Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

ΓΕΛΟΙΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΟΔΑΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ



Κορσέδες που έκοβαν (κυριολεκτικά) την ανάσα, ανδρικά παπούτσια με 8ποντα τακούνια, δηλητηριώδη καλλυντικά και πολλά άλλα παράδοξα αποτέλεσαν τους προγόνους της μόδας, που αφού δεν την σκότωσαν την έκαναν πιο δυνατή.
Τα 10 καταστροφικότερα trends στην ιστορία της μόδας
Η τάση των ανθρώπων να προσπαθούν πάντα να δείχνουν όσο ωραιότεροι γίνεται δεν αποτελεί καινούργιο χαρακτηριστικό μιας εποχής που, όπως και να το κάνουμε, ξεχωρίζει για την ρηχότητα που διακρίνει τους «πολιτισμένους» λαούς. Ανέκαθεν η ανθρωπότητα, και δη οι εύπορες τάξεις αυτής, ενδιαφερόταν για την εξωτερική της εμφάνιση και ανέκαθεν έφτανε σε αδιανόητες υπερβολές και κακογουστιές προκειμένου να εντυπωσιάσει, να τραβήξει τα βλέμματα και να προκαλέσει το ενδιαφέρον των υπολοίπων.

Από γιγαντιαίες περούκες, ψεύτικες ελιές και ανδρικά παπούτσια με τακούνια, μέχρι μαυρισμένα δόντια, απλυσιά και αλουσιά, και ασφυκτικά φορέματα για τις γυναίκες, οι κατά καιρούς τάσεις της, ευρωπαϊκής κυρίως, μόδας στην ιστορία μοιάζουν σήμερα από γελοίες έως επικίνδυνες. Αν, ωστόσο, αναλογιστεί κανείς ότι ήταν οι αρχαίοι Ρωμαίοι αυτοί που ουσιαστικά εφηύραν την βουλιμία, κάνοντας εμετό ανάμεσα στα γεύματα για να μην παχαίνουν και να μπορούν να τρώνε περισσότερο, αναρωτιόμαστε μήπως τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται. Και τότε η σημασία του να διευκρινίσουμε τις δέκα καταστροφικότερες τάσεις στην ιστορία της μόδας γίνεται ακόμα πιο ουσιαστική.

1. Στενός κορσές (τους έγινε)
Ο ελισαβετιανού τύπου κορσές αποτελούσε βασικό γυναικείο εσώρουχο από τις αρχές του 16ου αιώνα. Όλοι έχουμε δει ταινίες εποχής με τις παραμάνες να σφίγγουν ασφυκτικά τα κορδόνια του κορσέ της λαίδης, προκειμένου η μέση της να «μπει» όσο πιο μέσα επιτρέπουν οι αντοχές της (ένα βήμα πριν της κοπεί η ανάσα δηλαδή). Σκοπός του κορσέ, βέβαια, δεν ήταν μόνο να κάνει την γυναικεία μέση να φαίνεται λεπτότερη, αλλά κυρίως να «πατικώσει» το στήθος προς τα πάνω, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ολοστρόγγυλο, εντυπωσιακό μπούστο. Λόγω του σκληρού υλικού από το οποίο ήταν δημιουργημένος ο κορσές, οι γυναίκες δε μπορούσαν μεν να αναπνεύσουν, αλλά καμάρωναν για τις στητές τους πλάτες και την εντυπωσιακή τους κορμοστασιά. Όσο, βέβαια, εντυπωσιακό trend κι αν υπήρξε ο κορσές, όσο ελκυστικές κι αν έκανε τις γυναίκες να δείχνουν, άλλο τόσο επικίνδυνος ήταν, καθώς συμπίεζε τόσο πολύ τα εσωτερικά τους όργανα και παραμόρφωνε τα πλευρά τους που προκαλούσε στις γυναίκες συχνά δυσκολία στην αναπνοή και λιποθυμία. Στην ιστορία, μάλιστα, αναφέρεται η περίπτωση μιας γυναίκας που πέθανε επειδή τα πλευρά της τρύπησαν από το πολύ σφίξιμο το συκώτι της. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο κορσές αντικαταστάθηκε από τον στηθόδεσμο.

2. Μαύρισμα… δοντιών
Ανάμεσα στις παρωδίες της μόδας στην ελισαβετιανή εποχή ήταν και τα μαύρα δόντια. Περί τον 16ο αιώνα, λοιπόν, ένδειξη πλούτου ήταν να αφήνουν οι αριστοκράτες τα δόντια τους να χαλάνε και να μαυρίζουν. Γιατί; Γιατί αυτό έδειχνε πως οι πολύ πλούσιοι δεν χρειαζόταν να τρώνε κανονικό, απλό φαγητό, όπως ο υπόλοιπος κόσμος, αλλά απολαυστικά γλυκά και «junk food» της εποχής, τα οποία φυσικά κατάστρεφαν τα δόντια. Όχι, βέβαια, πως και αυτά να μην έτρωγαν θα επιβίωναν τα δόντια τους περισσότερο. Οι «οδοντόκρεμες» και οι σκόνες δοντιών της εποχής ήταν πολύ χειρότερες για την υγεία των δοντιών.

3. Οι περούκες της ντροπής
Δημοφιλείς στην Αγγλία και την Γαλλία του 17ου και 18ου αιώνα ήταν οι περούκες, τις οποίες φορούσαν μόνο αυλικοί, ευγενείς και πολύ πλούσιοι άνδρες (και γυναίκες). Βασικός σκοπός της περούκας, πέραν ίσως του να χαρίσει στον φέροντα όποιο look επιθυμούσε ή ήταν της μόδας ανά πάσα στιγμή, ήταν να καλύψει την καράφλα τους, η οποία προερχόταν κυρίως από έλλειψη καθαριότητας. Οι περούκες, βέβαια, τότε ήταν τρομερά ακριβές και τρομερά γελοίες, ειδικά οι ανδρικές. Άπαξ και την αποκτούσε, όμως, κανείς, μπορούσε έπειτα να την κρατήσει καλά διατηρημένη με μία απλή πούδρα, που την γυάλιζε και την καθάριζε. Οι γυναίκες, από την άλλη, που ήθελαν τις περούκες τους ακόμα πιο καλοδιατηρημένες και λαμπερές, του έριχναν σουλφουρικό οξύ, το οποίο αργότερα εισχωρούσε στο κεφάλι τους και συχνά δημιουργούσε βλάβες και οπωσδήποτε πτώση μαλλιών.

4. Όταν η βρώμα ήταν της μόδας
Το «καθαριότητα ίσον μισή αρχοντιά» φαίνεται πως δεν ίσχυε πάντοτε στην ιστορία της Δύσης. Η αποκήρυξη της καθαριότητας πιθανότατα ξεκίνησε με τους πρώτους χριστιανούς, οι οποίοι καταδίκαζαν τα Ρωμαϊκά λουτρά και για να αποτρέψουν τον κόσμο από αυτά δημιούργησαν την εντύπωση ότι είναι καλό να μένει κανείς βρώμικος για καιρό ή, ανάποδα, ότι το μπάνιο δεν είναι απαραίτητο. Κάπως έτσι έφτασε στην Αναγέννηση το μπάνιο να θεωρείται επιβλαβές για την υγεία, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασθένειες και λοιμώξεις, οπότε οι άνθρωποι ήταν καταδικασμένοι να φορούν make-up και αρώματα προκειμένου να μην πλυθούν. Όσοι μπορούσαν, τουλάχιστον, να διαθέσουν χρήματα γι’αυτά. Οι υπόλοιποι απλά πέθαναν στην ίδια τους την βρώμα…

5. Μαύρα μάτια
Μιλώντας για make-up, το αποκορύφωμα στο μακιγιάζ, και μάλιστα πολύ πριν τον 16ο αιώνα, ήταν τα μαύρα μάτια. Η μόδα του kohl, της ανατολίτικης αυτής σκιάς ματιών, ξεκίνησε από τους αρχαίους Αιγυπτίους και των δύο φίλων με σκοπό να προσδώσει στο βλέμμα ένταση και βάθος. Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι πέρα από τα γοητευτικά αυτά χαρίσματα προσέδιδε και δηλητηρίαση από μόλυβδο, αφού το kohl φτιαχνόταν αρχικά από ορυκτό γαληνίτη (σουλφίδιο μολύβδου), το οποία σταδιακά εισερχόταν στον οργανισμό οδηγώντας μέχρι και στον θάνατο. Με τα χρόνια η σύσταση του kohl βελτιώθηκε, με αποτέλεσμα αυτό να χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, ειδικά στην Αφρική, την Νότια Ασία και την Μέση Ανατολή. Υποτίθεται δε ότι σήμερα δεν είναι δηλητηριώδες, αλλά σε κάθε περίπτωση η «βάση» της σύστασής του παραμένει ο μόλυβδος.

6. Δολοφονικά χτενάκια
Η ιατρική στην αρχαία Ρώμη ήταν ιδιαίτερα προχωρημένη, τουλάχιστον συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις του αρχαίου κόσμου. Οι Ρωμαίοι, λοιπόν, είχαν μια παραπάνω ιδέα της ανατομίας τους και σε γενικές γραμμές καταλάβαιναν ποιες ουσίες ήταν τοξικές και ποιες όχι. Μερικές φορές, όμως, η ματαιοδοξία υπερνικούσε την λογική και έτσι προκειμένου να τονώσουν το χρώμα στα γκριζαρισμένα μαλλιά τους πολλοί Ρωμαίοι αριστοκράτες χρησιμοποιούσαν χτενάκια φτιαγμένα από μόλυβδο, τα οποία βουτούσαν σε ξύδι και έπειτα χτενίζονταν με αυτά. Ο συνδυασμός των δύο αυτών συστατικών δημιουργούσε στην τρίχα ένα έντονο σκούρο χρώμα, το οποίο ήταν όμως δηλητηριώδες, και έτσι λίγο καιρό μετά οι περισσότεροι από αυτούς πέθαιναν από μόλυνση στο κεφάλι.

7. Και δολοφονικότερες βαφές μαλλιών
Κι αν τα χτενάκια από μόλυβδο σας… τρόμαξαν, μην νομίζετε ότι οι πιο σύγχρονες βαφές, τουλάχιστον αυτές που ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται πριν 40 περίπου χρόνια είναι πιο ασφαλείς. Κατά την δεκαετία του 1970 βρέθηκε ότι οι περισσότερες βαφές μαλλιών που πωλούνταν στο εμπόριο περιείχαν καρκινογενή και μεταλλαξιογόνα σύνθετα και παρόλο που οι περισσότερες εταιρίες αφαίρεσαν τα πιο επικίνδυνα από αυτά, το να βάφουμε ακόμα και σήμερα τα μαλλιά μας αποδεδειγμένα μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, και μάλιστα όχι μόνο σ’αυτούς που βάφουν τα ίδια τους τα μαλλιά: Έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι κομμωτές που ασχολούνται με βαφές μαλλιών έχουν 500% παραπάνω πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο στην ουροδόχο κύστη από τους κομμωτές που δεν αγγίζουν τις βαφές.

8. Λεύκανση προσώπου
Επιστρέφουμε στην ελισαβετιανή εποχή και στο πάθος της τότε αριστοκρατίες προς τα χλωμά πρόσωπα. Και επειδή δεν είχαν όλοι την τύχη να γεννηθούν με το «εκρού του νεκρού», για να το πετύχουν χρησιμοποιούσαν ένα καλλυντικό με βάση -ξανά- τον μόλυβδο, αλλά τον λευκό αυτήν την φορά, το οποίο χάριζε μία… μακάβρια λευκή επιδερμίδα. Φυσικά, επρόκειτο για μία άκρως δηλητηριώδη ουσία, η οποία χρησιμοποιείται σήμερα στο βάψιμο των πλοίων. Οι ελισαβετιανοί, ωστόσο, δεν δίσταζαν για πολλά χρόνια να την χρησιμοποιούν, καθώς, φαίνεται, προτιμούσαν να πεθάνουν δηλητηριασμένοι αλλά χλωμοί και αριστοκράτες, παρά ηλιοκαμένοι και φτωχοί.

9. Τακούνια για άνδρες
Η τραγωδία της αναγεννησιακής μόδα στα ρούχα πραγματικά δεν έχει τέλος. Το αξεσουάρ που οπωσδήποτε ξεχώρισε και μάλιστα στην ανδρική γκαρνταρόμπα ήταν τα τακούνια. Έτσι, πριν επανέλθουν στα λογικά τους, οι ευγενείς συνήθιζαν να βολτάρουν για τουλάχιστον τρεις αιώνες, πάνω σε 8ποντα τακούνια που τους προσέθεταν εντυπωσιακότερη θωριά και στυλ. Η μόδα βέβαια αυτή δεν έφυγε ποτέ οριστικά. Σήμερα βλέπουμε, χαμηλότερα βέβαια, τακούνια σε κοντούς άνδρες (τύπου Σαρκοζί) ή σε drag-queens, οπότε δεν μας κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση.

10. Ψεύτικες ελιές
Τέλος, ανάμεσα στα παράλογα της τότε μόδας δε μπορούμε να παραλείψουμε και την δημιουργία ψεύτικων ελιών στο πρόσωπο. Οι ελιές (beauty marks ή beauty spots στα αγγλικά) θεωρούνταν στοιχείο ιδιαίτερης γοητείας κατά την αναγεννησιακή περίοδο και έτσι πολλές γυναίκες και άνδρες συνήθιζαν να σημαδεύουν το πρόσωπό τους με ψεύτικα μαύρα σημάδια, και μάλιστα σε συγκεκριμένα σημεία του προσώπου για υπέρμετρη γοητεία. Ακόμα, ένας σκοπός της τοποθέτησης ψεύτικων ελιών ήταν να καλύψουν κάποιο σημάδι στο πρόσωπο ή κάποια δυσχρωμία του δέρματος. Οι ψεύτικες ελιές είτε ζωγραφίζονταν με μελάνι ή κατασκευάζονταν από δέρμα ή μετάξι.

Έλενα Μπούλια
Πηγή:in2life.gr

Ακηδία και Λιποψυχία



Διδαχές Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ
Αχώριστος σύντροφος του πνεύματος της λύπης είναι η ακηδία. Όπως παρατηρούν οι πατέρες, η ακηδία προ­σβάλλει το μοναχό περίπου το καταμεσήμερο και του προκαλεί τέτοια ακαταστασία, ώστε τόσο ο τόπος όπου ζει όσο και οι αδελφοί πού ζουν μαζί του, του γίνονται ανυπόφοροι. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης εγείρεται μέσα του ένα είδος αηδίας και μεγάλης πείνας και χασμουριέται πολύ συχνά. Μόλις ή κοιλιά του ικανοποιηθεί, ο δαίμονας της ακηδίας προτείνει στο μοναχό την ιδέα να βγει από το κελί του και να μιλήσει σε κάποιον αδελφό, υποστηρίζοντας ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να σωθεί από την ακηδία είναι ή συνεχής συζήτηση με τους άλλους. Ό μοναχός πού έχει κυριευθεί από την ακηδία είναι σαν ένα λεπτό ζιζάνιο πού δε σταματά ούτε λεπτό, άλλα βρίσκεται πάντα στη διάθεση του άνεμου. Είναι σαν ένα μικρό σύννεφο πού καταδιώκεται από τον άνεμο.

Ό δαίμονας αυτός, αν δεν μπορέσει να παραπλανήσει το μοναχό να βγει από το κελί του, αρχίζει να αποσπά το νου του κατά τη διάρκεια της προσευχής και της ανάγνωσης. Αρχίζει να του υποβάλει τις σκέψεις ότι αυτό δεν έπρεπε να είναι έτσι, εκείνο δεν ανήκει έδώ, θα πρέπει κανείς να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Και ο δαίμονας κάνει όλα αυτά για να καταστήσει το πνεύμα του μοναχού αργό και στείρο.
Ή ακηδία θεραπεύεται με την προσευχή, την αποχή από τον αργό λόγο, χειρωνακτική εργασία ανάλογα με τη δύναμη του άνθρωπου, ανάγνωση του λόγου του θεού και υπομονή. Γιατί γεννιέται από τη λιποψυχία, την αργία και τον αργό λόγο (άγιος Ισαάκ ο Σύρος).

Γι’ αυτόν πού αρχίζει τη μοναχική ζωή είναι δύσκολο να αποφύγει την ακηδία. Είναι το πρώτο πράγμα πού προσβάλλει το μοναχό. Γι’ αυτό πάνω απ’ όλα θα πρέπει να την καταπολεμήσει κανείς με αυστηρή και απόλυτη εφαρμογή όλων των διακονημάτων πού του έχουν ανατεθεί. Όταν όλες σου οι δραστηριότητες βρίσκονται σε πραγματική τάξη, τότε ή ακηδία δε θα βρει χώρο στην καρδιά σου. Μόνο εκείνοι πού δεν έχουν ρυθμίσει τις υποθέσεις τους και δεν τις έχουν βάλει σε σωστή τάξη δοκιμάζονται από την ακηδία. Ή υπακοή είναι ή καλύτε­ρη θεραπεία για τον επικίνδυνο αυτό πειρασμό.

Όταν σε κατακυριεύσει ή ακηδία, λέγε στον εαυτό σου, σύμφωνα με τις οδηγίες του αγίου Ισαάκ του Σύ­ρου: «Πάλι επιθυμείς μια ακάθαρτη και επονείδιστη ζωή. Και αν τύχει να σκεφτείς ότι είναι μεγάλη αμαρτία να αυ­τοκτονήσει κανείς (με ασκητικούς αγώνες), τότε απάν­τησε στον εαυτό σου: σκοτώνω τον εαυτό μου επειδή δεν μπορώ να ζω στην αμαρτία, θα πεθάνω εδώ, ώστε να μη δώ τον πραγματικό θάνατο, το θάνατο της ψυχής μου, το χωρισμό της από το θεό. Είναι καλύτερα για μένα να πεθάνω με αγνότητα παρά να ζήσω μια αμαρτω­λή ζωή στον κόσμο. Προτίμησα έναν τέτοιο θάνατο για τις αμαρτίες μου. Σκοτώνω τον εαυτό μου, γιατί έχω αμαρτήσει ενώπιον του θεού και δε θέλω να Τον παροργίσω άλλο. Τι αξίζει ή ζωή μου μακριά από το θεό; θα υποφέρω κάθε δοκιμασία, ώστε να μη στερηθώ την ελπίδα των ουρανών. Γιατί να φροντίσει ό θεός για μένα, αν ζω πονηρά και τον παροργίζω;»
Άλλο πράγμα είναι ή ακηδία και άλλο είναι ή ανησυχία τού πνεύματος πού καλείται λιποψυχία. Συμβαίνει μερικές φορές ό άνθρωπος να βρίσκεται σε τέτοια πνευματική κατάσταση, ώστε θα προτιμούσε να σκοτωθεί ή να μείνει αναίσθητος παρά να παραμείνει ακόμα σ' αυτή τη φοβε­ρά οδυνηρή κατάσταση. Πρέπει κανείς να φύγει από αυτή γρήγορα. Φύλαξε τον εαυτό σου από το πνεύμα της λιποψυχίας, γιατί από αυτή προέρχεται κάθε είδος δυστυχίας (άγιος Βαρσανούφιος ο Μέγας).

«Υπάρχει μια φυσική λιποψυχία, διδάσκει ο άγιος Βαρσανούφιος, πού προέρχεται από αδυναμία. Και υπάρχει λιποψυ­χία πού προκαλείται από το δαίμονα. Μπορούν να διακριθούν κατ' αυτό τον τρόπο: Ή διαβολική λιποψυχία έρχεται πριν την ώρα πού πρέπει να δώσει κανείς στον εαυτό του κάποια ανά­παυση. Ή όταν κάποιος προγραμματίζει να κάνει κάτι, πριν τε­λειώσει το ένα τρίτο ή το ένα τέταρτο από αυτό, ο δαίμονας τον πιέζει να το εγκαταλείψει. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν πρέπει κανείς να τον ακούσει, άλλα να κάνει προσευχή και να συνεχίσει με υπομονή την εργασία του. Και ο εχθρός, βλέποντας ότι ό άνθρωπος προσεύχεται λόγω αυτής της λιποψυχίας, αποσύρεται, αφού δε θέλει να δώσει καμιά ευκαιρία στον άνθρωπο να προσευχηθεί».

Ό άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι, όταν ο θεός θέλει να ρίξει τον άνθρωπο σε μεγαλύτερες δοκιμασίες, του επι­τρέπει να πέσει στα χέρια της ακηδίας. Ή ακηδία του φέρνει μια μεγάλη απελπισία στην όποια δοκιμάζει τέ­τοια ψυχική στενοχώρια, πού είναι σαν να προγεύεται την κόλαση. Σαν συνέπεια αυτού εγείρεται μέσα του το πνεύμα της έξαψης και απ' αυτό πηγάζουν χιλιάδες πει­ρασμοί: ανησυχία, οργή, βλασφημία, παράπονα για την τύχη του, διεφθαρμένες σκέψεις, μετακίνηση από μια τοποθεσία σε άλλη και τα όμοια.

"Αν ρωτήσεις από τι προέρχεται αυτό, τότε θα σού απαντήσω: από την αμέλεια σου. Γιατί δεν έλαβες την πρόνοια να αναζητήσεις μια θεραπεία γι' αυτά. Γιατί για όλα αυτά υπάρχει μόνο μια θεραπεία και με τη βοήθεια αυτής ο άνθρωπος βρίσκει εύκολα παρηγοριά στη ψυχή του. Και τι είδους θεραπεία είναι αυτή; Ή ταπείνωση της καρδιάς. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, έκτος απ' αυτόν, για να μπορέσει ο άνθρωπος να καταρρίψει τους τοί­χους αυτών των κακιών. Διαφορετικά, θα διαπιστώσει ότι οι κακίες αυτές θα τον κατανικήσουν. Ή ακηδία μερικές φορές καλείται από τους άγιους πατέρες αργία, οκνηρία ή νωθρότητα.

Πηγή: (Φιλοκαλία των ρώσων νηπτικών Α. διδαχές Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ)

Τα ξύλα του παπά (Μία συγκλονιστική πραγματική διήγηση με κρυπτοχριστιανούς)



Πέμπτη του Πάσχα κι ο πάπα – Λευτέρης πρωί-πρωί φόρτωνε το ζώο του κι ετοιμαζόταν να κατεβεί στην Τραπεζούντα.
Την ίδια ώρα ακούστηκαν οι πρώτοι χτύποι της καμπάνας. Ο συνεφημέριός του ο πάπα – Γαβριήλ φαίνεται πως είχε αϋπνίες. Χθες ήταν η σειρά του να λειτουργήσει.

Μετά πήρε τα βουνά και τα λαγκάδια να μαζέψει ξύλα. Καί σήμερα νάτον ξημερώματα, έτοιμος να κάνει τον πραματευτή. Κανονικά όφειλε να πάει στην εκκλησιά. Τέτοια μέρα, ακόμη Πασχαλιά, που ξανακούστηκε να λείπει απ’ τη Λειτουργία! Ας όψονται, όμως, τα τόσα στόματα που περιμένουν στο σπίτι. Κάποιος έπρεπε να νοιαστεί για το καθημερινό τους…Οκτώ του έδωσε ο Θεός κι άλλα τρία ο Αναστάσης ο κουμπάρος του: Τη γυναίκα του, την πεθερά του, την «κυρά – ντουλάπα», και τον κουνιάδο του, που δεν φτουρά σε δουλειά…
Έκανε το σταυρό του και ξεκίνησε…
Είχε μπροστά του πολύ δρόμο. Υπολόγιζε πριν το μεσημέρι να φτάσει στην πόλη κι αν όλα παν καλά, αργά το βράδυ να είναι πάλι πίσω. «Βαστάτε ποδαράκιά μου» αναστέναξε καθώς αναλογίστηκε το δρόμο που ‘χε να κάνει. Κατά πως το είχε συνήθειο άρχισε το ψάλσιμο, να σπάει κι η μονοτονία. Να κάνει όμως και το κέφι του.Μέσα στην ερημιά ποιός τον ακούει; Μόνο ο Θεός. Αποφεύγει και τα κοροιδευτικά χαμόγελα του πάπα – Γαβριήλ ή τις ειρωνίες του Ιορδάνη, του ψάλτη: «Εξαιρετικά τα λες παπά. Σαν μανάβης!» Το ξέρει. Η φωνή του ακούγεται άσχημα. Μα ότι λέει, το ψέλνει με την καρδιά του κι αυτό θέλει ο Θεός. Όπως τότε που ήταν μικρός. Καί φλεγότανε απ’ το μεράκι των ύμνων…

Ακόμη κι ο δεσπότης τη μοναδική φορά που λειτούργησε μαζί του του είπε: «Σούς μπρε. Δεν το λέγεις καλά». Ήταν ένα όριο που του έβαλε ο Θεός και δεν μπορούσε να το ξεπεράσει. Τι κι αν πάλαιψε; Τι κι αν προσευχήθηκε; Τι κι αν έκλαψε; Το μόνο που κατόρθωσε είναι, όσα λέει, να τα λέει μέσα απ’ την καρδιά του. Κι αυτό είναι που θέλει ο Θεός. Την καρδιά, όχι το λαρύγγι! Η παρηγοριά του για τη σιωπή που έχει επιβάλλει στον εαυτό του. Σιωπή για να μην ενοχλεί, όπως ενοχλούσε τότες που μικρός στεκόταν παράμερα στο ψαλτήρι. Όπως ενοχλούσε αργότερα τους φίλους του που προχώρησαν στην ψαλτική κι ας πίστευε πως θα τον θέλουν κοντά τους. Όπως ενοχλούσε το φίλο του τον Αποστόλη, που έγινε δεξιός ψάλτης στο διπλανό χωριό. Σταμάτησε, έτσι, να ψέλνει μπροστά στον κόσμο και προτιμούσε τις ερημιές. Με τα τροπάρια μετρούσε τις αποστάσεις. Ξεκίναγε με τον όρθρο, έλεγε και λίγα απ’ τον εσπερινό κι αν είχε κι άλλο δρόμο πρόσθετε και μερικά σκόρπια τροπάρια. Αυτό θα έκανε και τώρα, μέρες της Πασχαλιάς. «Μπρός, λοιπόν, παπά δώσε του να καταλάβει» μονολόγησε. Έκανε το σταυρό του κι άρχισε: «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί…».
Αφού έψαλε όλον τον κανόνα, προχώρησε και στους αίνους κι εκεί κατά το δοξαστικό έμπαινε πιά στα πρώτα σπίτια της Τραπεζούντας. Με το ψάλσιμο κάπου είχε αφαιρεθεί. Όταν κατάλαβε πως ήταν στον τουρκομαχαλά σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί κι ύστερα πήρε ένα σοκάκι εκεί στ΄ αριστερά. Περίμενε να τον βγάλει έξω από το Κάστρο, μ΄ αυτό φιδογύριζε ανάμεσα στα τουρκόσπιτα. Σε κάποια στροφή φάνηκε ένας καφενές κι απόξω δύο τρεις τούρκοι αραχτοί, απολάμβαναν το ναργιλέ τους. Καθώς περνούσε μπροστά του ο ένας του φώναξε:
«Πόσο τα ξύλα παπά;»
«Πέντε γρόσια εφέντη μ’».
«Πολλά δεν είναι βρε καραμπάς (μαυροκέφαλε;)»
«Όχι εφέντη μ’, όχι. Έρχουμαι από μακριά», ο πάπα – Λευτέρης ήξερε ν’ αντιστέκεται στα παζάρια των τούρκων. «Κι υστέρα τι παίρνεις με πέντε γρόσια;»
«Άντε να σού δώσω τρία να τα φέρεις και στο σπίτι».
«Να χαρείς τα νειάτα σου εφέντη μ’. Κάμε τα τουλάχιστο τέσσερα. Είμαι φτωχός κι έχω τόσα στόματα να θρέψω».
«Καλά. Ας είναι. Θα σού δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε απ’ το σκαμνί του, τεντώθηκε και πλησίασε τον παπά. Χαίδεψε λίγο το ζώο και μετά στράφηκε άγριος στο παπά.
«Δεν λυπάσαι το ζώο βρε Γκιαούρ; Πως το φόρτωσες το καημένο; Κοντεύει να ψοφήσει! Δεν φοβάσαι το Θεό βρε καραμπάς;»
«Αντέχει εφέντη μ’» τόλμησε ν’ απαντήσει ο πάπα – Λευτέρης.
«Σούς μπρε» έβαλε τις φωνές ο τούρκος και σήκωσε το χέρι του απειλητικά. «Πάμε σπίτι να το ταίσεις λίγο και να το ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!»

Γιόμισε ο μαχαλάς απ’ τις φωνές του. Ο παπάς, τον ακολούθησε φοβισμένος. «Τρελός θάναι» σκέφτηκε κι από μέσα του έλεγε όσες ευχές του ερχόντουσαν στο μυαλό. Μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού φώναξε ένα όνομα. Ύστερα και με μία κλωτσιά την άνοιξε διάπλατα.
«Μπες μέσα μπρε γκιαούρ. Δεν φοβάσαι το Θεό είσαι και παπάς».
Με τον ίδιο τρόπο έκλεισε την πόρτα κι αμέσως δύο νεαροί ξεφόρτωσαν το ζώο. Ο τούρκος, με φωνές, τράβηξε σχεδόν τον παπά Λευτέρη μέσα στο σπίτι, που απ’ το φόβο του έχασε κάθε δύναμη ν’ αντισταθεί. Μόνο έτσι σαν αστραπή του πέρασε η σκέψη: «Είδες τι έπαθες για να μην πας στη Λειτουργία;»

Μέχρι την πόρτα του σπιτιού χαλούσε τον κόσμο με τις φωνές του. Μόλις πέρασαν το κατώφλι την έκλεισε με τόση δύναμη λες κι ήθελε να την γκρεμίσει. Καί τότε έγινε η μεταμόρφωση. Ο άγριος τούρκος, αυτός που χωρίς αιτία ήταν έτοιμος να κακοπαιδέψει το φτωχό παπά, έπεσε στα γόνατα και φίλησε το χέρι του με σεβασμό. Η φωνή του μόλις ακουγόταν.
«Σχώραμε παπούλη μου, σχώραμε» του είπε ελληνικά. «Δεν είχα κακό σκοπό. Γι΄ αυτά τα σκυλιά φώναζα, που μας έβλεπαν. Μην καταλάβουν τίποτα και χαθούμε. Χριστιανοί είμαστε κι εμείς κι ας φαινόμαστε τούρκοι».
Κατάλαβε. Είχε μπροστά του έναν απ’ αυτούς που οι ρωμιοί ονόμαζαν κλωστούς. Έναν απ’ αυτούς που αντιστάθηκαν τόσα χρόνια στην υποδούλωση της ψυχής. Στη φαντασία του ο ηρωισμός κι η πίστη τους έπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Πάνε μερικά χρόνια που άκουσε γι΄ αυτούς. Τότε θυμάται θέλησε να τους συναντήσει, να έρθει σ’ επαφή μαζί τους. Τον συγκράτησαν οι πιο φρόνιμοι. Θάρθει η στιγμή του είπαν, καλύτερα να μη βιάζεσαι. Πέρασαν τα χρόνια κι η στιγμή δεν ήρθε. Στην αρχή μάθαινε πως κάποιος παπάς βρέθηκε στη δίνη της ιστορίας τους, μα κι αυτό σταμάτησε με τα χρόνια. Έτσι, κάπου μέσα του, άρχισε να μην πολυπιστεύει στην ύπαρξή τους. Άρχισε να αμφιβάλλει για πολλά, ή να τα δέχεται σαν μία χαριτωμένη υπερβολή. Καί να τώρα που είχε μπροστά του ένα δικό τους. Τον επίασε από τα χέρια και τον σήκωσε. Εκείνη τη στιγμή φάνηκαν δύο γυναίκες, η μία νέα η άλλη ηλικιωμένη, και τον περιτριγύρισαν ένα τσούρμο παιδιά!
«Η φαμιλιά μου παπούλη μου» του είπε ο κρυφός χριστιανός.
 
Σε λίγο καθισμένοι στο σαλόνι αντάλασσαν τις ιστορίες τους. Αισθάνονταν γνωστοί από χρόνια. Ήταν κι αυτοί όπως όλοι οι δικοί τους. Χρόνια τώρα, από πατέρα σε παιδί, κράταγαν μυστική την πίστη τους και συνέχιζαν φανερά να κάνουν τη ζωή του μουσουλμάνου. Πρώτα κοντά τους έμενε ένας χότζας που ήταν κρυφός παπάς. Αυτός τους βάφτισε, αυτός τους πάντρεψε, αυτός κήδευε τους πατεράδες τους. Όλα στα κρυφά. Νύχτα πάνω στη νύχτα. Τη μέρα τους πάντρευε τούρκικα. Τη νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ένα παιδί; Τη μέρα έκανε σουνέτι. Τη νύχτα βαφτίσια. Στο θάνατο ο πρώτος που έμπαινε στο σπίτι ήταν αυτός. Μόνος με την οικογένεια του νεκρού διάβαζε τρισάγιο. Τη νύχτα έκανε την κηδεία και το πρωί όλα τα έθιμα των μουσουλμάνων. Διπλή ζωή, διπλό ξόδι. Από τότε όμως που πέθανε, έμειναν ορφανοί. Αλειτούργητοι. Αβάφτιστοι. Δύο χρόνια έχουν να κάνουν Ανάσταση. Τη νύχτα το Μεγάλο Σάββατο άκουσαν τις καμπάνες απ’ το χριστιανικό μαχαλά. Άναψαν κερί και έψαλαν σιγανά τρεις φορές το «Χριστός Ανέστη».
«Να κάνουμε τώρα την Ανάσταση», η ιδέα άστραψε στο μυαλό του πάπα – Λευτέρη. «Τι πειράζει; Πασχαλιά είναι ακόμη. Ετοιμαστείτε κι εδώ είμ΄ εγώ».
Απ’ τη στιγμή εκείνη ένας ολάκερος μηχανισμός μπήκε σε λειτουργία. Μέχρι το βράδυ βρέθηκαν άμφια, σκεύη, πρόσφορα ενώ ένα νιό παληκάρι, με γρήγορο άλογο, έτρεξε στο χωριό να καθησυχάσει την παπαδιά, που δεν θα γύριζε ο παπάς εκείνο το βράδυ.
Γύρω στα μεσάνυχτα γιόμισε το σπίτι από κρυφοχριστιανούς. Άντρες, γυναίκες, παιδιά πέρασαν το κατώγι μ’ αγιοκέρια που είχαν μόνοι τους ετοιμάσει. Στην ανατολική πλευρά μία κασέλα είχε γίνει Αγία Τράπεζα. Ο πάπα – Λευτέρης άρχισε το ψάλσιμο μ΄ ένα γέροντα.
«Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον».
Τούτους ΄δω δεν ενοχλούσε η φωνή του. Γι’ αυτό δεν άκουσε εκείνο το «σούς μπρε», που του μαύριζε την ψυχή. Τούς έφτανε που άκουγαν τα λόγια. Κι αν έκρινε από τα βλέμματα, ίσως και να φχαριστιόντουσαν απ’ το ψάλσιμό του. Στο τέλος άναψε το κερί του απ’ το καντήλι που τρεμόπαιζε και κάλεσε τους μυστικούς χριστιανούς του:
«Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών».
Μετά, εκεί στη μέση, έψαλε «την Ανάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ», διάβασε το Ευαγγέλιο κι ενώ η πόλη ησύχαζε, ψάλανε όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Γύρω του τα δακρυσμένα μάτια του σκλάβωναν την καρδιά. Ήταν μία απ’ τις στιγμές που θα τον συνόδευαν σ’ όλη του τη ζωή.
Ήταν έτοιμη να ξεπροβάλει η νέα μέρα, όταν ξεκίναγε να γυρίσει στο χωριό. Πίσω του άφηνε το σπίτι, που έγινε η κολυμπήθρα για ν’ αναβαπτιστεί στην πίστη του κι ένα κομμάτι της καρδιάς του. Θαρχόταν να το συναντήσει πάλι σε λίγες μέρες. Τον περίμεναν οι νέοι του χριστιανοί. Μαζί τους και τα μικρά παιδιά, που είχαν μείνει αβάπτιστα.
Τώρα ήξερε. Κάθε φορά που ξεκίναγε με ξύλα για την Τραπεζούντα θα έφερνε κι ένα φόρτωμα στον τουρκομαχαλά. Κάθε φορά και σε διαφορετικό σπίτι. Τη νύχτα το σπίτι αυτό θα γινόταν η εκκλησιά κι εκεί θα συνάζονταν οι κλωστοί. Απ΄ τα πιο απίθανα μέρη ξεφύτρωναν οι μαύρες σκιές που αδιαφορούσαν για την προχωρημένη ώρα. Τις πιο πολλές φορές ερχόταν στο σπίτι του πεθαμένου κρυφού παπά όπου υπήρχε ολάκερη εκκλησιά κρυμμένη απ’ τα μάτια του κόσμου. Μυστικές πόρτες έφερναν τους πιστούς από τους σκοτεινούς δρόμους. Έξω οι νέοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη. Τόσα χρόνια στη ζωή αυτή έμαθαν να φροντίζουν την ασφάλειά τους. Μαζί τους άρχισε κι αυτός να ζεί τους φόβους και τις αγωνίες τους κι όταν γνωρίστηκαν καλά η έγνοιά του σκλαβώθηκε στο μαχαλά τους.
«Τα παιδιά έχουν σήμερα μπαϊράμι» έλεγε στην παπαδιά «κι όλη μέρα θα είναι νηστικά»…
Γιώργη Θ Πρίντζιπα 
πηγή«Το συναξάρι των κρυφών ονείρων»

Η ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΗ ΣΑΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΘΗΚΗ


polytonicProject

Εἶναι παρήγορο ὅτι ὅλο καὶ περισσότεροι Ἕλληνες ἐπιλέγουν τὸ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς. Οἱ φίλοι τοῦ πολυτονικοῦ θὰ βροῦν πολύτιμο σύμμαχο τὶς ἐφαρμογὲς τῆς πολυτονικῆς ἐργαλειοθήκης the politonic project  γιὰ τὸν ὑπολογιστὴ καὶ τὶς κινητές τους συσκευές.
https://thepolytonicproject.wordpress.com/

Πότε έχει νόημα και αξία η Νηστεία


 

Η νηστεία είναι αρχαιοπαράδοτη αρετή. Μαζί με την προσευχή προετοιμάζουν τον πιστό για τον σταυρό και την ανάσταση. Η νηστεία τρέφει την ψυχή. Μαθαίνει τη χρήσιμη εγκράτεια, την απόρριψη των περιττών, των ακριβών, των πλούσιων, των πολλών και διάφορων. Είναι κάτι, το μόνο ίσως, που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στον Θεό. Ο Θεός είναι ανενδεής, δεν έχει ανάγκη τη δική μας νηστεία. Εμείς ωφελούμεθα νηστεύοντας. Είμεθα σε εγρήγορση, ανάταση, προσευχόμεθα πιο καλά, πιο συγκεντρωμένα, πιο προσεκτικά. Είναι μία κίνηση ότι θέλουμε τον Θεό στη ζωή μας...
Η νηστεία συνδυάζεται και με τη μετάνοια. Είναι μία ευκαιρία που μας χαρίζει ο Θεός για να παρακινήσουμε τη φιλοτεκνία του. Τη νηστεία πρέπει να τηρούμε πρόθυμα, φιλότιμα κι ευχάριστα, και όχι τυπικά, ως αγγαρεία και με βαριά καρδιά. Να την προσφέρουμε ως εγκάρδιο δώρο. Οι πρωτόπλαστοι έχασαν τον παράδεισο από λαιμαργία. Η νηστεία ας μας ξαναεισαγάγει σε αυτόν. Η νηστεία να μη μείνει στη στέρηση κάποιων τροφών, αλλά ας γίνει αφορμή αποχής από πάθη και κακίες. Ας γίνει σταθμός ουσιαστικής στροφής και συνδέσμου με τον αληθινό Θεό.

Η νηστεία προσφέρει ηθική καθαρότητα, μίσος της αμαρτίας και μετάνοια. Η νηστεία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την επίτευξη του σκοπού, που είναι η συνάντηση με τον Θεό. Η αληθινή νηστεία κατά τον Μ. Βασίλειο είναι η αποξένωση από τις κακίες, η τιθάσευση της γλώσσας, η απομάκρυνση από τον θυμό, η στέρηση των κακών επιθυμιών. Ένας που είναι σοβαρά ασθενής δεν χρειάζεται να νηστεύει. Η νηστεία είναι για να ταπεινώνει το σώμα. Όταν το σώμα ασθενεί, ταπεινώνεται και δεν χρειάζεται να εξουθενώνεται. Είναι καλή η συμβουλή ιατρού και πνευματικού. Μερικοί ζουν για να τρώνε. Ταξιδεύουν για πλούσια γεύματα και δείπνα. Αρρωσταίνουν από το πολύ φαΐ. Η πολυφαγία φέρνει παχυσαρκία και νοσήματα. Δεν νηστεύουμε για την υγεία του σώματος (παρόλο που η νηστεία την προσφέρει κι αυτήν), αλλά για την υγεία της ψυχής μας. Η νηστεία δεν έχει σχέση με τη δίαιτα για καλή σιλουέτα και αισθητική. Η νηστεία είναι αρετή και έχει σχέση με την εγκράτεια. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, τα χρήματα που κερδίζουμε από το λιτό και λίγο φαγητό της νηστείας είναι για να γεμίσουμε τις κοιλιές των πεινασμένων. Σε καιρούς δύσκολους η νηστεία να συνδυαστεί με την προσευχή, την εγκράτεια και την αγάπη. Τότε θα έχει αξία και νόημα.

 Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης

ΦΟΒΟΝΤΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ;



ΦΟΒΟΝΤΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΑ
ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ;

Μεσολλόγι 1826 
 «Πολλοί ευρέθησαν εις την ανάγκην να φάγωσιν ανθρωπίνας σάρκας και, ως εδιηγούντο, ελάμβανον το ήπαρ εκ των φονευμένων και όντων κράσεως υγιούς, το ετηγάνιζον με έλαιον και έρριπτον ολίγον ξείδι, το τοιούτον δε παρασκεύασμα παρείχεν ευάρεστον τροφήν εις τους αγνοούντας την προέλευσίν του, ανεκτάς δε εις τους γνωρίζοντας ταύτην!».Α
 «Ερευνώντας με τη σειρά όλα τα σπίτια, βρή­καμε αρκετές ποσότητες αλεύρι. Αυτό μοιρά­στηκε μ' ένα φλιτζάνι ως μέτρο. Εμοίρασαν κι από ένα φλιτζάνι κουκιά. Άρχισαν λοιπόν να σμίγουν αυτό το λίγο κουκί και αλεύρι στον τέντζερη και να βάνουν μέσα και καβούρια...
Ένας γιατρός εμαγείρευσε το σκύλο του με λάδι, από το οποίον είχαμε αρκετό και επαινού­σε το φαγί του ότι ήταν το πιο νόστιμο. Οι στρα­τιώτες τότε πια άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλο ή γάτα έβρισκαν στο δρόμο.
Όμως, από τις 15 του Μάη αρχίσαμε τις πικραλήθρες, χορτάρι της θάλασσας· το βράζαμε πέντε φορές ως ότου έβγαινε η πικράδα, και το τρώγαμε με ξίδι και λάδι σαν πατάτα, αλλά και με ζουμί από καβούρια. Επιδοθήκαμε και στους ποντικούς και ήταν τυχερός αυτός που μπορού­σε να πιάσει έναν. Βατράχια, δυστυχώς δεν βρί­σκαμε. Από την έλλειψη τροφής αύξαιναν οι αρ­ρώστιες: πονόστομος και αρθρίτιδα».Β
Ο Κασομούλης κι ο Μίχος μας δίνουν συνταραχτικές περιγραφές της πείνας, που στο τέλος δάμασε την αθάνατη φρουρά. Από τις 10 τού Μάρτη αβγάτισε τόσο που «έπεσε η πρόληψη να τρώγουν ακάθαρτα και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται των —και που να προφθάσουν; Τρείς ημέραις απέρασαν, και ετελείωσαν αυτά τα ζώα»243.
Έπειτα — την αρχή την έκανε ο Δ. Μεσθενέας ο τυπογράφος των «Ελληνικών Χρονικών» ρίχτηκαν στις γάτες. Σε λίγες μέρες δεν απόμεινε μήτε μια. Το ίδιο ακολούθησε και με τους σκύλους. Ύστερα ήρθε η σειρά των ποντικών και λογάριαζαν ευτυχισμένο όποιον μπορούσε να πιάσει κανένα244. Το μόνο που απόμενε πια ήταν το γνωστό χορταρι της θάλασσας, οι πικραλήθρες ή αρμυρήθρες, που χρειαζόταν να το βράζουν πέντε φορές ώσπου να βγει η πικράδα του. «Αλλά και τούτο ολίγον διήρκησε καθότι ολίγιστα ήσαν εν τη πόλει και τα είδη ταύτα και πολλαί μεν οικογένειαι ήρχισαν τότε να τρέφωνται εκ των εκ τού λιμού αποθνησκόντων συγγενών των»245.
Κι ο Μίχος ανιστορά τούτο δω το φοβερό περιστατικό: Η φρουρά έκανε μια επιτροπή να ψάξει σ' όλα τα σπίτια «προς αναζήτησιν τροφίμων. Το έργον όμως αυτής περιωρίσθη εις τας οικίας μόνον των αδυνάτων, εν ω οι λοιποί δεν επέτρεπον αύτη την είσοδον εις τας oικίας των. Δηλαδή η έρευνα γίνηκε μονάχα στα σπίτια της φτωχολογιάς. Σ' ένα άπ' αυτά «οικογενείας τίνος εκ τού Ζυγού ή Αποκόρου, εύρε εις απόκρυφόν τι μέρος τον μηρόν και άλλα μέλη παιδίου. Φρίξας δε δια το εύρημα ηρώτησε την οικοδέσποιναν˙ παρ' ης επληροφορήθη ότι το παιδίον αυτό, αποθανόν εκ της πείνης, εχρησίμευσε εις τροφήν των επιζώντων ήτο δε τούτο δυστυχώς αληθές, καθότι εις την ευρημένην οικίαν δεν ευρέθη κανέν άλλο τρόφιμον»246
Όμως όταν απεσταλμένος του Ιμπραήμ ζητά προσκύνημα:
«Τον ρωτάει ο Βάγιας:
-Τι προσκύνημα ζητάς; Γιατί τούτο εδώ τ’ασκέρι δεν είναι εκείνο του Νιόκαστρου, ούτε του Αιτωλικού οι ραγιάδες.
Του αποκρίνεται ο Τούρκος:
-Αλλιώτικα απ’ ότι γίνηκε στ’άλλα κάστρα δεν μπορεί να γίνει˙ να δώσετε τ’άρματά σας.
Τον αντισκόβει ο Βάγιας:
-Τι; Άρματα; Αυτό να μην το ξαναπείς! Μα ούτε και εμείς μπορούμε να το πούμε. Άρματα; Πες ότι άλλο θες εξόν από άρματα!
Ο Στουρνάρης που έλαχε να είναι άρρωστος, σαν έμαθε πως ο Τούρκος ζήτησε τ’άρματα είπε:
-Τόλμησε ο κερατάς να γυρέψει άρματα; Κάλλιο εδώ να θαφτούμε! Δεν ξέρει πως τ’άρματα τάχουμε όλοι όσοι είμαστε εδώ τριακόσια χρόνια στο ζωνάρι μας;247» Γ


Α Nικολάου Mακρή: "Iστορία του Mεσολογγίου". Έκδοση 1908
Β Κ. Κασομούλη, Ενθυμήματα στρατιωτικά
Γ Δημήτρη Φωτιάδη «Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21» Β’ Έκδοση -1977 σελ. 198-199
243 Κασομούλης τόμος Β’ σελ.241
244 Κασομούλης τόμος Β’ σελ.243
245 Μίχος ε.α., σελ 48
246 Μίχος ε.α
247 Κασομούλη, τόμος Β’ σελ. 221-222

Επιμέλεια κειμένου Κ.Ναυπλιώτης

ΜΟΡΜΟΝΟΙ: ΠΟΛΥΓΑΜΙΕΣ, ΑΙΜΟΜΙΞΙΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ





   Βλέπουμε ολοένα συχνότερα στη χώρα μας, τους Μορμόνους. Πηγαίνουν δύο-δύο, πάντα νέοι (όχι νέ­ες) στην ηλικία των 19 ως 25 χρόνων, ντυμένοι με το ίδιο μπλε σκούρο κουστούμι και γραβάτα τον χει­μώνα ή πουκαμισάκι με γραβάτα το καλοκαίρι και πάντα με ένα σακίδιο στον ώμο. Από το σακίδιο βγάζουν βιβλία που προσφέρουν εν μέρει δωρεάν. Στόχος ο προσηλυτισμός μας.
Η κοπέλλα που με πληγιασμένο σώμα κατέφυγε στην αστυνομία των ΗΠΑ ήταν μόλις 17 ετών. Πριν δύο χρόνια, ο πατέρας της Τζον Κίνγκστον την ανάγκασε να γίνει η δεκάτη-πέμπτη γυναίκα του αδελφού της Ντέϊβιντ Κίνγκστον. Τα κτυπήματα προήρχοντο από μία δερμάτινη ζώνη με την οποία την κτύπησε άγρια ο πατέρας της όταν αυτή προ­σπάθησε να δραπετεύσει από τον εφιάλτη της έγγα­μης ζωής με τον αδελφό της.
Οι εφημερίδες, μεταδίδει το γερμανικό πρακτο­ρείο ειδήσεων (14-8-1998), αναφέρουν ότι μετά το περιστατικό ο κυβερνήτης της Πολιτείας της Ούτα Μάϊκ Λίβιτ δήλωσε ότι θεωρεί τους πολύγαμους «σκληρά εργαζόμενους και έντιμους ανθρώπους», ότι τυγχάνουν της προστασίας του και ότι εν πάση πε­ριπτώσει η πολυγαμία μπορεί να θεωρηθεί ως μία προστατευόμενη συνταγματικώς έκφραση της θρη­σκευτικής ελευθερίας. Αυτό φυσικά ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τις οργανώσεις υπερασπίσεως των δικαιωμάτων των γυναικών.
Οι γυναίκες που πέφτουν θύματα πολυγαμίας από τους Μορμόνους, διατηρούνται σε άγνοια σχετικά με τα απλούστερα θέματα της καθημερινής ζωής όπως είναι το άνοιγμα ενός τραπεζικού λογαριασμού τους. Χάνουν την ελευθερία τους εντελώς και σχηματίζεται μία συνομωσία σιωπής σε βάρος της καταστάσεώς τους.
Μόνο στην Πολιτεία των ΗΠΑ Ούτα, υπολογίζε­ται ότι υπάρχουν περίπου 30.000 Μορμόνοι που ανήκουν σε πολυγαμικές οικογένειες. Και τούτο πα­ρά την από εκατονταετίας επίσημη απαγόρευση της πολυγαμίας από την Πολιτεία και την αποστασιοποί­ηση από την πολυγαμία της κεντρικής οργανώσεως των Μορμόνων. Στην πραγματικότητα, εξακολουθούν να έχουν πολυγαμία, πλην ορισμένων παραφυάδων των Μορμόνων, και αρκετοί κανονικοί Μορμόνοι. Η πρακτική τους αυτή συνεχίζεται λόγω του ότι οι αρχές κάνουν τα στραβά μάτια αλλά και γιατί τα θύ­ματα δεν τολμούν να μιλήσουν. Οι δυσκολίες της 17χρονης που ήγειρε δικαστικό αγώνα «εναντίον» της «οικογενείας της» τώρα αρχίζουν.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ η ύπαρξη πολυγαμί­ας στους Μορμόνους αποτελεί κοινό μυστικό στην Πο­λιτεία Ούτα, εδώ και 50 χρόνια ούτε μία υπόθεση πο­λυγαμίας δεν έχει φτάσει στα δικαστήρια! Όπως η εφη­μερίδα Εβδομαδιαία της Σώλτ-Λέϊκ-Σίτυ το διατυπώ­νει, «Οι πολύγαμα πρέπει να αγνοούνται σαν ένα αγκαθάκι στην προσεκτικά φτιαγμένη ωραία εικόνα της Πολιτείας Ούτα και της εκκλησίας των Μορμόνων».
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι Κίνγκστον, είναι για αιμομιξία και αποπλάνηση ανηλίκου ο αδελφός-σύζυγος και για κακοποίηση ανηλίκου ο πατέρας...
(Ν.Σ.)

Φωτό από εδώ
Από το περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ τεύχος 20


πηγή