτης Κόντογλου: «Φυλάξτε τά συνήθειά μας, γιορτάστε ὅπως οἱ πατεράδες σας, καί μή ξεγελιώσαστε μέ τά ξένα κι ἄνοστα φράγκικα πυροτεχνήματα»
Οἱ Ρωμαίικες γιορτὲς καὶ τὰ ἁγνὰ ἔθιμά μας
Τά Χριστούγεννα, τά Φῶτα, ἡ
Πρωτοχρονιά, κ’ ἄλλες μεγάλες γιορτές, γιά πολλούς ἀνθρώπους δέν εἶναι καθόλου
γιορτές καί χαρούμενες μέρες, ἀλλά μέρες πού φέρνουνε θλίψη καί δοκιμασία.
Δοκιμάζονται οἱ ψυχές ἐκεινῶν πού δέν εἶναι σέ θέση νά χαροῦνε, σέ καιρό πού οἱ
ἄλλοι χαίρουνται. Παρεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους πού εἶναι πικραμένοι ἀπό τίς
συμφορές τῆς ζωῆς, τούς χαροκαμένους, τούς ἄρρωστους, οἱ περισσότεροι
πικραμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού τούς στενεύει ἡ ἀνάγκη νά γίνουνε τοῦτες τίς
χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί ἀπ’ αὐτούς μπορεῖ νά μή δίνουνε
σημασία στή δική τους εὐτυχία, μά γίνουνται ζητιάνοι γιά νά δώσουνε λίγη χαρά
στά παιδιά τους καί στ’ ἄλλα πρόσωπα πού κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι
κρυφοκλαῖνε ἀπό τό παράπονό τους, κι’ αὐτοί εἶναι οἱ πιό μεγάλοι μάρτυρες, πού
καταπίνουνε τήν πίκρα τους μέρα νύχτα, σάν τό πικροβότανο.
Ἴσα ἴσα αὐτές τίς ἁγιασμένες μέρες πού
θἄπρεπε νά σμίξουνε πιό κοντά οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νά περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους»,
ἴσια ἴσια αὐτές τίς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον,
χωρίζουνται σέ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τὄνα στἄλλο, σχεδόν ἐχθρικά. Ἀπό τή
μιά μεριά εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι’ ἀπό τήν ἄλλη
μεριά εἶναι οἱ δυστυχισμένοι κ’ οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται»
κατά τίς γιορτές. Κανένα γεφύρι δέν ἑνώνει τίς δύο ἀκροποταμιές, ἐνῶ...
τίς ἄλλες
μέρες ἔρχουνται σέ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι κι’ ὅσοι ἔχουνε τόν τρόπο
τους κάνουνε, ἀλλοίμονο! τό πᾶν γιά νά ἐπιδείξουνε τά πλούτη καί τ’ ἀγαθά τους
στούς λιμασμένους. Κι’ αὐτό γίνεται στὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πού γεννήθηκε
πάμφτωχος μέσα στό παχνί! Γιά τήν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δέν γιορτάζουνε οἱ
φτωχοί σάν καί Κεῖνον, μά γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, πού παίρνουνε γιά ἀφορμή τήν
πτωχεία του γιά νά δείξουνε τά πλούτη τους. Μά ἄραγε, ἀνάμεσα σέ δυστυχισμένους
μπορεῖ νά νοιώσει κανένας εὐτυχισμένον τόν ἑαυτό του; Μοναχά ἕνας ἀναίσθητος
μπορεῖ νά νοιώσει τέτοια εὐτυχία. Ὅσο γιά κεῖνον πού θέλει νά ἐπιδείξη στόν
πεινασμένο καί στόν στερημένον τήν ἐλεεινή του αὐτή εὐτυχία, αὐτός εἶναι ἀληθινό
κτῆνος. Καί μ’ ὅλα ταῦτα, ὑπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ἀνάμεσά μας, στά χρόνια μας,
ἐνῶ ἤτανε σπάνιοι στά παλαιότερα. Εἶναι κι’ αὐτό ἕνα ἀπό τά ὡραῖα
πού μᾶς ἔφερε ὁ μέγας πολιτισμός ἀπό τά μεγάλα κέντρα! Στήν Ἀνατολή εἴχανε τά
ζεμπίλια, πού ἤτανε πλεχτά ἀπό ψάθα, κι’ ὅ,τι ἔβαζε μέσα κανένας δέν φαινότανε.
Γι’ αὐτό, παίζοντας οἱ τουρκομερίτες, λέγανε πώς ἡ λέξη «ζεμπίλι» βγῆκε ἀπό τά
λόγια «σέν μπίλ», πού θά πεῖ «ἐσύ νά ξέρης», δηλαδή ἐσύ νά ξέρης μοναχά τί ἔχει
μέσα τό ζεμπίλι, ὥστε νά μή λιμάζουνε καί σέ φθονοῦνε οἱ φτωχοί, κεῖνοι πού δέν
μποροῦνε ν’ ἀγοράσουνε τά καλά πού ἀγόρασες ἐσύ. Σίγουρα, κι’ αὐτό δέν εἶναι
καθόλου καλό καί χριστιανικό, μά τουλάχιστο ἔλειπε ἡ ἁμαρτωλή ἐπίδειξη πού εἶναι
τό πιό σατανικό ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα κακά πού φαρμακώνουνε τούς φτωχούς ἀδελφούς μας
αὐτές τίς μέρες.
Ὅπως βλέπεις, μέ τήν κακομοιριά
πού ἔχει σέ ὅλα ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, μπόρεσε καί γύρισε τίς μέρες τῆς
πνευματικῆς χαρᾶς σέ μέρες σαρκικῆς καλοπέρασης γιά τόν ἑαυτό του, καί σέ μέρες
πένθους καί δακρύων γιά πολλούς ἀπό τούς συντρόφους του στή ζωή.
Οἱ γιορτές οἱ δικές μας σταθήκανε
πάντα θρησκευτικές, καί γι’ αὐτό εἴχανε κάποιον ἄλλο χαρακτῆρα ἀπό τίς γιορτές
πού γιορτάζουνε ἄλλα ἔθνη, προπάντων σήμερα, πού εἶναι κάποιες αὐτοσχεδιασμένες
σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία γιά τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτές τίς
ψευτογιορτές ξαμολιοῦνται ὅλα τά βάρβαρα καί ἐγωιστικά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, πού
κυττάζει μοναχά τήν εὐχαρίστηση τῆς σάρκας. Ἐνῶ οἱ δικές μας οἱ γιορτές, ἐπειδή,
ὅπως εἶπα, ἔχουνε τή ρίζα τους στή θρησκεία, ἤτανε σεμνές, πνευματικές, ὥστε νά
μή σκανδαλίζουνε τούς φτωχούς, ὅσο εἶναι μπορετό σέ σαρκικούς ἀνθρώπους. Οἱ
πλούσιοι κι’ οἱ νοικοκυραῖοι ἀποφεύγανε νά πληγώσουνε τούς φτωχότερους, καί
νοιώθανε τήν ἀνάγκη νά τούς ζεστάνουνε καί κείνους, στέλνοντας κρυφά στά σπίτια
τους διάφορα δῶρα, μέ τρόπο, ὥστε νά μή τούς ταπεινώσουνε, κ’ ἔτσι ἡ διαφορά νά
φαίνεται ὅσο μποροῦσε λιγώτερη.
Ἔτσι μορφωθήκανε τά ἔμορφα καί ἁγνά ἔθιμά
μας, μέ ψαλμωδίες πού τίς λένε ἀκόμα τά παιδιά στούς δρόμους καί στά σπίτια, μέ
καμπάνες, μέ ἔμορφα αἰσθήματα, μέ σεμνές διασκεδάσεις, μέ εὐχάριστη
συναναστροφή, πού δένουνε μεταξύ τους τούς ἀνθρώπους περισσότερο, παρά πού τούς
χωρίζουνε. Μά ὁ ὑλισμός κι’ ὁ λύκος τῆς ἀναισθησίας μολεύει σιγά-σιγά αὐτές τίς
καλές γιορτές μας, πού πολύ ἔμορφα τίς παρομοιάζανε οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας μέ
σταθμούς γιά νά ξεκουραζόμαστε στόν μονότονο δρόμο τῆς ζωῆς μας, λέγοντας:
«Βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος», πού θά πῆ «Ζωή δίχως γιορτή, εἶναι
σάν τόν μακρύ τόν δρόμο πού δέν ἔχει πανδοχεῖο νά ξεκουραστῆς».
Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τόν
βαρύ καί τόν θετικό κύριο πού δέν ἔχει αἰσθηματολογίες, καί λένε πώς αὐτά εἶναι
αναχρονισμοί κι’ ἀδιαφόρετα πράγματα. Αὐτοί γιά μένα εἶναι ξερίχια ψυχικά,
παγωμένες ἐρημιές, δίχως ἀγάπη, δίχως χαρά, μά καί δίχως πόνο. Γιατί χαρά καί
πόνος εἶναι δεμένα. Οἱ τέτοιες ψυχές εἶναι πάντα νεκρά βουνά τοῦ φεγγαριοῦ. Ὡστόσο,
κάτι τέτοιοι «ὀρθολογισταί» καί «θετικισταί», ξετρελλαίνουνται γιά κάποιες ἀνόητες
ξενόφερτες φέστες καί γιά κάτι μοντέρνα γλέντια πού ρεζιλεύουνε τόν ἄνθρωπο,
φτάνει πού γίνουνται κατά τό κοσμοπολιτικό μοντέλο πού βρίσκεται στά «μεγάλα
κέντρα τοῦ ἐξωτερικοῦ». Αὐτοί δέν θέλουνε τίποτα ἀπό τά δικά μας, πού τά λένε ὅλα
«βλάχικα, φτωχικά, ἀνάξια γιά ἀνθρώπους πού ξέρουνε τόν κόσμο». Τίποτα ἑλληνικό
δέν βρίσκει ἔλεος στά μάτια αὐτῶν τῶν κουφιοκέφαλων, ἀκατάδεχτων κι’ ὅπως
πρέπει κυρίων, πού χοροπηδᾶνε, ὡστόσο, σάν τρελλοί, μέ τά τσέρκια στό λαιμό,
φτάνει πού ἤρθανε ἀπ’ ἔξω, ἀπό κεῖ «πού ξέρει ὁ κόσμος νά ἀπολαμβάνη τή ζωή»!
Τί νά ποῦμε κ’ ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, τά βλαχάκια, τά φτωχαδάκια, πού μᾶς νανούριζε ἡ
μάνα μας μέ τά παραπονετικά τραγούδια της στήν κούνια μας, καί τώρα δακρύζουμε
σάν ἀκοῦμε τά τροπάρια καί τά κάλαντα, πού μᾶς ἑνώνουνε μέ τούς ἀγαπημένους μας
πού περάσανε ἀπό τόν τόπο μας πρίν ἀπό μᾶς;
Ἀδέλφια μου, φυλάξτε τά ἑλληνικά
συνήθειά μας, γιορτάστε ὅπως γιορτάζανε οἱ πατεράδες σας, καί μή ξεγελιώσαστε
μέ τά ξένα κι ἄνοστα πυροτεχνήματα. Οἱ δικές μας οἱ γιορτές ἀδελφώνουν τούς ἀνθρώπους,
τούς ἑνώνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μήν κάνετε ἐπιδείξεις. «Εὐφράνθητε ἑορτάζοντες».
Ἀκοῦστε τί λένε τά παιδάκια πού λένε τά κάλαντα: «Καί βάλετε τά ροῦχα σας, εὔμορφα
ἐνδυθῆτε, στήν ἐκκλησίαν τρέξετε, μέ προθυμίαν μπῆτε, ν’ ἀκούσετε μέ προσοχήν ὅλην
τήν ὑμνωδίαν, καί μέ πολλήν εὐλάβειαν τήν θείαν λειτουργίαν. Καί πάλιν σάν
γυρίσετε εἰς τό ἀρχοντικόν σας, εὐθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τό φαγητόν σας.
Καί τόν σταυρόν σας κάνετε, γευθῆτε, εὐφρανθῆτε. Δόστε καί κανενός φτωχοῦ ὅστις
νά ὑστερῆται». Ἀθάνατη ἑλληνική φυλή! Φτωχή μά ἀρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μά
χαρούμενη καί καλόκαρδη περισσότερο ἀπό τούς εὐτυχισμένους τῆς γῆς, πού τούς
μαράζωσε ἡ καλοπέραση.
Ναί, ἀδελφοί μου Ἕλληνες, χαίρετε μαζί
μέ κείνους πού χαίρουνται καί κλεῖτε μαζί μέ κείνους πού κλαῖνε. Αὐτή εἶναι ἡ
παραγγελία τοῦ Χριστοῦ, καί σ’ αὐτή μονάχα θά βρῆτε ἀνακούφιση. Δίνετε στούς ἄλλους
ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε. Τό παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ἔχει κανένας ἀνάγκη, τό κλέβει ἀπό τόν ἄλλον.
«Μακάριον τό διδόναι μᾶλλον, ἤ λαμβάνειν».
Πολλοί ἀπό σᾶς θἄχουνε ἴσως
περισσότερο ἀπό μένα τό δικαίωμα νά μοῦ ποῦνε αὐτά πού λέγω ἐγὼ σέ σᾶς. Δέν εἶμαι
«ὁ ποιήσας καί διδάξας», ἀλλοίμονό μου! Μά γιά νά μή σκανδαλισθῆ κανένας πώς τά
λόγια μου εἶναι ὁλότελα κούφια, στενεύομαι νά πῶ πώς προσπαθῶ νά μήν εἶμαι ὁλότελα
«ὁ δάσκαλος πού δίδασκε καί νόμο δέν ἐκράτει».
28 Δεκεμβρίου 1958
(Φώτης Κόντογλου, Χριστοῦ
Γέννησις: Τό φοβερόν Μυστήριον, Ἐκδ.Ἁρμός, 2001)πηγή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




